Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2009

Матеја Матевски (Ματέγια Ματέβσκι)

Yves Klein, Peinture de feu sans titre, 1961



Матеја Матевски (Ματέγια Ματέβσκι)

(b. 1929)



Μετάφραση από τα

Σλαβομακεδονικά

Angelina Ajanovska - Ζ. Δ. Αϊναλής




Επιστροφή απ’ την Τροία

Ι


Έτσι είναι που αφήσαμε πίσω μας την Τροία ειρηνική και γαλήνια

ταγμένη ολόκληρη στην τρυφερότητα των ανέμων

οι πύλες ορθάνοιχτες και γινωμένα τα φρούτα

η Τροία λουσμένη τους ηλιοβόλους παιάνες

την αφήσαμε ψηλά πάνω από τους ανθισμένους βράχους

όπου το κρασί αναβλύζει και να σβολιάζει ο άρτος

Την αφήσαμε θλιμμένοι και τρυφεροί σύντροφοι από χρόνους

που από χωριστά μονοπάτια κινήσαμε από μακριά

γυρεύοντας την αμφίβολη φιλοξενία των καρπισμένων ελιών


Όταν όμως στεκόμασταν πια μονάχοι στην ανοιχτή θάλασσα

μην ατενίζοντας μπροστά μας παρά τ’ απροσπέλαστα κύματα

και τους βράχους που τρυπούσανε τα πλευρά των πλοίων

κι όταν σώθηκε πια το κρασί και καταναλώθηκε το λαρδί

δεν είχαμε να στηριχτούμε παρά σ’ εκείνα τα άσματα που κυλούσαν απ’ το λαιμό

ανακαλύπτοντας αργά την πείνα μαύρη και την απροσμέτρητη κούραση

ότι μακρύς ήταν ο δρόμος μέσα από άγνωστα ρεύματα και γνωστά

όπου αναμειγνύονταν οι πορείες αστέρων εφιαλτικών

μέχρις ότου η πείνα και η αγρύπνια κι η περιπλάνηση και το δικό μας τραγούδι

γίνονταν ένα με τις βαθιές δίνες της θάλασσας


Πολύ καιρό που δεν είχαμε καταλάβει πως από κείνο το έρκος οδόντων

η λέξη ύπουλη κηλίδωνε τον αλαλάζοντα αφρό του χρόνου

θυμίζοντας μας τα γεγονότα εκείνα που νυχτωμένη η μνήμη αγνοούσε

έπεα πτερόεντα επινοήσεις της αργόσχολης θάλασσας.


ΙΙ


Έτσι επινοήσαμε την κραταιή στρατιά και τις ανδραγαθίες

το ξύλινο άλογο του ανέμελου γιου του Λαέρτη

όλες τις περιπέτειες τα δάκρυα των βίαιων αντεγκλήσεων

τις βροντές των οπλών και τις αστραπές των δοράτων

και τις σταγόνες του αίματος ν’ ανθίζουν κατά τις επιθυμίες κακόβουλων θεών

που έτσι κοντά μας δίπλα μας να φθονούν τους στεναγμούς και τους γάμους μας

Έτσι επινοήσαμε τους πανύψηλους πύργους να καίγονται

τα δάκρυα τους θρήνους το χείμαρρο του θανάτου

ανάμεσα στα ερείπια του ήλιου και του ανέμου και του ονείρου


Ότι Τροία ποτέ δεν υπήρξε

ούτε και η πολύχρονη πολιορκία κάτω από τα τείχη της

ούτε η ασπίδα του Αχιλλέα ούτε τα δάκρυα του Πριάμου

όλα μια φαντασίωση εκστατική κάποιου κακόμοιρου τυφλού

που όλους μας ξεγέλασε έτσι κατάκοπους πάνω στα μαύρα πλοία

ίσαμε να κοπάσει η καταιγίδα και να πέσει ο άνεμος

όλα μια μελωδία μακρόσυρτη των ακατάβλητων υδάτων

ότι να πλέκεται με το όραμα η φωνή του ανδρός


Δεν ήμασταν παρά ταξιδευτές σε αναζήτηση ανήκουστων πραγμάτων

που περιφρονώντας το άροτρο για την περιέργεια των κουπιών

αγκαλιάσαμε τη θάλασσα σφιχτά τυλιγμένοι μιαν απειλητική σκοτεινιά

εγκαταλείποντας στο απομακρυσμένο πούσι τα τρυφερά τζιτζίκια της Ιθάκης

Παρά ονειρευτές του κοιμισμένου βάθους

που ανασκάβοντας την καρδιά κάθε που οι πρόγονοι κι οι πρόγονοι των προγόνων

ιστορούσανε με τρυφερά παραμύθια και πολύβουες πλάνες

κι όλο αυτό το τραγούδι για την περιπλάνηση και τις απίθανες περιπέτειες

δεν είχε παρά ν’ αποδείξει μόνη την ομορφιά της λέξης

όταν ο γιος του Λαέρτη ξανάνιωνε ξαπλωμένος στην όχτη


ΙΙΙ


Ο βόμβος της θάλασσας μας φέρνει στα χνάρια των πανύψηλων πύργων

από τα μούσκλα των κάστρων

και τη σκόνη των κατασκότεινων πυλών

όσο ακάματα κυλούν στον οφθαλμό ακόμα ζωντανό

οι ανθισμένες ομίχλες του φθινόπωρου

κι η παγωνιά της μοναξιάς


Βρήκαμε τα χνάρια της μες σε παμπάλαια χρονικά

πάνω σε φαγωμένες ξέρες

ανάμεσα στα στίγματα της τέφρας

η όψη της χανότανε στα βάθη λησμονημένων αφηγήσεων

στις λικνιστικές νηνεμίες σε γεωλογικά μυστικά

η φωνή της έσβηνε αργά μες τις τεκτονικές αναστατώσεις

μέσα στο γοργό βρόντο των υγρών στοιχείων


Η πόλη ορθωνόταν μπροστά στα ζαρωμένα μάτια

πάνω σε ψηλούς βράχους πάνω από τους λόφους κάτω από τη σκέπη των σύννεφων

η πόλη κρυβόταν κάτω απ’ τα μούσκλα την πέτρα το κύμα

ένα όνειρο τρελό εφιάλτης παραλήρημα το τραύλισμα του ανέμου

παρούσα να πληγώνει ή μακρινή σαν άσμα

η πόλη των συνεχών συναγερμών των θαλάσσιων μεγαλείων


Και ιδού η θάλασσα μας φέρνει στα χνάρια της πόλης

που πρέπει συνέχεια να βρίσκουμε και να ξαναβρίσκουμε και να υποδεχόμαστε

μια φούχτα φρούτα καλλιεργημένα κορώνα των ανθέων

άγριο φρούριο μες σε κατάφορτα κλαριά

για τ’ όνειρο του ταξιδιού και τον εφιάλτη της περιπλάνησης

γαλήνια ανάπαυση μπροστά στον κυνισμό του χρόνου βάνδαλου

που έθραυε τον ύπνο μας πάνω σε τρομερές διαδρομές δίχως τέλος


Πουθενά δεν είναι δεν ήτανε δεν πρόκειται να είναι αυτή η πόλη

στους λειμώνες των αφηγήσεων μήτε στις θάλασσες των ασμάτων

ούτε και χνάρια ούτε και χρονικά δεν μαρτυρούν αυτή την πόλη

κι όλα δεν θα ‘ταν παρά μια θλιμμένη κι όμορφη περιπλάνηση του Οδυσσέα

για την αγάπη των κυμάτων για την πλαισίωση μιας κώμης φαντασιακής

αν δεν κυλούσε από τούτο τον λαιμό μια θορυβώδης θαλασσινή μυθολογία

λέγοντας ξανά και ξανά

την επίμονη διάρκεια του ονείρου

μες τα ερείπια της καρδιάς


***


Αναδημοσίευση από την Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης – Ποιείν:

http://www.poiein.gr/archives/3352/index.html


Yves Klein, Peinture de feu sans titre (F74), 1961



Η ανακάλυψη της ερήμου


Άσμα Πρώτο


Πρώτα έπρεπε να εγκυκλώσεις το τίποτα

καθώς που εγκυκλώνει της τύφλωσης το σκότος κενό

καθώς που εγκυκλώνει του ονείρου η έρημος

η τέφρα που η φλόγα σκορπίζει

το τρομερό ρέμα ξερό

των περασμένων ημερών

Πολύ καιρό τώρα την πλησίαζα κι εκείνη ν’ απομακρύνεται

καθώς που το κτήνος ασύλληπτο της δύσπιστης περιέργειας

πολύ καιρό την πλησίαζα κι εκείνη να ξεγλιστρά

καταδίωξη μάταιη της σκιάς και του μαύρου

Έτσι απομέναμε ατέρμονα στην ίδια πάντα απόσταση

επί μακρόν ν’ ατενίζει ο ένας τον άλλο δυο άνεμοι κουρασμένοι

ήθελα να γίνω η αύρα της

κι εκείνη σα παιδί να φοβάται την αγκαλιά μου

Ότι έρανος είναι τα πάντα δια μέσου της κενής ύλης

του πυρήνα σε τούτη την έρημο που ακτινοβολεί

τον κόκκο της άμμος στους κόλπους των αμμολόφων

που χρόνια τώρα γλείφει άπληστος ο σκορπιός του ήλιου

Εντός αυτού του κενού είναι που έψαξα την ύλη του πνεύματος

τον πυρήνα του χρόνου της φλόγας το σπέρμα

προσπαθώντας να καταλάβω το φως μέσα στα μάτια μου που κρημνίζεται

καθώς η διψασμένη άμμος της αιώνιας διασταύρωσης των ανέμων

Μακρύς είν’ ο κυκλικός δρόμος μα φτάνεις πιο γρήγορα

καθώς είμαστε δυο που καλπάζουμε και δυο που ξεψυχάμε στο τέλος του

και ήμασταν δύο στ’ αλήθεια

μα μία η νύχτα

κι όμως απ’ αυτήν ήταν που έπρεπε τώρα

να εξέλθουμε

στο σκοτάδι


Άσμα Δεύτερο


Ο θόλος τ’ ουρανού στεριωμένος σε μιαν άϋλη ζέστη κοχλάζουσα

ο αέρας καυτός δονείται στην επιφάνεια της άμμος

η σφήκα κυνηγημένη το μεσημέρι χτυπά το ταμπούρλο

της σκόνης

η έρημος ν’ αντηχεί το κροτάλισμα των τζιτζίκων

ναρκωμένη η ακρίδα τινάζει απ’ τη τέφρα των φτερών της τη σκόνη

Κουλουριάζεται η κόμπρα του ήλιου ένα κουβάρι φωτιά

φυλάγοντας τ’ άγονα αγαθά του χρόνου

Το καραβάνι μακρύ των ανέμων σηκώνει από μακριά ένα στρόβιλο σκόνης

βαραίνει ο ουρανός κλονίζοντας της καμήλας τη ράχη

βογκώντας από το καμουτσίκι της κάψας

Μόνο το τσακάλι του μεσημεριού αλυχτά

μπροστά στην πλημμυρίδα της άμμος

Μα εγώ βρίσκομαι σε τόπο ασφαλή και γαλήνιο

και στις πηγές του φοίνικα πίνω άπληστος

μόνος μια μονότονη μοναξιά

ετούτη η άμμος ετούτο το μεσημέρι για να μην μ’ εξαντλήσει

το σερπετό του ήλιου μαύρο


Άσμα Τρίτο


Λίγο ακόμα να πλησιάσω

μα αδιαπέραστο το φαιό κατασπαράσσει το έκαστο βήμα μου

ο άνεμος διασχίζει αργά σταχτιές θημωνιές

διαγράφει τα ίχνη μου

κι η ύαινα του ήλιου αδιάφορη

γλείφει τα χείλη της

στο χαμό μου

Απ’ όλες τις πλευρές με κατασκοπεύουν χωρίς ποτέ να υπάρχει κανείς

τα γεράκια τσιμπολογούν το κεφάλι μου

η άμμος κόκκινη με πνίγει

κι οι μακρινές λάμες των λόφων μου χαρακώνουν τα στήθη

Ένα όρος άμμος και έπειτα η άμμος και πάλι ξανά καραδοκεί

στο βάθος κοκκινίζει η ράχη της άμμος μονάχα

κι εγώ παραζαλισμένος εξαντλημένος απ’ τις βαριές αυτές αλυσίδες της άμμος

με παραμονεύουν τα πέταλα ξερά της άμμος

που διαχέουν παντού το αμμώδες τους άρωμα

Νωχελικά τα έντομα του αιώνα με κοιτούνε παράξενα

καθώς παραπατώ και πέφτω προσηλωμένος στις μακρινές καταιγίδες

που θα με προσπεράσουν και θα με λησμονήσουνε του χρόνου συντρόφισσες άπιστες

και σε τούτα τα σύννεφα που θα στερέψουν το μαύρο πηγάδι του ήλιου

Πέφτω μα εκείνα συνεχίζουν να προχωράνε

βυθίζομαι μα στο βάθος αντηχεί

μία ευφρόσυνη νεροποντή που έρχεται ν’ απαλείψει

τον εφιάλτη ετούτης της έρημος

την σκοτοδίνη της αϋπνίας

Βροντάει εντός μου βροντά όσο περισσότερο πλησιάζω

τον πυρήνα τούτο γαλήνιο που ατέρμονα μου διαφεύγει

μες τη σκιά της άμμος απ’ τον καρπό του ηλίου

μες της καρδιάς το μαύρο σύννεφο


Άσμα Τέταρτο


Κάτω από την πέτρα του ήλιου κοιμάται η έρημος

κάτω από τον φλεγόμενο μύλο του χρόνου

αντηχούν ακόμα εντός μου ονόματα άγνωστα και παράδοξα

πατώ στην άμμο τους με αδιαπέραστη διαύγεια

Άμπου Ντάμπι Μπουραΐμι[1] Ελ Έϊν[2]

Φουτζέιρα[3] Ντουμπάϊ Μπαχρέιν

όσο που σκορπίζει την άμμος ο άνεμος

χούφτες άμμο σύννεφα σμάρια

καθώς να περιδινούνταν πυκνά τα χιόνια στην Μπίστρα[4]

ή να ‘βρεχε στα Σκόπια βαριές κουρτίνες βροχή

από άμμο στα μάτια στη γλώσσα στη λέξη

κι έπειτα να ουρλιάζει ο άνεμος

να ουρλιάζει ο σκύλος της έρημος

να ουρλιάζει τ’ αλάτι υδάτων απόμακρων

η άμμος που διαπερνά την ανάσα μου

η άμμος μέσα βαθιά στην κραυγή μέσα στο ουρλιαχτό

προς την εγκαταλελειμμένη άνοιξη

η άμμος που να τρυπώνει μες τα τραγούδια

καθώς κρύσταλλοι μικροσκοπικοί στο βάθος ακατόρθωτων ποιημάτων

η άμμος που στοιβάζεται απ’ όλες τις γωνιές του κόσμου

εκτός μου εντός μου σαν θερινή ανθοφορία

διάχυτη στα βελούδα της έρημος

καλύπτοντας τις ίδιες εκείνες λέξεις παράξενες που η ίδια γεννά

άμπου ντάμπι μπουραΐμι ελ έϊν

φουτζέιρα ντουμπάϊ μπαχρέιν

που να με καλύπτουν κάτω από κουρτίνες διάφανες

καθώς τα κύματα του Πολόγκ[5] καθώς του Ιμαρέτ[6] η σιωπή

μια άμμος υπέροχη απαστράπτουσα λεία

μια άμμος ζεστή δονούμενη χέρι γυναίκας

μέσα σε όνειρο που βλασταίνει κι ανοίγει

μια άμμος γλυκιά τρυφερή κρεβατάκι μωρού

που σβήνει τον χρόνο και καταλύει

ω πλημμυρίδα έμορφη της άμμος πλημμυρίδα τρομερή

από κάτω σου η μέρα π’ ακτινοβολεί

από κάτω σου η νύχτα π’ αναπνέει

από κάτω σου ο λόγος μόνος

το πρόσωπο του που αποκαλύπτει

Άμμος άμμος άμμος απ’ την δημιουργία του κόσμου

πριν απ’ τον οποίο δεν ήταν παρά μόνον ο λόγος


Άσμα Πέμπτο


Κάτω απ’ το μολύβι του μεσημεριού βαρύ δεν σπρώχνει η αθανασία[7]

