Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικροκείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικροκείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Απριλίου 2009

Ο Άγγελος του παράξενου


Ο Άγγελος του Παράξενου


Εισαγωγή


Let the Priests of the Raven of dawn, no longer in deadly black, with hoarse note curse the sons of joy. Nor his accepted brethren, whom, tyrant, he calls free, lay the bound or build the roof. Nor pale religious lechery call that virginity that wishes but acts not!

For every thing that lives is Holy.

William Blake, The Marriage of Heaven and Hell



Στην ιστορία του ευρωπαϊκού πολιτισμού υπήρξαν τρεις ιστορικές περίοδοι που με την διανοητική τους εργασία και την πνευματική τους παραγωγή αλλάξαν ριζικά τον τρόπο θέασης του κόσμου και του ανθρώπου εντός του κόσμου αυτού (τουλάχιστον του ευρωπαϊκού κόσμου). Το χαρακτηριστικό των περιόδων αυτών είναι ότι είναι παραγωγικές. Οι περίοδοι αυτοί είναι βεβαίως αρκετά γνωστοί. Πρόκειται για τον ‘μεγάλο’ 5ο προχριστιανικό αιώνα στην αρχαία Αθήνα (510 – 359 π.Χ.), για τον ‘μεγάλο’ 4ο χριστιανικό αιώνα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (312/313 – 476), τον ‘μεγάλο’ 14ο αιώνα της Ιταλικής Αναγέννησης, και, τέλος, τον ‘εκτενή’, κατά την έκφραση του E.J. Hobsbawm, 19ο ευρωπαϊκό αιώνα (1789 – 1914). Το χαρακτηριστικό όλων ανεξαιρέτως των περιόδων που ακολουθούν τέτοιους είδους πολιτισμικές εξάρσεις, ανεξαρτήτως της διάρκειας τους μέσα στον χρόνο, είναι ότι είναι αναλυτικές. Μετά την εποχή της κλασικής φιλοσοφίας/τέχνης ακολουθεί πάντα μια εποχή αλεξανδρινής φιλολογίας, τη θέση του καλλιτέχνη αναλαμβάνει ο θεωρητικός, του στοχαστή ο βιβλιοθηκάριος. Αν θα έπρεπε να μεταφράσω σε νιτσεϊκούς όρους τους παραπάνω όρους, θα έλεγα μάλλον πως οι παραγωγικές εποχές ταυτίζονται με τις περιόδους εκείνες όπου το επικρατών στοιχείο στην ανθρώπινη δραστηριότητα καθίσταται το διονυσιακό, ενώ αντίστροφα κατά τη διάρκεια των αναλυτικών εποχών υπερτερεί το στοιχείο εκείνο, που φέρει ταυτόχρονα και την ευθύνη της διάλυσης του διονυσιακού, που εύγλωττα ο Nietzsche βάπτισε ως σωκρατισμό.

Όσο περισσότερο πίσω προχωρούμε μέσα στον χρόνο διαπιστώνουμε ότι γίνεται ολοένα και δυσκολότερο να διακρίνουμε και να συλλάβουμε εναργώς όλα τα χαρακτηριστικά που χαρακτηρίζουν τέτοιου είδους εποχές. Αν όμως σταθούμε στον πλέον πρόσφατο, από την δική μας ιστορική αφετηρία, 19ο αιώνα θα έχουμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε πως τέτοιες παραγωγικές εποχές κάθε άλλο παρά μονοκόμματες ή μονοδιάστατες είναι. Εκτός από παραγωγικές οι εποχές αυτές είναι ταυτόχρονα και πρωτεϊκές, εποχές μεταβλητές, υπό διαμόρφωση, κάθε άλλο δηλαδή παρά από σταθερότητα χαρακτηρίζονται. Περισσότερο από μια ευδιάκριτη επικράτηση του διονυσιακού στοιχείου (ή της ιδανικής εκείνης ισορροπίας μεταξύ απολλώνιου και διονυσιακού που επισφραγίζει τα μεγαλύτερα έργα τέχνης), παρατηρούμε μια λυσσαλέα πάλη μεταξύ του καθεστηκώτος πάντα σωκρατισμού εναντίον του εξεγερτικού διονυσιακού. Και ίσως ίσως η μοναδική ιδιαιτερότητα τέτοιου είδους εποχών να πηγάζει ακριβώς από την λυσσαλέα διαμάχη που δίνουν αναμεταξύ τους για επικράτηση οι διονυσιακές δυνάμεις του ανθρώπου ενάντια στα σωκρατικά χαλινάρια του. Οι εποχές αυτές κατά συνέπεια δεν μπορούν παρά να χαρακτηρίζονται συνολικά από μια διχοτομούσα αντίφαση. Ο «θεωρητικός» άνθρωπος πλάι στον άγριο, ο Diderot πλάι στον De Sade. Την ίδια εποχή όπου γεννιέται ο Διαφωτισμός γεννιέται και ο συμμετρικός αντίποδας του ο Ρομαντισμός. Πλάι σε έναν Comte κάνει την εμφάνιση του ένας Nietzsche. Και το γεγονός ότι το διονυσιακό στοιχείο είναι εξεγερτικό ενώ το σωκρατικό καθεστηκώς, επεξηγεί ιδανικά γιατί πάντα τέτοιου είδους περίοδοι λήγουν με την ‘ήττα’ του διονυσιακού και μιαν εκ νέου, ακόμη ισχυρότερη από πριν, επαναθέσμιση, με τρόπο διαφορετικό, του σωκρατισμού. Όλες οι παραγωγικές εποχές έχουν κάτι το προμηθεϊκό, μια τιτάνια εξέγερση χάριν της ανθρωπότητας που η μοίρα της είναι να σταυρωθεί επάνω σε κάποιον βράχο του Καυκάσου… Και δυστυχώς για μας σήμερα, ενάμισι σχεδόν αιώνα μετά την Γέννηση της Τραγωδίας, είναι αδύνατον πια να άδουμε, μαζί με τον Nietzsche, το υπέροχο τραγούδι του τέλους του σωκρατικού ανθρώπου, τέλους που κι ο ίδιος ο Nietzsche άλλωστε διατύπωνε περισσότερο ως απαίτηση παρά ως διαπίστωση…

Το διονυσιακό επιφέρει σχεδόν νομοτελειακά μαζί του την άρνηση του υπάρχοντος· την άρνηση της φαινομενικότητας της ενθάδικης ύπαρξης ως αποκλειστικής πραγματικότητας. Έτσι πλάι στον Διαφωτισμό που με την οπτιμιστική ματιά του και την αφελή, προσηνή του πίστη στην πρόοδο θα γίνει, και μάλιστα σε ένα βαθμό συνειδητά, το διανοητικό δεκανίκι του ανερχόμενου αστικοκαπιταλιστικού οικονομικού συστήματος (του Διαφωτισμού εκείνου που οι σύγχρονοι απόγονοι του βρίσκονται σήμερα να διδάσκουνε στις απανταχού καθηγητικές έδρες των Πανεπιστημίων) θα ανδρωθεί με τρομερή βιαιότητα το Sturm und Drang και ο γερμανικός Ρομαντισμός που θα επιδιώξει ακριβώς να αρνηθεί την φαινομενικότητα ενός τρόπου πραγματικότητας που παρουσιάζεται ως η αποκλειστικά πραγματική. Μια άρνηση που θα εκφραστεί κυρίως καλλιτεχνικά (αλλά σε πολλές περιπτώσεις και φιλοσοφικά), και που περνώντας από όλα τα διάμεσα στάδια, θα περάσει από εκείνο της μη-συνειδητότητας (Ρομαντισμός) αρχικά σε αυτό της συνειδητότητας (Μοντερνισμός) τελικά.

