Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993

William Congdon, Crocefisso no 46



Γιάννης Τζώρτζης



Το κέρασμα του απογεύματος

(1993)



Έχει μόλις μια βδομάδα στο μικρό χωριό κοντά στη θάλασσα. Κάθε πρωί, σηκώνεται νωρίς για την καθιερωμένη βόλτα της μέχρι το παρεκκλήσι, στην κορυφή του λόφου. Το μεσημέρι επιστρέφει στο κρύο δωμάτιο κι ανάβει τη σόμπα. Στέκεται όρθια και την κοιτάζει ώσπου τα μουδιασμένα μέλη της αρχίζουνε να χαλαρώνουν. Έπειτα βάζει στο πικάπ τον Déserteur του Vian, ή κάποιο δίσκο της Billie Holiday. Είναι μόνη κι όμορφη. Έξω, η θάλασσα του χειμώνα αρχίζει να φουσκώνει κι η νύχτα θολώνει το παράθυρο. Κοιτάζει το δωμάτιο, είναι μέσα στο δωμάτιο, αισθάνεται πραγματικά θαυμάσια σ’ αυτές τις χειμωνιάτικες διακοπές της, και σε λίγο θα ζεστάνει, όπως το πρώτο τους καλοκαίρι. Αργά τη νύχτα, όταν σέρνονται ως την καλύβα της άγρια μεθυσμένοι οι άντρες του χωριού, τραβά το άσπρο σεντόνι ως τα μάτια της και σκέφτεται τη μανιασμένη θάλασσα. Όμως, ξέρει και ζει πιο πέρα.


***


«Στη θύμηση μου έρχεται συχνά μια εικόνα πριν από πολλά χρόνια. Ζούσα τότε σ’ ένα μικρό χωριό κοντά στη θάλασσα. Ήμουνα μόνη κι ήταν χειμώνας. Τη μέρα έβρεχε μια εξουθενωτική βροχή κι ο ουρανός ήταν μουντός σα ν’ άρχιζε να νυχτώνει απ’ το πρωί. Τρομερά ρίγη με τρέλαιναν. Εκείνο τον καιρό η μοναξιά γυρόφερνε απειλητικά το κορμί μου. χρησιμοποιούσα μονάχα ένα δωμάτιο του σπιτιού. Το ζέσταινα με μια μικρή ηλεκτρική σόμπα, τόσο παλιά που έκαιγε μόνο μια από τις τρεις σπείρες της, κι εκεί μέσα είχα συγκεντρώσει όσα πράγματα χρειαζόμουν. Σ’ αυτό λοιπόν το δωμάτιο περνούσα τη ζωή μου. τις περισσότερες φορές έμενα ξάγρυπνη μέχρι αργά το βράδυ, με τα βιβλία, τα γράμματα – τα γράμματα που ξεχνούσα να ταχυδρομήσω. Τη μέρα μου άρεσε να αφουγκράζομαι τα δυνατά κύματα που έσκαζαν μπροστά στην αυλή μου, πάντα με μια κουβέρτα ριγμένη στους ώμους. Ήταν χειμώνας κι έπινα κόκκινο κρασί να ζεσταθώ, έβαζα στο πικάπ τον πρώτο δίσκο των Band, ή γαλλικά τραγούδια με τον Μπρασένς και τη Ζυλιέτ Γκρεκό. Α, είχα και μια κασέτα, με δυο μόνο τραγούδια, δυο τραγούδια της Μόνικα Βίτι. Όμως δεν είχα κασετόφωνο κι έτσι περιοριζόμουν να κρατώ καμιά φορά την κασέτα στα χέρια μου και να σκέφτομαι εκείνα τα τραγούδια που τόσο μου άρεσαν. Ώρες αργότερα εξαντλημένη κι έχοντας ναρκώσει ως ένα βαθμό τους φόβους μου, έπεφτα κάτω απ’ τις χοντρές κουβέρτες παίρνοντας μαζί τα ρούχα μου, για να τα βρω το πρωί ζεστά κι όχι κόκαλο από την υγρασία. Το πρωί σηκωνόμουν πάντα τσακισμένη. Έμενα αρκετή ώρα με τα μάτια ανοιχτά στο κρεβάτι μου, προσπαθώντας να ξεχωρίσω τους θορύβους που ερχόνταν απέξω. Έπειτα, έριχνα λίγο κρύο νερό στο πρόσωπο μου κι έβγαινα στη βεράντα, αντικριστά στη θάλασσα. Κι έτσι με γεννούσε κάθε χρονιά ο Μάιος.»


***


Σ’ ένα μικρό καφέ, πίσω απ’ το τζάμι, δυο άντρες πίνουν σιωπηλοί. Κάπου αλλού, ένας μοναχικός άνθρωπος απογειώνεται. Παραγγέλνεις μια μπύρα και παραδίνομαι. Τα απαλά σου μαλλιά προστατεύει ένα μαύρο τσεμπέρι. Το κρύο της βορινής πολιτείας απειλεί την έκτακτη ομορφιά σου. Καπνίζεις και κάτι περίεργες μάρκες τσιγάρων. Σε κοιτάζω και μου δείχνεις με μιας πολλά πράγματα, με κάνεις να νιώθω χαμένος. Μες στη σιωπή, με μια σου κίνηση, αρχίζεις ξαφνικά να χάνεσαι, βυθίζομαι στην απουσία. Τώρα το ξέρω, δεν θα μπορέσω ποτέ να σε γνωρίσω καλύτερα, θα κλαίω από μακριά τον ουρανό σου. τα βράδια θα με ανεβάζεις σε μια λέξη που δεν υπάρχει ακόμα, θα με σέρνεις βόλτα στην αυλή σου. είσαι η καταιγίδα μου, θα προσπαθώ να σου ψιθυρίσω, είσ’ ένας θάνατος συχνός ανάμεσα στα νεύματα, στις λέξεις.


***


Είσαι μια πόλη τη νύχτα. Η ερημιά σου είναι μια μονότονη υγρασία που κεντάει τα κόκαλα. Τα ονόματα των δρόμων σου παγώνουν στο πέρασμα του χρόνου. Όλα μέσα μου φωνάζουν να σε γνωρίσω. Ανηφοριές, μαχαλομάγαζα, άδειες πλατείες. Ρίγη της υγρασίας, ρίγη της ιστορίας. Κάποτε είχες κι εσύ ένα όνομα. Τώρα ζωντανεύεις τα παιδικά μου αναγνώσματα κι οι στρατιές της νύχτας πληθαίνουν.


***


Την άλλη μέρα το πρωί, ανοίγοντας τα μάτια μου, είδα τη βροχή να πέφτει έξω απ’ το παράθυρο. Μερικές σταγόνες κυλούσαν κιόλας στο τζάμι μου. δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα, ενώ ένας ποταμός από λέξεις με έζωνε από παντού. Είχα λέξεις για την απουσία, λέξεις για την απόσταση, έδινα ονόματα στο θάνατο, τη ζωή, τον έρωτα. Πρόφερα δυνατά ονομασίες δέντρων και κοχυλιών, σπάνιους τύπους μετάλλων, είδη πουλιών, γένη ψαριών, ακόμα πρωτεύουσες κρατών και τα εθνικά τους νομίσματα. Το μόνο που δεν μπορούσα να θυμηθώ όσο κι αν προσπάθησα, ήταν το όνομα της πόλης όπου γεννήθηκες. Τη θυμόμουν καλά αυτή την πόλη, θα την αναγνώριζα οπωσδήποτε, ακόμα κι από μια παλιά φωτογραφία, θυμόμουν τα ονόματα των δρόμων της, τις πλατείες, τα πάρκα της, μέχρι και τα αστεία ονόματα των δύο ποταμών της. Όμως δεν μπορούσα να θυμηθώ το όνομα της, αυτό που έγραφε ο χάρτης και η εφηβική σου ταυτότητα. Μου φάνηκε πολύ περίεργο. Συνέχισα ν’ απαριθμώ ονόματα καταστημάτων, γνωστών γιατρών και δικηγόρων της, ονόματα παλιών σου συμμαθητών, όμως τίποτα, τίποτα. Σηκώθηκα απογοητευμένος και μπήκα στο μπάνιο.


***


Αργότερα στον καθρέφτη ένα άγνωστο πρόσωπο κάτι θυμίζει. Πολλά χρόνια έχουν περάσει από τότε. Απ’ αυτόν τον ίδιο καθρέφτη έχουν περάσει πολλοί επισκέπτες. Μένει μονάχα η αγωνία. Ή και ο φόβος των πολλών δωματίων. Στον καθρέφτη ένα πρόσωπο κάτι θυμίζει. Τι είναι ένα πρόσωπο; Είναι το δέρμα – τσακίζει αντιπαλεύοντας τον χρόνο. Είναι το στόμα – σφιγμένο αρνείται να μιλήσει. Είναι και κάτι γένια εδώ κι εκεί που ξεφυτρώνουν άγρια τη νύχτα. Και τα μάτια: κοιτάζουν συνεχώς στον καθρέφτη.

