Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανταποκρίσεις απ’ το Παρίσι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανταποκρίσεις απ’ το Παρίσι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2007

Ανταποκρίσεις απ’ το Παρίσι


Αναμονή

Σκουπίζει ξυπόλητος το ξύλινο πάτωμα. Μπορεί και να έρθει. Μαζεύει τις τρίχες σ’ ένα φαράσι. Είναι απίστευτο πόσο μαδάει ο άνθρωπος. Αν είναι να 'ρθει περπατάει πάντα ξυπόλητη στο ξύλινο πάτωμα. Ακίδες τρυπούνε τα πέλματα της. Δεν βάζει μυαλό. Θυμάται τα πόδια της. Λατρεύει τα δάκτυλα της. Μπορεί και να έρθει. Δεν χάνει τίποτα καλού κακού να σκουπίσει. Κάθεται στο τραπέζι μπροστά στον υπολογιστή ακούγοντας μουσική. Ανάβει ένα τσιγάρο. Κι άλλη φορά είχε έρθει απροειδοποίητα. Αποφασίζει να περιμένει. Οι ώρες περνάνε αργά, βαριά τα τσιγάρα, άδειο στομάχι κι ένα στόμα σκατά. Πως θα τη φιλήσει αν έρθει με τέτοιο στόμα; Πλένει τα δόντια του. Σιγά μην έρθει! Εγώ είμαι μαλάκας που κάθομαι και την περιμένω. Η μόνη φορά που ήρθε απρόσκλητη ήταν για να μου πει να χωρίσουμε. Άσχετα αν μετά τα βρήκαμε πάλι. Μετά τ’ αμοιβαία κλάματα, γέλια. Καθισμένοι στο κρεβάτι να τρώμε μαλακίες απ’ τα Mac Donalds, να πίνουμε CocaCola, να γελάμε. Να κάνουμε έρωτα, να πίνουμε ένα τσιγάρο, να γελάμε, να κάνουμε έρωτα. Κι όμως περνάμε καλά όταν είμαστε μαζί. Ο τοίχος έχει μαδήσει. Είναι η υγρασία. Σιγά μην μείνω και του χρόνου σ’ αυτό το κωλόσπιτο. Με το που θα μπει το καλοκαίρι αρχίζω το ψάξιμο. Δεν θα 'ρθει. Κι όμως περνάμε καλά μαζί. Λατρεύει να της κάνει έρωτα. Λατρεύει τον τρόπο της. Εκείνος της μιλάει ελληνικά. Εκείνη του μιλά γαλλικά. Του αρέσει ν’ ακούει τη φωνή της όσο είναι μέσα της. Μετά αλλάζουν ρόλους. Εκείνος της μιλά γαλλικά. Εκείνη επαναλαμβάνει στα ελληνικά τις λίγες φράσεις στα ελληνικά που της έμαθε. Του λέει ότι η φωνή του είναι διαφορετική όταν μιλάει τη γλώσσα του. Της λέει πως είναι ιδέα της. Επειδή δεν ξέρει ελληνικά. Όχι, λέει εκείνη κι επιμένει. Της θυμίζει λέει το κυμάτισμα της θάλασσας Αύγουστο. Μια φορά της διάβασε ποιήματα του στα ελληνικά. Όταν τελείωσε σήκωσε τα μάτια και την είδε να κλαίει. Και μέσα στα δάκρυα έμοιαζε ευτυχισμένη. Χαμογέλασε. Πήγε κοντά της την αγκάλιασε τρυφερά και κάνανε έρωτα κλαίγοντας. Μετά καπνίζουνε και γελάνε. Ξανακάνουνε έρωτα κι όταν κουραστούνε κοιμούνται. Συνήθως μέχρι το μεσημέρι. Δεν το μπορεί το φως το πρωί. Αυτό μ’ ενοχλεί κάπως γιατί πρέπει να κατεβάζω μέχρι τέρμα τα στόρια και το πρωί δεν μπορώ να ξυπνήσω. Γίνεσαι αστείος. Ξαναθυμάται το γέλιο της. Κι όμως δεν ζητάω πολλά. Έναν άνθρωπο δίπλα του να μοιράζεται τα τεράστια αποθέματα της αγάπης του. Έναν άνθρωπο δίπλα του να του αφιερώνει τις ώρες του. Αυτό το λίγο. Απλά πράματα, καθημερινά. Η ιντελιγκέντσια στο χώρο τον βρίζει κομφορμιστή. Στ’ αρχίδια μου. Σάμπως καταλαβαίνουνε τίποτα οι υδροκέφαλοι; Επαγγελματίες επαναστάτες. Αν αλλάξει ποτέ με τους όρους τους η κοινωνία, η καινούργια θα είναι και πάλι σκατά. Και στην Επανάσταση, πρώτα ο Θεός με το καλό, ο καθένας το μαγαζάκι του. Τόσα χρόνια ψηθήκαν στην προστασία των όρων που πρώτοι ο καθένας καθιερώσαν. Και δεν τα παρατάς έτσι τα κεκτημένα. Ένα ένα θα τα μαζεύουν τα κουνέλια στη μάντρα. Ίσως τελικά να μην έκανε καθόλου για την πολιτική. Παρόλα αυτά το προσπαθούσε φιλότιμα. Σηκώθηκε κι έκλεισε το παράθυρο. Κάνει ψύχρα σήμερα. Νύχτωσε. Δεν θα 'ρθει.