Την διάσταση αυτή της de facto αποδοχής και της εκ διαμέτρου αντίθετης θεμελιακής άρνησης της ‘πραγματικότητας’ ως τέτοιας στην νεότερη εποχή δεν την εκφράζει κανένα άλλο είδος καλύτερα, σε ότι αφορά τουλάχιστον τα νεότερα ιστορικά λογοτεχνικά είδη, από την λογοτεχνία του φανταστικού (είτε αυτή ενσαρκώνεται κυρίως μέσα από το Gothic κατά τον 18ο – 19ο αι. είτε μέσα από το Horror και το Cyberpunk σήμερα). Το γεγονός ότι πολλές φορές οι κυριότεροι εκπρόσωποι και πρωτεργάτες της κατά τον 19ο αι. υπήρξαν και ηγετικές φυσιογνωμίες του Ρομαντισμού (Poe, Blake, Coleridge, Gautier, Novalis) κάθε άλλο παρά τυχαίο μπορεί να χαρακτηριστεί. Το κοινό νήμα που συνενώνει τις δύο απώτατες άκριες της λογοτεχνίας του φανταστικού (τόσο στην πρώιμη Gothic εκδοχή της όσο και στην νεότατη Cyberpunk εκδοχή της) είναι η ‘πίστη’, σε πείσμα ενός ολοκληρωτικού και ισοπεδωτικού ρασιοναλισμού, ότι η ‘πραγματικότητα’ δεν είναι αυτή που φαίνεται και ότι το υποκείμενο εντός της δεν μπορεί κατ’ ανάγκη να την συλλάβει, να την κατανοήσει και να την επεξηγήσει ορθολογικά. Η βασική διαφορά τους, αντίθετα, είναι αυτή η πίστη στο ‘ιερό’, στην φρικώδη υπερβατικότητα, που χαρακτηρίζει το Gothic και η οποία απουσιάζει ολοσχερώς από το Cyberpunk (όσο και από το σύγχρονο Horror, ως μετεξέλιξη του Gothic), το οποίο μπολιασμένο με τα διδάγματα του μοναδικού αυθεντικού λογοτεχνικού είδους του 20ου αι., το Noir, χαρακτηρίζεται από τον απόλυτο κυνισμό και τον μηδενισμό. Στο Gothic το λογοτεχνικό υποκείμενο αναγκάζεται να δει πίσω από τα πέπλα της ‘πραγματικότητας’ την συσκοτισμένη ύπαρξη ενός άλλου, παράλληλου κόσμου, ο οποίος το υπερβαίνει και τον οποίο αδυνατεί να κατανοήσει και που γι αυτόν ακριβώς το λόγο φοβάται. Αντίθετα, στο Cyberpunk το λογοτεχνικό υποκείμενο έχοντας βιώσει ‘το πρόωρο τέλος των ψευδαισθήσεων’ της μετά-μεταμοντέρνας νεωτερικότητας είναι υποχρεωμένο να απορρίψει την ‘πραγματικότητα’ ακριβώς επειδή αυτή εκλαμβάνεται ως ‘φαινομενική’, ως ‘σχετική’, μόνο που στη θέση της δεν έχει πλέον τίποτ’ άλλο να βάλει. Το λογοτεχνικό υποκείμενο στο Cyberpunk δεν έχει καν την ‘πολυτέλεια’ καταφυγής σε έναν άλλο, έστω και φρικτό και τρομακτικό κόσμο. Αρνείται την ‘πραγματικότητα’ ενστικτωδώς αλλά πλέον αδυνατεί να της ξεφύγει έστω και για να πορευτεί αυτοκαταστροφικά και με τραγική μεγαλοπρέπεια προς το χαμό του όπως ένας Victor Frankenstein ή ένας Herbert West.

Όσον αφορά τώρα το ίδιο το Gothic ως είδος, το στοιχείο εκείνο που προκαλεί κατάπληξη είναι η εξ αρχής στοχευμένη, αν και σε πολλές περιπτώσεις ίσως ασυνείδητη, αντίθεση όλων των εκπροσώπων του εναντίον του ‘σωκρατικού’ κεκτημένου του Διαφωτισμού. Σε αυτή την πρώιμη φάση του ύστερου 18ου αι. και του πρώιμου 19ου αι., όπου το Gothic δεν έχει εμφανώς αυτονομηθεί από τον Ρομαντισμό, αλλά αντίθετα συμπλέκεται μαζί του, μπορούμε να διακρίνουμε στην καλλιτεχνική πράξη των περισσότερων εκπροσώπων του μερικές πολύ συγκεκριμένες πτυχές αντίδρασης. Αντίδρασης πρώτα απ’ όλα εναντίον ενός ολοκληρωτικού ρασιοναλισμού, αλλά κι ακόμα αντίδραση εναντίον του κρατικού αυταρχισμού, της ‘επίσημης’ λογικής, τον διδακτισμό, τον ωφελιμισμό και τον οπτιμισμό των Διαφωτιστών, την πρόταξη του αποσπασματικού και ανολοκλήρωτου εναντίον του κλασικιστικού ολοκληρωμένου, ομοιόμορφου κι αυτοτελούς[1]. Ανέφερα παραπάνω δύο ήρωες που σηματοδοτούν ίσως την αρχή και το τέλος της εξέλιξης της αντίδρασης αυτής, τον Frankenstein και τον West. Δεν είναι προφανώς τυχαίο ότι πολλοί λογοτέχνες επιλέγουν ως ήρωα έναν φυσικό επιστήμονα (φυσικό, χημικό, γιατρό) ή έναν άνθρωπο πλήρως γαλουχημένο από το πνεύμα του Διαφωτισμού, και ο οποίος ενώ στην αρχή ξεκινάει χλευάζοντας το οτιδήποτε δεν μπορεί να ερμηνευθεί φυσικά-ορθολογικά, απορρίπτοντας το ως καθαρή δεισιδαιμονία, καταλήγει στο τέλος να καταστρέφεται από την βίαιη ενόρμηση του υπερβατικού, για το οποίο εν μέρει ο ίδιος και εν αγνοία του άνοιξε τις πύλες προκειμένου να εισέλθει, στη ζωή του (ο Frankenstein της Shelley, ο ήρωας του MS found in a bottle του Poe, ο Herbert West του Lovecraft). Άλλοι συγγραφείς επιλέγουν μια διαφορετική τακτική προκειμένου να επιτεθούν στο Διαφωτισμό. Έτσι, ο Beckford στο Vathek φαίνεται συνειδητά να υποσκάπτει το discours του Διαφωτισμού. Ενώ αρχικά, λοιπόν, η νουβέλα δίνει την εντύπωση πως δεν πρόκειται για τίποτα άλλο παρά ένα επίδοξο pastiche του Χίλιες και Μια Νύχτες και του Contes Philosophiques του Voltaire, γρήγορα μεταλλάσσεται σε ένα ‘σκοτεινό’, βυρωνικό έργο, που τίποτα δεν διατηρεί από την πρότερη ‘φωτεινή’ βολτερική του υφή και απλοϊκότητα[2]. Εδώ, λοιπόν, χρησιμοποιείται συνειδητά ως πρότυπο του πρώτου μέρους του έργου ένας ‘εστεμμένος’ διαφωτιστής συγγραφέας απλά και μόνο για να αναιρεθεί διαβρωτικά η σκέψη του στη συνέχεια μέσω της ipso facto κατάρριψης της κοσμολογίας του.