Ζεις σ’ ένα δωμάτιο και φέρνεις μέσα του τη θάλασσα και την αγχόνη.


***


Σαν μια ωραία γυναίκα, έβλεπα, που περνάει το δρόμο κυματιστή με μια ξαφνική επιθυμία, η ζωή με χτυπάει βίαια στο πρόσωπο με το λεπτό της γάντι. Έβγαινα απ’ το όνειρο μες στον πανικό και τη ζάλη. Δεν ήξερα πια ποιος ήταν ο εφιάλτης. Μια φωνή κεντημένη απ’ τον άφατο πόνο γρύλισε υστερικά στο αυτί μου: Συνέχισε αυτό το μακελειό. Μην πας να στρίψεις. Κατάστρεψε τη φόρμα, την αρχιτεκτονική. Κατάστρεψε τη μουσική. Σκάψε όσο μπορείς βαθύτερα – λιγότερο βάθος μένει. Και τότε, να κι ο τρόμος, το γλαφυρό πετούμενο, να λέει από μιαν άκρη στο δωμάτιο: η μέρα σήμερα ήρθε σαν ένας άλλος φονιάς που ξαστόχησε, αλλά η νύχτα έχει μάτια μακρύθωρα και πλησιάζει το στόχο.


***


Είχε αρχίσει να πέφτει το βράδυ, όταν ανέβηκα λάθρα τη σκάλα του καραβιού στην προκυμαία. Κανείς δεν μου έδωσε σημασία. Πέρασα τη νύχτα βλέποντας τηλεόραση και κάνοντας βόλτες στην πλώρη. Όταν φτάσαμε στο λιμάνι, βγήκα κι άρχισα να τριγυρνάω στην πόλη. Δεν βρήκα τίποτα. Και ξαναγύρισα στο πλοίο. Ήμουνα τόσο μόνος που το μαχαίρι σου φτερούγισε από μακριά και με κυνήγησε.


***


Δεν ξέρω τώρα πως να σου το πω : Έρχεσαι καμιά φορά ξαφνικά στη ζωή μου, τα βράδια όταν ανοίγω γυρίζοντας την πόρτα και δεν έχω πουθενά να σε ζητήσω, βλέπεις τον εύκολο δρόμο που παίρνω πάντα για το δύσκολο τέλος, χτυπάς τις φτερούγες σου κι ο αέρας μικραίνει. Σ’ αυτό το άδειο δωμάτιο μπορώ να σου μιλήσω, να σε κρατήσω. Να παραδοθώ χωρίς να πονέσω. Να κάψω πάνω μου το όραμά σου, να μπω με μάτια μεγάλα σε μια καινούρια φρεναπάτη. Να σου αλλάξω όνομα, να σου αλλάξω σχήμα. Πολλά μπορώ να κάνω μακριά από σένα. Και να τώρα – δεν πρόλαβα καλά καλά να το πω –, ένα πηχτό σύννεφο πέρασε πάνω απ’ το φεγγάρι που σε θύμιζε κι η καρδιά μου σκοτείνιασε τόσο ψηλά που είσαι.


***


Έμεινες πάλι σήμερα στο πέτρινο δωμάτιο γιατί πέτρινο είναι το πάθος σου. Της φυλακής σου οι κρύοι τοίχοι κρατούν καλά τα μυστικά σου. Ξέρεις να μένεις φυλακισμένη, ξέρεις να κρύβεις το πρόσωπο σου. Μου χάρισες κι απόψε μιαν ανυπόφορη ελευθερία: δρόμοι της νύχτας, σκοτεινά αδιέξοδα κι άδειες πλατείες, απίστευτα βάθη που μακριά τους μένεις ασφαλής, ένα σκυλί κι ένας μεθυσμένος μοιράζονται την ερημιά και την πλάνη. Έρημος και πλάνης μες στον καθρέφτη κι εγώ μοιράζομαι απόψε τη σιωπή σου.


***


Το κορμί σου με βασανίζει πάντα, η μακρινή λευκότητά του. Η σκέψη του σώματός σου με κυκλώνει : τα χέρια σου, που βγαίνουν ξαφνικά από τους τοίχους, τα στήθη σου, ο πανικός του ονείρου.


***


Κατοικείς ακόμα σε κάθε γωνιά του κορμιού μου. Ο ουρανός σου είναι απρόσιτος: με φέρνει σε σένα μονάχα η έξαψη ή η φρίκη. Μείνε εκεί άγριο μέταλλο – για τι άλλο αξίζει άραγε να λάμπεις;


***


Έτσι καθώς προχώρησες στην άκρη της νύχτας, βγαίνοντας από τους ίσκιους των δέντρων, πηγαίνοντας προς το φως έτσι θα σε θυμάμαι. Ώρες μετά, στο άδειο δωμάτιο, δεν το ξέρεις κι όμως γεμίζεις τους τοίχους, γυρίζεις στα ιδρωμένα σεντόνια, αγγίζεις τον νεκρό στο μέτωπο μου, ανάβεις τη μεγάλη φωτιά αυτής της νύχτας, βγαίνεις από την προσευχή και παραδίνεσαι, στόμα μαλλιά στήθη, ένα κορμί που αντιστέκεται στον πυρετό και στη δόξα.


***


Μια γυναίκα κατέβαινε οληνύχτα απ’ τα μπαλκόνια και τις βεράντες. Δεν είχα λέξεις γι αυτήν – μόνο τον αβάφτιστο τρόμο.


***


Ένα απόγευμα – θα ‘ναι χειμώνας, η μέρα ξυράφι – θα μπεις σ’ ένα ταξί, θα τρέξεις φωτεινή μέσα στην πόλη, θα έρθεις στο δωμάτιο, θα με συναντήσεις. Θα με βρεις στο παράθυρο να κοιτάζω τα απέναντι σπίτια. Θα καθίσουμε μαζί. Στο τραπέζι, θ’ ανοίξω ένα μπουκάλι κρασί, θα σε σερβίρω. Θα μιλάς μονάχα εσύ : θα λες για όλα αυτά τα χρόνια, τα γράμματα, το τηλέφωνο. Θα πίνω απ’ το κρασί και θα σ’ ακούω, θα σ’ ακούω μέχρι τη μεγάλη νύχτα. Τότε θα ‘χουν τελειώσει και τα λόγια – το κρύο τώρα πιο αισθητό –, θα σηκωθώ αργά, θα ξαπλώσω στο στρωμένο κρεβάτι. Ο αέρας θα δυναμώνει, θα πέφτει μια μικρή βροχή, θ’ ακούω την πόρτα να κλείνει.


***


Και τότε η νύχτα θα γίνεται βαθιά κι αμίλητη, η μοναξιά θα σφυρίζει στα παγωμένα κόκαλα, τα δωμάτια θα φουσκώνουν ως πάνω αίμα νεκρό, και θα ‘ρχεσαι, που χάθηκες τόσο θα μου ψιθυρίζεις, το χέρι σου θα με αγγίζει, θα με σκορπίζει.


***


Όλο το βράδυ γέμιζα το δωμάτιο με το κορμί της – το πρωί δεν είχε αέρα ν’ αναπνεύσω.


***


Με αλκοόλ, με λέξεις ζαλίστηκα το απόγευμα κι η θύμηση σου με παίρνει με μάτια κλειστά μεσ’ από τα σκοτάδια του χρόνου. Τόσα νυχτερινά θυσίασα να ανασαίνω την απόσταση και να τώρα ο πόθος μου παρήγορα σε φέρνει. Σκεπάζω το πρόσωπο με τις παλάμες μου, βλέπω να βγαίνεις άγρια να με γυρεύεις. Πέφτω στα γόνατα να σε αλλάξω. Γυαλίζεις μέσα μου σαν ξένη. Λύνεις τα μαλλιά σου στο κεφάλι μου, τα ξεριζώνεις. Γεννάς παιδιά στο στέρνο μου, τα θανατώνεις. Μου νεύεις προς το σύννεφο, με διατάζεις. Κάνω ν’ απλώσω το χέρι μου κι η προσευχή τελειώνει.


***


Τώρα κινδυνεύω τους κρότους του φεγγαριού, στα χτυπημένα από τη νύχτα αυτοκίνητα, στο βουητό που έρχεται ως το μέτωπο και το μαυρώνει αλλά και πάλι λίγο φως που βασιλεύει ελεύθερο στην κορυφή του δρόμου με νικά, με ζωντανεύει στο απόλυτο και με κερδίζει.