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2007

Ανταποκρίσεις απ’ το Παρίσι



Το φλερτ


Την είδε για πρώτη φορά στην Pont des Arts. Ακουμπισμένος στην κουπαστή να τραβάει μόνος ως συνήθως φωτογραφίες. Εκείνη τη στιγμή βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη ένα event λίγο πολύ ντανταϊστικό. Ένα τσούρμο λυκειόπαιδες μαυροντυμένοι και φωνασκούντες έφτασαν στο μέσο της γέφυρας κουβαλώντας ένα φέρετρο τυλιγμένο σε μαύρο σεντόνι. Αφού το αποθέσαν σεβάσμια ξεβρακώθηκαν κι άρχισαν να χορεύουν τριγύρω του. Ωστόσο μήτε και το θέαμα των ολόγυμνων νεανίδων, των παλλόμενων εφηβικών σφιχτών κορμιών στήθη, μουνιά, κώλοι, καυλιά, σχήματα, χρώματα στάθηκε ικανό να προσελκύσει για πολύ ώρα την προσοχή του. Ξαναγύρισε το βλέμμα του στη μεριά τους. Εκείνοι μοιάζαν απορροφημένοι σε έναν κόσμο δικό τους. Τόσο ερωτευμένοι… Φυσούσε ένα απαλό ανοιξιάτικο αεράκι. Όρθια και τα μαλλιά της ν’ ανεμίζουνε στο ποτάμι. Ο φίλος της προσπαθούσε τόση ώρα να την πείσει να τον αφήσει να την βγάλει φωτογραφίες. Μετά από πολλές προσπάθειες μάταιες και παιχνίδια αισθησιακά ανάμεσα σε αποδοχή κι άρνηση, φιλιά κι αγκαλιάσματα εκείνη τελικά του επέτρεψε. Πήρε να σουρουπώνει. Το αεράκι έπαψε να είναι και τόσο ευχάριστο. Μια τσουχτερή ψύχρα του έδωσε τη θέση της με τη δύση του ήλιου. Ξεκινήσαν να φύγουν. Αποφάσισε να τους ακολουθήσει. Είχαν όρεξη για περπάτημα. Του βγάλανε τη ψυχή. Τα πόδια του είχαν πάρει φωτιά. Κι όλη την ώρα οι αναπόφευκτες στάσεις σε μέρη σκοτεινά για φιλήματα φλογερά κι αμοιβαία χουφτώματα. Που και που περνούσε απ’ τα έρημα στενά κανένα αυτοκίνητο και τους διέκοπτε. Εκείνοι βάζαν τα γέλια και πιασμένοι απ’ το χέρι συνεχίζαν το δρόμο τους. Τους ακολουθούσε έτσι δυο ώρες. Να κάνουν κύκλους γύρω γύρω στα ίδια πάντα μέρη. Πλησίαζε έντεκα όταν αρχίσαν να κατευθύνονται σε πιο πολυσύχναστα μέρη. Τους ακολούθησε στο metro στο St. Michel. Κατεβήκανε τα σκαλιά και κείνος κολλημένος πίσω τους στα τρία βήματα. Και μετά στο κέντρο αγκαλιασμένοι. Ο τελευταίος χαιρετισμός. Όσο να τελειώσει το τελευταίο φιλί εκείνος έκανε πως έδενε