Αν όμως ο συγγραφέας δεν μπορεί να βιώσει αλλιώς την πραγματικότητα παρά μόνο αρνούμενος την και επιλέγοντας, ως εκ τούτου, ως συγγραφική τακτική την άρνηση του υπάρχοντος ως τέτοιου, στον ήρωα δεν απομένει τελικά παρά μονάχα ο τρόμος. «There may be a devilish Indian behind every tree», μονολογεί ο ήρωας του Hawthorne στο Young Goodman Brown. Διότι ο τρόμος έχει τις καταβολές του πάντα στο άγνωστο. Και εκεί ακριβώς είναι που συγκλίνουν τα δύο ξεχωριστά νήματα, γεννώντας έτσι την λογοτεχνία του φανταστικού, όταν το υποσυνείδητο ανικανοποίητο του ιστορικού συγγραφέας συναντά τον ιστορικό τρόμο του φανταστικού λογοτεχνικού υποκειμένου. Όταν ένας συγγραφέας καταφεύγει, συνειδητά ή ασυνείδητα, μικρή σημασία έχει, στο ‘άγνωστο’ για να ερμηνεύσει αυτό που βιώνει στην ‘πραγματικότητα’ του ως γνωστικό ακατανόητο, ως αποσπασματικό, κατακερματισμένο και χασμώδες, και το οποίο το απορρίπτει ακριβώς ως τέτοιο, βρίσκοντας διέξοδο σε έναν παράλληλο, υπερβατικό και φανταστικό κόσμο, τις συνέπειες των επιλογών του τις γεύονται αναπότρεπτα οι ήρωες του. Και αυτό που γεύονται δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο τυφλός τρόμος. Έναν τρόμο τυφλό που εκπορεύεται και από το εγγενές δέος του ανθρώπου μπροστά στον δραματικό διχασμό της ανθρώπινης φύσης, καταδικασμένης να κινείται από τα φωτεινότερα μονοπάτια στις σκοτεινότερες αβύσσους, από τις αγνότερες προθέσεις στα πιο ανεξέλεγκτα πάθη, από την γαλήνη του στοχασμού στην τρικυμία του πάθους, καταδικασμένης να παρατηρεί σιωπηλή και ανίκανη την απελπισμένη μονομαχία, το διηνεκές πέρασμα από τον Ariel στον Caliban και τανάπαλιν. Έναν τρόμο τυφλό που φωλιάζει μέσα στα ερείπια μεσαιωνικών κάστρων, σε πανοπλίες, σε ήχους παράδοξους σαν τρίξιμο αλυσίδων μέσα στη σιγαλιά της νύχτας, σε πανώριες αλλά κι επικίνδυνες γυναικείες νυχτερινές φιγούρες που περιφέρονται αθόρυβα μέσα στα λευκά νυχτικά τους σε αραχνιασμένα δωμάτια, στις σκιές που γεννά το σεληνόφως και οι οποίες δραπετεύουν από τις ίδιες ακριβώς εκείνες αραχνιασμένες κάμαρες για να χαθούν για πάντα στο σκοτάδι, σε πλοία φαντάσματα, σε πηγάδια στοιχειωμένα, στις αχανείς άγνωστες εκτάσεις του Νέου Κόσμου, με τη δική τους μυθολογία και τη δική τους αυθυπόσταση, σε αποτρόπαια πειράματα και σε φαουστικά homunculi, σε Golem και σε Περιπλανώμενους Ιουδαίους