Ο αέρας τυφλός με χωρίζει από τα όνειρα που παίζουν μαζί μου.


***


Έχεις τόσα κεφάλια όσες κι οι ώρες της νύχτας. Καθισμένος μπροστά στο παράθυρο κοίταζα έξω στην πόλη, προσπαθούσα να σε μαντέψω. Έβλεπα και δεν έβλεπα: αντικριστά στο σκοτάδι, άνοιξα τον καιρό γυρεύοντας τη φωτιά της μνήμης. Ήμουν ξανά παιδί, ένας άνθρωπος που κοιμάται. Απ’ το πίσω κάθισμα ενός ταξί έβλεπα τους καθημερινούς τρόμους της πόλη, οι άδειοι τηλεφωνικοί θάλαμοι με γέμιζαν με παλιές αγωνίες, η άγρια μουσική της χτεσινής πραγματικότητας έκοβε τη μέρα στα δύο και είπα, Πως ήρθα ως εδώ, ποιο χέρι με τίναξε απ’ την καλόδεχτη πλάνη; Ένα μακρύ κορμί στο κρεβάτι ταράχτηκε τότε μες στον καθρέφτη της νύχτας, σταγόνες κακού ιδρώτα αγκάθωσαν το μέτωπο του, γύρισε στο πλευρό και είπε: δεν ξέρεις τι είναι να έχεις πολλά κεφάλια, δεν ξέρεις τι θα πει να βγαίνεις ανοιχτός στον κίνδυνο – σαν δίχτυ βαρύτα δίχτυα του μυαλού σου με τραβάνε στον πάτο.

Σιγά σιγά, με κόπο πολύ σηκώνω κάθε βράδυ τον τοίχο μου, κι έτσι σου ‘ρθε, κάνεις μια απ’ το σύννεφο και τον γκρεμίζεις.


***


Ας μπορούσα απόψε να σηκώσω τα μάτια μου στην ομορφιά. Θυμάμαι κάποτε ακούμπησα το πόδι σου στον πυρετό του απογεύματος, ήταν ζεστό και σκέφτηκα για μια στιγμή πόσο παρήγορη μπορεί η ανάσα της ζωής να είναι. Ορμούσα πάνω σου κι εσύ γαντζωμένη στα γόνατα μου, έλεγες: κανείς μας δεν μπορεί να υπάρξει καταργώντας τον άλλο. Όμως ο ήλιος έκαιγε αργά τα μάτια σου και γύριζες μονάχη σου στην προσευχή της άμμου. Ήξερα τότε ότι ο έρωτας μας έστρωνε χαλί στο θάνατο, σε κοίταζα κι έλεγα μέσα μου: Δεν μπορείς να πας πιο πέρα, μην πας πιο πέρα απ’ τον ουρανό, απ’ τ’ άπιαστο στερέωμα, που πας να φύγεις… χρόνια αργότερα, δεν υπάρχει αγάπη, οι φωνές δεν έχουν φως στον ουρανό, δεν έχουν πια διάρκεια στην τρυφερή αναισθησία. Δεν ξέρω τι κάνεις, που βρίσκεσαι, είμαι τόσο μόνος που δεν μπορώ να θυμηθώ πως είναι να μην είσαι μόνος.

Χτυπώ το καμπανάκι μου – η δίψα μου δεν έχει μέλλον.


***


Γερμένος στα χλομά κρύα χέρια σου έκλαιγα οληνύχτα. Λίγος ο καιρός που ζήσαμε μαζί αλλά κι αυτός χανόταν τώρα μέσα μου με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ώσπου έγινε μια μικρή τρύπα πόνου σαν κεφάλι καρφίτσας. Έφευγες με τρομερή κούραση, βυθισμένη σ’ έναν πανικό αδιαφορίας που ήμουν ανήμπορος να εξηγήσω. Η ογκούμενη απουσία σου μίκραινε ασφυκτικά το δωμάτιο. Σκεφτόμουν: Έρχομαι ακόμη μια φορά στην άκρη κι είναι τόσο στενόχωρα που πρέπει να είμαι μόνος. Κοίταζα με θυμό το χέρι σου, το τελευταίο μέτωπο σου. Ένιωθα την εγκατάλειψη στη δύση του κρεβατιού σου. Όταν σε φίλησα για τελευταία φορά, ήξερα πως ο ύπνος θα ήταν όλος δικός σου, για μένα η νύχτα θα ‘ταν πιο βαθιά και μαύρη θάλασσα, άκτιστη αγρύπνια.

Ο άνεμος στο παράθυρο γλεντούσε τη σκοτεινή μου αίσθηση πως έμπαινα σε νέα βάθη μοναξιάς κι ανυπαρξίας.


***


Το πρωί μια δύναμη έτρεχε μέσα μου και με διαπερνούσε. Νόμισα πως ερχόταν για μένα. Μετά κατάλαβα πως δεν είχε καμιά αντίληψη της ύπαρξης, ήταν μόνο ο αέρας του δρόμου σου, το ανακάτεμα της σκόνης. Η ορμή του με σάρωσε κι έκλαψα χωρίς δάκρυα μέχρι το μακρύ απόγευμα. Μετρούσα τις ώρες της αγρύπνιας πηγαίνοντας πόντο-πόντο με τα δάχτυλα στον τοίχο. Μιλούσα στον τοίχο, άκουγα κάθε γωνιά και σπιθαμή να μου μιλάει. Περίμενα από στιγμή σε στιγμή την τιμωρία. Περίμενα το δικό σου χέρι να με κεντήσει. Μέσα στον πανικό δεν ήξερα πως ήσουν, τι ήσουν. Και τίποτα να μην ήσουν, τέτοια ώρα πάλι θα σε ζητούσα. Η στιγμή με τύφλωσε κι έκανα ν’ αγγίξω τον αέρα σου, έκαψα τις παλάμες μου, έκαψα τη ζωή μου.

Ήμουνα πάλι μόνος και το μαχαίρι σου κτλ και με κυνηγούσε.


***


Είπα ως την αγάπη να κατέβω ένα απόγευμα – μη με ρωτάς που πήγα.



Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2009

KenY ArkanA


KENY ARKANA


la rage


Ok, on a la rage mais c'est pas celle qui fait baver,
Demande à Fabe, la vie claque comme une semelle sur les pavés
La rage de voir nos buts entravés, de vivre en travers,
la rage gravée depuis bien loin en arrière
La rage d'avoir grandi trop vite quand des adultes volent ton enfance.
PARS !! Imagine un mur et abolis la rage !
Car impossible est cette paix tant voulue,
La rage de voir autant de CRS armés dans nos rues.
La rage de voir ce putain de monde s'autodétruire
Et que ce soit toujours des innocents au centre des tirs,
La rage car c'est l'homme qui a créé chaque mur,
Se barricader de béton, aurait-il peur de la nature ?
La rage car il a oublié qu'il en faisait parti,
désharmonie profonde, mais dans quel monde la Colombe est partie ?
La rage d'être autant balafré par les putains de normes,
Et puis la rage, ouais la rage d'avoir la rage depuis qu'on est môme.

(Refrain )
Parce qu'on a la rage, on restera debout quoi qu'il arrive,
La rage d'aller jusqu'au bout et là où veut bien nous mener la vie,
Parce qu'on a la rage, on pourra plus s'taire ni s'asseoir dorénavant on s'tiendra prêt parce qu'on a la rage, le coeur et la foi !
Parce qu'on a la rage, on restera debout quoi qu'il arrive,
La rage d'aller jusqu'au bout au delà où veut bien nous mener la vie,
Parce qu'on a la rage, rien ne pourra plus nous arrêter, insoumis, sage, marginal, humaniste ou révolté !

La rage parce qu'on choisit rien et qu'on subit tout le temps
Et vu que leurs chances sont bancales et bien tout équilibre fout le camp
La rage car l'irréparable s'entasse depuis un bout de temps
La rage car qu'est ce qu'on attend pour s'mettre debout et foutre le boucan La rage c'est tout ce qu'ils nous laissent, t'façon tout ce qui nous reste,
La rage, combien des notres finiront par retourner leur veste !
La rage de vivre et de vivre l'instant présent, De choisir son futur libre et sans leurs grilles d'oppressants !
La rage, car c'est la merde et que ce monde y adhère, Et parce que tout leurs champs OGM stérilisent la Terre !
La rage pour qu'un jour l'engrenage soit brisé
Et la rage car trop lisent « Vérité » sur leur écran télévisé.
La rage car ce monde ne nous correspond pas, Nous nourrissent de faux rêves pour placer leur rempart La rage car ce monde ne nous correspond pas, Où Babylone s'engraisse pendant qu'on crève en bas !!

