Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Greek Poetry 1977 - 1993. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Greek Poetry 1977 - 1993. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993

Georg Baselitz, Female Nude on a Kitchen Chair


Μανόλης Πρατικάκης

(1943)



Από τη συλλογή Γενεαλογία (1984)



[ Χ ]


η κάθοδος


Αριστερά μια σκάλα πέτρινη ελικοειδής που κατεβαίνει σιωπηλά σε έναν άλλο αιώνα. Οι τοίχοι του από τούβλο κόκκινο και ψήγματα φωτιάς παντού τοιχογραφίες καπνισμένες και σε πάγκους μεσαιωνικούς που η φθορά να κάθονται. Θαμώνες από διαφορετικές φυλές έμποροι στο μισόφωτο σωμάτων και ψυχοπομποί, φτωχές δούλες και γεννήματα πάνω σε χαλιά αιματωμένα που τα καθαρίζουν ευνούχοι. Σαρακηνοί γενειοφόροι μ’ ένα γέλιο μπλε που φουρτουνιάζει λες εκείνη την ακύμαντη θάλασσα. Όλοι κοιτούν στο κέντρο της Αίθουσας μια νέα γυναίκα που σαλεύει ξαπλωμένη κι αναδεύει τους ερεθισμένους χιτώνες του αμφιβληστροειδούς. Είναι δεμένη με σκοινιά κι εκείνα τα βλέμματα τη σφίγγουν πισθάγκωνα. Ξαπλωμένη πάνω σε ένα μικρό λόφο από ξύλα, μεσ’ απ’ τα βαθιά φέγγη έρχεται των οραμάτων της που οδηγήσανε στρατούς. Αλλά ωραία μ’ εκείνη την αγιάτρευτη ομορφιά που συνοφρυώνει έθνη. Μ’ εκείνα τα βάραθρα της ομορφιάς.

Σα φεγγάρι που ανατέλλει μόλις από τα κλαδιά αραιά τινάζει το σώμα της και γέρνει. Κι εκείνα τα μαλλιά μακριές ρίζες ως κάτω στο χώμα. Μοιάζει με Ιωάννα της Λωρραίνης αλλά ξάφνου φαίνεται το πρόσωπο. Σα δίδυμη αδερφή εκείνης της νέας γυναίκας της δεμένης στον πάσσαλο, δίπλα στην άλλη με την άλλη με τη λεοντή που τώρα ντύνουν ερεβώδη άμφια. Ίδιες συσπάσεις και χαρακτηριστικά ίδιες αιτίες και σκοτεινιάσματα λαών. Έχει μια θανάσιμη σαν Μάνα συγγένεια μαζί της που τώρα τη γεννάς μες στη φωτιά. Ο θάνατος της μια μικρή πυρκαγιά κι εξεγείρει. Αλλά όταν ένα φωτοβόλο πλάσμα μέσα της και το τέλος εφάνη της εκπύρσωσης αναπυδά, για ν’ απαιτήσει με το πλήρωμα του χρόνου τα προνόμια. Που ήταν ορισμένος γι’ αυτά εναλλάξ και δεμένος με έναν πλατύ όρκο.

Ένας τρόμος αρχαίος τους συνεπαίρνει και μαζεύονται καταπώς πριν απ’ τις μπόρες εκείνα τα στίφη των πουλιών. Στα γείσα της μέρας και στους φράχτες κάθονται λες γήινα κοπάδια ενστίκτων έτοιμα να χυθούν.

Με μια ξαφνική και απέραντη όσφρηση μυρίζουν το θάνατο σε απόσταση πολλών ημερών. Στρέφουν ξανά τα μάτια στο σωρό τα ξύλα όπου τώρα ένα δέντρο θροΐζει από απέραντες οικογένειες. Το δέντρο αυτό λουσμένο στο φως και πηγή ανεξάντλητη φωτός, πυρ αείζωτον απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα Εκείνος ο σφαιρικός όγκος των ξύλων από παντού ίσος με τον εαυτό του. Ένας ολοστρόγγυλος Σφαίρος που χαίρεται μέσα στην κυκλική μοναξιά. Μια ξύλινη σχεδία φαίνεται να πλέει τώρα πάνω στη μικρή λιμνούλα του Λίβερπουλ.

Το δάπεδο της Αίθουσας από πέτρινες πλάκες μισοφαγωμένες και σε μία ένας σιδερένιος κρίκος. Σηκώνει την πέτρα κι από κάτω ελικοειδής που οδηγεί μια κλίμακα σ’ ένα εκτυφλωτικό θολωτό μέρος. Αστραφτεροί αιώνες και δοξασμένοι. Επάνω στα νερά της θάλασσας νησιά κι απέναντι ωραία αλκυόνα να φτεροκοπά η Έφεσος.

Στο βάθος μια γυναίκα στέκει εκστατική μπροστά στο ανυπόμονο πλήθος, πάρεξ ούτε λέγει ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει. Σίβυλλα δε μαινομένω στόματι καθ’ Ηράκλειτον αγέλαστα και ακαλλώπιστα και αμύριστα φθεγγομένη χιλίων ετών εξικνείται τη φωνή δια τον θεόν. Ο θεός ημέρη ευφρόνη, χειμών θέρος, πόλεμος ειρήνη, κόρος λιμός. Αλλοιώνεται σαν τη φωτιά όταν αναμειχθεί με αρώματα και παίρνει όνομα ανάλογα με την ηδονή του καθενός τους.

Ήδη γαρ ποτ’ εγώ εγενόμην κούρος τε κόρη θάμνος τ’ οιωνός τε και εξ αλός έλλοιπος ιχθύς. Σαν κοινό και γήινο χαρακτηριστικό, άτμητο και αμοίραστο και ατεμάχιστο και Εν και ομοούσιο και αγαθό και ομόηχο και πανανθρώπινη ρίζα και Συλλογικό ίχνος στον πηλό.

Φύσηξε τη σκόνη από μία πέτρα και εδιάβασε: ψυχής πείρατα ιών ουκ αν εξεύροιο, πάσαν επιπορευόμενος οδόν, ούτωβαθύν λόγον έχει, μάλα τοι δύσβατος ατραπητός, ορφνή και σκότος αλάμπετον.


[ ΧΙ ]


το σκιάχτρο


Κατεβαίνει τώρα απ’ τα βουνά όπου πολύ πόνεσε και

τράφηκε από πικρά σπαράγγια. Μέσα σε καπνούς

να μαυρίζει το καμένο ψωμί.

Πάνω και κάτω αστράφτει σε χαράδρες να τον

συλλαβίζει ένας άνεμος. Τα γένια του μακριά τα

μάκρυνε ο καιρός τα χτύπησε το φως: σκοτεινοί

θάμνοι σε σχιστόλιθο.

Η χλαίνη του τρύπια από παντού: από κάθε

θραύσμα ονείρου παίζει τώρα το σκοπό του μ’

ένα μαύρο φλάουτο ο θάνατος.

Ακατοίκητο σπίτι το κορμί του μισογκρεμισμένο·

άγρια χόρτα να το κατοικούν. Σιωπηλός και

αμίλητος άντρας φαγωμένος από δώδεκα μεριές

να λάμνει μες στο χάραμα εκείνος που ήταν ο

ασύγκριτος έφηβος. Η Μάνα του του φώναζε

γύρισε πίσω γιόκα μου αμούστακο παιδί, που πας

ακελάηδιστο πουλάκι μες στη σίγουρη φωτιά,

ασέλωτο αχαλίνωτο πουλάρι μέσα στις πικρές

χαράδρες και το σίδερο. Η αδερφή του δάκρυα

ποταμοί βάδιζε στο πλάι του, γιαλό γιαλό μόλις

τον άγγιζε. Στα λαμπερά χαλίκια της θαλάσσης

έφευγε ο αρχάγγελος.

Τώρα ένα σκιάχτρο ασάλευτο μέσα στη μέρα

ανεξερεύνητη μορφή, ξύλινη

ράχη ξύλινοι μηροί,

απότομη πλαγιά που γέρνει σε γκρεμό

παλιό σπασμένο μεσημέρι σκοτεινότερο

νερό.

Η κατάμαυρη γίδα

να βόσκει

σ’ απανθρακωμένο τοπίο.

