Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δοκιμές Μεταφράσεων (Barracuda Club). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δοκιμές Μεταφράσεων (Barracuda Club). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Απριλίου 2008

Καλό Πάσχα!

Barracuda Club



Fazil Hûsnû Daglarca (b. 1914)

Ο Fazil Hûsnû Daglarca γεννήθηκε στην Istanbul στις 26 Αυγούστου 1914. Σπούδασε στην στρατιωτική σχολή του Kuleli. Μετά από δεκαπενταετή υπηρεσία αποσύρθηκε από το στρατό για να αφοσιωθεί στην ποίηση. Το έργο του χαρακτηρίζεται από μια σπάνια πρωτοτυπία. Η ποίηση του είναι συχνά ερμητική. Ο λόγος του μοντέρνος και συχνά ιδιαίτερα δύσκολος, μας σταματά κάποτε με τις έντονα απροσδόκητες εικόνες του. Φαινομενικά δεν εντάσσεται σε καμιά λογοτεχνική σχολή, αν και προσωπικά μου θυμίζει ενίοτε, ίσως εξαιτίας της ‘καθαρολογικής’ χρήσης της γλώσσας, την «καθαρή ποίηση» και τον Paul Valéry. Ίσως, βέβαια, γι αυτό να είναι υπεύθυνη η γαλλική μετάφραση που χρησιμοποίησα…


Η εποχή του λίθου


Οι κόρες των ματιών του

Γυαλίζανε στο σκοτάδι,

Και δεν φοβότανε τίποτα.


Εμείς οι άλλοι λιμοκτονούσαμε.

Στην είσοδο της σπηλιάς,

Κάποτε καιροφυλακτήσαμε

Και όπως περνούσε

Σπρώξαμε κείνο το βράχο:

Κι έπειτα μια μεγάλη κραυγή

Κι ύστερα τίποτα

Κι ο σύντροφος των νυχτών

Και των δασών σώπασε.


Δεν πίνει πια, δεν θα πιει,

Δεν κινείται πια, δεν θα κινηθεί,

Δεν κοιμάται πια, δεν θα κοιμηθεί,

Πια δεν θα κάνει εκείνα που έκανε.


Εμείς οι άλλοι φτιάξαμε φυλακτά

Απ’ τ’ απομεινάρια της ομορφιάς του,

Απλά φυλακτά και παράξενα

Που θα είναι τόσο φωτεινά,

Τόσο τυφλά όσο το τρίχωμα του.


Το τσιμπούσι της νίκης

Στην οικειότητα των πραγμάτων:

Ότι τα χέρια μας, τα κεφάλια μας, οι καρδιές μας, άπληστα τώρα

Επιτέλους χορταίνανε.

***

Ο Ασού


Το έγκλημα του μεγάλο όσο κι ο ουρανός,

Έβαλε το λίθο του ενάντια στο Θεό-Ήλιο,

Άδοντας κάποιαν άγνωστη άρια

Βγαλμένη από τα βάθη του χρόνου…


Ήταν που ήτανε άρρωστος, άγρυπνος, πεινασμένος,

Ήτανε που τα μαύρα πνεύματα είχαν αγγίξει το δέρμα του.

Πάνω στον ουρανό τώρα η μέρα στεκότανε σκυθρωπή

Ζαρωμένα τα δέντρα…


Και τα στομάχια θρεμμένα καθώς κι αυτά των προγόνων

Τη σάρκα του σερπετού, κι εκείνη του αετού,

Κι ακόμα τον άνεμο της φωτιάς και τ’ αστέρια,

Κι εκείνα καυτά.


Η ελαφρότητα του είναι εγχάρακτη επάνω στα μέτωπα,

(Ότι τα πονηρά πνεύματα βυθίζονται σ’ έναν πολύχρωμο ύπνο…)

Ότι τα παράξενα τούτα στολίδια πάνω σ’ όλα τα στόματα

Μοιάζουνε τόσο μ’ εκείνα των παραμυθιών!


Από το βάθος του δάσους αντηχούν τα ταμ-ταμ:

Ασού, Ασού!

Το πράσινο, το κόκκινο, το κίτρινο ουρλιάζουν παράφρονα:

Ασού, Ασού!


Και ο φόβος τυλίγεται

Σε πανάρχαιους πόνους,

Η μιζέρια της σάρκας σιωπά

Σε πέτρες σκαλισμένες στις άκριες.


Το μαύρο αίμα της μαγείας αναπνέει

Μέσα στα κέρατα και τις ρίζες

Μέσα στη μέθη διαυγή κάποιου διαυγούς λήθαργου,

Και η φυγή των θηραμάτων που δραπετεύουν.


Η ένταση του πλάσματος αντηχεί:

Ασού, Ασού!

Στην ισχύ των θεών:

Ασού, Ασού!


Δεν ειν’ ορατό παρά το ασπράδι των ματιών του,

Το στήθος του εκρήγνυται ο τρόμος

Όλη η φυλή στη γυμνότητα

Δεν είναι παρά φωτιά, δεν είναι παρά θάνατος!


Δεν έχει ύπνο, πεινάει ακόμα,

Τα μπράτσα του πέφτουν αδύναμα,

Το σώμα του ζωντανό ήτανε τόσο άτονο,

Το κορμί του νεκρό είναι τόσο λαμπρό!


Κι από τη μοναξιά της γης ο ήλιος να αποσύρεται:

Ασού, Ασού!

Κι η μοναξιά σου μόνη σε ξενυχτά:

Ασού, Ασού!

***

Ο γιος του Ασού


Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μακρύ,

Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μαύρο,

Εκείνο που έκαψε, ήταν σαν ήλιος…

Και γω, ο γιος του Ασού, βαθιά μέσα στο βάθος της σκιάς,

Μόνος, λησμονημένος.