κάτω απ’ τον καταστρατηγημένο ουρανό απ’ τον ξασπρίζοντα ήλιο

καθώς απλώνεται βαρύς πάνω στην άμμο

πάνω στον κουρασμένο χρόνο

Δεν σπρώχνει μέσα στην αρμονία κατάκοπη της μέρας

μέσα σε στοιχεία που θεμελιώνουν μέσα σε χρώματα ασταθή

μέσα στο κίτρινο το κόκκινο βαθιά μέσα στο γκρίζο

κάτω απ’ το ουράνιο τόξο της πυρπολημένης άμμος

που αγγίζει τον ορίζοντα

που τρέμει πέρα απ’ τον ορίζοντα

Τα πάντα είναι χρόνος άνεμος

ήλιος που λέμε άμμος

σύννεφο γινωμένο άμμος

ωκεανός σκαμμένος άμμος

ίσαμε τη σκιά τ’ ανθρώπου άμμος

άμμος η αταραξία του φοίνικα

και της καμήλας η περπατησιά βαριά πάνω στον άμμο

έντομα άμμος νύχτα άμμος ψάρι από άμμο

η γιγάντια σύνθεση του χαμένου χρόνου

που δεν πιστεύει στην αθανασία

εδώ δεν κάνουμε παρά να προχωρούμε

προς τον ορίζοντα της άμμος

προς την άμμο του ορίζοντα

κι έτσι βαδίζουμε μες τους αιώνες

κυκλωμένοι τον κύκλο ασταθή της άμμος

φυλακισμένοι την φυλακή αθέατη της άμμος

από το αίνιγμα άλικο της άμμος

που η άμμος μόνο λύνει

Εκείνη είναι που διηγείται τον ήλιο επάνω στη σιγή της άμμος

και σκέπει τους λόφους της άμμος

ίσαμε τη μέλλουσα αθανασία ηλιόλουστη

του ονείρου


Άσμα Έκτο


Πληγωμένος θα παραμείνω γερμένος επάνω στη δρόσο της άμμος

από την άμμο πληγωμένος από την άμμο ξανά γιατρεμένος

ο θορυβώδης πυρετός της έρημος με μουσκεύει

το πανίσχυρο ρέμα ξερό της άμμος

αν όχι στην άμμο που να με καταφύγω απ’ αυτό

φεύγω της άμμου προς την φεύγουσα άμμο

Κι ακόμα και το πρόσωπο σου λησμονημένο μέσα στην άμμο

προβάλλει μακριά γεννημένο ξανά απ’ την άμμο

κόκκο τον κόκκο σπόρο το σπόρο άμμος

ίσαμε που βάλλεται εντός μου να μεγαλώνει

αναδίνοντας τη μυρουδιά της μηλιάς σου

ίσαμε που πληρούται η ψυχή μου τ’ απόμακρο βλέμμα σου

που η άμμος δημιούργησε που η άμμος με γήτευσε

και ξοπίσω απ’ τη σκιά της να τρέχω διαμέσου της άμμος

καθώς προς την πηγή του χρόνου στερεμένη

εκείνη που με μαθαίνει κατά το ρέμα να κολυμπώ αντίθετα

φεύγοντας την ερημία της άμμος

για την ερημία του κόσμου

Φύσηξε η άμμος από το πρόσωπο σου την άμμο

και την σκόρπισε στα μονοπάτια του ουρανού

σύννεφα που μεταμορφώνονται άνθη

η άμμος όμως που σας δημιουργεί τον ουρανό και σένα

είναι πάντοτ’ εδώ λιωμένη από την άμμο

ανασηκωμένη γραπωμένη από τον άνεμο του απόμακρου

μαζί με την κατάρα μου

που θρυμματίζεται άμμος


Άσμα Έβδομο


Εγώ όμως που βρίσκομαι σε τούτο τον κύκλο σ’ αυτή την περιστροφή

που τόσο θέλησα να καταστήσω αδρανή

κάτω από τον κύκλωπα άγρυπνο του ηλίου

που βρίσκομαι εντός της αφελούς αυτής αδέξιας κίνησης

ομόκεντρος του αχανούς πυρήνα του διαστήματος

που εξουσιάζει όλους τους κύκλους

Οπλίζομαι εναντίον αυτής της ερημώδους εκτάσεως

που δεν γεννά παρά την άμμο λύκαινα ήρεμη κι ικανοποιημένη

η άμμος που θηλάζει τα στήθη της

το γάλα πλούσιο της άμμος

και με κουνά βουβά στην αγκαλιά της άμμος

για να με θάψει βλοσυρή κάτω απ’ τις πέτρες της άμμος

Κι είχα ωστόσο την πρόθεση να την κυριεύσω

στην έρημο της να πλαγιάσω την έρημο μου

μα να που η άμμος σηκώνεται και μου γρατζουνίζει τα μάτια

ότι δυο έρημοι μαζί δε βαστούνε σε τούτη την έρημος

υπό τον οφθαλμό επάγρυπνο του πιο απάνθρωπου ήλιου

Ο ήλιος κύκλωπας στην επουράνια σπηλιά του

να φυλάει ένα κοπάδι άμμο και στον πυρήνα του η ελπίδα

η αίσθηση της κίνησης εντός των τειχών της ερήμου κι εκτός στα περίχωρα

η κούραση μου και η αγρύπνια μου και το πυρίπνοο μου λαχάνιασμα

στ’ ακυβέρνητα διαστήματα της αδιάφορης άμμος

Και φωνάζω βοήθεια ζητώ απ’ το μύθο του καθρέφτη κατάκοπο

ότι αργά και αδιάκοπα φυλακίζουμε ο ένας τον άλλον

εγώ στο κλουβί της άμμος δίχως ελπίδα

εκείνος μέσα στις λέξεις μου δίχως κραυγή

στην έρημη μοναξιά μου

ότι έλειπ’ η άμμος τ’ όνειρο για να μη παλαντζάρει

και μου ‘λειπε η δύναμη να το κυριεύσω ή απλά να διαφύγω


Άσμα Όγδοο


Έπρεπε κανείς να περπατά πολύ συνετά ολόγυρ’ απ’ το κορμί του

ξαπλωμένο στον ήλιο μέσα στην γκρίζα κουφόβραση

διψασμένος όμως ρίχτηκα στον πυρήνα της

Έρημος ξαπλωμένη καθώς που μια σκιά γυναίκας απόμακρη

καθώς που ψευδαίσθηση όμορφη εφήμερου ουράνιου τόξου

Δεν διδάχτηκα όμως καν την πείρα του γερακιού

που με τα φτερά λικνίζει συνετά τον γαλήνιο ουρανό του

και μας διδάσκει να πλησιάζουμε δίχως βιασύνη κυκλοφέρνοντας

και το ουράνιο τόξο που φεύγει και χάνεται και το ψοφίμι που μένει και κείται

Ο νόμος του κυνηγιού κι ο νόμος της ομορφιάς

του ευαίσθητου πνεύματος οχτροί

ενώνονται εδώ σε μια αρμονία επιτακτική

Και πρέπει να πλησιάζεις αργά

έπειτα από την ήρεμη μοναξιά και τις μακρινές αναταραχές

ότι σ’ αυτές τις εξαντλημένες εκτάσεις

όπου η άμμος τρίβεται πάνω στη σκόνη της

τίποτα δεν συμβαίνει απροσδόκητα

τίποτα δεν μπορεί να διαφύγει

ο οφθαλμός του ηλίου

ούτε καν να κρυφτεί

στην ίδια του τη σκιά


Άσμα Ένατο


Έπρεπε να εξέλθεις από την άμμο

που καθορίζει το χρόνο

που καθορίζει ολόκληρη τη γεωγραφία της όρασης

πρέπει να εξέλθεις το κεφάλι σκυμμένο

συνειδητοποιώντας πως δεν μπορείς μήτε να διεισδύσεις μήτε να διαπεράσεις

στριφογύριζα μονάχα ολόγυρ’ απ’ τον πυρήνα της

ξαπλωμένος στο γόνιμο διάστημα της έρημος

στη γόνιμη κυοφορία της άμμος

Πρέπει να εξέλθεις απ’ την ατέλειωτη τούτη πεδιάδα

αχανής ένα όνειρο πυρετώδες εφιάλτης

σε μια θάλασσα αλλοτινή σε δάση αλλοτινά

υπομονετικά σχηματισμένα απ’ το μυστρί του ανέμου

Στο βάθος πέρα μακριά στέκουν τα ίχνη πολέμων απόμακρων

μπροστά στις πύλες των υδάτων μπροστά στων ίσκιων τους πύργους

και στέκουν οι απόμακρες ιστορίες υπό την τέφρα της άμμος

της δυστυχίας οι τρόμοι κι ο φόβος κι ο πανικός

Και καθώς που ‘λεγε ο γέρο-Όμηρος

ο φόβος σύντροφος είναι της φυγής[8]

ας αποτραβηχτούμε στον καιρό του αγνώστου

που μας απειλεί από παντού αθέατος και αδιάκοπος

ας αποτραβηχτούμε από τούτη την έρημο αν είν’ αυτό δυνατόν

κι ας κόψουμε το καρπό πριν ν’ ανθίσει τ’ αγκάθι

και ας ανθίσει ο σπόρος πριν τον σκορπίσει

κάποιος άνεμος μακρινός κάποιο νερό απόμακρο

που επωάζει την έρημος και που εντός μας διηθείται

Η άμμος λύνει μοναχά τα αινίγματα της άμμος

ενώνει το χρόνο ολόκληρο σε μια γκρίζα αρμονία αχανή

οπού βαραίνουν ήρεμα της άμμος τ’ αναρίθμητα κοπάδια

και τ’ απειράριθμα σμάρια της άμμος οπού στροφοδινούνται χωρίς τη σκιά τους

Τα πάντα είχανε προσεκτικά σχεδιαστεί για να ‘τοιμάσουν ένα όνειρο βαθύ

επάνω στο κρεβάτι της άμμος κάτω απ’ τα σκεπάσματα της άμμος

οπού μιλά μονάχο της έρημος το μυστικό απροσπέλαστο

Μα κι ο οφθαλμός ακόμα τ’ όνειρο κι αυτός στριφώνει

απ’ τ’ όνειρο ερεθισμένος κι από την άμμο χαραγμένος

που αναπολεί όλα τα μονοπάτια γνωστά άγνωστα

φέρνοντας αναπόδραστα μες την καρδιά της άμμος

Αυτός είναι που αποκρυπτογραφεί όλους τους γαλαξίες της άμμος

διαβάζοντας τη ζωδιακή αστρονομία της κι άλλα σημεία και τέρατα

για να επιστρέψει από τις παρυφές και ν’ αγγίξει τις πηγές

της αχανούς σιωπής της ασταθούς αλήθειας

Πέρα μακριά η ανακάλυψη της άμμος κι η αποκρυπτογράφηση της έρημος

έχει θέση στη σκέψη μονάχα όχι στη ζωή

ενός παιδιού που τρέχει με μούσια από άμμο

ενός πουλιού που ξαγρυπνά επάνω απ’ τ’ αγαθά της ξηρασίας

Προχωρά έρποντας του σερπετού τις σπείρες

που με μια γλώσσα φλογερή ιστορεί τη δολιότητα της άμμος

που ανακαλύπτουμε στο θάνατο και που στη γέννηση πεθαίνει


Άσμα Δέκατο


Πρέπει να την εγκαταλείψεις με καινουργιομένη ελπίδα

τους αμμώδεις της λόφους τους χείμαρρους της κατάξερους

άμμος φαιά φωτεινή άμμος κίτρινο ρέμα

άμμος στοιβαγμένη διασκορπισμένη συσσωρευμένη

λευκή άπειρη πυρόχρυση αγρύπνια

άμμος σκορπισμένη από τον άνεμο των αιώνων τον ουρανό του κόσμου

άμμος που ονομάζει την έρημο άμμο

έρημος που δίχως χαρά ονομάζεται άμμος

Δεν μπορείς να τη διασχίσεις να την κατανοήσεις να την κατακτήσεις

δεν τείνει το χέρι δεν απλώνει το σώμα δεν βγάζει μιλιά

στο τρυφερό χαμόγελο και στα χάδια

το στόμα της μένει άπληστο ξένο ανέγγιχτο

δίχως γέλιο δίχως χαμόγελο σε μια καχυποψία κουφή

κουλουριάζεται καθώς που το φίδι χιμά καθώς που τ’ αρπακτικό

φυλάγοντας τ’ αγαθό άγονο του κοιμισμένου ηλίου

που μαραίνεται ακόμα και στ’ όνειρο σε μια τρομακτική μοναξιά

φίλη τ’ ανέμου των φλόγινων του φτερών

μόνο μ’ εκείνον παίζει τον αμμώδη της πυρετό

Κλείνεται στον εαυτό της πίσω από τα όρια της τις απολήξεις της

από φωτιά από δίψα από δηλητήριο και μοναξιά

κλείνεται μπρος στη βροχή το φύλλο τον άνθρωπο

το υδάτινο χέρι του που παλεύει να τη δαμάσει

Η θάλασσα της χαμογελά μα κείνη ξεραίνει τις στέρνες

τη θωπεύουν τα χόρτα τους ξεφλουδίζει το σώμα

με τα νύχια της από άμμο τα δόντια της από άμμο μ’ ένα μαχαίρι από άμμο

που λάμπει μες την παλάμη της στο βραχίονα του ανέμου

Κι όμως έρχεται ιδού εκείνος που θα τη δαμάσει

είναι φύλλα τα χέρια του και τ’ άλογο του από γέρικα όνειρα

πλησιάζει από παντού ενδεδυμένος μια κάπα βροχής

λευκός καθώς που της θάλασσας ο αφρός ψηλός καθώς που η δρόσος στο φοίνικα

στα μάτια του κυλούν οι ονειρεμένες οάσεις

στριφώνει τρυφερά στις άκριες τους τ’ αμμώδες τους άπειρο

τρέχουνε τα παιδιά πετάγονται τα πουλιά

στην άμμο σκοτεινή σκορπά τις φωτεινές ψαλίδες των ανθέων

Αντιμετωπίζει τον άνεμο την καταιγίδα αντιμετωπίζει την άμμο

αντιμετωπίζει τη σκόνη του ήλιου στο ουρλιαχτό της σελήνης

Εκείνος είναι που δαμάζει τ’ αστέρια διδάσκει τους ουρανούς

περιφερόμενος στη στροφοδινούμενη έρημο

στα λημέρια της άμμος τα στερεμένα νερά

Για μένα απροσπέλαστη κι όμως σ’ εκείνου το μάτι τόσο κοντά

θλιμμένη πόσους αιώνες μεταμελημένη και δακρυσμένη

καθώς που νιόπαντρη λησμονημένη μια κόρη μαραμένη

μπρος στο χέρι του ανακαλύπτει τον εαυτό της κάτω απ’ την παλάμη του ξεγυμνώνεται