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993

Asger Jorn, Paris by night (defiguration, 1959)



Βασίλης Παπάς

(1954)



Από τη συλλογή Παράγραφος 1, 2

(1987)


Παράγραφος 1



Ένας μακρύς λογαριασμός που ξεχείλισε και χύθηκε στο πάτωμα, σε υποχρεώνει τώρα ν’ ακολουθήσεις τους συλλογισμούς και τις πράξεις του, ο δρόμος. Πάμε να προσκυνήσουμε τον Κώτα που έγινε άγαλμα, και η ματιά αιωνιότης, κατηφορίζει τώρα σε ευθεία, ένα τεντωμένο σκοινί ν’ απλώνουν την μπουγάδα τους οι μειοψηφίες της Μακεδονίας.

Της δείχνω τα τοπία, τις ραφές, τις οξυγονοκολλήσεις, τα ρήγματα, τις ψεύτικες δουλειές, το δέκα τα εκατό που είναι μικρόβιο και ζει στους κινητήρες, την Ελλάδα που τελειώνει, κι είναι σαν να μην τελειώνει, σαν να έχει παρακεί μια αποθήκη, με αφημένα άρον άρον πράγματα κατά την υποχώρηση.


***


Κρυμμένοι πίσω απ’ τα ερείπια, με μάτια μεσαιωνικά παραμονεύουν. Η υπόγεια συνάντηση ενώ προχωρούν οι εργασίες, κι όλα μετακινούνται δύσκολα, με νεύρα που τινάζονται σαν κλονισμένοι ραβδοσκόποι. Ο λάκκος φωτίζεται για μια στιγμή απ’ την κραυγή του Cavalcanti. Ξεσχίζει τα σκοτάδια πριν γίνει στάχτη. Σε λίγο το σκυρόδεμα θα σφραγίζει μια για πάντα, κι αυτή την αναπάντεχη δευτέρα παρουσία.


***


Η γεωγραφία στο σώμα και το κύτταρο, κι ο ίλιγγος αφήνει πίσω τους τις ωριαίες ταχύτητες, διαλύει τα υδραυλικά συστήματα των φρένων και μετατρέπει το αίμα σε ομίχλη για να κυκλοφορούμε απαρατήρητα λαθραίοι, εκχυμωμένοι χωρίς χάρτη – χωρίς ιδιότητες – χωρίς δρόμο για το Maribor. Η πράσινη λωρίδα στο δέρμα του βουνού, τα ερείπια, κι οι νταλίκες γλιστράνε φερμουάρ στην κατηφόρα, μια σκέψη απλή, όπως τα χιόνια που μεταφέρουν στην σκεπή τους. Τα βράδια στις παρκίδες κοιμούνται σαν τα μικρά παιδιά στον κινηματογράφο.


***


Ο χώρος γλιστράει ανάμεσα στα σώματα και τ’ άλλα εργαλεία και τα παιδιά της quipe που δουλεύουν – ανάβουν τα φώτα, τραβάνε τα σχοινιά – δεμένα μεταξύ τους τροχαλίες. Το μάτι πίσω απ’ την κουρτίνα, μια γλώσσα που βουίζει αναπαυμένη σε πιο ευρύχωρο επεισόδιο και ξαφνικά η γλυκιά διαρροή ενός γενικότερου σαμποτάζ, η ιδέα, πως όλα μπορούν ν’ αλλάξουν.


***


Κι όμως ζούσες λαθραία μέσα στ’ αμπάρια σαν τα Marlboro. Μετακινιόσουν με τα ταχύπλοα σκαφάκια των κοντραμπαντήδων, που μπαινοβγαίνανε στον κόλπο, στο δικό σου κόλπο και στ’ αρπακόλα μιας γαλάζιας Νάπολης, γινόσουνα καπνός, ύφεση και λάβα. Κυκλοφορούσες μ’ έναν τρόπο ψηλαφητό γιατί δεν βλέπει, κι όλα του βγαίνουν πυκνά, συγκεντρωμένα, υπερμεγέθη, το βάζο, η καρέκλα, τα σπίρτα, η Metropolis. Ακόμα και στον ύπνο, που ανοίγουν οι υπόνομοι και όλα είναι πιθανά, και όμως.


***


Με είχες χειρόγραφο στα χέρια σου, παγιδευμένο μέσα στα λάθη και τις αυθαιρεσίες του νυσταγμένου αντιγραφέα απ’ την Bottega του Don Arrigo. Με τράβαγες απ’ τα μαλλιά στην εκδοχή και στην πορνογραφία σου, να λυτρωθείς απ’ τα κενά σου εσύ και να πληρώσεις την ψυχή σου και τους κόπους, κι εγώ να ζω χαμούρης στην απάτη σου.


***


Τα νεύρα σου είναι συρματόσχοινα του λιφτ. Κάθομαι στο καρεκλάκι και μ’ ανεβάζεις στις πιο ψηλές βουνοκορφές και οργανώνω τα μεγάλα σλάλομ, όχι χωρίς δυστυχήματα, βέβαια, λόγω της αναρμοδιότητας μου. Αυτά για τις χειμερινές μου διακοπές. Το καλοκαίρι, κάνω τα μπάνια μου στο αίμα, που σου ανεβαίνει στο κεφάλι.


***


Οι σκέψεις σου είναι έγχρωμες τα βράδια. Χύνεις κουβάδες χρώμα μες στο δωμάτιο, σαν κάτι Αμερικανούς ζωγράφους. Μας βρίσκει αργά, βουτηγμένους σε μια γωνιά – λεπτομέρειες – να ψάχνεις τα υπνωτικά για να σε ρυμουλκήσουν.


***


Στο τηλέφωνο υπήρξα κακός ακροατής σου. Οι λέξεις μου δύσκολα περνάνε στα καλώδια ή παθαίνουν ηλεκτροπληξία. Προτιμώ τον ύπνο, που μου στέλνεις τα μικρά video-γράμματα, σκοτεινά και φευγαλέα μεν, φτιαγμένα με τα πενιχρά σου μέσα. Ίσως να σ’ αδικεί λίγο το mixerόταν σε τοποθετεί μαζί με τ’ άλλα – μόλις που διακρίνεσαι – σαν ένα φρέσκο από την αναγέννηση. Ή καλύτερα σαν την ευφάνταστη συνώπια του.


Παράγραφος 2



Ήχος πνευστών ματώνει απαλά την ατμόσφαιρα. Κυλάει πάνω κάτω σαν ανεμόπτερο που ψάχνει ρεύματα να το αρμενίσουν. Ο χώρος τον ρουφάει, χωνί, την ίδια στιγμή που τον απλώνει κι άνθρωποι με αλληγορικές φυσιογνωμίες, με δόντια που αστράφτουνε ανάμεσα τους, δύστοκοι φθόγγοι.


***


Η μεγάλη Άρκτος πάνω απ’ το βουνό, έτοιμη να κατασπαράξει τον προσανατολισμό μας. Κόβω αζιμούθια για να σε βρω σε τούτη εδώ την άκρη. Από πού πηγάζεις, που χύνεσαι, και ποια τα ιστορικά σου γεγονότα. Το μικρό σου χρονικό, φυλαγμένο σε κάποιο μοναστήρι, τα κοσμήματα σου θαμμένα, σ’ έναν άγνωστο τάφο. Το τοπίο τοίχος που υποχωρεί. Από δω περνάω, χάνομαι σε διαδρομές και προσπαθώ να σ’ εντοπίσω. Μετακινείσαι διαρκώς. Περιπλανιέμαι, ακολουθώ τα ίχνη σου, τα πολλαπλά πορτρέτα σου που ξεφυλλίζω, ενώ αθόρυβα επιστρέφεις, όπως ο χώρος ο κενός όταν τα πάντα αποχωρούν, και δε σε βλέπω.


***


Θαμπώνει στην ομίχλη ο χειμώνας, κι επιστρέφει με μια δικιά του μορφή, ανάγλυφη σκιά μες στ’ απομακρυσμένα χρώματα. Θαμπώνει κι η φωνή σου, παίρνουν οι λέξεις σχήμα απροσδιόριστο. Ο χειμώνας θα τις προστατέψει, όπως προστάτεψε τις φωνές της βάρδιας μέσα στη νύχτα, όταν ακόμα φώτιζαν τους δρόμους σαν μεσαιωνικά δαδιά. Τον ήχο του υλοτόμου στο δάσος, ακλόνητο, μοναχικό χρησμό, πέρα απ’ τις κορυφές και τα τραυματισμένα σώματα των δένδρων, να φυτρώνουν ξανά με τους τελευταίους χυμούς, την ώρα που υποτίθεται πως όλα έχουν τελειώσει.

Να φύτρωνες ξανά, με μια ύστατη προσπάθεια του οργανισμού, και να ξεπρόβαλες δειλά μέσ’ απ’ τις πινελιές, σαν την εσωτερικότητα τους.