Τώρα όλοι πιάνονται

Κάτω από τα ιερά μπαμπού…

Δεν ακούγονται παρά μόνο λυγμοί…

Πονάω παντού τόσο πολύ κι είμαι τόσο πολύ κουρασμένος

Που θα ξεριζώσω το μαύρο από το δέρμα μου…


Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μακρύ,

Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μαύρο,

Εκείνο που έκαψε, ήταν σαν ήλιος…

Πίστεψα που θα παίζαμε

Όταν τον δέσανε, και βάλθηκαν

Όλοι γυμνοί να χορεύουν!...

Τ’ αστέρια κι η νύχτα, όλα γι αυτούς ήταν ένα…

Η οσμή της σάρκας βαριά,

Και πτηνά με μεγάλα φτερά να πλανώνται ολόγυρα,

Έβρεχε ένας πόνος στα χέρια μου, στον ουρανό

Στην πεδιάδα!


Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μακρύ,

Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μαύρο,

Εκείνο που έκαψε, ήταν σαν ήλιος…

Και τα πονηρά πνεύματα στριφογυρίζανε στον καπνό

Κι η σελήνη σηκωνότανε τη πείνα των νέων κτηνών.


Και το χορτάρι αιματοβαμμένο δεν σταματούσε ν’ απλώνεται

Και τ’ ακούγαμε από μακριά που δίναμε το θήραμα

Στους γιους των Djinns χωρίς κεφάλι…

Κι η φωτιά έκαψε τη ζεστασιά του πατέρα μου

Κι η σιγή κίτρινη κατακάθεται καθώς που οι αετοί.


Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μακρύ,

Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μαύρο,

Εκείνο που έκαψε, ήταν σαν ήλιος…

Και το ξέρεις, Θεέ-Ήλιε, εσύ, λαξεμένε στο ξύλο,

Το ξέρεις τι θα σου κάνω;…

Θα σκίσω τη νύχτα καθώς που πτώμα ζωγραφισμένο,

Κρατώντας τα μάτια κλειστά

Ότι κανείς να μη δει αυτό που έχω μες το κεφάλι μου…

Και θα σε κάψω, Θεέ-Ήλιε,

Και του πατέρα μου θα ξαναγεννηθεί η πνοή…


Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μακρύ,

Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μαύρο,

Εκείνο που έκαψε, ήταν σαν ήλιος…

Και θα γλιστρήσω στον τρόμο τυφλό,

Βραδύς καθώς το πνεύμα-ερπετό

Σε μια γη ο πόνος μου γεμάτη ρωγμές,

Νιώθοντας τα νύχια μου μαύρα να σπρώχνουνε στη σιωπή

Και το κόκκινο πράμα στην άκρη του που θυμόμαστε

Και θα καείς, Θεέ-Ήλιε, και θα καείς.



Από τη συλλογή Asû (1955)

Κυριακή 9 Μαρτίου 2008

Barracuda Club

Joë Bousquet (1897 – 1950)

Υπάρχει μια νύχτα μέσα στη νύχτα.

Joë Bousquet

Ο Joë Bousquet γεννήθηκε στην κωμόπολη Narbonne της Γαλλίας το 1897. Στις 27 Μαΐου 1918, σε ηλικία 21 χρονών, στη μάχη του Vailly, μία από τις τελευταίες μάχες του Α' Παγκοσμίου πολέμου, τραυματίζεται από έναν γερμανικό όλμο. Η σπονδυλική του στήλη καταστρέφεται ολοσχερώς. Θα περάσει την υπόλοιπη ζωή του κατάκοιτος «στο σπίτι με τα σφαλιστά πατζούρια» στην κωμόπολη Carcassonne, όπου και θα πεθάνει το 1950. Κατά τη διάρκεια αυτού του πολυετή, ακίνητου εγκλεισμού του θα αρχίσει να γράφει. Με την εξαίρεση της μιας και μοναδικής ποιητικής του συλλογής (La connaissance du soir, 1947), τα υπόλοιπα κείμενα του δεν συγκαταλέγονται σε καμία γνωστή λογοτεχνική κατηγορία. Πρόκειται για πεζόμορφα κείμενα, χωρίς αρχή και χωρίς τέλος. Ανοίγοντας ένα βιβλίο του Bousquet (τα περισσότερα από τα οποία είναι μεταθανάτιες εκδόσεις των προσωπικών τετραδίων του) έχεις την αίσθηση πως βρίσκεσαι ξαφνικά, ή καλύτερα πως σε ‘πέταξαν’, στο μέσο ενός ήδη αρχινισμένου διαλόγου. Κλείνοντας κάθε βιβλίο του έχεις την αίσθηση πως εγκατέλειψες στη μέση, πως έφυγες πριν αυτός ολοκληρωθεί, ένα διάλογο. Και μιλάω για διάλογο και όχι για μονόλογο γιατί επάνω στις γραμμές των βιβλίων αυτών παλεύουν μεταξύ τους δύο διαφορετικές, ή κάποτε και περισσότερες, φωνές, αποτυπώνοντας ανάγλυφα τον αγώνα και την αγωνία μιας συνείδησης να τιθασεύσει τη φωνή της, να επιβληθεί στον εαυτό της. Ένας σπαραχτικός διχασμός προσωπικότητας που αγωνίζεται να ενοποιήσει τα χωριστά θραύσματα μιας κατακερματισμένης συνείδησης. Μιας συνείδησης που επιμένει να αγωνίζεται εναντίον του ίδιου του εαυτού της ώστε να κατορθώσει να δικαιολογήσει την ύπαρξη της. Κι η γραφή του δύσκολη, ερμητική, κλειστή, εσωστρεφής. Μια γραφή που αποτελεί κυριολεκτικά τον καθρέφτη, στραμμένο προς τα ένδον για να αντανακλά προς τα έξω, μίας συνείδησης. Κατά τη διάρκεια της ζωής του ο Bousquet θα αξιωθεί τον θαυμασμό ενός Éluard και ενός Aragon, ενώ θα συνδεθεί με βαθιά φιλία με τον Max Ernst. Μεταθανάτια το έργο του θα έχει την τιμή να επηρεάσει βαθιά έναν φιλόσοφο του διαμετρήματος του Deleuze. Όλα αυτά βέβαια δεν θα καταφέρουν να απομακρύνουνε την απόγνωση, να απαλύνουν τον πόνο. Έναν πόνο προερχόμενο από την ακύρωση της ύπαρξης εντός της ίδιας της ύπαρξης. Το απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται από το Μεταφράζοντας τη σιωπή (η πιστή απόδοση στα ελληνικά θα ήταν μάλλον «μεταφρασμένο απ’ τη σιωπή», Traduit du silence, 1941). Απ’ όσο γνωρίζω ο Bousquet είναι παντελώς άγνωστος στην Ελλάδα. Εάν αυτό ισχύει, τότε αυτές οι δοκιμές μεταφράσεων θα συνιστούν την πρώτη γνωριμία ενός ελληνικού κοινού με μία από τις πιο ενδιαφέρουσες μορφές των γαλλικών γραμμάτων.