τα κορδόνια του. Μετά χωρίσαν. Προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Εκείνος προς Porte dOrléans. Εκείνη προς Porte de Clignancourt. Την πήρε από πίσω. Αλλάξαν δυο τρεις φορές τρένο. Εκείνος πάντα να φροντίζει να μένει κοντά της. Στο ίδιο βαγόνι. Στην Bel Air έκανε να κατέβει. Της άφησε χρόνο. Ίσα που πρόλαβε ν’ αποβιβαστεί πριν ν’ ακουστεί το κουδούνισμα του συρμού και κλείσουν οι πόρτες. Εκείνη προχωρούσε γρήγορα τώρα. Σχεδόν έτρεχε. Σαν να φοβότανε μόνη της στα σκοτάδια. Τάχυνε κι εκείνος το βήμα. Μόλις μπήκαν στην Michel Bizot άλλαξε πεζοδρόμιο. Τώρα την παρακολουθούσε από απέναντι. Σε κάποια στιγμή άνοιξε την τσάντα. Εκείνος κατάλαβε πως είναι κοντά, πως ψάχνει τώρα για τα κλειδιά. Σταμάτησε μπροστά σε κάποια είσοδο. Πληκτρολόγησε τον κωδικό. Άνοιξε την πόρτα και χάθηκε πίσω της. Εκείνος έκανε να τρέξει. Ένα αυτοκίνητο κόρναρε. Όταν κατάφερε να διασχίσει το δρόμο η πόρτα είχε ήδη κλείσει. Ξαναγύρισε στο απέναντι πεζοδρόμιο. Έβγαλε το πακέτο τα τσιγάρα. Ακούμπησε με τον ώμο στην κολώνα. Η φλόγα ψιθυριστά δυο σύμφωνα άηχα αγγίζοντας τον καπνό. Έφερε το τσιγάρο στο στόμα με την ελπίδα να μένει σε κάποιο διαμέρισμα που να βλέπει στο δρόμο. Μετά από τέσσερα δευτερόλεπτα άναψε ένα φως στο δεύτερο όροφο. Μεγάλα παράθυρα. Μετά από λίγο άνοιξε και το φως στο ακριανό δωμάτιο. Και τότε την είδε. Μπροστά στο νεροχύτη με το σουτιέν να βάζει σ’ ένα ποτήρι νερό. Την παρακολούθησε να το καταπίνει αργά χωρίς ήχο. Απομακρύνθηκε. Το φως έσβησε. Τώρα ήταν στο κεντρικό, μεγάλο δωμάτιο. Με την κιλότα και το σουτιέν. Κατευθύνθηκε προς το παράθυρο. Τον είδε. Την είδε που τον είδε. Ερεθίστηκε. Πέταξε το τσιγάρο. Δεν έφευγε. Εκείνη τον περιεργάστηκε μ’ ένα μυστηριώδες χαμόγελο. Τράβηξε τις κουρτίνες. Και έμεινε εκεί μπροστά τους. Ξεκούμπωσε το σουτιέν. Είδε την σκιά της να μένει μόνο με την κιλότα. Να σκύβει. Τα οπίσθια της γυρισμένα στο δρόμο. Να αφαιρεί και το τελευταίο ίχνος ντροπής. Και μετά να σβήνει το φως. Αποφάσισε να περιμένει εκεί…
Το επόμενο πρωί τη βρήκα στο κρεβάτι μου νεκρή… μαρμάρινη, γυμνή μια τρικυμία αίμα.