***


Τα ποιήματα είναι κομμένα στα δύο, γιατί στη μέση υπάρχει ο ωκεανός. Στις ακτές θα συναντήσεις τα συντρίμμια τους, ανάμεσα στα λάδια και τα καραβόσχοινα. Ακρωτηριασμένους μύθους, βίαιες αποβολές στη διάρκεια του περίπλου, ενώ η μνήμη, σαν γάτα που τρομάζει, καθώς της ρίχνεις μια ματιά κι εξαφανίζεται, στέλνει το τελευταίο telex, στο θάλαμο που ετοιμάζεσαι να κοιμηθείς για πάντα. Μια σύντομη πορεία μες στον χάρτη με κόκκινες μικρές γραμμές, δίπλα στον San-Martin και Bolivar, δίπλα στους κρεολούς και colorados.


***


Εδώ οι άνθρωποι τα ξέρουν πλέον όλα. Κάθε μέρα η σκέψη τους κυματίζει πάνω απ’ το τρυφερό κορμί των γεγονότων και το μηχανογραφεί. Εφευρέτες του εαυτού τους, τυμβωρύχοι των δικών τους σωμάτων, ορειβάτες μιας προσωπικής τους εκδοχής, πίνουν καφέ, συνδιαλέγονται, κι όλα κάτι θυμίζουν, σαν συννεφάκι που πλανιέται στην ατμόσφαιρα, και μεταφέρει τη γύρη του χρόνου μέχρι τις μέρες μας. Γιατί πως γονιμοποιείται η μνήμη, μ’ αυτή την πάχνη απολιθωμένων υδρατμών στον ουρανίσκο. Τι είναι η γλώσσα, κάτι ερεθιστικό μες στην ατμόσφαιρα, μια πλώρηπου εμβολίζει το έδαφος, κι απλώνεται, καμουτσικιά υπακοής πάνω από τα τοπία. Τι είμαστε όλοι εμείς, εδραιωμένοι αιώνες τώρα, σ’ αυτή την κινητή άμμο που μας βουλιάζει, κι ύστερα από καιρό ξανά μας εμφανίζει, κι είμαστε άλλοι. Άλλοι εμείς, σαν μυθικά τέρατα με δυο κεφάλια.


***


Το πτώμα ενός μικρού παιδιού, συγκρατεί τον χρόνο από κάτω, μια που η πρώτη μέρα της ζωής σου έχει καταστραφεί για πάντα στη φωτιά. Καμιά φορά θα σκέφτεσαι πως κύλησες ανάμεσα απ’ τα πτώματα – σύννεφο του Ατλαντικού – κι έφερες μέχρι εδώ τα μάτια σου θλιμμένα πάμπας argentinos. Οι ημερομηνίες σε αφηγούνται πια ρευστά τα επτά ταξίδια γίναν ένα, σαν συνεχής νηοπομπή κάτω απ’ τ’ αστέρια, με τη φωτογραφία μοναχά να μεγαλώνει, μια πυραμίδα βλέμματα.


***


Μέσα από κυρτούς καθρέφτες παρατηρώ το μέλλον. Υποδέχομαι τα γεγονότα, όπως τα οχήματα σε μια τυφλή στροφή. Κι όμως, θα ήθελα να υποδέχομαι εσένα. Ν’ αναγνωρίζω από μακριά τα μέταλλα σου, το πιθανό σου υπέδαφος να αφουγκράζομαι, καθώς θα έλαμπε ή θα σπινθίριζε στον ήλιο. Να βλέπω τους πικρούς σου λογισμούς, πηχτό αρδευτικό υγρό μέσα στις φλέβες, κι εσύ διάφανη εκεί, μια ανατομική μακέτα.


***


Το ποίημα γέρνει προς το μέρος σου ακόμα μια φορά. Μια φλέβα φουσκώνει, αναστηλώνεται η μορφή σου, κι απλώνεται στον άνεμο. Κανείς, όμως, πια, δεν σε γνωρίζει. Το σώμα σου κύλινδρος πολυγράφου, τυπώνει με μεγάλα γράμματα το παρελθόν. Κανείς, όμως, δεν ξέρει πια να το διαβάσει.


***


Απέναντι στον ήλιο, όταν το βλέμμα αποκτά μια διαφάνεια, και κανείς δεν ξέρει πια τι βλέπει, τι όνειρα μπορεί να συλλαβίζει, σε ποιον βυθό κοιτάζει και μένει έκπληκτο έστω για μια στιγμή, το βλέμμα, απέναντι στον ήλιο τώρα που σπαρταράει στο τηγάνι τ’ ουρανού, να υποδέχεται τη θάλασσα, να ψάχνειίσως τα ίχνη σου πάνω στο κύμα, μες στην αναδυόμενη ζέστη τη φιλική φωνή σου που με καλεί από κάποιο βάθος, σαν τη γοργόνα που χυμάει και χάνεται προς την απελπισία. Πως νάρθω, από κλαδί σε κλαδί γαντζωμένος, ή μέσα από τις ρίζες των δένδρων τις καλωδιώσεις, την τρέχουσα ροή των πραγμάτων, να φτάσω ένα πρωί σαν οδοντόκρεμα στον νεροχύτη σου. και τι να είναι άραγε αυτό το καλοκαίρι, που ταξιδεύομε αργά σε μια δική μας δίνη, αμέριμνα ψαράκια, όταν αποχωρίζονται ανεπαίσθητα τον κόσμο τους εγκλωβισμένα σ’ ένα δίχτυ. Εγκλωβισμένοι, ίσως όχι, να μην νιώθουμε. Μα κάτι λέξεις ή κάτι φράσεις που αθόρυβα τραβήχτηκαν όπως οι βάρκες στις παλιές γκραβούρες, κι άφησαν πίσω τους αυτόν, τον άνθρακα των αισθημάτων.

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2009

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993



Κατερίνα Γώγου

(1940 – 1993)



Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών

(1988)



1
Το σπίτι μου όσο το άνοιγμα των χεριών της κόρης μου
4 χρόνια άστεγη τώρα…


2
Κι ανυπόδετη κι άρρωστη γύρναγα
Κρύωνα.
Και όπου κι αν έστρεψα
όξος και πρέζα και χολή


3
Και τα ‘παιρνα να μη λυπήσω τους ανθρώπους


4
Και ήρθε – και χάμω – στα γόνατα έπεσα
και χωμάτινος βόλος έγινα
και μέσα μου κύλησα
και σε μια ανάσα της ψυχής μου
που είχε μείνει φεγγερή
- εκεί ακούμπησα -
και έκλαιγα νερό. Νερά πολύ.


5

Κι όσο νερό έβγαλα
νερό δεν είχε για μένα
στέρεψα – λέπια – γοργόνα έγινα
κι ο άνθρωπος φοβήθηκε ακόμα πιο πολύ…


6

Κι όταν τα μάτια άνοιξα
και πλάι και γύρω και παντού
μεγάλη λίμνη έγινε
που πλέανε αιωνόβια μικρούτσικα ανθάκια


7

…νύχτωνε στον ουρανό…
Και σε δυο περίεργα σύννεφα
που ακίνητα τρέχαν
εγώ ανάμεσα σε δυο διάτρητους «ληστές»
στα φώτα σταυρωμένη


8

Μπορεί δίκαια…
Προκάλεσα με πάθος την ζωή.
Ασέβησα δύο φορές γιατί τους ήξερα τους Νόμους.
Άσκησα την όραση μου για μακριά
κι έχασα τα κοντινά μου


9

Τώρα
πληρώνω με ντροπή
Τυφλή

Χωρίς σκυλί
χωρίς ραβδί
διαβαίνω ανάμεσά σας


10

Εσύ!
Εσένα που αγάπησα.
Κοίτα άμα πιεις κι όπως πάντα μεθύσεις
μην πεις ποτέ πως μ’ αγάπησες
Δε θ’ άφηνες να γίνω πλατανόφυλλο
σε ξεροπόταμους να πλέω…


11

ΜΗ!…
«Τυλίγω πάγο στο συναίσθημα
Τίποτ’ άλλο δεν είναι»
Υστέρα μεγαλώνοντας κι άλλο
Το άνοιγμα των χεριών
«Φοβάμαι» είπε
κι έφυγε με μια ασήκωτη βαλίτσα
το παιδί
αφήνοντάς με
σε μια πόρτα ανοιχτή
από αναρριχητικά τρόμου και σκοτάδι πνιγμένη
10 Οκτωβρίου η Μυρτώ
Το μήνα των παγωμένων σταφυλιών γεννημένη.