***

Ας προχωρήσουμε αργά μέσα σ’ αυτόν τον σκοτεινό Δεκέμβρη μήνα. Βρέχει. Προσμένω τα ρόδα των Χριστουγέννων.

Η σιωπή της νύχτας καταλήγει να με ξυπνήσει. Στις δέκα η ώρα το βράδυ, μετά από μια μέρα γλυφή, αισθάνομ’ ευδιάθετος, μονομιάς, ζωντανός καθώς να ήταν η σκέψη μου η πηγή της ύπαρξης μου.

Το απόγευμα συχνά αποτελείται από μαύρες σκέψεις. Το δειλινό δεν αλλάζει το χρώμα τους, αλλά μου δίνει καινούργιες. Καταλαβαίνω λοιπόν πως ήμουν για τα καλά φτιαγμένος για τη ζωή που ήμουν προορισμένος. Η μελαγχολία μου με βαραίνει για να μην είναι πια μόνο εγώ. Αλλά είναι τόσο ευρεία και φτιαγμένη για να είναι συμπεριλαμβανομένη. Αποδεικνύει τη μοναξιά μου, μα τη γνωρίζω τόσο καλά που κάνει να εμφανίζεται εντός μου ένα άλλο εγώ για να τη μοιραστεί.

Παρεμβολή… Επιθυμία να επιβάλλω τις αξίες που υπηρετώ. Ας είχανε όσα αγαπώ καθώς εγώ την παιδεία των όσων θαυμάζω! Πόθος να προσδιορίσεις τη σημασία του μέλλοντος;

Έτσι, ένας άνθρωπος πιστεύει που θέλει να μεγαλώσει ενώ όλη η φιλοδοξία του εξαντλείται στην εξασφάλιση της τύχης μιας κάποιας ιδέας.

Η αιτία της σκοτεινότητας μου έγκειται στο γεγονός ότι έχω κάτι να κρύψω. Η διαύγεια μιας φράσης δεν είναι παρά μια πτυχή της εσωτερικής μας γαλήνης.

Ότι αυτό το μυστικό δεν θα ‘πρεπε να είναι ένα. Το συναίσθημα που κρύβω έχει δικαίωμα στη μεγάλη μέρα. Αγαπώ πραγματικά, σαν αδερφή, τη νεαρή σύζυγο ενός φίλου μου. Εκείνη ανταποκρίνεται στη συμπάθεια μου με κάποιο είδος φιλίας πολύ ισχυρής, πιστεύω, που είναι και το περισσότερο που μπορεί να δώσει σ’ έναν άντρα μια γυναίκα ερωτευμένη με το σύζυγο της. Τα λόγια που ανταλλάσσουμε, όλος ο κόσμος θα μπορούσε να τα ακούσει. Κι όμως, τα αισθήματα μου γι αυτήν δεν προχωρούν δίχως ένα κάποιο συναίσθημα φόβου: μου φαίνεται πως η συμπάθεια μας είναι καταδικασμένη. Ίσως εξαιτίας του παρελθόντος μου.

Θέλησα πρώτα να δω καθαρά μέσα μου. Απ’ την άλλη, πρέπει αυτό το συναίσθημα να δώσει το μέτρο όλων όσων θα μπορούσα. Σε αυτήν τη φιλοδοξία υποτάσσω όλες όσες εξέθρεψα μέχρι τώρα. Θα ήθελα ανάμεσα σε κείνη και σε μένα να δημιουργήσω το ισοδύναμο εκείνου του αδιάρρηκτου συνδέσμου που υπάρχει ανάμεσα στον αδερφό και την αδερφή.

Αυτό που περιπλέκει τα πάντα είναι το γεγονός ότι είναι υπερβολικά όμορφη. Αυτό που απλοποιεί τα πάντα είναι το γεγονός ότι είναι υπερβολικά σώφρων. Ό,τι μου αρέσει σ’ εκείνην, πρέπει να είναι εκείνη που αγαπώ για να μου το δώσει. Θέλω να πω: είναι που στρεφόμενη ενάντια στις απαιτήσεις της φύσης μου που η αγάπη μου μου αποκάλυψε πως είναι όμορφη.

Όχι, όχι. Όλα αυτά δεν εξηγούνε καλά τη σκέψη μου. Ο άνθρωπος δεν μπορεί ν’ αγγίξει ποτέ την αλήθεια. Η ειλικρίνεια της λέξης είν’ η σιωπή που την ακολουθεί. Ακόμα ένας τρόπος να μιλάς! όταν ο έρωτας μου γι αυτήν δεν μπορεί να εμφανιστεί παρά σαν ένας τρόπος να ζήσω.

Πρώτα απ’ όλα, να βρεις ένα μέσο να την κάνεις να το καταλάβει. Να της δείξεις τη φύση του δεσίματος μου μαζί της, να της καταστήσεις διαυγή τη γλώσσα της μοναδικής αιώνιας αλήθειας.