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2007

Ανταποκρίσεις απ’ το Παρίσι


Σφαγεία

Εγκλωβισμένοι άνθρωποι σε πόλεις σφαγεία. Πηγαινοέρχομαι πάνω κάτω στην αποβάθρα του metro. Οι ράγες, τα τρένα, συναγερμοί. Υπάρχω, λες, κι ύστερα δεν υπάρχεις. Και δίπλα το κοριτσάκι όλο και να σκαλίζει τη μύτη του. Όλο και να σε κοιτάζει με τα μεγάλα μάτια του γουρλωμένα. Γύρισα το κεφάλι αλλού. Δεν μπορούσα να υποφέρω το βλέμμα της. Μου τρυπούσε τα μάτια. Και που να κοιτάξεις; Φοβάμαι να στρέψω πίσω ξανά. Την τελευταία φορά στα καθίσματα καθόνταν μονάχα πτώματα, δίχως κεφάλια, γδαρμένα. Μου θύμισαν κάθε που περνούσα απ’ το χασάπη τα Πάσχα. Κρεμασμένα τα κρέατα να στραγγίζουν το αίμα τους. Στα πλακάκια λευκά νοσοκομείου κόκκινες το αίμα σταγόνες. Να κοιτώ τη πηγή απ’ το στόμα γλώσσα στραβή. Και σταγόνα σταγόνα λίμνη το αίμα. Και συ να βουλιάζεις σε τούτη τη λίμνη σχηματισμένη κάτω απ’ το κεφάλι του κρέμεται από μια τόση δα κλωστή κρέας. Να κοιτάξω μπροστά. Να κοιτάξω μπροστά. Ράγες σύρματα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα. Πέρασα είκοσι μέρες μαστουρωμένος στο κρεβάτι μου κοιτώντας τα σύννεφα. Δίχως σχεδόν καθόλου φαΐ. Δίχως κίνηση. Το παράθυρο μου παλιό ξύλινο, σχηματίζει σταυρό. Ένα σταυρό σφηνωμένο στον ουρανό. Κεραίες. Που και που περνά κανέν’ αεροπλάνο. Μια μικροσκοπική κουκίδα. Διασχίζει τα πενήντα εκατοστά όλα κι όλα που βλέπει το μάτι μου. Όλη η θέα μου. Μέρες και μέρες. Περιμένοντας να χτυπήσει κάποιο κουδούνισμα το τηλέφωνο. Μια ανταπόκριση από τον περιβάλλοντα κόσμο. Τίποτα. Καμιά φορά παίρνει η μάνα μου. Της το κλείνω. Τι να της πω; Και ξανά το κινητό για μέρες βουβό. Ησυχία. Κανείς. Και μες το σπίτι ακόμα. Κανείς. Με τρομάζει η ανάσα μου. Την ξεχνώ. Μερικές φορές συνηθίζω τόσο πολύ αυτή τη σιωπή που ξεχνάω και τον εαυτό μου ακόμα. Όταν με θυμάμαι σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι και πάω και χέζω. Πρέπει να βγαίνω έξω. Εξωτερική τουαλέτα. Τη μοιραζόμαστε δεκατρία δωμάτια τρύπες στον όροφο. Κελιά σκαμμένα σ’ έναν όγκο μπετόν. Σε κάποια απ’ αυτά μένουνε οικογένειες. Εντούτοις ποτέ δεν ακούγεται τίποτα σε τούτη την πολυκατοικία. Λες κι είναι όλοι νεκροί. Γυρνάω στο δωμάτιο μου και πάλι. Πλένω τα χέρια. Κοιτάω το πρόσωπο μου μες τον καθρέφτη προσπαθώντας να το αναγνωρίσω. Κλαίω. Κάθομαι πάλι στο τραπέζι που χρησιμοποιώ για γραφείο. Στρίβω ένα τσιγάρο. Την πέφτω και πάλι. Και πάλι έτσι να κυλάει για μέρες ξανά σ’ οχτώμισι τετραγωνικά. Όταν θυμάμαι τρώω καμιά φρυγανιά. Λίγο νερό. Κυρίως κλαίω. Είναι ίσως η πιο χαρακτηριστικά ανθρώπινη λειτουργία που συνεχίζω να επιτελώ. Την άνοιξη λέω να κρεμαστώ. Το τρένο στο βάθος πλησιάζει. Και φταίω γω που χώρισα πάλι; Το τρένο στο βάθος πλησιάζει. Κι άλλο. Πιο κοντά. Τώρα. Περνάει στο τέλος κι αυτό. Οι επιβάτες ξεχύνονται. Άλλοι που τρέχουν, σπρώχνονται για ν’ ανέβουν. Οι πόρτες κλείνουν. Μένω μόνος και πάλι στην αποβάθρα ξανά. Καμιά φορά σκέφτομαι ότι οι κάμερες ασφαλείας των σταθμών ξέρουν για μένα περισσότερα απ’ οποιονδήποτε άλλον σε τούτη την πόλη. Στο επόμενο μπορεί και ν’ ανέβω. Και συνεχίζω το βημάτισμα άσκοπο πάνω κάτω ξανά στην νεκρή αποβάθρα. Δεν περνάν τα τρένα τακτικά τα βράδια. Και οι συρμοί κτηνάμαξες μεταφέρουν τα κρέατα στις τέσσερις άκριες του απέραντου τούτου υπόγειου λαβυρίνθου. Υπόγειες φλέβες ποτάμια κόκκινα σφαγείου απέραντου. Κι ο μηχανοδηγός νεκρός, χωρίς κεφάλι. Πού μας πηγαίνουν τάχα ;

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2007

Ανταποκρίσεις απ’ το Παρίσι


Ο γιατρός παιδιά

Στην Κάτια,
Είμαστε όλοι μετανάστες...