12

Στάθηκα πεσμένη εκεί
Ώρες.. ώρα πολλή…
Τότε
πνιγμένος στ’ αναρριχητικά
βγήκε ένας φίλος χαμένος

Έεειι… του λέω, Χρίστο…
Ησύχασε… Πήγαινε να κοιμηθείς…
Είσαι καιρό σκοτωμένος.
Έεειι… μου λέει, Ρηνούλα, λυπημένος πολύ
Ησύχασε.. Πήγαινε να ξαπλωθείς…
Από σφαίρα ή άσπρη
Είσαι καιρό πεθαμένος


13

Υπνωτισμένη ξάπλωσα
στο μάρμαρο του νεκροτομείου
Το σώμα μου έβλεπα
οι φοιτητές
για πείραμα
να κόβουνε
πολύ λεπτές ροδέλες
Το άχρωμο αίμα μου
με κουβάδες ξεπλένανε
άρρωστοι για την δόση τους
Από τις φλέβες τους
τις πλατείες τυλίγανε
θανάτου κορδέλες


14
Α
Αδερφή μου..
Ανυψώσου εσύ

γαλανή απ’ το μπλε
Απαστράπτουσα…


15

Πασάλειψαν τα μούτρα μου
Μ’ ώχρας μπογιά.
Τα νύχια τα μάτια και τ’ αυτιά
Σαύρας πρασινομαύρο.
Τα μάγουλα κατακόκκινα
Σαν του Πάσχα αυγά.
Ήθος ποιώ
Έγινα ηθοποιός
Πουτάνα θεατρίνα.


16

ΣΚΗΝΗ 35

Μακρύς χωμάτινος δρόμος…
Κακός χειμώνας φυσάει άρρωστη βροχή
Ήχοι συγκεχυμένοι από στρατιωτικά παραγγέλματα
Εκκλησιαστική μουσική και λύκοι.
Στην άκρη του κάδρου, η μαύρη άκρη ενός ράσου
Που ανεμίζει και χάνεται…
( Στην πλάτη μου ένα ξυράφι αποφασισμένο
και ο ιριδισμός τραμπούκου
στο μάτι του σκηνοθέτη
με μπάζει στο πλάνο «να τα πω».
Κλείνω τα μάτια. Λέπρα.
Η Βιριδιάνα με ξυρισμένο το κεφάλι στο πάτωμα

προσεύχεται.
Η Τέχνη « εν ιδρώτι της ψυχής…»
Προσεύχομαι.)


17

Δέντρο ήμουνα κι έσπασα
Μου σπάσαν όλα τα κλαδιά
Γιατί εκεί τρέχανε τα ξεστρατισμένα παιδιά
Να παίξουνε τους κρεμασμένους


18

Ρίζα με λένε τώρα.


19

Το χρώμα μου
νύχτας βαθιάς μαβί
Εκείνο που παίρνει ο ουρανός
όταν μεγάλο βράχο δένει στο λαιμό
και σ’ άραχλα νερά βουλιάζει το φεγγάρι


20

Η αφή μου
βελούδο φθαρμένο παλιό
με νεκρικές ανταύγειες τσαλακωμένο
Σε ηρωικές γιορτές

εξάρσεις βίας
και πορείες οργής παραφορεμένο


21

Ο ήχος μου συνέχεια
ανάμνηση δέντρου που φυλλορροεί
Στο χέρι μου «χτυπημένος» αετός
οικόσημο της μοναξιάς μου

Σε άλλους χάρτες
Σημάδι μου ο Ερμής
Το μήνα των κερασιών. 1 Ιουνίου γεννημένη.


22

Και ήρθανε και λιώσανε
Τα νύχια του αετού από την μοναξιά
Και το ράμφος του μονάχος του γύρισε
Μοναχός να πεθάνει


23

Ποτέ πια!…
Μοιρολογούν τα κύματα…
Για πάντα!
Μου ψιθυρίζει η θάλασσα…
Πάρτε τις λέξεις από δω!
Και τα δυο τρόμο μου φέρνουν
Πονάει για μένα το νερό
και γω γι’ αυτό
το ίδιο…


24

Η ζωή μου πού λέτε παιδιά
όπως τα παραμύθια αυτά τα παιδικά
Με γάντζους, κακές μάγισσες, ξύλο, τσουβάλια, ζητιανιά
Ξέρετε, αυτά που γράφουνε για τα παιδιά
ειδικά εκπαιδευμένες καταστολής μονάδες
Και τα μαθαίνουν μετά
Για να τα πούνε μετά
Μανάδες μαινάδες


25

Μια νύχτα λοιπόν…


26

που το φεγγάρι είχε κατέβει πολύ χαμηλά
κι ο θάνατος είχε μπλεγμένα στα δάκτυλά του
τούφες από τα δικά μου μαλλιά
κατηφόρισα να βρω έναν άνθρωπο.

Είχα χρόοονια να δω έναν άνθρωπο.

Είχα χρόνους ν ακούσω ανθρώπου λαλιά
Όμως όλοι όσοι ήτανε συναθροισμένοι στην αγορά
κροάζανε κρα κρα
κι ακόμα
είχαν βγάλει πίσω τους
κροκοδείλου ουρά


27

Έπρεπε
αν ήθελα ακόμα να σωθώ
αν ήθελα ακόμα να ζήσω
να βρω έναν τρόπο να μοιάζω μ’ αυτούς
ή κάτι τέλος πάντων
να τους εξευμενίσω


28

Έτρεξα λοιπόν γρήγορα γρήγορα
κι έβαλα ένα μεγάλου αρχηγού
παλτό στρατιωτικό

το οποίο ανέσυρα
από αριστοκρατικούς εμετούς
και πολυτελή σκουπίδια.
Δυστυχώς όμως για πολλοστή φορά
ήτανε λάθος η κίνηση.
Θεωρήθηκε Ύβρις
Ή…


29

για να ακριβολογώ
στη γλώσσα των κρα κρα
Περιύβριση Στρατιωτικής Αρχής
Κι αρχίσανε τότε που λέτε
με πέτρες να τρέχουν όλοι πίσω μου
και τις ουρές
στο χώμα να χτυπάνε


30

Με βάραινε και το παλτό
με βάραινε και το μυαλό
και στάθηκα στη σιωπή
ν’ ακούσω τη σιωπή μου


31

Και φαίνεται – για να τελειώνουν τα παραμύθια παιδιά –
πως πάλι θαύμα έγινε

γιατί αόρατη έγινα
κι ενώ μπροστά τους ήμουνα
με ψάχναν όλο πίσω…


32

























33

Ποιος είναι ο λόγος της ποίησης
πού βγαίνει απ’ το ποιώ
και που σημαίνει πράττω
Ζητάω την απάντηση
απ’ τους ακινητοποιημένους


34

Τρομοκρατία: εξουσιάζω δια της
Βίας. Τρόμου.

Και τρομοκράτης τι θέλει να πει;
Δε θέλω απάντηση απ’ αυτούς που την επινοήσανε
Ζητάω απάντηση απ’ τους λαχανιασμένους


35

(αέρας σήκώσε…
Ποιος φύλαξε κι ακόμα δεν ξερίζωσα
με τέτοιο μίσος που ο καιρός
ξεσκίζει και βροντά
εξώφυλλα βιβλίων…)


36

Η πόλις είχεν
Οριστικώς καταστραφεί.
Η όποια προσπάθεια
ήτο καταδικασμένη
«Ευρίσκέτο πλήσίον του ναού Σμινθέως Απόλλώνος
και το άβατον ιερόν
της Νουδουσίας Αθηνάς.
Ελέγετο: ΠΟΙΗΕΣΣΑ»


37

…………………….
Κάπως έτσι
Που λέτε πάντα έγινε
Κι επέζησα
Και κάθομαι και ίστορώ…


38

Μια μέρα λοιπόν…


Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993

Η λίμνη των Ιωαννίνων παγωμένη (δεκαετία '20)


Μιχάλης Γκανάς

(1944)


Από τη συλλογή Γυάλινα Γιάννενα (1989)


Γυάλινα Γιάννενα


I


Χάραζε ο τόπος με βουνά πολλά

κι ανάτελλε τα ζωντανά του,

καλούς ανθρώπους και κακούς, νυφίτσες,

αλεπούδες, μια λίμνη ως κόρην

οφθαλμού και κάστρα πατημένα.


Θα ‘ναι τα Γιάννενα, ψιθύρισα,

στο χιόνι και στον άγριο καιρό

γυάλινα και μαλαματένια.

Κι όσο πήγαινε η μέρα,

σαν το βαπόρι σε καλά νερά,

είδα και μιναρέδες κι άκουσα

τα μπακίρια να βελάζουν.