Είναι μια γυναίκα. Μου έσωσε τη ζωή. Μ’ έσωσε απ’ τη ζωή μου. Θέλησε να μην υπάρχει μέσα μου παρά μόνο μια σκέψη ώστε να συλλάβω σε όλο της το μέγεθος την αθλιότητα της ύπαρξης και το μεγαλείο της. Δεν θέλησε παρά να γνωρίσει την καρδιά μου. Κι όμως, μ’ έκανε με τα μάτια της άντρα.

Η υπηρέτρια διεισδύει στη κάμαρα όπου ο κύριος της είναι ξαπλωμένος. Η σούπα που του φέρνει είναι υπερβολικά ζεστή. Φυσώντας το καυτό υγρό εκείνος σηκώνει τα μάτια του προς το μέρος της.

Αυτό το βλέμμα την εμψυχώνει. Κάνει ένα βήμα προς το μέρος του, σταυρώνει τα χέρια και παίρνει το λόγο:

– Ο κύριος γράφει στίχους, νομίζω…

– Μα όχι, Μαρία, μα όχι.

– Επιτέλους, αυτό που θέλω να πω είναι ότι ο κύριος έπαψε να είναι ποιητής.

– Αν θέλετε…

– Είναι που είχα να σας κοινοποιήσω κάτι που φαινόταν να σας ταιριάζει.

Το φως των λαμπτήρων βάφει μιαν απόχρωση ροζ το πρόσωπο της ηλικιωμένης γυναίκας. Εκείνος, τείνει με προσοχή το αυτί. Κι όμως, μια εντύπωση μοναδική το διαπερνά. Του φαίνεται πως είναι στη θέση κάποιου άλλου… Πιεσμένος από εκείνο το συναίσθημα να φανεί χίλιες φορές πιο προσεκτικός στα λόγια αυτής της γυναίκας που είναι πιο αληθινή απ’ τον ίδιο:

– Θα θάψουνε αύριο στο Villegly έναν ηλικιωμένο κύριο. Πρόκειται για κάποιον που του πήρε έξι μήνες για να πεθάνει.

– Το φθινόπωρο ήταν τόσο ζεστό που έχει ακόμα κουνούπια μες το δωμάτιο. Δεν έπρεπε, Μαρία, ν’ ανάψετε τα φώτα ενώ ήταν ακόμη ανοιχτά τα παράθυρα. Κι ο ηλικιωμένος, τι λέγατε;…

– Ε, λοιπόν, δεν ξέραμε ποτέ αν έκανε το πεθαμένο ή αν είχε όντως πεθάνει. Ο εφημέριος ήρθε, κλαίγαμε, τα παιδιά του τον ντύσαν. Τα κεριά αναμμένα, φέρναν λουλούδια. Και με το που τον ακουμπήσαμε στο κρεβάτι, ανοίγει τα μάτια: «αα! λέει, δεν είναι τόσο εύκολο όσο πιστεύουνε να πεθάνεις…»

Τέσσερις φορές ξαναξεκίνησε ν’ αναστατώνει τον κόσμο. Αλλά αυτό ήταν, αύριο θα τον θάψουνε.

– Τουλάχιστον πέθανε.

– Βέβαια! Μου το είπανε τα παιδιά του.

Έβρεξε τόσο δυνατά εκείνο το βράδυ που πίστεψε πως δεν θα ερχότανε πια ούτε ο Charles ούτε η Simone. Στις δέκα έφτασε πρώτα εκείνη, μουσκεμένη. Ο Charles είχε λέει πεταχτεί μέχρι το ταχυδρομείο να στείλει ένα γράμμα.

Ποιητής παρόλα αυτά. Υπερβολικά άρρωστος, περιορισμένος να ζει σκεπτόμενος, όλα όσα που κάνει ώστε να διαδηλώσει την ύπαρξη του τον επαναφέρουνε βίαια στους δρόμους της ομιλίας. Κι όπως πεισματάρικα επιμένει να ζει, φαντάζει πολύ εμπνευσμένος. Πρέπει η ζωή του να εξαντλείται ανάμεσα στα μάτια του και τα χείλη του. Είναι όμορφο να το περιγράφεις έτσι αναλυτικά. Υπάρχουνε πολλοί άνθρωποι σαν κι αυτόν. Μονάχα που δεν τους βλέπουμε.

Η αρρώστια του ήτανε προφανώς πιο δυνατή απ’ τον ίδιο. Αλλά αγωνίστηκε δύσκολα την συνείδηση του στην κατάπτωση της. Τα πόδια του μόλις που τον αντέχουν. Ζει ξαπλωμένος. Ανάμεσα σ’ ένα μπουκάλι μεταλλικό νερό κι ένα κουτί γεμάτο παράξενα μαραφέτια ανησυχητικά.

Είμαστε υποχρεωμένοι να περάσουμε ένα κομμάτι της ζωής μας μες τη σιωπή.

– Υπάρχει ένα κομμάτι της ζωής μου, είπε, φτιαγμένο για τη λήθη. Απαρνούμαι ένα ορισμένο κομμάτι των πράξεων μου, επιβεβαιώνει, καθώς εσείς τα όνειρα σας.

– Αυτό είναι αρκετά βολικό, απάντησε ο F. P. που είναι υπερβολικά δίκαιος, υπερβολικά έντιμος για να παραδεχτεί με την πρώτη εκείνη την άποψη στην οποία τελικά θα καταλήξει να δώσει τη συγκατάθεση του.

Είναι αλήθεια βέβαια πως ο άρρωστος θα του έχει προσφέρει ορισμένες επεξηγήσεις αρκετά πειστικές:

– Η ζωή μου δεν έχει παρά ένα πρόσωπο κι όχι δύο όπως των άλλων.