(Refrain)

La rage d'y croire et de faire en sorte que ça bouge, La rage d'un Chirac, d'un Sharon, d'un Tony Blair ou d'un Bush !
La rage car ce monde voit rouge mais de grisaille entouré Parce qu'ils n'entendent jamais les cris lorsque le sang coule
La rage car c'est le pire que nous frôlons,
La rage car l'Occident n'a toujours pas hôté sa tenue de colons !
La rage car le mal tape sans cesse trop
Et que ne sont plus mis au goût du jour tant de grands savoirs ancestraux
La rage, trop de mensonges et de secrets gardés les luttes de nos Etats, riche de vérité, pouvoir changer l'humanité La rage car ils ne veulent pas que ça change,hein Préférant garder leur pouvoir et nous manipuler comme leurs engins.
La rage car on croit aux anges et qu'on a choisit de marcher avec eux
La rage parce que mes propos dérangent
Vois aux quatre coins du globe, la rage du peuple en ébullition
La rage, ouais la rage ou l'essence de la révolution !

(Refrain x2)

Anticapitalistes, alter-mondialistes, ou toi qui cherche la vérité sur ce monde, la résistance de demain
(...in cha allah...) à la veille d'une révolution. Mondiale et spirituelle, la rage du peuple, la rabia del pueblo, parce qu'on a la rage, celle qui fera trembler tes normes. (...Parce qu'on a la rage...)
La rage a pris la populasse et la rage est énorme



http://www.youtube.com/watch?v=z8txhtB2e5M






J'viens de l'incendie


J'viens de l'incendie, donc excuse la tête brûlée
Rimes vagabondes en guise de calmant ou de remède, en clair, du vrai
Du poison dans la tête, une enfance dans l'errance
Libre dans la Marge, trop sauvage, pour rentrer dans les rangs
Fugues incessantes, foyets et centres de merde
Familles d'accueil, HP, mon stylo en tremble de nerfs
L'enfant part en guerre, la même que les parents craignent
Qu'on considère comme une merde, lorsqu'on la place en quarantaine!
Qu'on appelle cas social, mais on est plein, donc on est plus des cas
Bande de cons! on est plein, vous savez quoi, même? on craint plus dégun!!
Et ça missionne, dur comme la rage que mon crâne isole
Pour oublier qu'à 15 ans ils m'ont fait subir la camisole!
Quand le système veut ta peau, ok la guerre sonne!
Facile de piétiner ces mômes qui n'appartiennent à personne
Qu'on assomme à coup de cachets, pour avoir la paix
J'peux pas zapper! tu voulais qu'on la ferme?! moi, j'ai choisi de rapper!
J'oublie pas, qu'ils m'ont tout pris...
Qu'à 14 ans pour des fugues, j'ai vu ma mort derrière les murs de l'oubli
Cellule blindée, délabrée, si tu résistes t'as une piqûre dans l'baba
Là où les promenades n'existent pas...
Voudraient me voir caner, plus jamais on pourra m'calmer!
Rescapée de l'incendie avec cette sale envie de tout cramer!
Car ils ont fait de ma vie des cendres...
Marquée à tout jamais! Ma rage ne pourra jamais redescendre!!!

J'viens de l'incendie, et il coule encore dans mes veines
Comme si j'abritais un volcan, sa lave a brûlé tous mes rêves
Mon enfance, jetée dans les flammes, calcinée, en cendre
J'respire la poussière, j'ai mal, mon coeur est en sang
J'viens de l'incendie, regarde les brûlures de mon âme
Marquée au fer rouge, comment faire? ma mémoire me condamne
Des douleurs intérieures, lancinantes, impérissables
Me bouffent, jours et nuits, comment soigner l'inguérissable?!!

Adolescence à esquiver leurs barrages stressants
La rue... j'y dormais déjà à l'âge de 13 ans
Pistée par les flics, jours et nuits, la chasse est ouverte
Et quand la loi abuse de son pouvoir, cette pute est couverte!
Les étoiles restent les seuls témoins de mes confidences
L'enfant seule que personne ne console quand les conflits dansent
La faim, le froid, la fatigue et les coups
Un monde fait de mensonges, ça aide pas à faciliter l'écoute!
De force, ils ont voulu me mettre assise,
Me voler ma liberté, pour ça, ils m'ont coupé les ailes à la scie!
Brûler mes rêves à l'acide, que mon âme crève à l'asile,
Que leurs glaives s'installent ainsi, on reconnaît les traîtres à l'insigne,
Sauvée par la zik, car elle a payé ma rançon
Des mots pour panser mes plaies quand mon avenir était en sang
Leurs schémas ne sont qu'illusions que la Foi transcende
Au feu! ils testent des cachets sur les enfants de centres!!

J'viens de l'incendie, et il coule encore dans mes veines
Comme si j'abritais un volcan, sa lave a brûlé tous mes rêves
Mon enfance, jetée dans les flammes, calcinée, en cendre
J'respire la poussière, j'ai mal, mon coeur est en sang
J'viens de l'incendie, regarde les brûlures de mon âme
Marquée au fer rouge, comment faire? ma mémoire me condamne
Des douleurs intérieures, lancinantes, impérissables
Me bouffent, jours et nuits, comment soigner l'inguérissable?!!

Rebondir, après les coups du sort, est devenu machinal
La voie des hors-la-loi pour une gosse qu'on a rendu marginale
Jeune dévoyée, placée de Foyer en Foyer,.
Leur putain de machine veut me broyer, mais vas-y, lâche-moi, j'ai mal!
J'rentre pas dans ton moule, mon besoin de liberté est trop grand
"Dresser ces sauvages", ah bon?! alors j'emmerde ton slogan!
Retiens bien! tes ordres et ton système, je m'en tape!
Esquiver tes lois est devenu un vulgaire jeu mental!
Ma revanche! l'épée, j'la brandis avec Foi
Trop de carences dans l'coeur, mes plaies ont grandit avec moi!
C'est trop tard, pour que j'guerrisse, c'est trop tard, au point même
De ne plus pouvoir expliquer les douleurs qui me malmènent
Alors j'cours! mais mon passé me rattrape,
J'cours! malgré les boulets, mais ma mémoire veut m'abattre,
J'cours! sans cesse et sans répit, sachant pertinemment,
Que le poison est dans ma tête et qu'on ne peut semer son ombre!!
J'cours!

J'viens de l'incendie, et il coule encore dans mes veines
Comme si j'abritais un volcan, sa lave a brûlé tous mes rêves
Mon enfance, jetée dans les flammes, calcinée, en cendre
J'respire la poussière, j'ai mal, mon coeur est en sang
J'viens de l'incendie, regarde les brûlures de mon âme
Marquée au fer rouge, comment faire? ma mémoire me condamne
Des douleurs intérieures, lancinantes, impérissables
Me bouffent, jours et nuits, comment soigner l'inguérissable?!!



http://www.youtube.com/watch?v=vHkGOA365v0






Le missile suit sa lancée


Dis-leur que c'est l'heure que l'missile rentre dans la machine.
Ma rage. Sa maison mère, dis leur qu'ils ne pourront pas fliquer mon anarchie.
Dis-leur que j'suis trop à cran pour me formater, tu captes ?
Que j'suis pas une rappeuse mais une contastaire qui fait du rap
Dis-leur que ca vient du
13. M.A.R.S pour les villes en détresse
Anti-système. Les miens m'ont dit "ma soeur, mais dis-leur qu'on les crêves!"
Dis-leur que j'aurais le point levé jusqu'a ce qu'on vienne m'abattre
Que c'est l'heure de choisir son clan. La liberté d'expression en cavale
Dis-leur que j'en ai rien à péter des stars!
Marginale à la plume énervée. Stp ne m'met pas sur un pied d'estale
Anonyme dans la masse avec un haut-parleur
Dis-leur qu'on croit en la justice du ciel, et pas en la leur !
Dis-leur que j'suis pas de celles qui ne penses qu'a raller
J'essaye de filer de la force par la foi, pas facile avec un coeur balafré
Mon rap continue d'avancer sans une esquive
Le missile est lancé ca j'te l'ai annoncé dans une Esquisse
Dis-leur que le missile s'aprête à rentrer dans la matrice
Insurgés car leurs normes sont condanatrices
Dis-leur que c'est le chant des oubliés, le coeur des opprimés
Dis-leur que c'est l'heure, dis-leur qu'on nous a trop endoctrinés
Dis-leur que le missile s'aprête à rentrer dans la matrice
Insurgés car leurs normes sont condanatrices
Dis-leur que c'est le chant des oubliés qui ne veulent plues être passifs
Dis-leur que c'est l'heure. Dis-leur car mon rap connait sa cible