ξαπλωμένη σαν έτοιμη προσφορά σα γυναίκα

μ’ ένα κορμί αμμώδη σκόνη πριν τ’ αστέρια να το καρπίσουν

πριν να γίνει των πουλιών το κατάλυμα στων κλαδιών το αγκάλιασμα

που ξαπλώνουν απαλά το κορμί πάνω στης άμμος την τρυφερότητα


Άσμα Ενδέκατο


Πρέπει σιγά-σιγά να εγκαταλείψεις τον γαλήνιο πύργο της άμμος

από τους διαδρόμους της άμμος από τα τείχη της άμμος

βουβή οπισθοχώρηση εκκίνηση φωτεινή

μπροστά στην τρυφερή πλημμυρίδα του αφρού των λειχήνων και των φύλλων

Πρέπει γρήγορα να εγκαταλείψεις μια έρημο βουβή

προτού να στενέψει ο ορίζοντας προτού να θρυμματιστούνε οι όχτες

πρέπει ν’ αποτραβηχτείς στο τέλος μέσα σε όνειρα πικρά

προτού να σωριαστούνε τα όρια κι οι απολήξεις της άμμος

Από πάνω αφυπνίζ’ η άμμος τα γέρικα όνειρα των υδάτινων φλεβών

εφιάλτες του Ιορδάνη του Μπαραντά[9] του Νείλου

στο λυκόφως της άμμος στην χαραυγή των ανθέων

και τα πάντα είναι το δέλτα τους μες στην ομίχλη της γονιμότητας

Σιτάρι στη δρόσο των οφθαλμών το πτηνό στου στοχασμού τη σιωπή

καθώς που του ανέμου το πέταγμα προς τις φτερούγες της παιδικής ηλικίας

Περνούν άγνωστοι ταξιδιώτες πολεμιστές ναυτικοί

για χρόνια διασχίζαν ολόκληρη την τοπογραφία του πόνου

στο λίκνο της άμμος μέσα στις σπείρες του χρόνου

των αμμωδών αστέρων κυνηγοί αφέντες πύργων αμμωδών

ιδού αναρριχώνται ήδη στους ώμους του αιώνα

άσχημου καθώς που αγρύπνια γλυκιά μαγεμένου καθώς που παραμύθι πικρό

Η άμμος από την άμμο δασκαλεμένη δημιουργεί το προφίλ τους

να υποθάλπει τον άνεμο υπομονετικό να ωριμάζει τον ήλιο

η άμμος από την άμμο γονιμοποιημένη πολλαπλασιάζει το βλέμμα τους

που ήδη ν’ αγγίζει το τέρμα του γκρίζου λαβυρίνθου της άμμος

Για τούτο τώρα κι εσύ τράβα άχρηστος μέσα σε τούτες τις περιπλανήσεις

αποτραβήξου από το βλέμμα τους απομακρύνσου απ’ τη σκιά τους

ο άντρας αυτός λησμονημένος σηκώνει το χέρι του

εκτοξεύει το γέλιο του κάνει να τερετίζει το σπέρμα του

Τράβα τώρα απ’ την άμμο την έρημο τράβα προς την άμμο των λέξεων

απόδρασε μες την δική τους οριοθέτηση στη δρόσο της αγρανάπαυσης

ότι απ’ τις αγρύπνιες σου τώρα μονάχα η άμμος αναδύεται από την άμμο

ανθίζει μέσα στους θορυβώδεις αφρούς του μοναχικού άσματος σου


Άσμα Δωδέκατο


Η έρημος τούτη μετά από μας απόμεινε ένα όνειρο απόμακρο

που στεγνώνει τα χείλια μας ασθενίζει το βλέμμα μας

απόμεινε ένα παραμύθι εμποδισμένο που κάποιος άλλος θα κυνηγήσει

μέσα στον οφθαλμό του ανέμου κι από την έννοια του κόσμου

Δε μιλήσαμε τίποτα για κείνα τ’ αραβικά πουλάρια

που όλη τη μέρα κλωτσούνε τ’ αμόνι του ήλιου

μήτε για τους νεαρούς Άραβες μες σε καφτάνια πάλλευκα αφρός

ο άνεμος που κάνει να κυματίζουν οι βόστρυχοι

Ο ίσκιος των γυναικών έμεινε να τρέμει πίσω απ’ τις πύλες της άμμος

και την άμμο λαχανιασμένη στο κοίλο των μυστικών στεναγμών τους

το σώμα εκκοκκισμένο μέσα στην άμμο το άσμα μέσα στην άμμο εκκοκκισμένο

υπό τον οφθαλμό άγρυπνο του ηλίου

Δεν ψάχναμε να περιγράψουμε τη γεωγραφία της άμμος

ότι η άμμος γρήγορα θα σκεπάσει του πνεύματος τα υψίπεδα

Δεν είχα παρά την ψευδαίσθηση που θα κατόρθωνα ξαφνικά

ό,τι δεν κατορθώσαμε μέσα στο διάβα των αιώνων

την ύλη ρευστή της αγωνίας

που χαράσσει το μονοπάτι του ύδατος

μέσ’ απ’ το κόσκινο της άμμος

κι ανακατώνει το άσμα με την οδύνη

τον πυρήνα κρυμμένο του ακατόρθωτου χρόνου

που να δαμάζοντας τα κοπάδια τους φοίνικες χουρμαδιές

ολόγυρα από πύλες τη σκόνη κατάφορτες

της γαλήνιας όασης όπου το πνεύμα πορεύεται

ενόσω σκιαζόμαστε στο απέραντο βάθος της άμμος την αγρανάπαυση

κι όπου ακόμα κι ο θάνατος που ν’ αγγέλλεται μες στον ορυμαγδό

τη γέννηση εκκωφαντική της άμμος



Ελ Έϊν – Σκόπια

1973



Αναδημοσίευση από το ηλεκτρονικό περιοδικό Poema:

http://www.e-poema.eu/poem.php?id=197


***


Βιογραφικό Σημείωμα


Ο Матеја Матевски (Ματέγια Ματέβσκι) ανήκει στην μεταπολεμική γενιά των Σλαβομακεδόνων ποιητών, εκείνης δηλαδή της γενιάς που έκανε την εμφάνιση της, όπως και στην Ελλάδα, είτε κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου είτε αμέσως μετά τη λήξη του. Και σε όλες τις επιμέρους εθνικές γλώσσες της πρώην Γιουγκοσλαβίας, η αντίστοιχη γενιά ποιητών θα επιχειρήσει μια αποφασιστική στροφή σηματοδοτώντας την αρχή της μοντέρνας γιουγκοσλαβικής ποίησης. Το γεγονός αυτό που παρατηρείται σχεδόν σε όλα τα βαλκανικά κράτη, και της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης, φυσικά δεν είναι τυχαίο. Οι συνθήκες ετεροχρονισμένης – σε σχέση με τα Δυτικοευρωπαϊκά κράτη - δηλαδή νεωτερικότητας, είναι ακριβώς που θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη μιας εύρωστης και γνήσια μοντερνιστικής ποιητικής γραφής στην Γιουγκοσλαβία, στην Ελλάδα, στη Βουλγαρία και βέβαια στην Τουρκία.

Ο Ματέγια Ματέβσκι θα γεννηθεί στις 13 Μαρτίου στην Κωνσταντινούπολη, όπου οι γονείς του είχαν μεταναστεύσει σε αναζήτηση εργασίας και μιας καλύτερης τύχης. Μετά από λίγο η οικογένεια του θα επιστρέψει στο Gostivar (στη δυτική Σλαβομακεδονία). Εκεί θα περάσει τα παιδικά του χρόνια και εκεί θα τον βρει το ξέσπασμα του Πολέμου. Θα συμμετάσχει ως έφηβος στο παρτιζάνικο κίνημα αντίστασης εναντίον του Γ΄ Ράιχ. Μετά το πέρας του πολέμου θα ολοκληρώσει τις σπουδές του στο Τμήμα Γιουγκοσλαβικής Φιλολογίας στα Σκόπια, και εν συνεχεία θα μετοικήσει για ένα χρόνο στο Παρίσι για μεταπτυχιακές σπουδές ως υπότροφος του γαλλικού κράτους επάνω στο σύγχρονο γαλλικό θέατρο. Από κει θα επιστρέψει στη Γιουγκοσλαβία για να εργαστεί αρχικά ως καθηγητής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ εν συνεχεία θα εργαστεί διαδοχικά στη Ραδιοφωνία και στη Τηλεόραση των νεοσυσταθεισών τότε κρατικών τηλεπικοινωνιών. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 θα οριστεί γενικός διευθυντής της κρατικής Ραδιοτηλεόρασης. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 διετέλεσε πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνών Πολιτισμικών Σχέσεων της Γιουγκοσλαβικής Σοσιαλδημοκρατίας της Μακεδονίας ενώ παράλληλα εξελέγη τακτικός καθηγητής του Τμήματος Δραματικής Τέχνης του Πανεπιστημίου των Σκοπίων.

Η πρώτη του εμφάνιση στα γιουγκοσλαβικά γράμματα θα γίνει το 1956 με τη δημοσίευση της συλλογής Βροχές, η οποία θα χαιρετιστεί από την κριτική ως η πρώτη σημαντική προσπάθεια της σλαβομακεδονικής ποίησης να εξερευνήσει και να εκφράσει τη σύγχρονη ευαισθησία και ψυχολογία. Μέσα στις τρεις επόμενες δεκαετίες θα ολοκληρώσει τον κύριο όγκο του ποιητικού του έργου. Έτσι, θα ακολουθήσουν οι ποιητικές συλλογές Ισημερινός (1963), Ίρις (1976), Ο Κύκλος (1977), Φιλύρα (1981) και Η Γέννηση της Τραγωδίας (1985). Η τελευταία του ποιητική συλλογή Εσωτερικός χώρος κυκλοφόρησε το 2000. Ποιήματα του θα μεταφραστούν σχεδόν σε όλες τις σλαβικές γλώσσες (σερβοκροατικά, σλοβένικα, σλοβακικά, πολωνικά, ρώσικα) καθώς και σε αρκετές άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες (ιταλικά, ισπανικά, γαλλικά, δανικά, ρουμάνικα, αλβανικά και τούρκικα).

Ο Ματέγια Ματέβσκι είναι αναμφίβολα μια εμβληματική μορφή της σύγχρονης σλαβομακεδονικής λογοτεχνίας. Εκτός από την ποίηση θα ασχοληθεί εκτενώς με το δοκίμιο (το 1987 θα κυκλοφορήσουν δύο συγκεντρωτικοί τόμοι με τις κριτικές και τα δοκίμια του, Από την Παράδοση στο Μέλλον και Θέατρο και Δράμα), θα συνεργαστεί με πληθώρα λογοτεχνικών περιοδικών, ενώ θα ιδρύσει και το λογοτεχνικό περιοδικό Strouga το οποίο θα αφήσει κι αυτό με τη σειρά του τη σφραγίδα του στη σύγχρονη σλαβομακεδονική ποίηση και μέσω του οποίου θα διοργανώνει διεθνείς ποιητικές βραδιές.



[1] Бураими: Πόλη – όαση στο βορειοανατολικό Ομάν.

[2] Ел Ејн: Αιγυπτιακή κωμόπολη κοντά στην Ερυθρά θάλασσα.

[3] Фуџеира: Το νεότερο εμιράτο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.

[4] Бистра: Το πιο γνωστό όρος των Σκοπίων.

[5] Полог: Κοιλάδα στο βορειοδυτικό τμήμα των Σκοπίων.