Εν συνεχεία λέει ένα σωρό άχρηστα πράγματα για να επιστρέψει τελικά:

– Η ζωή με παράτησε: δεν υπάρχει παρά η συνείδηση μου για να συγκρατήσει ένα κομμάτι της.

Όχι, όχι, περιμένετε, θα σας το εκφράσω καλύτερα… Ό,τι απομένει από μένα, δεν έχει παρά τη σκέψη μου για να το αντιτάξει στο θάνατο. Αυτό δεν είναι ένα γεγονός χωρίς συνέπειες. Δεν παραδέχομαι ως έγκυρο τίποτα απ’ όσα είμαι υποχρεωμένος να μου αποκρύπτω.

Τελικά είπε:

– Ένα μυστικό είν’ αβάσταχτα βαρύ για μια ζωή τόσο χλωμή και ανάλαφρη όσο και μία ανάσα. Κατέχω τόσο ελάχιστα πράγματα που μια εμμονή μπορεί να μ’ αιχμαλωτίσει, με κλείνει σ’ έναν άγνωστο κόσμο όπου γεννιούνται οι εμμονές. Μια κάποια έγνοια υγιεινής μ’ υποχρεώνει να καθιστώ τούτες τις εμμονές αγνές κι απλές αναμνήσεις.

– Μα, απάντησε ο F. P. τι ζωή σατράπη!

– Ναι. Είναι πάνω σ’ ένα σχέδιο απροσδόκητο που εξάσκησα την προσπάθεια μου για την τελείωση. Θέλησα ν’ αποκτήσω τα πάντα. Απλά.

Είναι η σκοτεινή πλευρά της ζωής μου. Υπάρχουνε πράξεις που τις διαπράττω μόνο και μόνο για να μην έχω πια την επιθυμία να τις διαπράξω. Εξαγνίζω τις σκέψεις μου.

***

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2008

Barracuda Club


Paul Éluard (1895 – 1952)

(Μέρος τρίτο)


Pablo Picasso


Τα όπλα του ύπνου μέσα στη νύχτα που σκάβοντας

Τα εξαίσια αυλάκια που διαχωρίζουνε τα κεφάλια μας.

Διασχίζοντας το διαμάντι, κάθε παράσημο κίβδηλο,

Κάτω από έναν απαστράπτοντα ουρανό, η γη είν’ αθέατη.


Το πρόσωπο της καρδιάς που έχοντας χάσει το χρώμα του

Και ο ήλιος μας ψάχνει και μας τυφλώνει το χιόνι.

Αν τον εγκαταλείψουμε, ο ορίζοντας έχει φτερά

Και τα βλέμματα μας από μακριά διασκορπίζουν τα λάθη.


Paul Klee


Εκεί, στη μοιραία κατωφέρεια, ο οδοιπόρος επωφελείται

Της ευεργεσίας της μέρας, παγωμένο οδόστρωμα δίχως χαλίκια,

Και τα γαλάζια μάτια του έρωτα, ανακαλύπτει την εποχή του

Που φέροντας σε όλα τα δάκτυλα δακτυλίδια αστέρια μεγάλα.


Στην ακτή η θάλασσα που εγκαταλείποντας τα αυτιά της

Και η άμμος σκαμμένη η τοποθεσία ενός ωραίου εγκλήματος.

Το βασανιστήριο είναι κάποτε πιο σκληρό για το δήμιο παρά για το θύμα

Τα μαχαίρια σημάδια κι οι σφαίρες τα δάκρυα.


Max Ernst


Κατασπαραγμένος απ’ τα φτερά κι υποταγμένος στη θάλασσα,

Άφησε να περάσει η σκιά του στην πτήση

Πουλιών μεγάλων της ελευθερίας.

Άφησε

Τη ράμπα σ’ εκείνους που πέφτουνε στη βροχή,

Άφησε τη σκεπή τους σ’ εκείνους που την επαληθεύουν.


Τότε το κορμί του που βρισκόταν σε τάξη,

Το ίδιο κορμί των άλλων που είχ’ εξανεμιστεί

Εκείνη την διάταξη που κρατούσε

Από το πρώτο αποτύπωμα του αίματος του στη γη.


Τα μάτια του τώρα που θαμμένα στο τοίχο

Και το πρόσωπο του ο βαρύς διάκοσμος τους.

Ένα ψέμα επιπλέον τη μέρα,

Μιαν επιπρόσθετη νύχτα, δεν υπάρχουνε πια τυφλοί.


Georges Braque


Ένα πτηνό απογειώνεται,

Απορρίπτει τους ουρανούς σαν άχρηστο πέπλο,

Ότι ποτέ το φως δεν φοβήθηκε,

Έγκλειστο μέσα στην πτήση του,

Ποτέ δεν είχε σκιά.


Κελύφη θερισμών ραγισμένων από τον ήλιο.

Όλα τα φύλλα στο δάσος που φωνάζουνε ναι,

Που δεν ξέρουνε παρά να φωνάζουνε ναι,

Κάθε ερώτηση, κάθε απάντηση

Κι η δροσιά να σταλάζει στα βάθη ετούτου του ναι.


Ένας άντρας με ανάλαφρα μάτια απεικονίζει του έρωτα ουρανό.

Που συλλέγοντας σημεία και τέρατα

Καθώς που τα φύλλα στο δάσος,

Καθώς που τα πουλιά στα φτερά τους

Κι οι άνθρωποι στα βάθη του ύπνου τους.


Joan Miro


Ήλιος της λείας που δέσμιος του μυαλού μου,

Απάγει τους λόφους, απάγει τα δάση.

Ο ουρανός πιο όμορφος από ποτέ.

Οι λιβελούλες των αμπελιών

Του δίνουνε κάποτε σχήματα ακριβή

Που διασκορπίζω με μια μου μόνο χειρονομία.