Dis-leur que mon rap est un appel à résister
Dis-leur que j'appartiens qu'à mes idées
Irrécupérable c'est plus que décidé
Dis-leur que j'me fous de leurs médailles et d'leurs galons
Que mon rap est ma came seulement si mon coeur est mon garrot
Dis-leur que c'est trop tard désamorcer l'engin
Qui vole au dessu de Babylone, representant la rage de soeurs et des frangins
La rage ! Tous les oubliés du monde
Tapant derrière les portes verrouillées, parfois l'envie de tout piller nous monte !
Dis-leur que l'thermometre à pété dans l'incendie
Elevés dans la violence du systèmen, dis-leur qu'on l'a bien sentie
Dis-leur que mon rap est ma revanche
J'envoie le missile dans la machine
Avec la folie de croire qui lui explosera dans le ventre!
Dis-leur que c'est ma seule raison de sauter dans le vide
Où que j'atterisse ca sera avec la rage du peuple dans le bide
Dis-leur que j'men vais flinguer les sentinelles
Apelle-moi la Marseillaise, plus révolutionnaire que ton chant sanguinaire!

Dis-leur que le missile s'aprête à rentrer dans la matrice
Insurgés car leurs normes sont condanatrices
Dis-leur que c'est le chant des oubliés, le coeur des opprimés
Dis-leur que c'est l'heure, dis-leur qu'on nous a trop endoctrinés
Dis-leur que le missile s'aprête à rentrer dans la matrice
Insurgés car leurs normes sont condanatrices
Dis-leur que c'est le chant des oubliés qui ne veulent plues être passifs
Dis-leur que c'est l'heure. Dis-leur car mon rap connait sa cible

Dis-leur que c'est sincère dès lors que ma plume s'exprime
Rage ancestrale dis-leur que le rap a perdu ses esprits

Dis-leur que c'est mes tripes que j'te sers avec du style
Que même signée en maison de disques, j'viens tirer sur ton industrie!

Dis-leur que j'oublie rien. Dis-leur que je reste sur ma rive
Heureuse de faire stresser les fils de chien qui insultent ma ville!

Dis-leur que si la vie me réserve la gloire j'ai pas trop hate
Laisse moi dans mon maquis car le moove hip hop c'est bien trop hype!
Dis-leur que j'avance la ou les traitres rechignent
Si t'es down fais tourner le son
Moi j'cherche le nombre et pas le chiffre!



http://www.youtube.com/watch?v=0HmkIqtgwfs



Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2009

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993

Blek le Rat, Jour et Nuit



Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993


Από σήμερα ξεκινάμε ένα αφιέρωμα στην ελληνική ποίηση της περιόδου 1977 – 1993. Αντί εισαγωγικού σημειώματος παραθέτουμε δύο κείμενα από την πρώτη συλλογή του Ηλία Λάγιου (που την εξέδωσε με το ψευδώνυμο Αλέξης Φωκάς) το 1981. Αφού τα διαβάσετε - ή τα ξαναδιαβάσετε - θα αντιληφθείτε εύκολα για ποιον λόγο συνιστούν την καλύτερη εισαγωγή στην ποιητική παραγωγή και πολιτική ηθική της περιόδου. Τα πρόσωπα και τα ποιήματα που θα παρατεθούν στην συνέχεια του εν λόγω αφιερώματος είναι όσα θεωρούμε ότι κατάφεραν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να γλιτώσουν από τις Συμπληγάδες... Και επειδή μέρα που είναι αρκετοί θα θελήσουν ενδεχομένως να εξασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα, διαβάστε τα πριν το πράξετε, και αναλογιστείτε ότι θα ψηφίσετε τους ίδιους εκείνους ανθρώπους για τους οποίους μιλούσε πριν 30 χρόνια ο Λάγιος… όταν κάποιος άνθρωπος επαναλαμβάνει για πεντηκοστή πρώτη φορά το λάθος που έχει ήδη προτέρως επαναλάβει άλλες πενήντα, τότε πλέον μπορεί αυτοδικαίως να καταταχθεί στις τάξεις των ηλιθίων… Καλή πατρίδα, σύντροφοι!


***

Ηλίας Λάγιος

(1958 – 2005)


Από τη συλλογή Πρόοδοι εν Προόδῳ (1981)


Από το


Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

(Γεράσιμος Σπανοδηματρακόπουλος)


Οὐ κακὸν οὐδὲ μὲν ἐσθλὸν

ΟΜΗΡΟΣ


Καλό, κακό στα μάτια του Θεού δεν ξεχωρίζουν

ΗΣΥΧΙΟΣ


Μήτε καλό μήτε κακό δεν είναι

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΓΕΙΡΑΣ


Το 1980 γνώρισε έναν πραγματικό εκδοτικό οργασμό βιβλίων που αναφέρθηκαν στο έργο και την προσωπικότητα της λεγόμενης γενιάς του ’70. Δυο επίσημες ογκώδεις ανθολογίες – των Παναγιώτου και Ζήρα – και πλήθος μικρότερων πονημάτων, μελετών και άρθρων, στα διάφορα λογοτεχνικά (ή και λογοτεχνικά) περιοδικά της πρωτοπορίας ασχολήθηκαν με το να αποδώσουν μια – ομαδική – ταυτότητα στις νέες τάσεις της ελληνικής ποίησης. Νομίζουμε πως θα ήταν άσκοπη μια από μέρους μας επαναπροσέγγιση του θέματος αλλά όχι και αχρείαστος ένας πρώτος απολογισμός. Έτσι επιγραμματικά αναφέρουμε ότι οι νεότεροι λογοτέχνες μας δοκίμασαν με τον στίχο τους να ανιχνεύσουν τα θραύσματα της διάσπασης, να στοιχειοθετήσουν τον νου και την απορία της ομάδας και του κοινωνικού της περίγυρου, να εξετάσουν την επιφύλαξη του ανθρώπου (πάντα αυτού, ποτέ εκείνου). Είναι φανερό πως καμία σύνθεση δεν ευδοκίμησε όχι μόνο στα επιμέρους αλλά και στη συνολική προσφορά της γενιάς.

Σκοπός του παρόντος όμως σημειώματος δεν είναι η εμπλοκή του γράφοντος σε μια πρωθύστερη ελλανοδικία αλλά η συμβολή του στον φωτισμό κάποιων παραγκωνισμένων μορφών της Ποιητικής Βίβλου αυτής της καταγωγής. Είναι μια πρώτη, ελπίζουμε όμως όχι και ύστατη, αναφορά σε μια ευγενική και ξεχασμένη φυσιογνωμία, τον Γεράσιμο Σπανοδημητρακόπουλο, ποιητή και συνθέτη της Ιστορίας.

Ο Γεράσιμος Σπανοδημητρακόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 1950. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιάννης Παναγιωτόπουλος, δεν είχε όμως την παραμικρή συγγένεια με τον ομόκλητο λογοτέχνη. Ανήκε σε μεσοαστική και από παράδοση φιλελεύθερη οικογένεια. Τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια κύλησαν ήρεμα χωρίς αξιομνημόνευτα συμβάντα. Θήτευσε καθώς και άλλοι συνομήλικοι του στα τελευταία οδοφράγματα των Ιουλιανών, δίχως σπουδαιότητα συνεισφοράς. Το 1968 εισήχθη στην Ιατρική Αθηνών, συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση. Το 1969 τύπωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή, τους Φαινότυπους, με το ψευδώνυμο Άλκης Αστρικός. Τα ποιήματα του προσέχτηκαν αρκετά και ο συγγραφεύς των Φαινοτύπων θεωρήθηκε ως ένας από τους περισσότερα υποσχόμενους ποιητές της νεότερης γενιάς. Παραθέτουμε ένα ποίημα απ’ τους Φαινότυπους για να εκτιμηθεί η ποιητική πράξη του Άλκη Αστρικού. Το ποίημα επιγράφεται «Αλκή»:


Αλκή


γερασμένα άλογα, τα άλογα του Αχιλλέα,

η κραυγή τους στ’ αυτιά μας·

πεθαμένα άλογα, τα άλογα του Αχιλλέα,

κίτρινα άλογα, κίτρινα χέρια

– ο Αίαντας μέσα στην κοπριά –

άτια του πολέμου

και η κραυγή της πολιτείας – η κραυγή μας.