[6] Имарет: Το Ιμαρέτ είναι ένα ιδιαίτερο οθωμανικό κτίσμα το οποίο μπορούσε κανείς να βρει σε όλες τις άκριες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τον 14ο μέχρι και τον 19ο αι. Συνήθως αποτελούσε τμήμα ενός ευρύτερου αρχιτεκτονικού συνόλου, του vakıf, που αποτελούταν από ένα νοσοκομείο, ένα τζαμί και ένα καραβάν-σεράι. Το Ιμαρέτ κατά την κλασική οθωμανική περίοδο χρησίμευε ως δημόσιο μαγειρείο, όπου σερβίρονταν, δωρεάν, κυρίως σούπες και ψωμί σε ταξιδιώτες και φτωχούς. Τα πιο γνωστά Ιμαρέτ στον ελλαδικό χώρο είναι το Αλατζά Ιμαρέτ στη Θεσσαλονίκη (που χρησίμευε ως πτωχοκομείο) και τα Ιμαρέτ της Καβάλας (χτισμένο το 1817 απ’ τον Μοχάμεντ Άλι που χρησίμευε ως ιεροδιδασκαλείο) και της Κομοτηνής (από τα παλαιότερα μουσουλμανικά μνημεία της Θράκης χτισμένο γύρω στο 1370).

[7] Ο ποιητής χρησιμοποιεί τη λέξη vratika (вратика) η οποία αποτελεί την ονομασία ενός λουλουδιού (tanacetum vulgare) το οποίο, απ’ όσο γνωρίζουμε, στην ελληνική καλείται «αθανασία» ή «αθάνατος». Ετυμολογικά προέρχεται από το ρήμα враќа (επιστρέφω) και πρόκειται για ένα λουλούδι το οποίο παραδοσιακά πρόσφεραν σε όσους έφευγαν από την πατρίδα προκειμένου αυτοί να επιστρέψουν ασφαλείς σε αυτήν.

[8] Αναφορά στην 21η Ραψωδία της Ιλιάδας όπου οι Τρώες τρέπονται σε φυγή πανικόβλητοι από την επανεμφάνιση του Αχιλλέα. Πρβλ. και τα ποιήματα Τρώες του Κ.Π. Καβάφη και Διαβάζοντας έναν αρχαίο Έλληνα ποιητή του Bertolt Brecht.

[9] Барада: Ποταμός στη Συρία.

Σάββατο 18 Ιουλίου 2009

Αφιέρωμα: Ελληνική ποίηση 1952 – 1974 (Επίμετρο ΙΙ)

Odilon Redon, Nuages en fleurs



Ε. Χ. Γονατάς



Ο Ταξιδιώτης


Μα γιατί τόσο λίγη μουσική

αφού υπάρχει τέτοια σιωπή;

Όσιπ Μαντελστάμ




Ο νέος που σκότωσε τον Γίγαντα κι εξαφανίστηκε ύστερα, δίχως ποτέ κανένας να μάθει γι αυτόν, δεν ήταν όπως διέδωσε η φήμη κι όπως θα λέει αύριο η παράδοση καταγωγής αριστοκρατικής. Ήταν ένας άνθρωπος του λαού, που τον περίμενε ένα απίστευτο τέλος. Κάποιος με πράσινη στρατιωτική ζακέτα χωρίς κουμπιά και κίτρινο φανελένιο παντελόνι. Ο άνθρωπος αυτός παρ’ όλες τις συμβουλές και τις παροτρύνσεις μας, δεν μας άκουσε. Έκανε λοιπόν όπως πάντα του κεφαλιού του. Και τον σκότωσε. Ύστερα από τον φόνο αγωνία πολλή τον κυρίεψε. Όταν μάλιστα σε μια στιγμή πρόσεξε κάτι που δεν είχε από την αρχή προσέξει, τη σκιά του να χορεύει στους τοίχους σαν μεγάλο πουλί που όμοιο του ποτέ, όσο θυμόταν, δεν είχε συναπαντήσει στα κυνήγια του, ρίγος συγκλόνισε το κορμί του και άρχισε να τρέμει σαν τη φλόγα του κεριού στο σαμντάνι, σαν την ίδια εκείνη φλόγα που έγινε η αρχή του μαρτυρίου του. Όμως μην τολμώντας να σβήσει το κερί του, κλείδωσε την πόρτα του σπιτιού και κρέμασε απ’ έξω μια παλιά πινακίδα, όπου είχε γράψει τα ακόλουθα:


Εγώ χτύπησα σήμερα τα μεσάνυχτα τον Γίγαντα, με δόλο απάνω στον ύπνο του, μεθυσμένον. Όμως φοβάμαι μήπως στο τέλος γλιτώσει. Κάτι ωστόσο μου λέει πως δεν θα γλιτώσει. Δεν μπορεί, δεν πρέπει να μην τον έχω σκοτώσει. Όχι. Τον έχω σκοτώσει για πάντα.


Η επιγραφή αυτή δεν βρέθηκε ποτέ. Φαίνεται πως ένας διαβολεμένος άνεμος, που φύσηξε τα χαράματα, την ξεκόλλησε, κι αφού τη στριφογύρισε στα στενά σοκάκια και στις εξοχές, ύστερα την έριξε μέσα στη λίμνη και χάθηκε.

Βγαίνοντας από το σπίτι, προτού στρίψει τη γωνιά, γύρισε κι έριξε μια κλεφτή ματιά στα μαύρα παραθυρόφυλλα, όπου πίσω τους χόρευε με άγρια λύσσα η φλόγα του κεριού. Η εικόνα της άδειας του κάμαρης με τους κόκκινους τοίχους, που φωτιζόταν από το καταραμένο εκείνο κερί, δίχως κανέναν, ούτε αυτόν τον ίδιο μέσα της, που όμως τον έβλεπε ακόμα εκεί, όπως ήταν πριν λίγη ώρα, τον έκανε πάλι να ριγήσει μέσα στη δίχως κουμπιά ζακέτα του. Τάχυνε το βήμα του, έφτασε στο σταθμό, κι αφού έβγαλε εισιτήριο, πιέζοντας τον εαυτό του να φανεί ψύχραιμος και ατάραχος, επιβιβάστηκε στο τρένο δίχως να έχει μαζί του ούτε βαλίτζα ούτε σάκκο.

Η διαδρομή υπήρξε μακριά και κουραστική. Περνούσαν μπροστά του τοπία βυθισμένα στο σκοτάδι, πέρα στο βάθος μόλις γυαλίζανε τα νερά μικρών λιμνών, όμως αυτός έβλεπε ένα κερί να πλέει σε κάθε επιφάνεια, κάθε τόσο έσταζε από το κερί μια φαρδιά σταλαγματιά, που άπλωνε περισσότερο μόλις έπεφτε στο νερό, και έπλεε κι αυτή σαν άσπρο λουλούδι.

Το τρένο ήταν παλιό, πολλά τζάμια του λείπανε και μέσα στα βαγόνια έμπαινε η ανάσα της νύχτας. Μαζί έμπαιναν και κάτι μικροσκοπικές γυναίκες, που είχαν το δαχτυλάκι τους τυλιγμένο με άσπρη γάζα. Τον έδειχναν μια στιγμή με το δεμένο τους δάχτυλο χωρίς να βγάζουν άχνα, το έκρυβαν ύστερα στο στήθος τους και, σφίγγοντας τις σάρπες στους ώμους τους, εξαφανίζονταν πάλι από την ίδια μεριά απ’ όπου είχαν μπει. Ο φωτισμός του βαγονιού ήταν πενιχρός, και οι δυο μοναδικοί συνταξιδιώτες του κοιμόντουσαν πάνω στους πάγκους, έχοντας σκεπασμένα τα πόδια και τα κεφάλια τους με σκούρες προβιές. Από καιρό σε καιρό κατρακυλούσαν από τη μια άκρη του πάγκου στην άλλη, σαν τσουβαλάκια, και οι προβιές τους φεύγανε, ξεσκεπάζοντας τα κίτρινα, γυμνά πόδια τους. Εκείνος από τη θέση του, τους παρατηρούσε και, τις δυο-τρεις φορές που συνέβη η παραπάνω σκηνή, διέκρινε πάλι στο βάθος των ματιών τους, καθώς τ’ άνοιγαν, τη φλόγα ενός κεριού που τρεμόσβηνε. Μα κι όταν έκλειναν τα μάτια τους, έβλεπε καθαρά πως εξακολουθούσαν να φωτίζονται από μέσα με το ίδιο κίτρινο φως. Τραβούσε τότε από πάνω τους το τρομαγμένο του βλέμμα και το κάρφωνε στην κοιλιά ενός μεγάλου ψαριού, που ο ένας το είχε κρεμάσει με σπάγκο από το στόμα σε ένα καρφί, δίπλα στο παράθυρο, η αστραφτερή κοιλιά με τα μεγάλα λέπια άρχιζε σιγά-σιγά να γαλαζώνει, και μια μπλε τώρα φλόγα άναβε ξαφνικά στα βάθη της. Με το μέτωπο πλημμυρισμένο ιδρώτα, κλείνει τα δικά του μάτια για να γλυτώσει από το απαίσιο φως της φλόγας, που δεν παύει να τον παρακολουθεί. Επιτέλους έφτασαν στο τέρμα. Το ανήγγειλαν οι σούστες του τρένου που έτριξαν ανατριχιαστικά και μια σφυρίχτρα που σφύριξε τρεις φορές. Γι αυτόν, όμως, το τέρμα έμοιαζε περισσότερο με φριχτή αρχή.

Είχε πάρει πια την απόφαση του· θα προσπαθούσε να αποφύγει με κάθε τρόπο τη σύλληψη, γιατί κυρίως φοβόταν τις ανακρίσεις που θα ακολουθούσαν για τους λόγους και τις αιτίες εκείνου του φόνου. Με βήμα σχεδόν σταθερό, ξεμάκρυνε γρήγορα από το σταθμό, αφήνοντας πίσω του και το τελευταίο κατοικημένο σπίτι· περπατούσε τώρα στην παγωμένη εξοχή κι ένιωθε την υγρασία να μουσκεύει τις σόλες των παπουτσιών του. Πήρε το στενό ανηφορικό μονοπάτι προς το οροπέδιο, που είναι κλεισμένο γύρω-γύρω από ψηλά μυτερά βράχια, επάνω στις κοφτερές αιχμές τους, γεράκια ακονίζουν τα νύχια τους. Στην κοιλιά τους καίει μια δυνατή φωτιά, και στις μεριές του κορμιού τους που η ψώρα έχει μαδήσει τα φτερά, το κρέας τους είναι κατακόκκινο και ωμό και αχνίζει στο κρύο της αυγής, που ολοένα πλησιάζει, ολοένα.

Η παρουσία του νέου δε φαίνεται καθόλου να ξαφνιάζει τα όρνια, ίσα-ίσα μοιάζουν σαν να τον περίμεναν, κι αυτό τον βάνει σε συλλογή. Οι σκέψεις μπερδεύονται στο κεφάλι του κι ο φόβος αρχίζει πάλι να τον κυριεύει. Καθώς περνάει ανάμεσα τους στέκουν ακίνητα στις κορυφές των βράχων, σαν συλλογισμένα γερόντια, με τους γιακάδες των πανωφοριών σηκωμένους. Στα μάτια τους καίει πρασινωπή φλόγα.