Σύννεφα μέρας της πρώτης

Ανεπαίσθητα σύννεφα και που τίποτε δεν εγκρίνουν,

Οι σπόροι τους καίνε

Στις φλόγες των βλεμμάτων μου από άχυρο.


Εντέλει, για να ντυθεί μιαν αυγή

Θα πρέπει ο ουρανός εξίσου αγνός με τη νύχτα.




Από τη συλλογή Πρωτεύουσα του πόνου (Capitale de la douleur,1926).

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2008

Barracuda Club


Paul Éluard (1895 – 1952)

(Μέρος δεύτερο)


Η επινόηση


Μια ευθεία αφήνει την άμμο να στάζει.

Όλες οι μεταμορφώσεις είναι πιθανές.


Κάπου μακριά, ο ήλιος ακονίζει στις πέτρες την βιασύνη του να τελειώνει

Η περιγραφή του τοπίου ελάχιστα ενδιαφέρει

Εντελώς κατάλληλη η ευχάριστη διάρκεια του θέρους.


Διαυγής και με τα δύο μου μάτια

Καθώς το νερό κι η φωτιά.

*

Ποιος ο ρόλος της ρίζας;

Διέρρηξε η απόγνωση όλους της τους δεσμούς

Τώρα φέρνει στο κεφάλι τα χέρια.

Ένα εφτά, ένα τέσσερα, ένα δύο, ένα ένα.

Εκατό γυναίκες στο δρόμο

Που πια δεν θα δω.

*

Η τέχνη του αγαπάν, η φιλελεύθερη τέχνη, η τέχνη του ευ αποθνήσκειν, η τέχνη του σκέπτεσθαι, η δίχως συνοχή τέχνη, η τέχνη του καπνίζειν, η τέχνη του τέρπεσθαι, η μεσαιωνική τέχνη, η διακοσμητική τέχνη, η τέχνη του επιχειρηματολογείν, η τέχνη του ευ επιχειρηματολογείν, η ποιητική τέχνη, η μηχανική τέχνη, η ερωτική τέχνη, η τέχνη του είναι τεκών, η τέχνη του χορού, η τέχνη του οράν, η τέχνη της συγκατάθεσης, η τέχνη του χαϊδεύειν, η γιαπωνέζικη τέχνη, η τέχνη του παίζειν, η τέχνη του εσθίειν, η τέχνη του βασανίζειν.

*

Ποτέ ωστόσο δεν βρήκα αυτό που γράφω σ’ αυτό που αγαπώ.

***


Η σιωπή του ευαγγελίου


Κοιμόμαστε με κόκκινους άγγελους που δίχως μικρά γράμματα και δίχως γλυκά ξυπνήματα μας δείχνουν απομονωμένα την έρημο. Κοιμόμαστε. Ένα φτερό μπορεί να μας σπάσει, απόδραση, έχουμε τροχούς πιο γερασμένους κι από πένες που πέταξαν, χαμένες, να εξερευνήσουν κοιμητήρια βραδύτητας, η μόνη λαγνεία.

*

Το μπουκάλι αυτό που περιβάλλουμε με τα ξεφτίδια των πληγών μας δεν αντιστέκεται σε καμία επιθυμία. Ας αδράξουμε τις καρδιές, τους εγκέφαλους, τους μυς της οργής, ας αδράξουμε τ’ αόρατα άνθη των χλωμών κοριτσιών και των δεμένων παιδιών, ας αδράξουμε το χέρι της μνήμης, ας κλείσουμε τα μάτια της θύμησης, θεωρία δέντρων κλέφτες παρωχημένων μας χτυπάει και μας διχάζει, όλα τα κομμάτια είναι καλά. Τι θα τους μοιάσει, τρόμος, απέχθεια ή οδύνη;

*

Να κοιμηθούμε, αδέρφια. Το ανεξήγητο κεφάλαιο κατέστη ακατανόητο. Γίγαντες περνούν αναδίδοντας φριχτούς στεναγμούς, στεναγμοί γίγαντα, στεναγμοί καθώς η αυγή επιθυμεί σπρώχνοντας, η αυγή που δεν μπορεί πια ν’ αναστενάξει, πριν απ’ το χρόνο, αδέρφια, πριν απ’ το χρόνο.

***


Απουσίες, Ι


Η επίπεδη ηδονή και άπορο το μυστήριο

Που να μην μ’ έχω δει.


Σας γνωρίζω, χρώμα των κορμών και των άστεων,

Ανάμεσα μας η διαφάνεια των εθίμων

Ανάμεσα σ’ απαστράπτοντα βλέμματα.

Κυλάει επάνω στις πέτρες

Καθώς που το νερό ταλαντεύεται.

Στην μια πλευρά της καρδιά μου παρθένες να συσκοτίζονται

Στην άλλη η παλάμη απαλή σε λοφοπλαγιές ν’ αναπαύεται.

Η καμπύλη του νερού ελάχιστου την κάθετη πτώση

Το ανακάτωμα αυτό των κατόπτρων.

Τα φώτα του προσδιορισμού, δεν ανοιγοκλείνω τα μάτια,

Δεν κινούμαι

Μιλάω

Κι όταν κοιμάμαι

Ο λαιμός μου το περιλαίμιο επιγραφή από τούλι.

***


Απουσίες, ΙΙ


Εξέρχομ’ απ’ τον βραχίονα των σκιών,

Στο υπογάστριο των σκιών,

Μόνος.


Η ελεημοσύνη λίγο ψηλότερα και μπορεί στ’ αλήθεια να παραμείνει,

Η αρετή ελεημονεί πρώτα τα στήθια της

Κι η χάρη αιχμάλωτη στων βλέφαρων της τα δίχτυα.

Πιο όμορφη απ’ τις μορφές των κερκίδων,

Πιο σκληρή,

Πιο βαθιά με τις πέτρες και τις σκιές.

Εκεί την συνάντησα.


Είναι εκεί όπου η διαύγεια δίνει την ύστατη μάχη της.