II

στον Χρήστο Μπράβο


Μια τέτοια νύχτα, πριν από χρόνια,

κάποιος περπάτησε μόνος, δεν ξέρω πόσα

λασπωμένα χιλιόμετρα.

Νύχτα και συννεφιά χωρίς άστρα.

Ξημερώματα μπήκε στα Γιάννενα.


Στο πρώτο χάνι έφαγε, και κοιμήθηκε

τρία μερόνυχτα. Ξύπνησε απ’ το χιόνι

που έπεφτε μαλακά, στάθηκε στο παράθυρο

κι άκουγε τα κλαρίνα.

Πότε θαμπά και πότε δίπλα του,

όπως τα ‘φερνε ο άνεμος.

Κι άκουσε μετά τη φωνή

πεντακάθαρη, από κάπου κοντά,

σαν αλύχτημα και σαν να την έσφαζαν

τη γυναίκα κι ούτε καβγάς ούτε

τίποτε άλλο, χιόνιζε όλη νύχτα στα Γιάννενα.

Ξημερώματα πλήρωσε τι χρωστούσε

και γύρισε στο χωριό του.


Στα πενήντα του θα ‘τανε

με γκρίζα μαλλιά και τρεις θυγατέρες

ανύπαντρες, χήρος τέσσερα χρόνια,

με τη μαύρη κάπα στις πλάτες,

και τι χιόνι σήκωσαν τούτες οι πλάτες

κανένας δεν το ‘μαθε.


III


Νερόμυλοι αλέθουνε σιτάρι, καλαμπόκι

μαύρο, η μνήμη του χλοΐζει ονόματα

και τόπους, μα δεν ακούει τον άνεμο

κι ας τρέμει, ας κυματίζει το χορτάρι

κι όταν μιλάει τα λόγια χάνονται

σε χαραμάδες και χαλίκια του κορμιού του,

μα να την μια γυναίκα τώρα,

που λέει τ’ όνομά του δυο και τρεις φορές

μ’ ανθρώπινη λαλίτσα.


Θάνατε μη τον κατατρέχεις άλλο

κι εσύ ζωή μη του γεμίζεις άμμο

τις ραφές των ρούχων του και τα ρουθούνια,

κατέβηκε από ψηλά βουνά και νάτος τώρα

πάνω στο δίσκο της αγάπης,

που θα τον κάνει μια μπουκιά,

στη φυλλωσιά της θα τον κρύψει,

πως κρύβει δέντρο το πουλί.


IV

στον Φίλιππο Βλάχο


Θολό ξημέρωμα, σοκάκια και σκυλιά

δεμένα, μα στον αέρα κάτι απ’ τα μαλλιά της,

που τα ‘λουζε το Σάββατο βράδυ μοσχοσάπουνο.

Απέστρεφε τα μάτια ο Παντοκράτορας

απ’ τα πλεούμενα της λίμνης να τη δει

και τότε σήμαιναν οι Χριστιανοί στις εκκλησιές.


Φυσάει το Μιτσικέλι κι οι ντάπιες

πέφτουν μία μία στα χέρια των εχθρών,

μα ποιων εχθρών που νάτος

φάνηκε ο εισπράκτορας με γκρίζο αμπέχωνο,

με βήχα και τσιγάρο,

βρίζει τον οδηγό και τους τουρίστες,

τον Ρόβα πέρα στη Βλαχιά.


V

Σ’ ακούω που περνάς τα μεσημέρια

αλάτι κουβαλώντας νοτισμένο

κι όπως χτυπούν τα πέταλα στις πέτρες,

μυρίζει θειάφι ο πικρός αέρας.


Σ’ ακούω που περνάς τους λαβωμένους

με τις πληγές τους σταυρωτά στο στήθος,

δεμένους με τριχιές κι άλλους με σύρμα,

τον Κωσταντή στο ίδιο του το αίμα.


Σ’ ακούω τον όρθρο που οι παπάδες ψέλνουν,

Κι είναι βουβές στον ύπνο μου οι καμπάνες,

μ’ ένα ραβδί, τυφλός, να ζητιανεύεις

κι αχνίζει απ’ τα μαλλιά σου μαύρο αίμα.


Στους ουρανούς δεν πάει σαν το λιβάνι,

στα σύρματα κουρνιάζει, στις κολόνες,

γκρίζο πουλί με κόκκινα ποδάρια,

που κρυφακούει τα φοβερά μαντάτα.


VI


Παράκτια πολυβολεία να βαρούν τη θάλασσα,

μόνος εγώ με τα μποστάνια πίσω μου

και τα βουνά βραδυφλεγή κι απύθμενα.

Φτέρνα που τα πατεί, βρυσούλα που τα βρέχει

και το ντουφέκι ύπουλο σαν ερπετό

τ’ ακούς εδώ τ’ ακούς πιο πέρα,

κλείνουν σπίτια μαυροφορούν γυναίκες,

κατηφορίζουν τα χωριά για το ποτάμι.

Οι κέδροι ψύχουν τον ορίζοντα,

πέφτει χαλάζι, πέφτει βαρύς

ο ουρανός στους ώμους,

που ξαποσταίνει το γαλάζιο, που μοιράζεται.


Το λίγο στο μυρμήγκι

το πολύ στον τζίτζικα,

οι ρώγες του στα θεοπούλια.


Ας πάει κι άλλο αυτό το τσέρκι,

θα παίξει θα νυστάξει το παιδί,

χωρίς το φύλακα άγγελο

θα τριγυρνά στη νύχτα.

Κι αν θα βρεθεί γυναίκα να του φέγγει.

VII

Τον ξέρω αυτό τον τόπο,

ξαναπέρασα παιδί με το πουλάρι μου.

Έ χουν αλλάξει όλα

κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό.


Ξαπλώνω στο ψηλό χορτάρι,

άνοιξη και βροχή, δεν κλαίω.

Ας ξαναπέσουν όλα

στην πράσινη βουβή αγκαλιά.

Γυρίζω μπρούμυτα κι ακούω

Το καπάκι τ’ ουρανού που κλείνει.


Σ’ αυτή την κιβωτό

Είμαι το είδος δίχως ταίρι.


Χριστουγεννιάτικη ιστορία


Κάθεται μόνος
και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι.
Κανείς δε θά ’ρθει και το ξέρει,
κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι
και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι.
Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα
και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.


Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει.
Στην τηλεόραση χιονίζει,
το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι
και στις παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια των νεκρών,
που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
και μόνο το δικό της βλέμμα
έρχεται από τα περασμένα.


Κοντεύουνε μεσάνυχτα
και καθαρίζει τ’ όπλο του απ’ το πρωί.
Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα»,
ευχές δε φθάνουν ως εδώ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
η σκέψη αρπάζεται απ’ το κλαδί της μνήμης,
μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά
μ’ όλα τα υλικά και δίχως λόγια.


Κοντεύουνε ξημερώματα κι ακόμη
γυαλίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι
με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει.
Μένει στα δάχτυλα το λάδι
αλλά το χάδι χάνεται.
Θυμάται κυνηγετικές σκηνές
με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα,
πριν γίνει θήραμα κι ο ίδιος
στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού,
που τον παραμονεύει αθέατος
αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο
πότε μια λάμψη κάνης,
πότε μια κίνηση στις κουμαριές
κι η μυρωδιά απ’ το βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ότι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο.
Όταν αποφασίσει να του ρίξει
δε θα προλάβει πάλι να τον δει
πίσω απ’ το σύννεφο της ντουφεκιάς του.


Αν σκέφτεται στ’ αλήθεια κάτι τέτοια,
και δεν τον τιμωρώ εγώ μ’ αυτές τις σκέψεις,
πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί.
Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.


Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα…

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα· απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε
σα νά ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο
στις πλάτες του ν’ αχνίζει.


Δώσ’ του κι ένα καλό σκυλί
και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε
πως είναι πεθαμένη.


Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα
ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δούν πως μεγαλώσαμε
να παρηγορηθούνε.



Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993

Max Weber, Interior of the Fourth Dimension



Αργύρης Χιόνης

(1943)


Από τη συλλογή Εσωτικά Τοπία (1991)



Από την ενότητα «Εσωτικά Τοπία»

Υπάρχουνε κάτι τοπία σκοτεινά, τυφλών τοπία, που μόνο ψαύοντας τ’ ανακαλύπτεις. Με μάτια ανοιχτά, τρόπος για να τα δεις κανένας δεν υπάρχει, γιατί ‘ναι μυστικά τοπία και το φως κρατούν μακριά απ’ την περιοχή τους. Μονάχα ψαύοντας μπορείς να τα χαρείς, ή μάλλον, ένα μέρος τους μονάχα να χαρείς μπορείς, γιατί ‘ναι απέραντα τοπία, μυστικά, εσωτικά τυφλών τοπία.