«Ξου, ξου, ξου», τους κάνει δυνατά και τους κουνάει απειλητικά τα χέρια, μα τα γεράκια μένουν πάντα ακίνητα στην ίδια θέση. Μέσα στην απόλυτη ησυχία που ακολουθεί ακούγεται ένας μικρός θόρυβος, που γίνεται αμέσως ύστερα αέρας, του αγγίζει τα μάγουλα και τον παγώνει, είναι ο ανασασμός των πουλιών, κατάψυχρος και συρτός.

«Ξου, ξου, ξου», ξανακάνει πιο δυνατά. Σηκώνει ένα λιθάρι από χάμω και τους το ρίχνει· το λιθάρι ακούγεται να χτυπάει βαριά και υπόκωφα πάνω στα βράχια και ύστερα κατρακυλάει στα πόδια του. Τα πουλιά δε σαλεύουν καθόλου, μονάχα κλείνουν διαδοχικά πότε το ένα τους μάτι πότε το άλλο, σαν να τον κοροιδεύουν· και είναι τόσο φριχτό αυτό όταν το κάνουν όλα μαζί, χωρίς διακοπή, που παύει να τα κοιτάζει και, σφίγγοντας με τα χέρια το κεφάλι, τρέχει μπροστά, αλλάζοντας το βήμα του σε πήδημα άταχτο και γοργό.

Και να, το σπίτι με τους πέτρινους τοίχους φάνηκε πια. Είναι χτισμένο σε ψήλωμα, και ανάμεσα από τα κυπαρίσσια, που φρουρούν την πρόσοψη του, ξεχωρίζουν οι δύο εξώστες του με κλειστά τα θυρόφυλλα. Στον δεύτερο εξώστη, ένα ψηλό κοντάρι τινάζεται στον ουρανό· το κοντάρι κάποιας σημαίας που δεν υπάρχει.

Η σιδερένια εξώπορτα τρίζει καθώς τη σπρώχνει, σαν κάτι να είναι σφηνωμένο στους αρμούς της, που την εμποδίζει ν’ ανοίξει διάπλατα· ανοίγει αργά, κάνοντας του τόπο να περάσει. Αλλά στο κατώφλι του σπιτιού δειλιάζει· δεν ξέρει αν πρέπει να μπει. Θέλει να γυρίσει να φύγει, μα οι πράσινες φλόγες που αναβοσβήνουν στα μάτια των πουλιών πάνω στα βράχια, καθώς γυρνάει και τ’ αντικρίζει μακριά, τον κάνουν να αποφασίσει. Με βήματα κλονισμένα περνάει την πόρτα.

Μέσα στο απέραντο σπίτι βασιλεύει σιωπή· ο μόνος θόρυβος που φτάνει στα αυτιά του είναι ο θόρυβος των βημάτων του που σέρνονται στο σκονισμένο δάπεδο προσεχτικά. Καθώς προχωράει, τα μάτια του αρχίζουν να συνηθίζουν το σκοτάδι. Το δωμάτιο όπου βρίσκεται τώρα, αφού πέρασε ένα μικρό διάδρομο, φωτίζεται ελάχιστα. Η οροφή του είναι γυάλινη, φτιαγμένη από δεκάδες μικρά τζάμια χωρισμένα μεταξύ τους με σιδερόβεργες και, παρόλο το χώμα και το παχύ στρώμα από σάπια φύλλα που τα σκεπάζουν, αφήνουν να γλιστρούν ανάμεσα τους οι αχτίνες των αστεριών. Το λιγοστό φως φτάνει για να δει πως το δωμάτιο είναι μια μεγάλη άδεια σάλα· μόνο μερικά καλάθια βρίσκονται εκεί, βαλμένα στη σειρά το ένα κοντά στο άλλο, και κάτι ασπριδερό γυαλίζει μέσα τους. Πλησιάζοντας, βλέπει πως είναι μεγάλα πλεχτά κλουβιά, τέτοια που κι αυτός, μικρός, χρησιμοποιούσε στα κυνήγια του· κι εκείνο που φάνταζε στο μισοσκόταδο κάτασπρο, είδε με φρίκη πως ήταν σκελετός πουλιού. Εξετάζοντας τα κλουβιά, που τα μέτρησε εφτά, βεβαιώθηκε πως το καθένα έκλεινε μέσα του και από ένα σκελετό μεγαλόσωμου πουλιού. Το μυαλό του πέταξε στα γεράκια, κι ένιωσε πάλι στο πρόσωπο του την απαίσια ανάσα τους. Για να μην βλέπει τα εφτά κλουβιά με τα λείψανα, κοίταξε ψηλά στη γυαλόφραχτη οροφή. Πίσω της διέκρινε ξανά τα γνώριμα μάτια. Πήδηξε τρομαγμένος και σκόνταψε σ’ ένα μεγάλο πιθάρι, που τραντάχτηκε βγάζοντας έναν κούφιο, μακρινό ήχο που έμοιαζε να έρχεται μέσα από τη γη, σάμπως το πιθάρι να συγκοινωνούσε με μια βαθιά υπόγεια στέρνα. Μια σιγανή, θλιμμένη μελωδία ακούστηκε ευθύς αμέσως.

Κάποιος έπαιζε με τις χορδές μιας κιθάρας, κάποιος που δεν φαινόταν, αλλά βρισκόταν σίγουρα στα απάνω διαμερίσματα όπου έφερνε η ξύλινη σκάλα· μπροστά στα χοντρά κάγκελα της είχε σωριαστεί τώρα ο νέος. Κι ο κάποιος αυτός – πρέπει να ήταν σπουδαίος καλλιτέχνης – έπαιζε έναν μελαγχολικό σκοπό, τόσο γλυκό και παραπονεμένο, που είχε από τα παιδικά του χρόνια ν’ ακούσει. Ο νέος ξέχασε μεμιάς όλες τις φοβέρες και τις αγωνίες της εφιαλτικής βραδιάς, ξέχασε τις γυναίκες με το δεμένο δάχτυλο, που είχε δει πριν από λίγες ώρες να μπαίνουν από τα παράθυρα του τρένου· ξέχασε τα μάτια των γερακιών που τον καταδίωκαν, και τους σκελετούς των πουλιών στα κλουβιά. Όταν η εξαίσια μουσική έσβησε, η καρδιά του ήταν ακόμη γεμάτη έκσταση, και τα βαριά βήματα, που άκουγε να σέρνονται στα σκαλοπάτια, δεν του προξενούσαν πια φόβο, γιατί ήταν βέβαιος πως ήταν βήματα φιλικά.

Ένας άνθρωπος πρόβαλε· φορούσε ρόμπα με φαρδιά μανίκια και είχε ζωσμένη στο στήθος του μια μικρή κιθάρα· αυτή είχε βγάλει τους παρήγορους ήχους που χάρισαν ηρεμία στην καρδιά του. Οι χορδές της κιθάρας – καθώς έπεφταν επάνω τους από τη γυαλένια στέγη οι αχτίνες των αστεριών – στραφτάλιζαν ασημένιες.

Τα μαλλιά και τα αυτιά του αγνώστου ήταν κρυμμένα σε σταχτύ σκούφο από μαλακή προβιά. Το πρόσωπο του ήταν σκοτεινό, αλλά από τα μάτια του έβγαινε ένα φως, σαν κι αυτό που παίρνει το κόκκινο κρασί μέσα στα κρυστάλλινα ποτήρια.

Στάθηκε μπροστά στον νέο· βλέποντας τον εκείνος, έφερε στο νου του τον έναν από τους δύο βραδινούς συνταξιδιώτες του. Ωστόσο ο άγνωστος δεν έμοιαζε σε τίποτα με εκείνους. Ο νέος θέλησε να τον παρακαλέσει να ξαναπαίξει τη θαυμάσια μουσική, που δεν είχε σβήσει ακόμα από τα αυτιά του. Δεν μπόρεσε όμως να βρει τα κατάλληλα λόγια, κι ο άγνωστος δεν του έδωσε τον καιρό· με φωνή βαθειά, όμοια με τον ήχο που έβγαλε πριν το πιθάρι, είπε φωτίζοντας του το πρόσωπο με την κόκκινη λάμψη των ματιών του.

« Δεν σε ρωτώ γιατί είναι το σπαθί σου ματοβαμμένο, ξένε. Καλώς ήρθες. Όμως, βλέπω τα ρούχα σου κατασκονισμένα· πάρε αυτήν την βούρτσα να καθαριστείς ».

Του έδωσε τη βούρτσα κι ο νέος ξεσκονίστηκε. Ο άγνωστος δεν έπαιζα πια το όργανο του, που κρεμόταν τώρα πεθαμένο από τη ζώνη του, σαν μεγάλο κομμένο αυτί· και η μαγεία σκόρπιζε σιγά-σιγά.

« Έλα να σε οδηγήσω στον κοιτώνα σου, είναι ώρα να αναπαυθείς », είπε πάλι κι άρχισε να ξεμακραίνει.

Ο άγνωστος άρχισε να κατεβαίνει μια άλλη σκάλα κι ο νέος πάντα τον ακολουθούσε. Ο αέρας όσο προχωρούν γίνεται πιο βαρύς, πιο πηχτός. Τα πόδια τους δεν πατάνε πια σε ξύλο μα σε χώμα· τα σκαλοπάτια τελείωσαν και βρέθηκαν στο υπόγειο. Ο άγνωστος στέκει στην είσοδο και του γνέφει να μπει. Ο νέος μπαίνει και κάνει ένα γύρο. Οι τοίχοι είναι από πέτρα που φωσφορίζει ελαφρά. Καθώς προχωρεί, κάπου σκοντάφτει. Κάτι πέφτει με πάταγο. Στο τρεμουλιαστό φως των τοίχων, βλέπει το καπάκι μιας κάσας αδειανής. Κοιτάζει γύρω του ανήσυχος. Και άλλες κάσες φορτωμένες σκόνη και σφαλισμένες με λουκέτα βρίσκονται στη σειρά.