Κι αν αποκοιμιέμαι είναι πια για να μην ονειρεύομαι.

Τα όπλα του θριάμβου μου λοιπόν ποια θα είναι;

Που δένοντας τους αρμούς ο ήλιος στα μεγάλα μου μάτια ανοιχτά,

Κήπε των οφθαλμών μου!

Όλοι οι καρποί είν’ εδώ για ν’ απεικονίσουν τα άνθη,

Τα άνθη μέσα στη νύχτα.

Στο πρόσωπο της

Ανοίγει ξαφνικά ένα παράθυρο φύλλωμα

Που θ’ ακουμπούσα τα χείλια μου, φύση με δίχως ακτή;


Μια γυναίκα είναι πιο όμορφη απ’ τον κόσμο που ζω

Και κλείνω τα μάτια.

Εξέρχομ’ απ’ τον βραχίονα των σκιών,

Στο υπογάστριο των σκιών,

Και σκιές με προσμένουν.




Από τη συλλογή Πρωτεύουσα του πόνου (Capitale de la douleur,1926).

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2008

Barracuda Club

Paul Éluard (1895 – 1952)
(Μέρος πρώτο)



οι μεταφράσεις αυτές, στη Μυρτώ

Πάθος


Μετά από χρόνια ολόκληρα σωφροσύνης

τόσο διάφανος ο κόσμος όσο μία βελόνα

τρυφερά γουργουρίσματα, θα ήτανε κάτι άλλο;

Έχοντας αντιπαλέψει, εκτιμήσει, το θησαυρό διασπαθίσει

Περισσότερα από ένα κόκκινα χείλη μ’ ένα κόκκινο στίγμα

Και περισσότερες από μια γάμπες λευκές μ’ ένα πέλμα λευκό

Για ποιους μας περνάμε λοιπόν;

***

Σουίτα


Κοιμάται, στο ένα μάτι η σελήνη, ο ήλιος στο άλλο,

Ένας έρωτας στο στόμα βαθιά, ένα πουλί όμορφο στα μαλλιά,

Στολισμένη καθώς οι αγροί, τα δάση, οι δρόμοι κι η θάλασσα,

Στολισμένη και όμορφη καθώς ο γύρος του κόσμου.


Φεύγεις διασχίζοντας το τοπίο,

Ανάμεσα στα κλαδιά του καπνού και τους καρπούς όλους του ανέμου,

Πέτρινες γάμπες σε κάλτσες από άμμο,

Πιασμένη στη μέση και σ’ όλους τους μύες του ποταμού

Κι η έσχατη έγνοια σ’ ένα πρόσωπο αλλοιωμένο.

***

Η ισότητα των φύλων


Τα μάτια σου έχουν επιστρέψει από μιαν αυθαίρετη χώρα

Όπου κανείς δεν έμαθε ποτέ τι είναι βλέμμα

Μήτε και γνώρισε την ομορφιά των ματιών, την ομορφιά της πέτρας,

Εκείνη του νερού της σταγόνας, το μαργαριτάρι μες τα ντουλάπια,


Την πέτρα γυμνή και χωρίς σκελετό, άγαλμα μου,

Ο ήλιος εκτυφλωτικός σε κρατάει καθρέφτη,

Κι αν μοιάζει να υπακούει στις δυνάμεις του δειλινού

Είναι που το κεφάλι σου είναι κλειστό, άγαλμα πτοημένο


Απ’ τον έρωτα μου και την πρωτόγονη πανουργία μου.

Ο ακίνητος πόθος μου το τελευταίο σου στήριγμα

Και δίχως μάχη σε μεταφέρω, εικόνα μου,

Τσακισμένη απ’ την αδυναμία μου κι αιχμάλωτη στους δεσμούς μου.

***

Στην καρδιά της αγάπης μου


Ένα πουλί όμορφο μου δείχνει το φως

Εκείνη στέκεται κατάφωρη μες τα μάτια του.

Πάνω σε μια σφαίρα από γκι τραγουδάει

Στον πυρήνα του ήλιου.

*

Τα μάτια των ωδικών κτηνών

Και τα άσματα της οργής ή της ανίας τους

Μου έχουν απαγορεύσει την έξοδο απ’ αυτό το κρεβάτι.

Εδώ θα περάσω τη ζωή μου.


Η χαραυγή σε χώρες δίχως χάρη

Λαμβάνει την εμφάνιση της λήθης.

Και που συγκινημένη μια γυναίκα αποκοιμιέται, την αυγή,

Το κεφάλι πρώτο, η πτώση του το φωτίζει.


Αστερισμοί

Γνωρίζετε το σχήμα του κεφαλιού της

Εδώ, συσκοτίζονται όλα:

Το τοπίο ολοκληρώνεται, αίμα στα μάγουλα,

Με τον ύπνο

Οι όγκοι μειώνονται και κυλούν στην καρδιά μου.

Και ποιος λοιπόν θέλει την καρδιά μου να πάρει;

*

Ποτέ μου δεν ονειρεύτηκα μιαν έτσι όμορφη νύχτα.

Οι γυναίκες του κήπου ζητούνε να μ’ αγκαλιάσουν –

Στηρίγματα τ’ ουρανού, τα δέντρα ακίνητα

Αγκαλιάζουνε τις σκιές που τα στηρίζουν.


Μια γυναίκα με καρδιά χλωμή

Βάζει τη νύχτα στα ρούχα της.

Ο έρωτας ανακάλυψε τη νύχτα

Στ’ αψηλάφητα στήθη της.


Πώς να βρεις στα πάντα την ηδονή;

Καλύτερα, όλα να τα διαγράψεις.

Ο άνδρας όλων των κινήσεων,

Όλων των θυσιών και όλων των κατακτήσεων

Κοιμάται. Κοιμάται, κοιμάται, κοιμάται.