***

Πάνω απ’ αυτήν την έρημο, δεν έχει ουρανό, δεν έχει ούτ’ ένα αστέρι. Κάποιος, ωστόσο, δεν μπορεί να το πιστέψει, θαρρεί πως φταίει η μυωπία του, κι ορθώνει σκάλα για να δει από πιο κοντά. Βέβαια, ούτ’ αστέρια ανακαλύπτει, ούτ’ ουρανό και φεύγει γι άλλη έρημο, ν’ αναζητήσει εκεί την τύχη του. Μένει η σκάλα, όρθια, στη μέση της ερήμου, μια σκάλα ολόρθη που δεν ακουμπάει πουθενά.

***

Αν, όπως λένε, το χαρτί φτιάχνεται από ξύλο, ετούτο το δωμάτιο, που γέμισε χαρτιά κουβαριασμένα, είν’ ένα τσαλακωμένο δάσος κι η γάτα που πλανιέται μέσα του, ερεθισμένη απ’ τους τριγμούς του, είναι μια τίγρη σ’ αναζήτηση θηράματος.
Όσο για τα ποιήματα, μες στα κουβάρια των χαρτιών, είναι πουλιά που πέθαναν πριν μάθουν να πετάνε.

***

Ο έρημος άνθρωπος είν’ έρημη ακτή, παραδομένη στα γυρίσματα των εποχών, στην αέναη του πελάγους παλινδρόμηση, έρημη ακόμα κι όταν τη διασχίζουν ρόδινα πέλματα ή ανάλαφρα κορμιά ξαπλώνουν πάνω της• τα κύματα, τα αλλεπάλληλα του χρόνου κύματα, σύντομα σβήνουνε τα ίχνη τους.
Ο έρημος άνθρωπος είν’ έρημη ακτή, χωρίς καμία πρόσχωση από τα μέσα, εκτεθειμένη στην ασίγαστη μανία του νερού που αδιάκοπα τη διαβρώνει, ώσπου να γίνει, από επιφάνεια, βυθός.
Ο έρημος άνθρωπος, σαν έρημος βυθός, ακίνητος κοιτάζει την καρένα της ζωής που από πάνω του περνά και ταξιδεύει.

***

Δεν έχουν ρίζες τα νησιά σ’ αυτό το πέλαγος• αδιάκοπα πλανιώνται και μακραίνουν, ιδίως όταν βορεινοί φυσούν ανέμοι.
Νησιά ακυβέρνητα που, αργά αργά μα σταθερά, μετακινούνται προς το νότο κι όλο μπερδεύουν τους ψαράδες και τους ναυτικούς που τα ‘χουν για σημάδια. Βάρκες πολλές χαθήκαν έτσι και πολλά καράβια, σε λάθος μέρος ψάχνοντας να βρουν τα δίχτυα που έριξαν, λιμάνια που ποθήσαν.
Τρελά νησιά που περιπαίζουνε τους χάρτες και τις ανακοινώσεις των λιμεναρχείων γελοιοποιούν, νησιά που αν δεν τα δέσουμε με άγκυρες, κάποτε θα χαθούνε.

***

Από την ενότητα «Ιστορίες μιας εποχής που πέρασε χωρίς ποτέ να έχει έρθει»

Ζω σ’ ένα χώρο περίεργο όπου το παρελθόν είναι το μέλλον του σήμερα. Περίκλειστος κόσμος, ασφυκτικός. Μου λείπουν οι προοπτικές, μου λείπει το άγνωστο. Κάποτε κάποτε, στέλνω τη σκέψη μου έξω, να κυνηγήσει. Γυρίζει, φέρνοντας μου εικόνες από έναν κόσμο όπου το μέλλον είναι το παρελθόν του σήμερα. Απαυδισμένος, κάθομαι και γράφω ιστορίες μιας εποχής που πέρασε χωρίς ποτέ να έχει έρθει.

***

Τα μεγάλα ξύλινα κρεβάτια, όπου, πρώτη φορά, ανοίξανε τα μάτια και, πολλές φορές, τα κλείσαν για να κοιμηθούν και, μία μοναχά, για να πεθάνουν οι πρόγονοι μας, δεν υπάρχουν πια. Πάει καιρός που γίνανε καυσόξυλα, που η λαίμαργη φωτιά τα καταβρόχθισε, που με τον τελευταίο τριγμό, τον τελευταίο βόγκο τους, σμίξανε όλοι οι τριγμοί του έρωτα, σμίξανε όλοι οι βόγκοι του πόνου και της ηδονής.
Δεν κλαίω για τα μεγάλα ξύλινα κρεβάτια που χαθήκαν• οι σπίθες, που τινάχτηκαν απ’ τ’ ολοκαύτωμα τους, φτάσανε ως τους ουρανούς, γίναν αστέρια.

***

Όταν πεθαίνει ο νεκροθάφτης, άλλοι νεκροθάφτες τον κηδεύουνε. Εμένα ωστόσο μου αρέσει να φαντάζομαι ότι στην τελευταία του κατοικία τον οδηγούνε οι νεκροί που ο ίδιος έθαψε όσο ζούσε, εις ένδειξιν ευγνωμοσύνης για τις υπηρεσίες που τους πρόσφερε, ή ακόμα ότι μόνος του, με το αργό, επίσημο του βήμα, μεταφέρει τον εαυτό του ως το μνήμα όπου χώνεται και από πάνω του τραβά το χώμα σαν κουβέρτα.

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993

Asgern Jorn, Le droit de l'aigle (1951)



Γιώργος Μπλάνας

(1959)



Νύχτα

(1991)




Την νύχτα της 10ης Νοεμβρίου του 1619

ο νεαρός René Descartes έγειρε ν’ αποκοιμηθεί

γεμάτος ενθουσιασμό,

γιατί ήταν βέβαιος πώς είχε ανακαλύψει

τις πηγές μιας υπέρτατης επιστήμης.



§1. Συχνά του ύπνου η συντροφιά με ξαγρυπνούσε·

ώρα πολλή τα λόγια του πάσχιζα να σηκώσω

μέσα στης νύχτας την ακάματη τριβή:

σιωπή σπαρμένη χώσματα ακάμωτων σωμάτων,

κραυγές που δεν ανθίσανε σε γλώσσα ερημική.

Τρόμαζα την επιμονή τέτοιας αδυναμίας·

ψιθύριζα, και κάποτε κάτι ειπωμένο αλλού

σαν να ’δειχνε η φωνή μου,

σιωπούσα, κι ακουγότανε λαλίστατη η σιωπή μου.

Συχνά του ύπνου η συντροφιά με βοηθούσε,

απ’ όσα του ύπνου: θάνατος,

ό,τι επίμονα δικό να περισώσω.



§2. «Μήτε με της καρδιάς άξαφνο χτύπο,

που μέτρησε την αίσθηση του χρόνου όλου·

μήτε με του ματιού σπιθάτη λάμψη,

που τέλειωσε το σχήμα του φωτός ακαίριου.

Ο κόσμος μένει άφαντος κι αν ξέρεις

το σχέδιο που μπόρεσε τη συνοχή του».

Άναψα απότομα τη λάμπα κι η βουή

του σκοταδιού πλημμύρισε την κάμαρα σκιές·

απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο έφταναν απειράριθμες φωνές.

Πλησίασα και πάσχισα να δω το λόγο

που έσπρωχνε όλους αυτούς στην οχληρή ζωή τους:

γυμνοί, ανέτοιμοι, τραχείς,

σαν τους τυφλούς χτυπούσαν τον αγέρα

με χέρια ικετήρια, καθώς πετούσε

πάνω τους μαυροφτέρουγο πουλί η αθανασία.

Έκανα τότε κίνημα να τους φωνάξω,

μα η αυγή σαν να ’φτανε και η φωνή μου

έμοιαζε περισσότερο γουργούρισμα πουλιού.



§3. Κάποτε, κάπου, όμως: σε χρόνο καίριο,

σάμπως τα λόγια να ’χουν τον καιρό τους·

κι ένας, που νομιζότανε πουλί στις φυλλωσιές,

κι άλλος, που συχνογύριζε ’λάφι στις ερημιές,

ακούνε τη φωνή τους.

Μα εγώ μονάχα που άκουγα

ό,τι από τις σκέψεις μου έφερν’ η ακοή τους.