Αυτή η τόσο γνωστή και εν μέρει στερεοτυπική και καταφανώς γκροτέσκα «σκηνοθεσία του τρόμου», όπως αυτή εκτίθεται στο Gothic, δεν είναι βέβαια εξολοκλήρου επινόηση του 18ου και του 19ου αι. Συνδέει, αντίθετα, ως ρεύμα υπόγειο, τα πιο απομακρυσμένα χρονικά και διαφορετικά μεταξύ τους λογοτεχνικά είδη, από το ελληνιστικό/ρωμαϊκό μυθιστόρημα για να περάσει από κει στους μεσαιωνικούς Βίους Αγίων κι από κει στο Ελισαβετιανό δράμα, τον Shakespeare και τον Marlowe, έχοντας περάσει ήδη προηγουμένως απ’ τον Chaucer και για να καταλήξει κάποτε στον Milton. Η μόνη διαφορά είναι πως τώρα πια ο τρόμος και το υπερβατικό στοιχείο γίνονται οργανικό στοιχείο του Ωραίου[3], και συνεπώς ως αναπόσπαστο τμήμα μιας συλλογικής Αισθητικής εκφράζουν συλλογικά και συμμετέχουν στην μεταβολή και μιας Ηθικής αιώνων. Κανένας λογοτέχνης μέχρι τον 18ο αι. δεν απέδωσε στον τρόμο χαρακτήρα Ωραίου. Αντίθετα, ο τρόμος και το υπερβατικό στοιχείο, ο Φόβος, το Κακό, υπήρχαν, ήταν πολύ ζωντανά για να γίνουν αντικείμενο της Αισθητικής, και ακριβώς γι αυτόν το λόγο χρησιμοποιούνταν ως ο αντίποδας, ως το σκοτεινό και το απαγορευμένο. Ο καλλιτέχνης δεν τα επικαλούνταν απλά και μόνο για να «λυτρώσει το βλέμμα από τη φρίκη της νύχτας», για να ξορκίσει το Κακό, ν’ απολυτρώσει απ’ το Φόβο, αλλά τα αξιοποιούσε ακριβώς εξαιτίας της λειτουργικά χρηστικής τους αξίας ως αναπόσπαστα συστατικά του εξορκισμού. Μόνο όταν έπαψαν να υπάρχουν, μόνο όταν πέθαναν και εξορκίστηκαν ως συστατικά στοιχεία του συλλογικού ασυνείδητου μπόρεσαν να καταστούν στοιχεία αισθητικά, και τα οποία πλέον επικαλούνταν ακριβώς για τη δημιουργία αισθητικού αποτελέσματος. Ένα μυθιστόρημα σαν το Δράκουλα, μια ταινία σαν τον Εξορκιστή, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι θα μπορούσε να υπάρχει το Μεσαίωνα cinéma, δεν θα μπορούσαν επ’ ουδενί λόγω να έχουν υλοποιηθεί το Μεσαίωνα. Τα Άνθη του Κακού δεν θα μπορούσαν να έχουν λατρευτεί. Μόνο όταν ο Θεός κι ο μη-Θεός, τ’ ανάποδο του, πέθαναν μπόρεσε να δημιουργηθεί ο απαραίτητος εκείνος ζωτικός χώρος για την αισθητική, δηλαδή ηθικά νεκρή, εκμετάλλευση τους. Ο σύγχρονος αναγνώστης δεν καλείται κατ’ επέκτασιν να αναμετρηθεί με τον τρόμο, να τον νικήσει προκειμένου να μπορέσει να ζήσει απολυτρωμένος από «τους σπασμούς των αναδεύσεων της θέλησης με το σωτήριο βάλσαμο της ψευδαίσθησης». Δεν τον εγκολπώνει προκειμένου να τον αναιρέσει. Αντίθετα, τον αναζητά χάριν της ιδίας του τέρψης (τέρψης εν πολλοίς ασυνείδητης που προκαλείται από την στιγμιαία αφύπνιση εντός του των επιβιωσάντων εκείνων σπαραγμάτων μιας θέασης ενός κόσμου οριστικά παρελθόντος), προκειμένου να ξεφύγει από την ανία, διαρκώς γιγαντούμενη, της αφόρητα επίπεδης παροντικής ζωής του σ’ έναν κόσμο άλλον, εντελώς διαφορετικό, μυστηριακό και πλέον οριστικά χαμένο…

« L’art touche-t-il à sa fin ? La poésie périt-elle pour s’être regardée en face, de même que celui qui a vu Dieu meurt ? », αναρωτιέται ο Maurice Blanchot στο Le livre à venir. Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι σχετική. Εξαρτάται από το τι τέχνη θέλουμε, τι λογοτεχνία ζητάμε… και ούτε καν, καθώς το ερώτημα δεν τίθεται σωστά… σε καμιά άλλη εποχή η τέχνη δεν ήταν τόσο ξεκομμένη από την καθημερινή ζωή, σε καμιά άλλη εποχή δεν υπήρχε η τέχνη για την τέχνη, σε καμιά άλλη εποχή δεν υπήρχε αυτονομημένη Αισθητική – με ή χωρίς Α κεφαλαίο… κι όμως σήμερα μετά την ολοκληρωτική παγίωση του θεωρητικού ανθρώπου ως κυρίαρχου ανθρωπολογικού μοντέλου, και μετά τα πρώτα πανηγυρίσματα για την ‘αυτονόμηση’ της τέχνης, γρήγορα φάνηκε το προϊόν τέλμα στις πραγματικές, αποθαρρυντικές του διαστάσεις… διότι όταν η τέχνη καθίσταται ένα απλό διατροφικό συμπλήρωμα μιας φτωχής σε θρεπτικές ουσίες χορτοφαγικής ζωής, τότε και η ζωή δεν μπορεί παρά να αποκαλύπτει τη δραματική αδυναμία της, την πιέζουσα ελλειμματικότητα της. Όταν η ζωή, στερούμενη βιώματος, καθίσταται άπορη ηδονοβλεψία, τότε κι η τέχνη δεν μπορεί παρά να γίνει εξ ανάγκης ηδονοβλεπτική. Η τέχνη είναι επικοινωνία και ως εκ τούτου καλλιτέχνης και κοινωνία δεν μπορεί παρά να βρίσκονται σε μόνιμη διάδραση. Ο διαβόητος μπωντλερικός hypocrite lecteur δεν μπορεί παρά να είν’ αδερφός και όμοιος του συγγραφέα καθόσον δεν νοείται τέχνη αποκομμένη από την κοινωνία. Τα τελευταία 50 χρόνια κατά καιρούς ακούμε καλλιτέχνες ή ‘θεωρητικούς’ να μεμψιμοιρούν για το «θάνατο της τέχνης» την στιγμή εκείνη που θα έπρεπε να πενθούν για το θάνατο της ίδιας της ζωής. Ας σκοτώσουμε μέσα μας τον θεωρητικό άνθρωπο! Αυτό το σκυφτό, ραχιτικό καμπουριασμένο πλάσμα το τόσο στερημένο από χαρά κι από ζωή, ας επανασυνδεθούμε με τις μυστικές, λησμονημένες πηγές της ζωής, ας καταστήσουμε την τέχνη οργανικό μέρος της ζωικής μας καθημερινότητας με τον ίδιο τρόπο που τρώμε, αφοδεύουμε, αναπνέουμε, κάνουμε έρωτα και πεθαίνουμε και τότε ίσως και να δούμε ξανά την ζωή που θέλουμε να βλασταίνει και να μας υπαγορεύει μόνη της μια τέχνη ζωντανή, δυναμική, οργανικά συνδεδεμένη με το ανθρώπινο σύνολο και τις φαινομενικότητες του… ας επιχειρήσουμε να μετατρέψουμε σε όνειρο τη ζωή και τη ζωή σε όνειρο… ας μην αρκεστούμε να θρηνούμε για τη ζωή που δεν ζήσαμε και την τέχνη που δεν κατορθώσαμε… ας συρράψουμε συλλέγοντας μέλη από κοιμητήρια σκοτεινά ακοίμητοι τις νύχτες έναν καινούργιο Φρανκενστάιν, μία καινούργια ζωτική Μυθολογία, κι αφού φυσήξουμε μία πνοή στα χείλη της καινούργια ας την αφήσουμε να μας καθοδηγήσει, να μας πάρει στους τερατώδεις ώμους της και να πορευτούμε έτσι μαζί της βαθιά μες τα διαστήματα της Νύχτας… και ίσως τότε να δούμε κάπου στο βάθος να ξημερώνει μια νεότητα νέα… κοριτσάκια κι αγοράκια ολόγυμνα και ανθηφόρα, παίζοντας, χορεύοντας και τραγουδώντας, ορθάνοιχτες να μας τείνουν τις αγκάλες τους γελώντας…



Ζ. Δ. Αϊναλής


***


Αναδημοσίευση από το περιοδικό Βακχικόν, τ. 5 (Μάρτιος – Μάιος 2009)

http://www.vakxikon.gr/content/view/223/1/lang,el/



[1] Πρβλ. M. BAKHTINE, L’œuvre de François Rabelais et la culture populaire au Moyen Âge et sous la Renaissance, Paris, 1970, σ. 46.