Αγωνία αρχίζει πάλι να τον κυριεύει, ο ίδιος φόβος που τον έκανε να τρέμει ύστερα από τον φόνο, όταν βρισκόταν πια μακριά από την αδειανή κάμαρα του, κι όμως έβλεπε τον εαυτό του ακόμα μέσα εκεί, σαν να μην είχε καθόλου φύγει. Θέλει να γυρίσει να δει τον οικοδεσπότη, να τρέξει να του μιλήσει, να του ζητήσει να εξηγηθεί. Μα εκείνος δεν βρίσκεται πια στο κατώφλι της πόρτας που είναι τώρα κλειστή. Καταλαβαίνει τότε, και γεμάτος λύπη κάθεται σε μια γωνιά. Από το μικρό σιδερόφραχτο φεγγίτη αρχίζει να μπαίνει γαλαζωπό φως, που όσο πάει και ξεθωρι΄ζει. Όπου να ‘ναι θα ξημερώσει και πρέπει να βιαστεί. Ψάχνει γύρω του, μήπως βρει κανέναν καθρέφτη που χρειάζεται, μα καθρέφτης δεν βρίσκεται πουθενά. Βγάζει τότε από τη ζώνη του το ματωμένο μαχαίρι, το ίδιο που μπήχτηκε στην κοιλιά του μεθυσμένου Γίγαντα, και το μπήγει στο ξύλο της κάσας. Διορθώνει τη ζακέτα του προσπαθώντας να κουμπωθεί. Τα δάχτυλα του, ψηλαφητά, βρίσκουν πρώτα τις κουμπότρυπες· ύστερα ψάχνει τη δεξιά μεριά και πιάνει μονάχα τέσσερις κόμπους σφιχτούς.

Σπανίως η ζακέτα του είχε κουμπιά, γι αυτό και δεν παραξενεύεται. Όμως η έλλειψη τους, η ασήμαντη αυτή λεπτομέρεια, τον κάνει τώρα να πονέσει πολύ.

Θυμάται τους δικούς του· τον πατέρα του, που εκλιπαρούσε τη μάνα του να του ράψει ένα κουμπί που του είχε πέσει· μα εκείνη πάντα βαριόταν. Έβγαινε τότε αυτός έξω στο δρόμο, κορωμένος από το θυμό, και φώναζε δυνατά, βαρώντας τα στήθια του.

« Ακούστε με, γειτόνοι, πρέπει να μάθετε, να μάθει όλος ο κόσμος με τι γυναίκα με ένωσε η τύχη. Άφησε και μου έπεσαν, ένα-ένα, όλα μου τα κουμπιά και δεν μου τα ράβει!».

Ύστερα, τινάζοντας τα χέρια του δεξιά-αριστερά και γκρεμίζοντας ό,τι συναντούσε στο διάβα του, τραβούσε γραμμή στο πρώτο σπίτι που έβρισκε μπροστά του, χτυπούσε την πόρτα και παρακαλούσε την άγνωστη νοικοκυρά να του βάλει τα κουμπιά εξευτελίζοντας έτσι τη γυναίκα του στα μάτια των ξένων.

Και η μάνα του, την ίδια ώρα, έβγαζε κρυφά από το στήθος της ένα μικρό εικόνισμα, το στόλιζε με πράσινα φύλλα και, γονατιστή – με δάκρυα στα μάτια – παρακαλούσε με θέρμη και προσευχόταν για το θάνατο του τυράννου της.

Ένας πόνος, ένας θολός και απέραντος πόνος ξεχύνεται από μέσα του, έτοιμος ν’ αγκαλιάσει ολόκληρη τη γη. Με βήματα κλονισμένα πήγε προς το φεγγίτη. Μακριά, στο βάθος της κοιλάδας, ξεχώρισε δύο ανθρώπινες σκιές που περνούσαν σιωπηλές, βαστώντας αναμμένα φανάρια. Σταμάτησαν όμως άξαφνα και οι δύο μαζί, παρατηρώντας – καθώς φαίνεται – πως είχε αρχίσει να φωτίζει· ξεσκέπασαν τα καπάκια των φαναριών και φύσηξαν τη φλόγα που τρεμόσβησε μια στιγμή και ύστερα χάθηκε, σκορπώντας γύρω της μικρές αναμμένες κάφτρες.

Άφησε το φεγγίτη, και με κινήσεις τώρα σταθερές – είχε πάρει πια την απόφαση του – προχώρησε στην κάσα που περίμενε αδειανή· είδε πως ήταν από μαύρο ξύλοκαι δεν είχε κανένα στολίδι πάνω της. Την άγγιξε απαλά με τα δάκτυλα. Ήταν κρύα και σκληρή.

Μετρώντας με το μάτι τις διαστάσεις της, έβαλε πρώτα το ένα του πόδι μέσα – όπως έκανε τα βράδια όταν πήγαινε να πλαγιάσει στο κρεβάτι – ύστερα το άλλο. Ξαπλώθηκε. Του ερχόταν ίσια-ίσια. Σταύρωσε τα χέρια στο στήθος του, που το σκέπαζε η δίχως κουμπιά στρατιωτική ζακέτα του, και περίμενε. Ακούστηκαν μακριά φωνές πουλιών που περνούσαν επάνω από τις λίμνες. Ένα σκυλί γαύγισε λίγα λεπτά τον ουρανό. Οι φωνές των πουλιών πάψαν, δεν ξανακούστηκαν. Τίποτα δεν ακούστηκε πια, ούτε κι εκείνη η εξαίσια μελωδία, που τόσο παρακάλεσε να ξανακούσει· ερχόταν μοναχά από μέσα του ο άταχτος βρόντος της καρδιά του, χτυπούσε τόσο δυνατά, που το στήθος του σειόταν ολόκληρο – σάμπως ξυλοσκίστες να ξεριζώναν δέντρα μέσα εκεί – και τα χέρια του αναταράζονταν κι αναπηδούσαν και αυτά, σαν κομμένα κλαδιά που κρέμονται από μια λεπτή φλούδα.

Είχε την εντύπωση πως βρισκόταν μέσα σε μια σαραβαλιασμένη βάρκα κι ένας κωπηλάτης πλάι του, που δεν μπορούσε να τον δει και που μασούλαγε αδιάκοπα μούσμουλα – η ξινή και λίγο σάπια μυρουδιά τους τον χτυπούσε στα ρουθούνια – τραβούσε τα κουπιά που έσκιζαν βαριά τα πηχτά νερά. Από τις τρύπες που άνοιγαν, ανέβαιναν για μια στιμγή οι στεναγμοί των πνιγμένων και τους καλούσαν. Μα ο κωπηλάτης, βουβός κι ατάραχος, τραβούσε γερά τα κουπιά, οδηγώντας τη βάρκα ολοένα μακρύτερα.

Προτού τον κυριέψει ολότελα η ναυτία, έβαλε όση δύναμη του απόμενε, κατάφερε να ξεσταυρώσει τα χέρια και σηκώνοντας από χάμω το καπάκι, το τράβηξε με ορμή πάνω στην κάσα. Το καρφωμένο μαχαίρι ταλαντεύτηκε, γράφοντας με τη λαβή του άσπρες τροχιές στον αέρα. Στο ελάχιστο διάστημα που χρειάστηκε για να σφαλίσει το καπάκι πρόλαβε να ξαναδεί, για τελευταία φορά, την αδειανή κάμαρα του με τους κόκκινους τοίχους, είδε τα παράθυρα να ανοίγουν διάπλατα και τον άνεμο να χυμάει και να σβήνει τη φλόγα του καταραμένου κεριού.

Ο κωπηλάτης συνέχισε να τραβάει, αμίλητος πλάι του – μασώντας πάντα τα σαπισμένα του μούσμουλα – ολοένα και πιο γρήγορα τα κουπιά, και να οδηγεί τη βάρκα που έτριζε, μέσα από σκοτεινά, ατέλειωτα, δίχως όχθες κανάλια.



Αθήνα, 1944

Σάββατο 11 Ιουλίου 2009

Metropolis


Είναι φορές που δεν προλαβαίνεις να φτάσεις μέχρι την άκρη του δρόμου και τότε τα πρόσωπα σβήνουν μέσα σε μιαν υγρή υπόμνηση αθανασίας οι σκιές παίρνουν να μεγεθύνονται στους τοίχους εξαϋλωμένες από τ’ αρρωστιάρικο φως των δημόσιων φανών και στο απομακρυσμένο βάθος των υγρασμένων πλακόστρωτων αντηχούν τα βήματα βιαστικά των περαστικών φαντασμάτων κάποιο σκυλί μακριά ουρλιάζει στο σκοτάδι κι εσύ περιπλανιέσαι δεμένος την ίδια πάντα σκιά σου χωρίς όνομα μες την πηχτή ομίχλη κοιτώντας από μακριά όλα τα κλειστά παράθυρα που σε χωρίζουνε απ’ τον κόσμο όλες τις τραβηγμένες κουρτίνες που σαν πεθαμένα γυναικεία νυχτικά σε χωρίζουνε από την αδιάντροπη γύμνια της οικόσιτης νύχτας απομακρυσμένος και έρημος τόσο βαθιά πανικοβλημένος η καρδιά μες το στήθος να σημαίνει ευάλωτη χιλιάδες παλμούς προσπαθώντας να πεταχτεί απ’ το στέρνο καθώς τα ποντίκια που ξεπετάγονται ξαφνικά απ’ τις κόγχες τους αριστερά και δεξιά τσαλαβουτώντας αδέξια στα απόνερα των οδών και διασχίζοντας βιαστικά την έρημη λεωφόρο ότι ο δολοφόνος είναι πάντα ο αμετάκλητα αποκλεισμένος αυτής της ζωής και όλοι αυτοί οι νεκροί που σιγά-σιγά συσσωρεύονται στους ώμους σου ανυποψίαστα επιμένουν αλλόκοτα να βαραίνουν να βαραίνουν να βαραίνουν μιαν επικοινωνία που δεν είναι πια δυνατή γιατί οι νεκροί δεν έχουν φωνή και τα βήματα του δολοφόνου ο μόνος ήχος στη Μητρόπολη μες τη βροχή



οι στάλες μες τη σιωπή


Κυριακή 5 Ιουλίου 2009

Φώτης Κόντογλους, Ένα απόσπασμα από το Πέδρο Κάζας


Φώτης Κόντογλους


Ένα απόσπασμα από το Πέδρο Κάζας



Είκοσι τέσσερις ώρες ήμουν αναίσθητος από το μεθύσι... Ήπια όλη τη μέρα μαζί με τον αράπη. Στην παρέα μας ήτανε κι ένας καπετάνιος που, χωρίς άλλο, όπως κατάλαβα, χρωστούσε το κορμί του στο νέγκρο, όπως χρωστούσε την ψυχή του στο διάολο. Κρατούσε τα μάτια του ολοένα κλειστά σα να μην του χρειαζόντανε, το στόμα του ήτανε στραβό. Όταν μιλούσε, έκανε σαν νεροπρίονο από τη σβράχνα.

Εγώ όλο αυτό το διάστημα βρισκόμουν μέσα σε πυκνό καπνό, όπου δεν έβλεπα άλλο τίποτα, όξω απ’ το κεφάλι του Τιν Τιν, που γυάλιζε σαν μποτίλια. Θυμάμαι ακόμα πως έβαλα το χέρι μου κι άρπαξα ένα πλατύ μαχαίρι που είχε ο αράπης στο κίτρινο ζουνάρι του... Γιατί τώρα κάθουμαι κι ιστορώ πράματα έτσι τιποτένια;...