Αν είσαι μετανάστης θα σου πρότεινα να τρως τουλάχιστον πέντε φρούτα και λαχανικά την ημέρα για το καλό της υγείας σου όπως προειδοποιεί και η γιγαντιαία αφίσα της CocaCola στο metro. Αν είσαι μετανάστης δεν συμφέρει να αρρωστήσεις. Πόσο μάλλον αν δεν έχεις ασφάλιση. Ο γιατρός θα σου φάει το μισό μηνιάτικο και τον υπόλοιπο μήνα θα βρεθείς να την βγάζεις με λαχανάκια Βρυξελλών και κρεμμυδόσουπα. Τα ρούχα σου θα μυρίζουν, το στόμα σου, οι κλανιές σου σα βόθρος κι οι γραβάτες θα σε κοιτάνε με σιχασιά στο metro. Έχω κάνει την ασφάλιση από την πρώτη βδομάδα που ήρθα. Στην αρχή δεν ήθελα, έλεγα έχω γερή κράση, γερός σα βουβάλι, δεν αρρωσταίνω ποτέ. Τελικά αναγκάστηκα, ήταν υποχρεωτικό. Τελικά τα πλήρωσα τα πεντακόσια ευρώ. Τελικά η κάρτα δεν ήρθε ποτέ. Πάνε τα πεντακόσια ευρώ. Και τώρα κάθε φορά που αρρωσταίνω πληρώνω το μισό μου μισθό… Πήγα στον οδοντογιατρό μια Πέμπτη πρωί. Αβιταμίνωση λέει, θα σου πέσουν τα δόντια λέει, φταίει η κακή διατροφή λέει, μαγειρεμένο φαγητό λέει, λαχανικά και φρούτα και τέρμα τσιγάρο και αλκοόλ. Τριακόσια ευρώ η επίσκεψη. Εβδομήντα τα φάρμακα. Σκατά στον τάφο των οδοντογιατρών, των φαρμακοπώλων και των φαρμακευτικών! Και ποιος θα μου πληρώσει γιατρέ το μαγειρεμένο φαΐ; Τον μισό μισθό μου τώρα που τον πήρες εσύ; Και πως θα τη βγάλω χωρίς τσιγάρα κι αλκοόλ που ένα χρόνο τώρα ο μόνος τρόπος που βρήκα για να επιβιώνω αξιοπρεπώς είναι να διάγω βίον οινόσπαρτον; Το τσιγάρο μοναδική συντροφιά, απασχόληση να γεμίζω τις ώρες μου, σ’ έναν κόσμο που μ’ αποστρέφεται σα λεπρό. Αν κόψω το αλκοόλ θ’ αυτοκτονήσω. Αν δεν το κόψω θα πεθάνω. Αξιοζήλευτη πληθώρα εναλλακτικών.


Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2007

Ανταποκρίσεις απ’ το Παρίσι




Για το ξεχού







Το πρόβλημα του ήταν ότι δεν μπορούσε να συγκροτήσει τη σκέψη του. Περνούσε από το ένα θέμα στο άλλο ολότελα άναρχα. Μες το κεφάλι του συνωστίζονταν χιλιάδες φωνές. Το πρόβλημα του γινόταν ακόμα μεγαλύτερο καθώς ο ήρωας μας ήτανε συγγραφέας ή τουλάχιστον το έπαιζε συγγραφέας, ή εν πάσει περιπτώσει για να μην τον κακολογούμε πολύ θα ήθελε πολύ να ήτανε ή έστω να γίνει κάποια ωραία πρωία ως εκ θαύματος συγγραφέας. Καθόταν λοιπόν με τις ώρες μουτζουρώνοντας ανυποψίαστα και για αυτό ωραία αθώα χαρτιά γράφοντας όλο κάτι δακρύβρεχτες μαλακίες για ανεκπλήρωτους έρωτες και πεθαμένες αγάπες, αναμνήσεις κι αδιέξοδα, κι όλο να γυροφέρνουν μες τις γραμμές κάτι ανθρωπάκια μίζερα, δυστυχισμένα, παράλυτα γεμάτα φοβίες και κόμπλεξ. Και που να βάλεις μια τάξη σ’ όλο τούτο το βαθυστόχαστο υλικό. Όλο ξεπεταγόνταν από παντού κάτι ξεκάρφωτα αγάλματα, κάτι γοργόνες, μια εμμονή με κλόουν, θηρία και τσίρκα και όλο κάτι τέτοια βαθιά πράματα, φιλοσοφικά, υποβλητικά συμβολικά. Καρφωμένος απ’ το πρωί μπροστά στον υπολογιστή και να μην έχει βγει μια σελίδα σωστή. Άναψε ένα τσιγάρο μετά κι άλλο ένα. Σήκωσε τα χέρια τσαντισμένος μέσα στον καύσωνα και έβγαλε την φανέλα του. Κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο και είδε μες την κοχλάζουσα παριζιάνικη ζέστη τον ατσάλινο πύργο του Eiffel να λιώνει και να γέρνει. Τι σκαρφίστηκαν πάλι οι πούστηδες για να διασκεδάσουνε τους τουρίστες! ψιθύρισε. Έβαλε τα χέρια πίσω απ’ το κεφάλι. Στο μεταξύ ο ξεχαρβαλωμένος ανεμιστήρας ανέμιζε ιδρωμένες τις τρίχες απ’ τις μασχάλες και το γυμνό στέρνο του. Εκείνη την ώρα ήταν σχεδόν ερωτικός. Η τεχνητή ανεμοθύελλα που σήκωνε ο ανεμιστήρας ξερίζωσε κάποιες τρίχες αδυνατισμένες και τις μετέφερε στα δίχτυα της αράχνης που τόση ώρα προσπαθούσε να σκαρώσει έναν αυτοσχέδιο ιστό κρεμασμένη απ’ το παράθυρο χωρίς μεγάλη επιτυχία καθώς ο μαλάκας ο ανεμιστήρας επέμενε να της την χαλάει. Οι τρίχες προσγειώθηκαν στην αγκαλιά της και φαίνεται της ήρθαν λουκούμι. Με τόσο πρόσθετο υλικό κάτι μπορεί και να γίνει. Ο ήρωας μας έπαψε τις σοβαρές ασχολίες του και αφοσιώθηκε στις δραστηριότητες της αράχνης. Έφτιαχνε ένα πράμα στραπατσαρισμένο που του θύμισε έντονα την μηλόπιτα που έφτιαχν’ η μάνα του. Ποτέ δεν την πήγε αυτήν την μηλόπιτα. Κι όταν ρωτούσε την μάνα του γιατί ρε μάνα την φτιάχνεις αυτήν τη μαλακία; εκείνη του απαντούσε γιατί αρέσει στον αδερφό σου. Στον αδερφό μου πάλι δεν αρέσει το τσιζ κέικ. Κι όταν ρωτούσε τη μάνα μας γιατί ρε μάνα την φτιάχνεις αυτήν τη μαλακία; εκείνη απαντούσε γιατί αρέσει στον αδερφό σου. Συνήθως βέβαια εκείνος που έπαιρνε τον μπούλο ήταν παραδοσιακά ο πατέρας που μισούσε τόσο το τσιζ κέικ όσο και την μηλόπιτα. Κι όταν ρωτούσε τη γυναίκα του γιατί ρε γυναίκα τις φτιάχνεις αυτές τις μαλακίες; εκείνη απαντούσε γιατί αρέσει στα παιδιά. Τελικά επειδή τα παιδιά δεν τρώγαν στο τέλος ούτε τη μηλόπιτα ούτε το τσιζ κέικ κατέληγε να τα μασαμπουκώνει, να μη τα πετάξουμε!, με το ζόρι εκείνος. Κάποια στιγμή όπως ήταν αναμενόμενο την βαρέθηκε τη κωλοαράχνη. Φύσηξε και κατεδαφίστηκε μαζί με τον ιστό στα κεραμίδια. Μια ζωή στα σκουπίδια. Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε απειλητικά στο ψυγείο. Άνοιξε αποφασιστικά την πόρτα και άρπαξε απ’ το λαιμό μια μπουκάλα πορτοκαλάδα ληγμένη. Έχυσε το περιεχόμενο σ’ ένα πλαστικό ποτηράκι, ξέρεις απ’ αυτά τα βολικά που τα χρησιμοποιείς μια φορά και μετά τα πετάς όχι σαν τα άλλα τα μαλακισμένα τα γυάλινα που πρέπει να τα πλένεις μετά κι αν τα παρατήσεις μέρες στον νεροχύτη άπλυτα σκυλοβρωμάνε και σε συνδυασμό με την ποδαρίλα που βρωμάει καλοκαιριάτικα το Παρίσι δεν σ’ αφήνουν την νύχτα να κοιμηθείς. Είναι μάλιστα μια στάση στη Mabillion που κάθε φορά που περνάω από κει με το μετρό βρωμάει την μπόχα που κάνουν τα πόδια μου μόλις βγάζω τις κάλτσες μου. Έτσι κάθε φορά που περνάω από κει δεν μπορώ να συγκρατήσω την ίδια πάντοτε παράξενη σκέψη πως όλο το Παρίσι μαζεύει και πετά τις κάλτσες του εκεί. Σε κάθε περίπτωση το χειρότερο με τα γυάλινα ποτήρια είναι όταν έχεις ξεχάσει μέσα καφέ για πολύ καιρό οπότε φυτρώνουνε μανιτάρια. Δηλαδή στην αρχή, μετά τον πρώτο μήνα, υπάρχουν μόνο κάτι αδιάφοροι μύκητες αλλά άμα τ’ αφήσεις για πολύ πολύ καιρό άπλυτα τότε αρχίζουν και φυτρώνουν κάτι περίεργα φυτά που υποθέτω πως δεν είν’ άλλα απ’ τα περίφημα μανιτάρια και θυμίζουν νούφαρα έτσι που επιπλέουν επάνω στην μαύρη επιφάνεια που πια δεν φαίνεται του χαλασμένου καφέ. Σκατά, ψιθύρισε ο ήρωας μας. Πέταξε τα πιο πρόσφατα αποτσίγαρα στην σακούλα, την έδεσε σφιχτά και πήρε δύσκολα την απόφαση να κατεβεί να πετάξει τα σκουπίδια. Κι ο γαμημένος ανελκυστήρας χαλασμένος και πάλι να κατεβαίνει οχτώ ορόφους μες τον καύσωνα τις σκάλες ιδρώνοντας. Πέταξε τα σκουπίδια και ξεκίνησε μια βόλτα στο τετράγωνο επανδρωμένος κατάλληλα: βερμούδα, σαγιονάρα, φανελάκι αμάνικο στο χέρι τσιγάρο βαρύ Gauloises. Στο πεζοδρόμιο άδειο και μόνο οι κουράδες των σκύλων σκάγαν από τη ζέστη κι ανοίγαν σαν ηφαιστειακοί κρατήρες στην άσφαλτο. Γύρω γύρω στα γνώριμα μέρη: Carrefour, Mac Donalds, στο κινέζο που πουλούσε κινέζικα, στο λιβανέζο που πουλούσε τα λιβανέζικα, στο γωνιακό tabac για το τσιγάρο το επιούσιον, στο presse στάση υποχρεωτική όσο να κάνεις το τσιγάρο να χαζέψεις τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, καμιά τσόντα με καμιά επίχρυση γκόμενα με βυζιά πλαστικά κι άντε πάλι το δρόμο αργά κουρασμένος πια, στο γέρμα της μέρας, τον μακρύ της επιστροφής. Εκεί τότε λίγο έξω απ’ το σπίτι τον κυρίεψε μια αγωνία θανάσιμη. Ύψωσε το βλέμμα ψηλά αριστερά δεξιά αναζητώντας με τρόμο όχι λίγο ουρανό μα τον πύργο, στέρεο σύμβολο σταθερό ευημερίας κι ασφάλειας. Δεν φαινότανε πουθενά. Ανεβαίνοντας τις σκάλες ιδρώνοντας, αγκομαχώντας και βρίζοντας. Λες να ‘πεσε ο μαλάκας ο πύργος; ψιθύρισε. Η αριστερή σαγιονάρα γλίστρησε και κατρακύλησε ιδρωμένη τις σκάλες.