[2] Πρβλ. Mario Praz, « Introductory Essay », Three Gothic Novels, Middlesex, England, 1968, σ. 20-24.

[3] Πρβλ. Mario Praz, « Introductory Essay », Three Gothic Novels, Middlesex, England, 1968, σ. 8-10.


Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2008

Η κρίση της κρίσης (γιατί συνεχίζεται...)

ΚΑΠΟΙΕΣ ΠΑΝΤΕΛΩΣ ΑΝΕΥΘΥΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΚΡΑΧ


Το ωραίο με την χρηματιστηριακή κρίση που διανύουμε, το λεγόμενο Κραχ – τι όμορφη λέξη ! –, είναι πως αυτό, μολονότι πρόκειται για ένα φαινόμενο κατ’ εξοχήν εικονικό για τον απλό άνθρωπο, λαμβάνει χώρα σε πραγματικό χρόνο (real time) μέσα στις ζωές μας. Μέσα για μέσα. Όπως και όλα τα υπόλοιπα θα μου πεις, τα της εικόνας, του θεάματος, και της πληροφορίας... Όμως εδώ μας την πέφτουν κανονικά. Κάθε ώρα και στιγμή. 24/7. Εξού και η απόλαυση ενός ερασιτέχνη και αμύητου παρατηρητή σαν εμένα.

Το πρωί που πάω στην δουλειά κι ανοίγω τον υπολογιστή έχουν μόλις ανοίξει οι συνεδριάσεις (sic) των ευρωπαϊκών χρηματιστηρίων. DAX, CAC 40, Footsie, Tootsie, και δεν συμμαζεύεται. Και πέφτουν. Πολύ. Οδυρμός. Και πέφτουν όλη τη μέρα. Και πού και πού πέφτουν κι από τα παράθυρα κάτι τύποι με παπιγιόν και τιράντες. Ύστερα προς το απογεματάκι, την ώρα που ξημερώνει ο ήλιος και για τους Αμερικάνους, ανοίγει και η Wall Street. Το τελευταίο προπύργιο του υπαρκτού καπιταλισμού όπως λέει και ο Νταν Ακρόιντ στον ρόλο του Louis Winthorpe III, στο Πολυθρόνα για Δύο (1983). Και πέφτει κι αυτή. Πολύ. Και πέφτει και ο Nasdaq. Ο Nasdaq ! Κλαίνε τα δέντρα, κλαίνε τα βουνά, κλαίει κι η Αγιά Σοφιά, το μέγα μοναστήρι ! Κι όταν επιστρέφω στο σπίτι το βράδυ, η κρίση συνεχίζεται. Καααύλα. Στις ειδήσεις και το ίντερνετ, μας λένε ότι μόλις έκλεισε η Νέα Υόρκη. Με πτώση, φυσικά. Και εκεί λες, τι κρίμα που δεν φτιάξανε κι ένα χρηματιστήριο στην Δυτική Ακτή των ΗΠΑ, στο Λος Άντελες ας πούμε, ή στο Σακραμέντο... Τώρα τέτοια ώρα θα άνοιγε... Όμως υπομονή. Υπάρχει κι ένας καλός θεούλης για τους πάσχοντες από νευρική αϋπνία και λοιπά νυχτερινά υπαρξιακά τριπ. Υπάρχει η Άπω Ανατολή, με τα δικά της χρηματιστήρια ! Ναί ! Οι σχιστομάτηδες golden boys φοράνε τους χάρινους γιακάδες τους περιμένοντας κι αυτοί να τους σκίσει τον κώλο το Κραχ. Σαγκάη, Χονγκ Κονγκ, Hang Seng, Nikkei, gangbang με τον Νικ Κέιβ, και τα τοιαύτα. Και πέέέφτουν κι αυτοί. Και κλάάάμα. Και να σου πάλι οι τίτλοι : Ελεύθερη Πτώση, Κατάρευση, Πανικός, Πανζουρλισμός... Και λές, μα πραγματικά, ποιοί είναι όλοι αυτοί οι τύποι ; Υπάρχουν στ’ αλήθεια αυτοί οι καλικάτζαροι που κάθονται ο καθένας μπροστά σε εννιά ανοιχτές οθόνες με καλπάζοντα δεδομένα, ενόσω εγώ τους βλέπω μέσα από την δική μου, στις τρεις η ώρα το πρωί τρώγοντας τσιπς ; Ή μήπως έχω πια αλλοτριωθεί σε τέτοιο βαθμό που, ακόμη και αυτήν την ώρα του παραληρήματος, δεν μπορώ καν να φαντασιωθώ μία Αποκάλυψη έτσι όπως εγώ την επιθυμώ, κι όχι όπως την σκέφτηκε ένας μισθωμένος και μέτριος σκηνοθέτης της σειράς, για να τροφοδοτήσει, τόσο κομφορμιστικά, τα μικροαστικά πολιτισμικά άγχη του μέσου τηλεθεατή...


Μάκης Μαλαφέκας


Παρίσι, Παρασκευή 10 Οκτώβρη 2008

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2008

Δύο κείμενα του Γιώργου Τζίσσους απ' τη Βαβυλωνία

Πρωτοπορία ή ....