Το 1971 εντάσσεται σε παράνομη αντιδικτατορική φοιτητική οργάνωση. Για τρία χρόνια θα εγκαταλείψει την ποίηση και θα αφοσιωθεί στην πολιτική και τη μελέτη της Ιστορίας. Συμμετέχει στην κατάληψη της Νομικής, πρωτοστατεί στα γεγονότα του μνημοσύνου του Γεωργίου Παπανδρέου και η δράση του κορυφώνεται με την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Με την κατάρρευση της δικτατορίας ενταγμένος στον Ρήγα Φεραίο προπαγανδίζει την άμεση επανάσταση. Η γραμμή του ηττάται και ο Σπανοδημητρακόπουλος αποχωρεί δυο μήνες μετά, το Δεκέμβριο του 1974.

Από εδώ αρχίζει το πιο ενδιαφέρον και παράλληλα άγνωστο κομμάτι της ποιητικής σταδιοδρομίας του Σπανοδημητρακόπουλου. Η συγγραφή ενός τεράστιου ποιήματος, τιτλοφορούμενο Ιστορία, στο οποίο ο ποιητής αφιέρωσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Αξίζει να μελετήσουμε διεξοδικότερα αυτή την πρωτοφανή για την παγκόσμια γραμματεία περίπτωση.

Βάση της ποιητικής του ήταν η έννοια του ανεπανάληπτου και μοναδικού μέσα στην Ιστορία. Ως προωθημένος μαρξιστής ήξερε πως το κάθε τι είναι καινούργιο, μοναδικό αλλά και διαλεκτικά δεμένο με τα υπόλοιπα. Θεωρούσε ύβρι κάθε επανάληψη, ακόμα και την επανάληψη ενός ονόματος. Γι αυτό εξάλλου άλλαξε το όνομα του από Γιάννης Παναγιωτόπουλος σε Γεράσιμος Σπανοδημητρακόπουλος. Το Άλκης Αστρικός το εγκατέλειψε, γιατί θεωρούσε πως δεν έχει σχέση με τον ποιητή των Φαινοτύπων, άρα η χρήση του ονόματος του θα ήταν μια ποταπή επανάληψη. Θεωρούσε ύβρι ακόμα και δύο επαναστάσεις με το ίδιο όνομα και τους ίδιους στόχους. Σ’ αυτές τις αρχές και στο συνεπαγόμενο μονοσήμαντο των λέξεων βάσισε την Ιστορία. Στίχους της παρουσιάζουμε με την ορθογραφία του Σπανοδημητρακόπουλου:


«ο τρόμος του γιλγαμές αντικρύζοντας το θάνατο

οι φλόγες ενταφιάζοντας την πρώτη βαβυλώνα

οι πολεμιστες απο πηλο του αυτοκράτορα της κίνας

τα στοιχεία σύνθεσης του θαλη

ο εξάμετρος του ραψωδου στη θράκα

το επίγραμμα στο μαυσωλείο του αποστάτη

το κοκινο ράσο του ιεροεξεταστη

ο ίσκιος του υξως στις πυραμίδες

η αιματοστάλακτη προσφορα του δρυΐδη

η ονοματολογία του αθηναίου»


Το «Βιβλίο Ι» τυπώθηκε το 1976 με έξοδα του «μεταφραστή», όπως αυτοονομαζόταν ενίοτε ο Σπανοδημητρακόπουλος, μιας και οι δύο εκδοτικοί οίκοι στους οποίους είχε υποβάλλει τα χειρόγραφα του αρνήθηκαν βρίσκοντας την έκδοση οικονομικά ασύμφορη. Το «Βιβλίο Ι» περιείχε 6415 στίχους κατανεμημένους σε 214 σελίδες. Ως μότο είχε το στίχο του Γάλλου ποιητή Σαιν – Τζων Περς: «Με είπαν ο Σκοτεινός και κατοικούσα την έλλαμψη». Ας αναφερθεί ότι μια κληρονομιά επέτρεψε στον Σπανοδημητρακόπουλο την έκδοση του «Βιβλίου Ι».

[…] Η Ιστορία προσέχθηκε ελάχιστα ή καθόλου. Μόνον ο οξυδερκής Μιχάλης Κατσαρός έστειλε στον ποιητή ένα γράμμα, όπου ονόμαζε το έργο του «κλειστό σύστημα και τελειωτικό βιβλίο». Όμως αυτή ήταν και η μοναδική θετική ή αρνητική αντίδραση της κριτικής – πιο κάτω θα εξηγήσουμε γιατί – στο έργο του Σπανοδημητρακόπουλου. Δεν γνωρίζω ούτε εγώ και, θέλω να πιστεύω ούτε κανένας άλλος, κατά πόσο η αδιαφορία των συγχρόνων του επηρέασε τον συναξαριστή της «Ιστορίας». Στα δύο χρόνια της γνωριμίας μας ουδέποτε αναφέρθηκε σ’ αυτό και από σεβασμό προς τον άνδρα δεν ανακίνησα το θέμα. Μόνο μια φορά στις 13 Μαΐου του ’77 έκανε μια νύξη λέγοντας μου: «Η απουσία της κριτικής διόλου δεν βλάφτει ένα αιθερόφρον έργο. Σου λέγω μάλιστα ότι το αντίθετο θα ήταν ασυγχώρητο, καθώς μια ερωτική παλινωδία». Τούτα τα λόγια τα μεταφέρω όπως ακριβώς τα είπε. Οφείλω να προσθέσω ότι ο ίδιος ήταν πεπεισμένος κάθε στιγμή του ολιγόχρονου βίου του για τον ιστορικό προορισμό του να εκφράσει το αδιέξοδο της Ιστορίας και πίστευε τον εαυτό του εξάγγελο της άρσης του.

Με τον Σπανοδημητρακόπουλο γνωρίστηκα στα τέλη του 1976 στο σπίτι κοινής γνωστής, της Αλεξάνδρας Ζ. Μου έκαμνεν τότε εντύπωση η κατάρτιση του, ιστορική, πολιτική και λογοτεχνική, και ομολογώ ότι επεδίωξα και επέτυχα στενότερη σχέση μαζί του. Δυο μήνες μετά τη γνωριμία μας, μου δώρισε το βιβλίο του, που μέχρι τότε αγνοούσα και του οποίου η απόκτηση υπήρξε για μένα όριον πυρός. Από εκείνη την ημέρα, την ημέρα της Δωρεάς, χρονολογώ και τη φιλία μας. Έζησα από κοντά τον αγώνα του, όλο το επίλοιπο και βραχύχρον διάστημα της ζωής του, για να συνθέσει το «Βιβλίο ΙΙ» της «Ιστορίας». Περιληπτικά μόνο θα αναφερθώ σ’ αυτό, μιας κι ο ποιητής με κατέλιπεν κληρονόμον του αναθέτοντας μου την έκδοση των τελευταίων χειρογράφων του. Αυτά πρόκειται να εκδοθούν μέσα στο 1981, Ιστορίας θελούσης, τη αρωγή των κ.κ. Ζαχαρίου, Παπαδοπούλου και Διαλυνά, θαυμαστών της ποίησης του Σπανοδημητρακόπουλου.

Είναι αναγκαίες ορισμένες διευκρινίσεις. Η σκέψη του Σπανοδημητρακόπουλου ουδέποτε στατικοποιήθηκε, πράγμα φυσικό, αφού η Ιστορία, η ροή των γεγονότων, ουδέποτε έπαψε να υφίσταται. Ο ποιητής πλούτιζε την εμπειρία του καθημερινά εκτιμώντας κάθε συμβεβηκός, αποτιμώντας κάθε πρακτική. Πέρα από τα «καθαρά πολιτικά» γεγονότα, λόγου χάριν, της νίκης των συντηρητικών στην Πορτογαλία ή της εκλογικής συντριβής των αριστερών στην Ελλάδα το 1977, γνωρίζω ότι την αντικειμενική του κρίση τάραξε η εκτύπωση του «Βιβλίου Ι» της «Ιστορίας». Ο ίδιος μίλησε με θαυμασμό γι αυτό το επίτευγμα, που το έβλεπε ως έργο τρίτου και αποφάσισε στο «Βιβλίο ΙΙ» να αναφερθεί σ’ αυτό ως εξαιρετικής σπουδαιότητας σημείο, ισάξιο και ισόνομο με την πτώση της Ρώμης, την ανακάλυψη της πυρίτιδος και τον θάνατο του μπακάλη της γειτονιάς του Μίμη Σταθόπουλου. Πίστευε ότι με τη δημοσίευση του «Βιβλίου Ι» είχε ολοκληρωθεί και αμετάκλητα ξεπεραστεί η επική ποίηση. Έβλεπε δε την ανάγκη «διδακτικών μουσώνων», μιας ποίησης που θα καθιέρωνε τη νέα θεολογία, θα κατηχούσε και θα διέπλαθε τους ανθρώπους για να οικοδομήσουν τον καινούργιο κόσμο πάνω στα ερείπια του παλαιού, του οποίου η καταστροφή αγιογραφήθηκε στις σελίδες του «Βιβλίου Ι». Μετά τον Όμηρο, ο Σπανοδημητρακόπουλος άρχισε να παρεμβαίνει ουσιαστικά στην ησιόδεια θεογονία.