Αθέατη, από τους στεναγμούς του διαγράφεται η νύχτα ελάχιστη.


Δεν νιώθει ούτε κρύο, ούτε ζέστη.

Δραπετεύει αιχμάλωτος για να κοιμηθεί.

Δεν είναι νεκρός, κοιμάται.


Όταν αποκοιμήθηκε

Όλα τον ξάφνιαζαν,

Έπαιζε με πάθος,

Παρατηρούσε,

Άκουγε.

Η τελευταία του λέξη:

« Αν ήταν να ξαναρχίσω, θα σ’ έβρισκα χωρίς να σε ψάξω ».

Κοιμάται, κοιμάται, κοιμάται.

Όσο και να σηκώνει η αυγή το κεφάλι

Εκείνος κοιμάται.

***

Η ερωτευμένη


Στέκεται όρθια στα βλέφαρα μου,

Και τα μαλλιά της μες τα δικά μου,

Έχει των χεριών μου το σχήμα,

Έχει των ματιών μου το χρώμα,

Βυθίζεται στη σκιά μου

Καθώς μια πέτρα στον ουρανό.


Έχει τα μάτια πάντα ανοιχτά

Και δεν μ’ αφήνει να κοιμηθώ.

Τα όνειρα της γεμάτα φως

Κάνουν τους ήλιους να εξατμίζονται

Με κάνουνε να γελώ, να κλαίω και να γελάω

Να μιλώ δίχως να έχω κάτι να πω.

***



Από τη συλλογή Πρωτεύουσα του πόνου (Capitale de la douleur,1926).




Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2007

Δοκιμές Μεταφράσεων



Arthur Rimbaud


Adieu

Φθινόπωρο ήδη! – Μα γιατί να νοσταλγούμε έναν αιώνιο ήλιο, όταν έχουμε επωμιστεί την ανακάλυψη της θεϊκής διαύγειας, – μακριά από ανθρώπους που επιμένουν εποχή την εποχή να πεθαίνουν.
Το φθινόπωρο. Η βάρκα μας υψωμένη μες την ακίνητη ομίχλη επιστρέφει τώρα προς το λιμάνι της μιζέριας, την αχανή πόλη στον ουρανό στιγματισμένη απ΄ τη φωτιά κι απ’ τη λάσπη. Τα κουρέλια τριμμένα, μουσκεμένο απ’ τη βροχή το ψωμί, η μέθη, οι χιλιάδες που με σταυρώσανε έρωτες! Ποτέ δε θα πεθάνει αυτό το βαμπίρ, βασίλισσα χιλιάδων ψυχών και χιλιάδων κορμιών που θε να κριθούνε! Ξαναβλέπω τον εαυτό μου φαγωμένο το δέρμα από τη λάσπη και τη πανούκλα, γεμάτα σκουλήκια τα μαλλιά κι οι μασχάλες και πιο παχιά ακόμα σκουλήκια μες τη καρδιά, ανάμεσα σ’ αγνώστους χωρίς ηλικία, δίχως συναίσθημα… Θα έχω μπορέσει να πεθάνω… Η φρικτή θύμηση! Εξασκώ τη μιζέρια.
Και να τρέμω το χειμώνα, η εποχή της ανάπαυσης!
– Καμιά φορά βλέπω στον ουρανό ακρογιάλια χωρίς τέλος σκεπασμένα με σύννεφα έθνη χαρούμενα λευκά. Ένα μεγάλο καράβι από χρυσό κι από κάτω εγώ, κουνάει τα πολύχρωμα σημαιάκια του στην αύρα του πρωινού. Ανέβασα κάθε παράσταση, κάθε θρίαμβο, κάθε γιορτή. Δοκίμασα να εφεύρω καινούργια άνθη, άστρα καινούργια, καινούργιες σάρκες, καινούργια μιλιά. Πίστεψα που απόκτησα δυνάμεις υπερφυσικές. Αρκετά! Τώρα πρέπει να ενταφιάσω τη φαντασία μου και τις αναμνήσεις μου! Παραμυθά όμορφη δόξα και ποιητή που παρασέρνει!
Εγώ! Εγώ που άγγελο με λέω ή μάγο, από κάθε ηθική απαλλαγμένος, επέστρεψα στο έδαφος, μ’ ένα καθήκον για να ψάξω, και την πραγματικότητα τραχιά για ν’ αγκαλιάσω! Κορόιδο!
Απατήθηκα; Αδερφή θανάτου, για μένα, η αγάπη;
Τέλος πάντων, θα ζητήσω συγγνώμη που τράφηκα με το ψέμα. Και προχωράμε.
Μα ούτε ένα χέρι ρε φίλε! Και πού να ζητήσω βοήθεια;


Une saison en enfer


Paul Éluard


Η καμπύλη των ματιών σου κάνει της καρδιάς μου τον γύρο,

Ένα κύκλο χορού σχηματίζοντας και γλυκύτητας,

Του χρόνου φωτοστέφανο, λίκνο νυχτερινό και σίγουρο,

Κι αν πλέον όλα όσα έζησα δεν ξέρω

Είναι που τα μάτια σου δεν μ’ έχουν ακόμ' αντικρίσει


Φύλλα της μέρας κι αφρός της δροσιάς,

Καλάμια του ανέμου, αρωματισμένα χαμόγελα,

Φτερά να καλύπτουν έναν κόσμο φωτός,

Καράβια φορτωμένα με θάλασσα κι ουρανό,

Κυνηγοί θορύβων και χρωμάτων πηγές,


Αρώματα επωασμένα απ’ την εκκόλαψη μιας αυγής

Κείμενη πάντοτε στα άχυρα πάνω των άστρων,

Καθώς η μέρα εξαρτάται από την αθωότητα

Ο κόσμος ολόκληρος εξαρτάται απ’ τα μάτια σου αγνά

Κι όλο το αίμα μου μέσα στο βλέμμα τους κυλά.


Capitale de la douleur