Γράμμα σε άσπονδους φίλους κι δεδηλωμένους εχθρούς

Dear Nikos

Μπορεί να μην σε νoιάζουν αυτά που θα πω αλλά εγώ θα τα πω. Κάθε φορά που πάω να γράψω για την πρωτοπορία ένας κόμπος στο λαιμό μου , θα πω κάτι καινούργιο, θα είμαι αντάξιος των προθέσεων μου . Μήπως βαρέθηκαν την ρητορεία μου για το καινούργιο ; Τι να πω και τι να κάνω... και μετά... πάλι προσωπικές σκέψεις, αισθήματα αγωνίες φοβίες στο χαρτί. Συγχυσμένος κι αντιφατικός. Τι τα θέλουμε μωρέ και δεν τα παρατάμε. Αφού κανείς δεν πιστεύει. Έτσι κι αλλιώς ούτε ασχολούνται ούτε έχουν όρεξη να ασχοληθούν. Χέστα. Λεφτά δεν έχουμε αλλά αυτό δεν αποτελούσε πρόβλημα. Έτσι δεν είναι ; Είμαι σίγουρος σου λέω εσείς τα λεφτά κι εμείς... ξέρεις τώρα ... και σου κλείνω και τα δυο μάτια. Να δούμε με τα δυο μάτια μας κλειστά που θα πάμε. Εντάξει το λύσαμε αυτό κι ας είμαστε τυφλοί ( και φίλοι ). Πάμε παρακάτω. Παρακάτω σκαλώνουμε όμως ρε συ. Τελειώνει ο δρόμος. Κάπου εκεί. Κενό. Κάποιοι δίπλα μας και κάποιοι άλλοι μπροστά μας. Ναι, Νίκο μου. Μπροστά μας ; Ναι ρε μπροστά μας .Αλλά τους χάσαμε κι άντε τώρα να τους φτάσουμε. Δεν είναι θέμα ταχύτητας, δρόμο δεν έχουμε. Όταν οι άλλοι μας κοίταζαν εμείς είχαμε τα μάτια κλειστά δίναμε σήματα μεταξύ μας .Κι τώρα Νίκο μου; Άσε αυτοί δεν ξέρουν. Μόνοι μας ρε.

Γαμώτο χαθήκαμε .Δεν μπορεί όμως κάτι θα μπορούμε να κάνουμε κι εμείς . Να πέφτω τόσο έξω .Το αισθάνομαι κι πάλι απ την αρχή .Πάλι απ την αρχή Νίκο μου . Να βάλουμε μυαλό γαμώτο μου ; Ε μπροστά που ρε ; Σκάσε και προχωρά μαλάκα .Όχημα οι εικόνες και φύγαμε ....

Ο Πικάσο το διαλαλούσε με διάφορους τόνους με διαφόρους τρόπους " καμβάς πινέλο κι να μαστέ κάπου .Πριν, πολύ απλά δεν μου φτάνουν αυτά που υπάρχουν στο παρόν .Δεν μπορούν να μου φτάνουν Δεν γίνεται .Το παρόν κι ο χρόνος τρέχει γαμώτο μου, δεν μπορώ να ψάχνω γιατί χάθηκα. Πρέπει να βρω ".

Να βρει λέει ο Πικάσο. Εσύ τι λες; Μαζί σου. Άντε και θα την βρούμε την άκρη ...

Με απεριόριστες ανασφάλειες


Γιώργος Τζίσσους

***

Με ή χωρίς ;

... λίγο από το πνεύμα της εποχής ....


Ένθετο εφημερίδας μόλις τριών φύλλων αναζητεί ανθρώπους των γραμμάτων κι των τεχνών και λοιπών δραστηριοτήτων για :

Μανιφέστα, πρωτοπόρες θεωρίες, άρθρα κ αφιερώματα εξαιρετικά πρωτότυπα,

μανιφέστα, πρωτοπόρες θεωρίες, άρθρα κ αφιερώματα εξαιρετικά πρωτότυπα,

μανιφέστα, πρωτοπόρες θεωρίες, άρθρα κ αφιερώματα εξαιρετικά πρωτότυπα

Είμαστε ανοιχτοί σε αλληγορικά αινίγματα κι προτάσεις . Άνθρωποι ήδη καταξιωμένοι κι αποδεχτοί θα έχουν προτεραιότητα.

Επικοινωνία : Nosotros - Γραφεία Βαβυλωνίας ( Κωδικός Πρόσβασης : Manifesta )

...και ο χρόνος κυλάει ... Πίσω μας τόσα και τόσα γεγονότα και μπροστά μας το μέλλον, που μάλλον δεν το προτιμάμε και πολύ .Μου φαίνεται ότι το παρελθόν είναι πιο πολύ τις μόδας, άγνωστοι καλλιτέχνες που έρχονται στην επιφάνεια .Ωραία . Εμείς όμως κάτι ψάχνουμε, στα τυφλά ομολογουμένως αλλά ψάχνουμε . Ο καθένας κάτι περιμένει, το τι δύσκολο ακόμα κι ο ίδιος να το αποτυπώσει .Είναι η εποχή βλέπεις η μετά-μεταμοντέρνα που κι ακόμα και το μετά-μεταμοντέρνο άδειο είναι κι ας επιμένουν κάποιοι ότι μπορούμε να βλέπουμε το εαυτό μας εκεί .Τα πάντα ρευστά, κανόνες διάτρητοι εδώ κι έναν αιώνα περίπου. Ακόμα κάποιοι ψάχνουν το επόμενο μανιφέστο, να μας ξαναενώσει σε μια καινούργια στράτευση αλλά το " τείχος " έχει γκρεμιστεί, δυστυχώς. Πάει κι αυτό τι μας μένει λοιπόν ; Ένας καινούργιος, ας πούμε, Ρεμπώ θα ήταν μια κάποια λύσις. Θα ερχόταν. Όλοι θα τον αναγνωρίζαμε . Με την μια, ο Μεσσίας... άλλωστε ο χώρος πάντα ήξερε να εκτιμάει τα παιδιά του...Θα καλοδεχόμασταν λοιπόν κι όλα μια χαρά .Θα του δίναμε και την πρωτοβουλία των κινήσεων και δια μαγείας τελείωσε το πρόβλημα . Πάλι δράση κι αγώνας με την σημαία να κυματίζει ψηλά. Μια χαρά. Έλα όμως που κάτι γίνεται και δεν περνάει από τον δρόμο μας ο γνωστός - άγνωστος μας. Και να πεις ότι από την εποχή λείπουν τα δυνατά μυαλά η τα υλικά μέσα που λέγανε κι οι καταστασιακοί. Αυτά δεν λείπουν. Μήπως δεν έρχονται από μας κι αν δεν έρχονται, εκεί που είναι τι κάνουν ;Ξαναγυρνώντας λοιπόν μήπως τελικά μας λείπουν τα μανιφέστα ;Τι να πω ! Σίγουρα όχι, λέω εγώ τώρα. Ποιον θα βάλουμε απέναντι αφού κι ο απέναντι εντάξει θα σου πει, δεν θα αντιδράσει αλλά ακόμα κι να αντιδράσει ο απέναντι, ποιος θα είναι αυτός αφού όλοι οι κύκλοι τα ίδια πάνω κάτω απεκδέχονται, οι προτιμήσεις αλλάζουν .Το καινούργιο μάλλον αλλιώς ξεπηδούσε στην ιστορία. Ο προσανατολισμός η επιθυμία κι η δράση το γεννούσε. Τότε ερχόταν κι το μανιφέστο σαν δράση βίαιη αποκρυσταλλωμένη, βάζοντας τους άλλους απέναντι. Συντεταγμένοι αυτοί συντεταγμένοι κι εμείς κι ιστορία προχωρούσε . Η ρήξη είναι τάση πρωτογενής κι στην συνέχεια γίνεται συνείδηση. Τα χαρακτηριστικά της στην αρχή άγνωστα, μόνο όταν υπάρχει, μόνο τότε την αναγνωρίζουμε .Ξεπηδάει σαν Πηγή από το βουνό με μια διεργασία « κοινωνική» που κάποιοι γίνονται εκφραστές τις. Αυτοί οι κάποιοι όμως δεν είναι μεμονωμένα άτομα αλλά σύνολα ετερογενή, συγχυσμένα αντιφατικά .Σπέρματα αμφισβήτησης, μηδενιστικά στοιχεία ,τα πρωτόλεια μιας επανάστασης . Πρωτοπορίες τις λέγαν κάποτε τότε σαν να λέμε " μια φορά κι έναν καιρό". Τώρα, μάλλον προωθημένες μειοψηφίες που δρουν χωρίς αρχή αλλά σαν τυφλοπόντικας προσανατολισμένος κάπου εκεί πέρα. Άλλοτε χάνεται άλλοτε ανακαλύπτει κι στέκεται .Όχι όμως για πολύ γιατί πέφτει πάνω ο χρόνος κι τον λεηλατεί. Περισσότερα πλέον τα ερωτήματα από τις απαντήσεις. Για καλό λέω εγώ κι ο χρόνος κυλάει με μανιφέστα ή χωρίς… κι ο χρόνος κυλάει…