Η μορφή που διάλεξε για το έργο του ήταν η μορφή του χρονικού σε πεζό λόγο. Γνωρίζοντας καλύτερα από κάθε άλλον τη δύναμη της παράδοσης, γραπτής και προφορικής, αποφάσισε όχι να την αγνοήσει, αλλά να την ξαναπλάσει καθώς θα έπρεπε να είναι. Ας μας επιτραπεί να γίνουμε πιο σαφείς.

Ο Σπανοδημητρακόπουλος δεν θέλησε να ξαναγράψει μια καινούργια Παγκόσμια Ιστορία. Κάτι τέτοιο το θεωρούσε όχι μόνον απλό αλλά και ανώφελο, «λεκτικό φούμαρο, φραστικό βίασμα, λογοτεχνία» και άφηνε αυτή τη φροντίδα – για να ξαναθυμηθώ και τα λόγια του – «στους παραμυθάδες, τους καταπιεστές και τους σουρρεαλιστές». Δεν επεδίωξε ακόμα να γράψει μια καινούργια εκδοχή της Ιστορίας, να την εξηγήσει με έναν διαφορετικό τρόπο. Άφηνε αυτή την όψη στους μαρξιστές ιστοριο-οικονομολογο-φιλόσοφους και τη θεωρούσε πρωθύστερο τέχνασμα, για να αιτιολογηθεί ένα καινούργιο καθεστώς. Σ’ ένα σημείο του βιβλίου του ονομάζει τον Μπρετόν «καραγκιοζοπαίχτη του Ντε Γκωλ» και κάπου αλλού τον Κορδάτο «σόλα στο παπούτσι με το οποίο πάτησε ο Ζαχαριάδης τους Επαναστάτες». Ο ίδιος προσπάθησε να γράψει μια Ιστορία που θα παραχάραζε γραπτές μαρτυρίες, θρύλους, διαβεβαιώσεις – αλλά θα συμμορφωνότανε με τα όνειρα του ανθρώπου και τις επιταγές της αληθινής ροής των πραγμάτων. Καθώς είναι φυσικό ο Σπανοδημητρακόπουλος εγκατέλειψε την αρχή της μη επανάληψης των ίδιων λέξεων. Αντιθέτως, διατήρησε τον κανόνα του πάνω στην ουσία της Ιστορίας. Το κάθε τι στο σύγγραμμα του συμβαίνει για μία και μοναδική φορά. Ή γλώσσα του ανελίσσεται μέσα σ’ όλες τις γλώσσες, τρυγά απ’ όλους τους καιρούς. Οι παρομοιώσεις του είναι γιγαντιαίες, κυκλώπειες σαν την ψυχή του Γαριβαλδινού στο χαράκωμα, καθώς αντλούνται από έναν αστραφτερό ιστορικό πίνακα. Εκτός από μεγάλος ποιητής, ο Σπανοδημητρακόπουλος με την «Ιστορία ΙΙ» απέδειξε ότι ήταν και ένας μεγάλος καλλιτέχνης. […]

Ύστερα από μια τέτοια πολιτικά λυρική πρόζα, μπαίνουμε στον πειρασμό να αναρωτηθούμε ποια θα ήταν η τύχη της ελληνικής ποίησης, αν το έργο του Σπανοδημητρακόπουλου συναντούσε την πρέπουσα παραδοχή. Σίγουρα θα είχεν αποφευχθεί και το φυματικό εξάμβλωμα του υπερρεαλισμού των Μαυρουδήδων, Λιοντάκηδων με τους υποτονικούς γλυκασμούς τους και η δοκησισοφία του Βαγενά και η δίχως όρια αλλοφροσύνη των ονομαζόμενων «μπητ». Ποιητές καθώς ο Χρονάς θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν κάτι περισσότερο από τεχνική στο έργο του Σπανοδημητρακόπουλου και ίσως να προσανατολίζονταν σε μια νέα μορφή αντιολοκληρωτικής και αντιαυταρχικής σύνθεσης. Όμως η τύχη, το γνωστικό πρόσωπο της αναγκαιότητας, δεν έστερξε να αποδεχθεί μιας τέτοιας μορφής ποιητική ανάπλαση.

Ο Γεράσιμος Σπανοδημητρακόπουλος πέθανε «με τους φρικτότερους πόνους στο σώμα και με τη μεγαλύτερη γαλήνη στην ψυχή». Λίγο πριν πεθάνει το χέρι του έγραψε στην αρχική σελίδα των χειρογράφων του «Βιβλίου ΙΙ» της «Ιστορίας» σε μια πρώτη και ύστατη επανάληψη:


Με είπαν ο Σκοτεινός και κατοικούσα την έλλαμψη.

Γεράσιμος Σπανοδημητρακόπουλος.


***


ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ


1936, 4 Μαρτίου

Γέννηση του Ιάκωβου Πετρίδη στους Φούρνους της Θεσπρωτίας.


1936, 4 Αυγούστου

Δικτατορία Μεταξά.


1939, 23 Σεπτεμβρίου

Η οικογένεια του Ιάκωβου Πετρίδη μετοικεί στην Ηγουμενίτσα.


1940, 15 Αυγούστου

Τορπιλισμός της Έλλης


1940, 27 Οκτωβρίου

Ο τετραετής Ιάκωβος Πετρίδης χάνει τον παράμεσο του αριστερού του χεριού.


1940, 28 Οκτωβρίου

Κήρυξη Ελληνοϊταλικού Πολέμου.


1940, 29 Οκτωβρίου

Επιστολή Ζαχαριάδη. Ο πατέρας του Ιάκωβου Πετρίδη, Αναστάσιος, στέλνεται στο Αλβανικό Μέτωπο.


1949, Δεκέμβριος

Συντριβή του Δ.Σ.Ε. (ΕΑΜ- ΕΛΑΣ).


1952, 17 Ιανουαρίου

Ο Ιάκωβος Πετρίδης αποβάλλεται από το Γυμνάσιο ως υποκινητής επεισοδίων.


1954, 12 Οκτωβρίου

Ο Ιάκωβος Πετρίδης εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.


1957, Μάιος

Δεύτερος χρόνος καραμανλικής οκταετίας. Ο Ιάκωβος Πετρίδης παρακολουθεί μαθήματα στη Σχολή του Θεάτρου Τέχνης.


1958, 14 Φεβρουαρίου

Ο Ιάκωβος Πετρίδης γνωρίζει τη σπουδάστρια του θεάτρου Μαρία Νικολάου. Το

Απόγευμα πίνουν καφέ στο Σύνταγμα.


1959, 7 Απριλίου

Ο Ιάκωβος Πετρίδης και η ερωμένη του Μαρία Νικολάου προγραμματίζουν τη σύσταση θιάσου.


1959, 9 Απριλίου

Ο Ιάκωβος Πετρίδης προτείνει ν’ ανεβάσουν τα «Στηρίγματα της κοινωνίας» του Ίψεν. Η πρόταση του γίνεται δεκτή.


1959, 28 Ιουνίου

Ο Ιάκωβος Πετρίδης παίρνει το πτυχίο της Νομικής.


1959, 7 Ιουλίου

Ο Ιάκωβος Πετρίδης γνωρίζει στην Ηγουμενίτσα την κόρη του μεγαλοδικηγόρου Αναγνώστου.


1960, 7 Μαρτίου

Ο Ιάκωβος Πετρίδης παντρεύεται την Αικατερίνη Αναγνώστου.


1962, 9 Σεπτεμβρίου

Ο Ιάκωβος Πετρίδης, απολυόμενος από τον στρατό, προσλαμβάνεται στο γραφείο του πεθερού του.


1965, Ιούλιος

Αποστασία.


1965, 9 Νοεμβρίου

Γέννηση του Θωμά Πετρίδη, υιού του Ιάκωβου και της Αικατερίνης.


1967, 21 Απριλίου

Δικτατορία συνταγματαρχών.


1967, 12 Αυγούστου

Γέννηση της Ευθυμίας Πετρίδη, κόρης του Ιάκωβου και της Αικατερίνης.