§4. Τα βράδια φυσούσε (σαν πάντα)

και το βάθος του ορίζοντα: στήθος πλατύ,

μιαν αχλή μελανή ιδροκοπούσε,

τις γωνιές της θαλάσσης κρατώντας ορθές,

σάμπως να ’ταν εκείνο το εντός μου

ένα δώμα μικρό, φτωχικό,

μια γαλήνη η καρδιά μου βουβών δισταγμών,

κι έξω η νύχτα μια μόνιμη σκέψη φυγής.

«Χάσου φάσμα από μπρος μου» σκεπτόμουν, «ή γείρε τα βλέφαρα

πια!»

Τα βράδια φυσούσε (σαν πάντα)·

μιλούσα του αγέρα,

κι αυτός μου απαντούσε: διπλή μοναξιά.



§5. «Κουράγιο» είπα, κι άκουσα σαν το θεριό να ρυάζεται η φωνή

μου,

γιατί είχε απ’ ώρα, ως φαίνεται, απλωθεί μέσα μου κάποια αλόγιστη

γαλήνη,

κι η τρικυμία, που ζητούσε να τραφεί

με των συντρόφων τις ψυχές, και των συντρόφων οι φωνές κι ο

χαλασμός ολούθε,

έφταναν μέσα μου θολά,

με τη μακρύτατη κι απρόθυμη σπουδή ενός κινδύνου,

που ’ναι να ’ρθεί - να μην ερθεί...

ώστε τρομάζοντας τη λέξη που είχα εγώ τινάξει από τα χείλη μου, και

μου φαινόταν ξένη,

έσυρα το ανήμπορο σπαθί, χτυπώντας στον αέρα,

κείνο τον άσπλαχνο θεό, που μου ’χε πάρει

ό,τι πολυτιμότερο, να πετσοκόψω.

Μιλούσα ορθός, χτυπώντας με τα χέρια τον αγέρα, κι όπως οι άλλοι,

γύρω στο φως του μαγκαλιού απορούσαν την ανάγκη

τέτοιας μανίας μιμητικής για τόσα, όσα ένα τραγούδι μόνο του

σηκώνει,

βουβάθηκα, ακούγοντας το βόγκο

κάποιου που ξάφνου τον χτυπά σπαθί ακονισμένο.



§6. Ορθό με βρήκε το πρωί στο παραθύρι,

κείνο τον αφιλόξενο τόπο να μην χορταίνω.

«Γλύκα κι αυτή η σημερινή» συλλογιζόμουν.

Αποβραδίς ο άνεμος βροντούσε

τις πόρτες με το θράσος των δασύστερνων βουνών,

ώσπου το χάραμα τον βρήκε να χαϊδεύει

κάτι λιγνά φυλλώματα στα θαμνοτόπια.

Η μέρα φάνηκε στο βάθος ν’ αερίζει ένα γαλάζιον ουρανό,

και καθώς βγήκα, φέρνοντας το βήμα μου γυμνό μες στις δροσιές,

τα περιβόλια ξύπνησαν,

τινάζοντας στο φως τα καρπερά λειριά τους.

Γύριζα έτσι ολημερίς,

ακούγοντας τον κόσμο να θροΐζει ήχους απλούς κι αρώματα λεπτά,

ώσπου -κατά το δειλινό-

αύρα γλυκιά τα μάτια μου έκλεισε απαλά.

Κι ήταν ο ύπνος μου πέλαγο, ψάρι κι αγκίστρι·

λέπι-διαμάντι σπίθιζα, μέρες και νύχτες σιωπηρές μες στα νερά μου,

να σπαρταρίσω τρέχοντας στ’ αγκίστρι μου πιασμένος.

Κι ένιωσα αρμύρα σύγκορμος, πόνο της γλώσσας και μαζί χάρη

αιχμηρή που σκίζει,

ώσπου με ξύπνησε η σφόδρα εκείνη ταραχή.

Κοίταξα ολόγυρα: σιωπή·

απέναντι μαζεύονταν ολόχαροι οι βυθοί,

χτενίζοντας τα πράσινα κεφάλια τους

και τα βουνά σπρώχνονταν, να χωρέσουν

κάτω απ’ το νόημα του φωτός που είχε απομείνει.

Ήθελα κάτι για τη γλύκα εκείνη να ψελλίσω,

μα μέσα μου αργάναβε αγνώριστη δροσιά

και φόβο είχα: η ζέστα της φωτιά μη γίνει,

σαν να ’μουν ένα σύννεφο μοναχικό στον ουρανό μου.



§7. «Όσο και να ’κάνε ο καιρός

ανέγνωρο το μέλημα του κόσμου,

πάντα σε κάποια ακρογιαλιά

μ’ έφερνεν ο καιρός μου.

Μπροστά στην τόση γλύκα του γλαυκού,

μονάχα ο πόνος ή μια αχνή

του πόνου ενθύμηση μπορούσε να κρατήσει την καρδιά μου

στον τόπο που της είχε αδίστακτα παρθεί.

Κι έλεγα: πότε θε’ να ’ρθεί

κείνο το κλάμα που κάνει

τη σιωπή ν’ αντηχεί

σαν παρήγορη ανάσα και βήμα αλαφρό –

κι ας μην είναι παρά

μια μονάχα συνήθεια στενή της καρδιάς να χτυπά

σ’ ό,τι βέβαιο (γνωστό-ξεγνωστό);

Όμως η μέρα παραήταν βουερή:

κι ένα πουλί ν’ ανάσαινε, ριγούσε

ο κόσμος σύψυχος, ωσότου

η νύχτα να ’ρθει, φέρνοντας

κάτι παρμένο που έπρεπε να το παρηγορήσεις.

Σ’ όποια κι αν έφερνε ο καιρός

ανάγκη καθ’ εντός μου,

πάντα του κόσμου κάτι τι

θα ’στεργεν ο καιρός μου».

Στάθηκε τότε ο λόγος μου σαν να ’θελε μετρήσει

το βάρος κάποιας λέξης που κρεμόταν

ανάερα κι όλο έλεγε να γείρει-να μην γείρει.

Έτρεξα στο παράθυρο κι ανοίγοντας το κάτι

λιγνό πετάρισε στα στήθη μου: ήταν όλοι

στο περιβόλι, λιάζοντας

το λίγο τόπο που ’χε πάρει ο καθείς:

σώματα στέρια, βέβαια, μονάχα λίγο δύσκολα

στην όψη, μες από τα δάκρυα μου.



§8. «Κάπου χιονίζει, κάπου βρέχει,

κάπου το δέντρο διψά.

Κάπου το αμπέλι λουφάζει στη γη και κοιμάται

σαν φίδι, και κάπου το φίδι σαλεύει σαν ρίζα χλωρή.

Κάπου το πέλαγο δράμει και τρίζουν φρικτά τα νησιά,

κάπου τον άνεμο μάχονται χέρσα βουνά.

Κάπου θα ’σαι κι εσύ, μες σ’ αυτή την αναίτια πλάνη

του νερού και της γης·

σαν χαμένη, θολή, μακρινή,

που δεν ξέρω το τι,

μέσα σ’ όλες αυτές τις εικόνες σ’ ενέχει.

Μα σαν κλείσω τα μάτια, σαν φύγει απ’ εμπρός μου

κείνο το άστατο μάτι του κόσμου, που ωστόσο,

όσο ξέρω να λέω πως ζω, με κοιτάζει,

κάπου εντός μου ορθώνεσαι· κι ό,τι

της θαλάσσης κατέχει το χρώμα σου μοιάζει.»

Καθόμουνα μονάχος στη μπασιά,

κοιτάζοντας __________το χόρτο να σαλεύει στ’ αλαφρό χάδι του αέρα.

Νύχτωνε αργά και καθώς

σήκωσα το κεφάλι, ώστε να δω

το φως, απ’ ώρα κουρνιασμένο στα λευκά πόδια των βράχων,

σαν να ’νιωσα πώς κάτι τι

λιγνό ξέφευγε πάντα ως κι εκείνο το σκοτάδι.

«Μα δεν σε γνωρίζω» μουρμούρισα, «δεν ξέρω

το κάτι που σ’ έκανε αυτή,

πριν ακόμα στη μνήμη μου υπάρξεις».

Κι ύστερα, σαν από καημό δύσλυτο κινημένος,

τα χέρια βάζοντας σφιχτά στο πρόσωπο - μην κλάψω:

«Απ’ τον καιρό που δεν αρκεί να σε θυμάμαι,

μες στην ψυχή μου εξόριστος,

κι ανάγκη να στεγάσω την ψυχή μου».



§9. «Κάποτε θα ’φευγες, και θα ’μουν

εγώ που θα σου το ζητούσα.