Γιώργος Τζίσσους

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2007

Ελαιογραφία


A. Modigliani, Woman With Red Hair

Στη Μυρτώ

Καθόταν μόνη της στο σκοτάδι. Τα χέρια της εγκαταλειμμένα στα γόνατα. Μόλις είχε γυρίσει στο σπίτι. Ένιωθε σήμερα τόσο μόνη. Θλιμμένη, δυστυχισμένη. Ήθελε τόσο να κλάψει. Χωρίς λόγο. Να ξεχυθούνε μεμιάς όλα τ’ ανέλπιδα δάκρυα μοναξιάς που βάραιναν την καρδιά της. Πόσες νύχτες. Πόσα πρωινά που ευχήθηκε μια φωνή δίπλα εκεί στο κρεβάτι της στοργική τα χαράματα. Να την ξυπνάνε δυο μάτια ζεστά που κοιτώντας την άγρυπνα άγγελος φύλακας. Να μην ήτανε άραγε δυνατό να νιώσει ξανά το συναίσθημα αυτό; Πόσος καιρός… Πόσες μέρες άδειες είχαν κυλήσει από τότε, πως κύλησαν, πότε; Είναι άραγε τόσο δύσκολο ν’ αγαπηθεί ένας άνθρωπος; Και να ήμουν γι αυτό καταδικασμένη όλη μου τη ζωή, δίχως ν’ ακούσω μία φωνή, να κρατήσει τα χέρια μου, να μ’ αγκαλιάσει, να μου πει σ’ αγαπώ; Να περιπλανιέται μόνη στους δρόμους… δίχως έναν σκοπό… πόσο είχε ανάγκη να νιώσει ένα χέρι να κρατάει το χέρι της… να κάνει για λίγο τη μοναξιά να μη φαίνεται… τις μέρες των γιορτών ανάμεσα σε φώτα, βιτρίνες, πόσο μόνη η ευτυχία των άλλων που της ξέσκιζε την καρδιά… Έζησα τη ζωή μου ερωτευμένη και δεν βρέθηκε κανείς να μ’ ερωτευτεί. Να δει μέσα μου καθώς οι πρώτες ηλιαχτίδες που βαραίνουν τη μέρα. Να ζεστάνει με την ύπαρξη του το σκοτάδι που βαραίνει πυκνό την καρδιά μου, ν’ ακούσει τα βουβά δάκρυα μου, να κοιτάξει μέσα μου σαν σε καθρέφτη της ψυχής μου την γύμνια… Γιατί; Κι αν ό,τι αναζητώ τόσα χρόνια γυρίζοντας μες τον άνεμο δεν είν’ εφικτό; Άνθρωποι που αγάπησες πολύ, χαμόγελα, πρόσωπα… Γιατί; Γιατί; Τώρα οι αναμνήσεις φιδοσέρνονται στο κορμί μολύνοντας κάτω απ’ το δέρμα πληγή… Και κάθε σαν σήμερα με συννεφιά με βροχή η παραίτηση να σκίζει με τα νύχια τις σκέψεις μου… Το μόνο που ζήτησα στη ζωή μου, το μόνο που είχε πάντοτε νόημα ό,τι κι αν έκανα, ήταν το μόνο που δεν μπόρεσα παρ’ όλα αυτά όπου κι αν πήγα, όπου και να ταξίδεψα, ποτέ μου να βρω… να μοιραστώ αφιλόκερδα τα τεράστια αποθέματα της αγάπης μου, να μπορέσω ν’ αγαπηθώ… να μοιραστώ… να μοιραστώ… Και τώρα όταν ντύνομαι, στον καθρέφτη που μακιγιάζ… ένα κρύο η παραίτηση να μου παγώνει τα σωθικά… κι η μουσική να φτάνει στ’ αυτιά μου μελαγχολική… Και ποιος ο λόγος να επιμένεις τόσο πεισματικά, να ψάχνεις, να αναζητείς κάτι που δεν μπόρεσες ποτέ σου να βρεις… ο μόνος σου λόγος ύπαρξης… ποιος ο λόγος να ζεις; Είχε νυχτώσει ολότελα πια. Λίγο φως απ’ το δρόμο. Οι λυγμοί συντάραζαν το κορμί. Και τα χέρια πεισματικά εγκαταλειμμένα στα γόνατα. Νιώθω τόσο μόνη μου σήμερα... σε παρακαλώ, ό,τι κι αν γίνει, φοβάμαι… μην αργήσεις αγάπη μου… έλα…