1968, 12 Φεβρουαρίου

Ο Ιάκωβος Πετρίδης διορίζεται σύμβουλος στο Δημοτικό Συμβούλιο της Ηγουμενίτσας.


1971, 9 Δεκεμβρίου

Ο Ιάκωβος Πετρίδης αναλαμβάνει το γραφείο του πεθερού του, δικηγόρου Αναγνώστου.


1973, 17 Νοεμβρίου

Οι συνταγματάρχες καταστέλλουν βίαια την εξέγερση του Πολυτεχνείου.


1973, 23 Νοεμβρίου

Δικτατορία Ιωαννίδη.


1973, 25 Νοεμβρίου

Ο Ιάκωβος Πετρίδης διορίζεται δήμαρχος Ηγουμενίτσης.


1974, 16 Ιουλίου

Μεταπολίτευση.


1978, Νοέμβριος

Ο Ιάκωβος Πετρίδης εκλέγεται δήμαρχος Ηγουμενίτσης.


1979, 2 Μαΐου

Θίασος (μπουλούκι), που επισκέπτεται την Ηγουμενίτσα, ανεβάζει τα «Στηρίγματα της κοινωνίας» του Ίψεν.


1979, 3 Μαΐου

Πρώτη παράσταση των «Στηριγμάτων της κοινωνίας». Ο δήμαρχος Ιάκωβος Πετρίδης απουσιάζει.


1979, 4 Μαΐου

Ο δήμαρχος Ιάκωβος Πετρίδης επισκέπτεται στο ξενοδοχείο της την πρωταγωνίστρια Μαρία Νικολάου. Έχει μαζί της πολύωρη δραματική συζήτηση. Απόγευμα. Ο δικηγόρος Αναγνώστου κινητοποιεί την αστυνομία να εντοπίσει τον γαμπρό του δήμαρχο Ιάκωβο Πετρίδη. Βράδυ. Δεύτερη παράσταση του θιάσου.


1979, 4 Μαΐου, Βράδυ

Ο Ιάκωβος Πετρίδης προκαλεί σκάνδαλο ερμηνεύοντας τον ρόλο του προξένου στα «Στηρίγματα της κοινωνίας». Με τη λήξη της παραστάσεως αναχωρεί από την Ηγουμενίτσα χωρίς να αποχαιρετήσει την οικογένεια του. Δεν θα επιστρέψει ποτέ στην Ηγουμενίτσα. Ο θάνατος θα τον βρει τέσσερα χρόνια μετά σε τροχαίο.


1979, 4 Μαΐου, Βράδυ

Ο δήμαρχος Ιάκωβος Πετρίδης παρακολουθεί μετά της συζύγου του Αικατερίνης την παράσταση των «Στηριγμάτων της κοινωνίας». Στο φινάλε χειροκροτεί ώρα πολλή. Θα εγκαταλείψει την Ηγουμενίτσα μετά διετίαν και θα εγκατασταθεί οικογενειακώς στην Αθήνα, ως βουλευτής του συντηρητικού κόμματος.




Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2009

Φώτης Αγγουλές



Φώτης Αγγουλές

(1911 – 1964)



Ταξίδια

Το κάθε τι, που αγάπησα

και λάτρεψα εδώ κάτου,

μου χάρισε και μια βαθιά

λαβωματιά, θανάτου.


Αχ Θε μου, σε μια απόλυτη σιγή,

πιο πέρα κι απ’ το χρόνο,

κι απ’ την ακινησία κι απ’ τη φυγή,

ας ήτανε, να βρω καταφυγή.


Στα ξένα


Ένα δωμάτιο σκοτεινό μ’ ένα παράθυρο μικρό

πούμπαινε η πλήξη μου από κει σαν εκαθόμουν μόνος

ένα κρεβάτι, δυο σκαμνιά κι ένα τραπέζι, και πικρό

στην πληξη ένα χαμόγελο σα μούλειπε κι ο πόνος.


Ένα κερί μου αχνόφεγγε με το τρεμουλιαστό του φως,

το δράμα μου τ’ ατέλειωτο να μελετώ τα βράδια,

φίλος κανενός δίπλα μου, μάνα, πατέρας, αδερφός,

μαύρες μονάχα θύμησες κι ονείρατα ρημάδια.


Κι αν έλεγα πως τίποτε δεν είχα ν’ απαντέχω πια

κι οι πόθοι μες στα στήθια μου ναρκώθηκαν σα φίδια,

ήταν γιατί μου φαίνονταν βαριά της μοίρας η χτυπιά,

πριν νάρτει Κ ά π ο ι α, ποιο γλυκιά κι απ’ τη χαρά την ίδια.


Κάποια! Ω κάποια! Κι ήρτενε σα να μην ήρτεν απ’ τη γη

κι ήρτε σα φως στα σκοτεινά, σα χαμογέλιο μοίρας

κι ήρτε γητεύτρα μια βραδιά για τη δική μου την πληγή

κι ήρτε σαν ήχος σ’ απαλόν ανάκρουσμα μιας λύρας.


Ω κάποια, που δεν μπόρεσα σ’ ένα αγκάλιασμα σφιχτό

το μυστικό που σ’ έστειλε κοντά μου να σου πάρω,

πάντα στη μνήμη μου γλυκά τη θύμηση σου θα κρατώ,

γιατί ήρτες κείνη τη νυχτιά που πρόσμενα το Χάρο!


Κύματα


Όταν ήμουν παιδί,

είχα ένα μικρό καραβάκι.

Το φόρτωσα όνειρα και τόβαλα πάνω στη θάλασσα,

μα ήρθε και τ’ άρπαξε ένα κύμα.

Μάζεψα βότσαλα, να εκδικηθώ.

Προσπάθησα να γνωρίσω το κύμα, μα δεν τα κατάφερα.

Αρώτησα, μα δεν έμαθα τ’ όνομά του, και θύμωσα

με όλα τα κύματα, που δεν έχουνε όνομα.


Ξένος ο κόσμος


Ξένος ο κόσμος, σύνορα παντού , για να σταθείς,

δεν έμεινε γωνιά.

Φωτιά είν’ ο πόνος μα μπορείς μ’ αυτόν να ζεσταθείς

σε τόση παγωνιά;


Ξένος ο κόσμος και κακός, κι ούτε φελά, ούτ’ αξίζει

ή σιάξτε τον, ή κάψτε τον, να μη μας βασανίζει.


Σταυροί


Τόσοι σταυροί που στήθηκαν
τόσοι σταυροί που θα στηθούνε,
εμάς μονάχα με σταυρούς
μπορούν να μας μετρούνε.


Σταυροί, παντού σταυροί.

Είμαστε "οι αδάκρυτοι κι οι αγέλαστοι".
Δεν κλαίμε, ούτε γελούμε.
Τα σπίτια μας καπνίζουνε
πεινούνε τα παιδιά μας, δεν λυγούμε
ήρθαμε να χαράξομε του πόνου μας τα σύνορα
και στήνουμε σημάδια και περνούμε.


Σταυροί, παντού σταυροί.


Χάνονται


Εκπορνευτή της όμορφης ζωής, του νου σακάτη,

για νάναι η λίγη σου ζωή μικρές χαρές γεμάτη,

μέσα σε τούτα τ’ άγνωστα των κουρελήδων πλήθια,

πλήθιες πεθαίνουν όμορφες περήφανες ζωές,

σα μαργαρίτες σ’ άγνωστων ανήλιων πόντων βύθια,

σα σταλαχτίτες όμορφοι, σε ηφαιστείων στοές.


Για ποια;


Για ποια πετάγματα μιλάς; Για ποια φευγιά;

Μείνε σε τούτη τη γωνιά, σ’ αυτήν εδώ την άκρια.

Σπάσαν τα ξάρτια κι οι καρδιές ματώσαν, και τα σύννεφα,

θ’ αναλυθούν σε δάκρυα.


Αμφιβολία


Η αμφιβολία μου σβήνει της πίστης το κερί,

κι είμαι το δέντρο, που όλοι το δέρνουν οι καιροί.

Μα δεν υπάρχει, τάχα, πάνου σ’ αυτή τη γη,

για της ψυχής τη δίψα, της γνώσης η πηγή;

Πώς δε μιλάς αλήθεια; ω Σαρκαστή ουρανέ,

καθώς ανοιγοκλείνεις τ’ αστερινά σου μάτια,

κι Ό χ ι μου λες και Ν α ι.


***


Ο Φώτης Αγγουλές γεννήθηκε στη Χίο το 1911. Πέθανε το 1964 μετά από μια ζωή στερήσεων κι αγώνων. Η ανθολόγηση έγινε από το βιβλίο του Γιώργη Σιδέρη, Φώτης Αγγουλές, Κέδρος, Αθήνα, 1976.