Ξέρεις, καθένας έμαθε

κάποτε, κάπου, μια φορά,

ένα μονάχα τρόπο να ’ναι·

τ’ άλλα κουβέντες άχρηστες,

μια θλιβερή περιφορά

σε δειλινά που αρνήθηκαν

κάποτε, κάπου, μια φορά,

να μας συντρίψουν.

(Κι όμως, καθένας έμαθε

να νοσταλγεί τη συντριβή του.)

Κάποτε θα ’φευγες · πως ήταν

κάποια στιγμή που φάνηκε να σμίγουν

δρόμοι σαφώς ασύμβατοι, δεν έχει σημασία:

νύχτα, κι η νύχτα, μια φορά

τουλάχιστον, θα κάμψει την κάθε διαφορά.

Όσο για μας: αυτό που φεύγει και μακραίνει

διαφέρει κατά συντριβή

απ’ ό,τι φεύγεται και μένει».



§10. «Ταξιδεύαμε κι ήταν όλοι εκεί, όμως για μένα ξένοι:

χέρι που κάποτε προβαίνει

τον τάφο του στη θαλπωρή

του σώματος να κατοικήσει.

«Αν κάποτε φύγω» τους έλεγα, «θα ’ναι

μέσα στης νύχτας την αδιάβατη ερημιά για να σας εύρω».

Σιγά μιλούσα· γύρω μου, όσοι απ’ ώρα έδειχναν στα λόγια μου

χαμένοι,

άρχισαν μεγαλόφωνα ένας στον άλλον να εξηγούν

μέτρα ρυθμούς και σχήματα, σαν να φοβούνταν

πως η σιωπή τους ήθελε κάτι απερίσκεπτα βαθύ να κατοικήσει.



§11. «Έτσι άγρια δαρμένοι ολονυχτίς από τη μπόρα,

το πλοίο φανερώσαμε στον αυγινό καθρέφτη του γιαλού.

Τότε οι άντρες έσκυβαν να δουν

στ’ ολόστρωτο νερό τα πρόσωπα τους.

Και βλέποντας πώς είχανε γεράσει με καιρό,

έχωναν μες στους στεναγμούς τα δάκρυα τους.

«Μεγαλώνουμε! Κάπως

θα πρέπει κι ο χρόνος να δείξει

πως μπορεί να μετρά.

Μεγαλώνουμε κι ίσως

είναι ο μόνος αυτός γυρισμός:

ό,τι κι ό,τι μετρά»,

έλεγα συχνοπαίζοντας με τ’ απαράλλαχτο νερό.

Όμως, εκείνοι ήταν τρελοί:

φαντάζονταν πώς έπρεπε

τόση μανία του πάθους των

απλήγωτη ν’ αφήσει τη ζωή,

ώσπου -θαρρώντας φαίνεται πως κάποιος άλλος

πράγματα ανόσια βουλόταν στο είδωλο τους-

ρίχνονταν ίσια στα νερά να τον σπαράξουν· κι άλλοι

διστάζοντας για μια στιγμή ν’ αποφασίσουν

(μη κι ήταν τάχα οι ίδιοι αυτοί είδωλα κείνων,

που τους κοιτούσαν μες απ’ το νερό),

έδερναν μ’ αλύπητες γροθιές τα σώματα τους.

Κραύγαζα τότε, κι άπλωνα

τις στενωπές παλάμες μου.

«Για δέστε εδώ» τους φώναζα,

«τι δύναμαι απ’ τη γη να περισώσω;

Κι αν περισώσω κατώι τι, μη δεν θα φύγει

σαν τον καπνό, δεν θα ’ναι του θανάτου;»

Όμως εκείνοι ήταν τρελοί κι άκουγαν ό,τι

στον κόσμο έσπερναν οι θρήνοι κι οι οδυρμοί τους:

μέλη που κάποτε η καρδιά, δύσκολα, θα μαζέψει».



§12. «Ποιος είσαι, κι η καρδιά μου χτυπά

μ’ ένα ρυθμό που πασχίζει να βρει

τι λείπει από το σχήμα του προσώπου σου, ώστε να ’ναι

μια ύστατη προσπάθεια του πάθους μου να δρέψει πολύπαθη σπορά;»

σκέφτηκε και για μια στιγμή, κοιτάζοντας με,

έκανε να γυρίσει, να χαθεί

στην ασφαλή αμφιβολία της σιωπής της.

Όμως η νύχτα ήταν απέριττη πολύ –

βαθύ σκοτάδι, λίγο φως· κι αυτό μιλούσε

μια γλώσσα που την έφερε ίσια στην αγκαλιά μου.

Στάθηκα εγώ: τα χέρια μου αχνόσπαρτη σιωπή·

και μόνον όταν άγγιξα τα στήθη της: γυμνά,

μουρμούρισα: «Αν ήσουν

βέβαιη για μένα θα δινόσουν σ’ έναν ξένο».



§13. «Δεν σε γνωρίζω· γνώρισα

το βήμα σου, την όψη, τη φωνή σου –

ίσως μια τόσο φυσική

παράδοση στη λογική των ημερών τους:

αν όλα σπεύδουν κατ’ εκεί που... σπεύδουν,

η γνώση πρέπει να μετρά με σχήματα αδιάβλητα

απ’ της νυχτός όποια τυχαία παράφορα.

Δεν σε γνωρίζω· στάσου,

σβήσε το φως και πάψε πια

τα γνώριμα τεχνάσματα που πείθουν

μια μουδιασμένη από το φόβο κάποιου λάθους αγορά.

Εκείνοι, βέβαια, θα μπορούσαν,

στον οποίον έφερνε μπροστά τους

τον κίνδυνο μιας διαφοράς, ν’ αναγνωρίσουν

την ασφαλή επιστροφή σου.

Όμως εδώ,

θα πρέπει ν’ αναιρέσεις την πειθώ

μιας απουσίας που έφερε βουβά, τόσο καιρό,

το βήμα σου, την όψη, τη φωνή σου».

Κι ύστερα, νιώθοντας πως είχε ξεστομίσει

λόγια σκληρά για κάποιον

που έπρεπε ό,τι από χρόνια του ανήκε να κερδίσει,

«Θέλω να πω, πρέπει να μάθεις να σωπαίνεις,

για ν’ ακούω τη φωνή σου».



§14. «Να ’ξερες μόνο τι σου λέω!

Μια στιγμή πριν μ’ αφανίσει

κείνο το πολυπόθητο σκοτάδι που δερνόταν

στην αγκαλιά της, πέρασε μπροστά μου

το φάσμα του προσώπου σου, να εκλιπαρεί το θάνατο μου.

Κι ω, θαύμα! Αντί να ταραχτούν

τα μέλη μου, γυρεύοντας τον τρόμο να ξεφύγουν,

κάτι μέσα μου πήδησε ψηλά, ώστε να δω

το σώμα μου να χάνεται σ’ ένα βυθό αβάσταχτα δικό σου».

Έτσι σκεπτόμουνα, ώρα πολλή, κρατώντας

τα χέρια της ακίνητα μες στα δικά μου,

μη καμιά κίνηση παρα-

μικρή των πολυστέναχτων δακτύλων της με πλήξει

σαν να ’ταν πια η ψυχή μου κάτι ολότελα προσωπικό,

κι η επίμονη σιωπή μου: λόγια,

που μαρτυρούσαν ένα πάθος

πάντα ειπωμένο απλά και πάντα

γλυκύτατα βουβό.



§15. «Ας μένει πια η δύσκαρπη σπορά των αποστάσεων»,

είπα και κάθισα στην άμμο.

Ο άνεμος σηκωνότανε αργά, σπρώχνοντας προς το βάθος

του ορίζοντα τα ελάχιστα σύννεφα που ’χαν απομείνει

σ’ έναν βαθύ γαλάζιον ουρανό.

Έμεινα κάμποσο εκεί, κοιτάζοντας το πέλαγο, σαν να μπορούσα

με ματιά να διαγράψω το νόημα τόσου νερού,

κι όταν το αλάτι άρχισε πια

ν’ ασπρίζει αργά στις άκριες των μαλλιών μου

(βράδιαζε κι ήταν η δροσιά πυκνή σαν χιόνι)

τινάχτηκα απότομα, κι έσυρα άγρια φωνή: αυτού που βρήκε

λόγο στην τόση ανεμοζάλη της καρδιάς του:

«Ακόμα λάμπουν τα καρφιά των αστεριών, κι αν γέρνει

ο ουρανός από το βάρος των δυσκίνητων θεών του,

όμως δεν πέφτει:

στέγη καλή, και πάντα αυτή, στα πάντα».