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2007

Καιάδας

















Όταν γεννήθηκα με κράτησ’ ο ιερέας απ’ τη γάμπα ψαχουλεύοντας ζώο τη σάρκα μου αναμετρώντας με το μάτι του τα κιλά μου. Η μάνα μου δίπλα ένοχη σιωπή. Κι όταν με πέταξε απ’ το γκρεμό να με φαν τα τσακάλια τώρα την άκουγα να ουρλιάζει. Κι όμως δεν μιλώ για τον εαυτό μου. Στον τάφο μου δεν ήμουνα μόνος. Όπου κι αν δω αίμα στρεβλά σώματα διαμελισμένα κορμιά όρνεα οι κραυγές τους κόκαλα γλειμμέν’ από σάρκα. Και τι να το κάνω τώρα το Κράτος σας; Το Κράτος σας που χύνεται αίμα στ’ όνομα του, το Κράτος σας που πίνετε αίμα στ’ όνομα του; Τι να τα κάνω τα σκυλιά του, τους φύλακες του, τα τόσα συρματοπλέγματα του; Στην καρδιά των πιο μεγάλων μητροπόλεων κλειδωμένοι στη σκιά των φυλάκων κτιρίων τεράτων ν’ απανθρακωνόμαστε στα κρεματόρια της υποκρισίας υψηλόβαθμων καθαρμάτων. Και τώρα τι να την κάνω την πουτάνα την Ασφάλεια του Κράτους σας τι να την κάνω; Που με σέρνει στους δρόμους άλαλο την αλυσίδα τεντώνοντας που μου ‘δεσαν στ’ αρχίδια σιδηροδέσμιο έλεγχοι στις πύλες κοντρόλα περίπολοι. Να φωνάζουμε ν’ αλαλάζουμε γυμνοί σκελετωμένοι μάτια βαθιά πηγάδια δεν μας ακούτε. Τι να το κάνω το Κράτος σας και τη Βία σας; Τι να τα κάνω; Εμείς να ψοφάμε κατά χιλιάδες παγωμένοι ποντίκια ξημερώματα στα παγκάκια στις αστικές συγκοινωνίες σας στις υπόγειες σήραγγες σας πιο βαθιά ολοένα στην καρδιά των τιτάνων. Και τώρα τ’ αυτιά μας πέσανε δεν ακούμε δεν ακουγόμαστε τις κραυγές μας. Τα μάτια μας ηλίθια ατροφικά κρυφτήκαν κατεστραμμένα στις κόγχες τους να μην αντέχουν παρά το γαλάζιο τα βράδια της τηλεόρασης στα σκοτάδια. Κι όμως είμαστε εδώ μας τρέχετε στα εργοτάξια τα χαράματα κλέβοντας τις ώρες μας καταναγκαστική εργασία τις μέρες μας τα χρόνια μας τρέχοντας ασθμαίνοντας καλπάζοντας σε ασανσέρ και λεωφορεία με τα μαστίγια να σκίζουν λωρίδες τις σάρκες μας το αίμα μας να πήζει μαύρο στα νύχια σας. Κι όμως είμαστε εδώ πεθαίνουμε λίπασμα τα κορμιά μας σωρεύοντ’ ανώνυμα το ‘να πάνω στ’ άλλο υλικό για τους αρχαιολόγους τους μέλλοντος τάφοι ομαδικοί κτερίσματα οστά χάσκοντα στόματα βρέφη σε στήθη μαραγκιασμένα στεγνά απειλή. Τι να το κάνω αλήθεια το Κράτος σας;

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2007

Συνοχή

Κίτρινοι άνεμοι που ιππεύοντας το σαρκίο μου αναχωρώντας προς το ένα εσώτερο που άπληστα κατανάλωσα απορροφώντας το φως που κάθε τόσο αμήχανο παραβιάζοντας τα παράθυρα που εκτεινόταν ο χώρος που είχες και που δεν ήταν μέσα στο πιο μόνο θολό κατασκεύασμα μιας γυάλινης ύπαρξης που συσσωρευόταν τα χρόνια ανίκανα κοιτώντας το θόλο που χάνοταν έμμεσα στο τόσο που έβλεπες πότε πότε γλιστρούσε χλωμή η Μαριάνθη σα φάντασμα κι οι κουρτίνες ν’ ανατριχιάζουν ανάλαφρα με την εμφανή κύηση φουσκωμένα τα στήθια της γάλα βαριά κι η ίδια πάντα τόσο ερωτική παρ’ όλα αυτά ζήλευες τη ζωή που κινούσε τα μέλη της μέσα στα σπλάχνα της πάντοτ’ αθόρυβα μη προμηνύοντας το ένα που ήτανε να ‘ρθει γιατί για σένα όσο και να προσπαθούσες ήτανε η Μαριάνθη εκεί γυμνωμένη κάτω από μια πυρετική ανεμόσκαλα όπως σε άφησε στο λυκόφως της άνοιξης να την εξαπολύσεις γυμνή και αλώβητη μέσα στο πλημμυρισμένο φως που διαχεότανε άμωμο υγρό βαρομετρικό διεσταλμένα τα μάτια η κόρη στην ηδονή που για τόσο λίγο τρεμόπαιξ’ ανύποπτα μέσα στο φώσφορο που ανατίναζε τη κίτρινη γυάλα που σ’ έσωσε τοποθετώντας τα κόκαλα σε χρόνο ανύποπτο στο τόσο γνώριμο εκείνο κενό του αέρος που δημιουργούσε το θερμοκήπιο που ακτινοβολούσε μέσα απ’ τη θάλασσα κάτω από τα πόδια σου μαύρα τόσα σταφύλια το θέρος στο ύπαιθρο τα μάτια μου μαύρα που το οινόπνευμα κι οι αναθυμιάσεις θυμάμαι ενίοτε το χοντρό ακροβάτη που σκοτώθηκε πάνω στη στύση του που καβαλίκευε χαρωπή η χορεύτρια του φωτόδασους να ξεπροβάλλει ξαφνικά τα χαράματα που του δάσους τα κλάματα να λαμπυρίζουν στο κορμί της σταλάγματα μέσα στο αίμα πνιγμένη θυσία μυστική συνουσία ξωθιά μουσκεμένος κορμός στις φλέβες βελανιδιά ότι εγώ το κορμί τούτο που τόσο παράφορα έπαψε απλά να υπάρχει που δεν είναι που πέθανε μα έτσι απλά έπαψε ξαφνικά να υπάρχει σαν να μην υπήρξε ποτέ σαν να είχε υπάρξει από πάντα ότι το πέρασμα που εξασφάλιζε το θάνατο στη ζωή ήτανε τόσο δίπλα σου που κάποτε ξέχναγες πως υπάρχει και γλιστρούσες τόσο αυθόρμητα ανεπαίσθητα ανάμεσα στο σαράβαλο αυτοκίνητο που μετακινούσε τα χρέη του υποχρεώνοντας τους ανάπηρους να προσπερνάνε στη διάβαση που το κόκκινο φάσκιωνε την ανάσα μου που τόσο συνήθισα και που τόσο βαρέθηκα που τώρα το μπάνιο που παίρνω στη θάλασσα βύθισε το απρόοπτο που μπουρμπουλήθρες φουσκώνοντας τα βράδια τα Σάββατα παλιμπαιδισμοί και γέλια και κλάματα χοροπηδώ στα συντρίμμια σπασμένα αγάλματα η βροχή στο μυαλό μου μαγεμένα περάσματα.

Le grand écrivain,

Paris, 2/11/07