Μα μήπως χρωστώ και σε κανέναν τίποτα; Αρμόζει να γελάσω με την κουταμάρα που έκανα, γράφοντας έναν πρόλογο μπρος από την ιστορία μου, για να με συμπαθήσουν, αν τυχόν χάνομαι κάποτε σε πράματα που δεν είναι καμιά βία... Γιατί τάχα; Είναι εύκολο να πάρεις το μαχαίρι απ’ τη μέση ενός μεθυσμένου; ... Κι έπειτα μου περνά μια ιδέα: θέλω να δείξω πως δε μου πάει να κρύψω με τι λογής πρόσωπα είχα να κάνω, και πως δε ντρέπουμαι για ό,τι έκανα. Κι ακόμα, μπορείτε να μάθετε πως τ’ όνομά μου είναι Βάκα Γκάβρο. Στ’ ανάθεμα η τρέλα που με βαστά, μη τυχόν πει ο κόσμος πως είμαι ματαιόδοξος... Μήπως δεν είμαι; Κι έπειτα, για ποια αιτία να κρύβω τ’ όνομά μου, αφού δε μένει απ’ το σόι μου κανένας πίσω μου για να ντροπιαστεί;... Το κάτου κάτου, τ’ όνομά μου δεν έχει να κερδίσει τίποτα· η ιστορία μου φαίνεται πως είναι γραμμένη από ένα χοντρό κεφάλι, αν βγάλει κανείς όξω τον πρόλογο, που μοιάζει πως μαστορεύτηκε από χέρι συνηθισμένο να γράφει βιβλία. Ο Θεός ξέρει πόσο κόπιασα να τον φέρω σε τέλος και, μα την αλήθεια, δεν είχα πει τέτοια πράματα ποτές μου, ούτε τότε που σπούδαζα στη Μπομπάη. Τόσο, που δεν πάει το χέρι μου να τον ξεσκίσω..., λες πως μιλά ένας άνθρωπος πολύ καλοαναθρεμμένος, με άσπρα και μαλακά χέρια...

Μια βδομάδα έπινα ακατάπαυστα. Την άλλη μέρα ήμουν σαν πεθαμένος... Κούραση και ατονία... Ο κόσμος αυτός με πνίγει. Δουλεύουν σαν μανιακοί και τσιρομαχούν όλη τη μέρα σαν κότες μέσα σε κοτέτσι...

Με πειράζουν, με πιάνουν τα νεύρα μου, μου φαίνεται σα να μου ζητούν να στήσω μάτι σε ό,τι κάνουν, και φωνάζω: Να σας πάρει ο διάολος!... Έπειτα ησυχάζω, το μυαλό μου βουτά σ’ ένα δροσερό φως, κι η καρδιά μου κολυμπά μέσα σε μια βαθειά πράσινη λίμνη...

Ξαπλώνουμαι στο χώμα και κοιτάζω τα ζωύφια που κουβαλούν μικρά κομμάτια άχυρο… Κατόπι σηκώνουμαι, βλέπω την ατελείωτη θάλασσα και δακρύζω απ’ τη χαρά μου που είμαι μοναχός... Ο Όσο με το μακρύ ξύλο του έρχεται συχνά στο νου μου, σα να θέλει να τον συνηθίσω και να μη γελώ μαζί του.

Σκαλίζω μέσα στις τσέπες μου και κάτι μου δροσίζει το λαρύγγι. Ανοίγω το χέρι μου και βλέπω μέσα. Συλλογίζουμαι: τι τάχα με μποδίζει να περάσω όσες μέρες μου απομένουν απάνου στο Ζάτο;... Αυτό που έχω μέσ’ στην απαλάμη μου είναι χρυσάφι...

Πρώτη φορά στη ζωή μου κατάλαβα πόσο άθλιος θα ’μουν αν μου έλειπε... Ο καημένος ο Όσο δεν μπορεί να μείνει περσότερο από μια βδομάδα στο Ζάτο, κι ίσως τις μισές μέρες κάθεται πεινασμένος... Σίγουρα εκεί που σταμάτησα, σιμά στο ρηχό ακρογιάλι, σκεδιάζει κι εκείνος το σπιτάκι του απαράλλαχτo με το δικό μου, με δυο παραθυράκια που βλέπουν στη θάλασσα και με μια καμινάδα που καπνίζει μέσα στην ερημιά...

Τον πέτυχα στην παλιά αποθήκη που καθόταν. Να πάρει η οργή! Τι παράξενος άνθρωπος!... Με κοίταξε αδιάφορος, σα να περίμενε ένα τέτοιο ανέλπιστο πράμα... Πού να περιμένει κανένας ένα τέτοιο θάμα! Ένας άλλος δε θα πίστευε στ’ αυτιά του, θα πηδούσε από χαρά, ύστερ’ από τέτοιον έρωτα με τ’ άσπρα ξερόνησα του Ζάτο. Του είπα: Έχω όσα λεφτά θέλεις, για να ζήσουμε μονάχοι, τα χρόνια που μάς απομένουν... Κρύφτηκε ο μισός πίσω απ’ το κλειστό φύλλο της πόρτας, και με δυο λόγια μου έδωσε να καταλάβω πως δέχεται να μοιραστεί με μένα την ερημιά απάνου στο Ζάτο...

Πως δέχεται!... Από κείνη τη μέρα δε μου ’ρχεται να γελάσω, όταν περνά απ’ το μυαλό μου, φορτωμένος με το μακρύ ξύλο που συνήθιζε...

Όλος ο κόσμος στο Φαγκούα απόρησε για την τρέλα μας.

Κόψαμε πέτρες απ’ το βουνό. Ο Όσο με πήρε να μου δείξει μια φλέβα π’ ανάβρυζε καμιά πεντακοσαριά μέτρα απάνου κάτου μακριά από το καλύβι μας. Το σπιτάκι ήτανε σα ζωγραφιά. Τι όμορφα!... Ήμουν σαν πιωμένος. Ευλογημένα να ’ναι τα θεμέλια σου! Η ειρήνη σε χαϊδεύει. Εδώ κοντά σου θαν αναπαυτώ μια μέρα.

Φτιάξαμε ένα μεγάλο καλύβι κι ένα μικρό κελάρι, κολλημένο από κει που βασίλευε ο ήλιος. Απ’ το μέρος του βουνού ο τοίχος ήτανε τόσο χαμηλός, που η σκεπή τον έκρυβε κάτου απ’ το φτερό της, καθώς άγγιζε σχεδόν στο χώμα. Από τη θάλασσα ήτανε ψηλός ως τρία μέτρα, με δυο μονόφυλλα παραθυράκια. Η πόρτα έπιανε το κομμάτι του τοίχου που άφηνε όξω η αποθήκη, όπως έφραζε μονάχα τον μισόν, σχηματίζοντας μια γωνιά προς το μέρος του βουνού. Η αποθήκη είχε και κείνη μια μικρή πόρτα απάνω στη θάλασσα. Μέσα, το μεγάλο καλύβι το χωρίσαμε σε δυο, το κάθε μέρος μ’ ένα παράθυρο. Στο ένα βρίσκουνταν η οξώπορτα που ανάφερα, και μια άλλη μικρούτσικη που μπαίναμε στην αποθήκη. Το δεύτερο χώρισμα ήτανε το σαλόνι μας. Ψηλά μαύριζαν τα χοντρά δοκάρια της σκεπής. Κάτου, το πάτωμα το ’στρωσα μ’ ένα ταπέτο ολόμαυρο, κι έπειτα έριξα από πάνω πολλά τομάρια που τ’ άφηναν να φαίνεται μονάχα κάπου κάπου. Μπροστά στο ξύλινο κρεβάτι μου είχα στρωμένη μια μαύρη αρκούδα της Γιαπωνίας, που διατηρούσε το κεφάλι και τα νύχια. Κάτου απ’ το παράθυρο βρισκότανε ένας μικρός καναπές και μπροστά του ένα στρογγυλό τραπεζάκι, που χανότανε μέσα στο βυσσινί τραπεζομάντιλό του, όπως άπλωνε σαν μεγάλη μέδουσα ένα γύρο, απάνου στο πάτωμα. Στη γωνιά στερέωσα μια μαύρη θέση με κάμποσα βιβλία, που δεν τα διάβαζα ποτές, και πλάγι ένα τραπέζι, κι απάνου σ’ αυτό μπορούσε να δει κανένας ένα μπρούντζινο καλαμάρι κλεισμένο και λίγα φύλλα χαρτί πλακωμένα μ’ ένα κομμάτι από κείνο το είδος του ανδαλουσίτη, που τον ονομάζουν οι γεωλόγοι χιαστόλιθον.

Μάζευα ό,τι εύρισκα στην ακροθαλασσιά, έναν κόσμο κοχύλια και τσόφλια, είτε χρωματιστές πέτρες. Όλα αυτά τα στόλιζα εκεί μέσα. Μού ’καναν μια βαθειά εντύπωση, όσο τίποτα στον κόσμο... Έστεκα ώρες και τα κοίταζα, σηκωνόμουν κι έβλεπα απ’ το παραθυράκι τα βουνά και τη θάλασσα, κι άκουγα σκεφτικός το ξύλινο ρολόγι, που το ’βαζα να δουλεύει μόνο για τικ τακ, χωρίς να δείχνει την ώρα.

Πολλές φορές μου φαινότανε πως ερχόμουν κείνη τη στιγμή στον κόσμο· σα να περνούσε ένα φως μπροστά απ’ την ψυχή μου κι απορούσα, λες κι έβλεπα πρώτη φορά τα βουνά και τη θάλασσα. Έριχνα τότε μια ματιά απάνου στους τοίχους, σα να μετρούσα με το μάτι δυο ζωγραφιές, ένα πιστόλι, ένα τουφέκι κι ένα βαρόμετρο με σκαλιστό ξύλο κρεμασμένο απάνου απ’ το τραπέζι μου. Έτριβα τα χέρια μου από ευτυχία και κούμπωνα το σακάκι μου, σα να ’θελα να την κλείσω μέσα στο ρούχο μου... Οι γλάροι πετούσαν απ’ όξου, κολυμπώντας με τα λευκά φτερά τους μέσα στο φως της καθαρής μέρας.

Νότα. - Από δω και πέρα η ιστορία μου κόβεται απ’ ένα δυο κομμάτια τραβηγμένα μέσα απ’ ένα ημερολόγιο, που κρατούσα τις μέρες που η ζωή μου ήτανε ήσυχη. Αυτές οι μέρες έμειναν οι πιο χρυσές της ζωής μου. Έτσι, κοντά στο ότι οι σημειώσεις τούτες δείχνουν την κατάσταση που βρίσκουνταν τότε η ψυχή μου, τώρα που τις ξεσηκώνω σα να γλυκαίνουν ακόμα μια φορά τις πικρές μέρες που περνώ, γέρος και τριγυρισμένος από πρόστυχα πρόσωπα.