Η ρομαντική ποίηση είναι προοδευτική οικουμενική ποίηση. Προορισμός της δεν είναι μόνο να ενώσει πάλι όλα τα μεμονωμένα είδη ποίησης και να εμπλουτίσει την ποίηση με φιλοσοφία και ρητορική. Θέλει και οφείλει να συγχωνεύσει ποίηση και πρόζα, μεγαλοφυΐα και κριτική, τεχνητό και φυσικό ύφος στην ποίηση, να δώσει στην ποίηση ζωντάνια και συντροφικότητα, να κάνει τη ζωή και την κοινωνία ποιητική, να εμφυσήσει ποίηση στο ευφυολόγημα, να διαποτίσει με ευδόκιμο παιδευτικό υλικό πάσης φύσεως κάθε μορφή τέχνης μέχρι κορεσμού και να αναταράξει την τέχνη με τις δονήσεις τους χιούμορ. Στους κόλπους της εγκλείει όλα αυτά που μπορούν να αποτελέσουν ποίηση, από τα μεγαλύτερα συστήματα τέχνης, τα οποία περιλαμβάνουν μέσα τους και άλλα επιπλέον συστήματα, μέχρι και τον λυγμό, το φιλί που αποπνέει το παιδί στο άτεχνο τραγούδι του. Έχει τη δυνατότητα να χάνεται στην αναπαράσταση της με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να πιστεύει κανείς ότι ο χαρακτηρισμός κάθε λογής ποιητικών υποκειμένων είναι για εκείνη το εν και το παν. Και όμως δεν υπάρχει ακόμα καμία μορφή η οποία έχει φτιαχτεί για να εκφράζει απόλυτα το πνεύμα του συγγραφέα, έτσι ώστε ορισμένοι καλλιτέχνες, που απλώς και μόνο ήθελαν να γράψουν ένα μυθιστόρημα, το μόνο που κατάφεραν ήταν να δώσουν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό μια περιγραφή του εαυτού τους.
Μόνο αυτή μπορεί ταυτόχρονα να παράγει από το έπος έναν καθρέφτη όλου του κόσμου. Και όμως, περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο, έχει τη δυνατότητα να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο της αναπαράστασης, ελεύθερη από κάθε πραγματικό ή ιδεατό ενδιαφέρον, πάνω στις φτερούγες του ποιητικού στοχασμού και να βρίσκεται μετέωρη ενδιάμεσα, να καθιστά δυνατό τον αναστοχασμό πάντοτε εκ νέου και να τον πολλαπλασιάζει σε μία σειρά από καθρέφτες. Είναι ικανή να προσφέρει την πιο υψηλή και πολύπλευρη παιδεία, όχι μόνο από μέσα προς τα έξω, αλλά και από έξω προς τα μέσα, οργανώνοντας ισομερώς όλα τα μέλη του κάθε οργανισμού, όπως οφείλει να διάκειται το όλο απέναντι στα παράγωγα του, έτσι ώστε να επιτρέπει τη διάνοιξη της προοπτικής μιας αναπτυσσόμενης κλασικότητας χωρίς όρια. Η ρομαντική τέχνη ορθώνεται ανάμεσα στις τέχνες όπως το ευφυολόγημα απέναντι στη φιλοσοφία. Σημαίνει τόσα για τη ζωή όσα και η κοινωνία, οι συναναστροφές, η φιλία και η αγάπη. Ό λα τα είδη ποίηση είναι πλέον ξεπερασμένα και μπορούν τώρα πια να υποβληθούν σε ανατομία. Το είδος της ρομαντικής ποίησης βρίσκεται ακόμα υπό εξέλιξη. Και η αληθινή ουσία της συνίσταται ακριβώς στο ότι μπορεί να εξελίσσεται εις τον αιώνα των αιώνων χωρίς να ολοκληρώνεται ποτέ. Δεν πρόκειται ποτέ να αναιρεθεί από κάποια θεωρία και μόνο στο πλαίσιο μιας θεϊκά εμπνευσμένης κριτικής θα επιτρεπόταν να αποτολμήσει κανείς έναν χαρακτηρισμό του ιδανικού της. Μόνο αυτή είναι άπειρη, επειδή μόνο αυτή είναι ελεύθερη, αναγνωρίζοντας ως πρώτο κανόνα της ότι η αυθαιρεσία του ποιητή δεν επιδέχεται κανέναν κανόνα. Η ρομαντική ποίηση είναι η μόνη που είναι κάτι παραπάνω από είδος και είναι παράλληλα η ίδια η ποιητική τέχνη, διότι κατά μία έννοια κάθε ποίηση είναι ή οφείλει να είναι ρομαντική.
Athenäum, Fragmente 116
Οικουμενικότητα σημαίνει αμοιβαίος κορεσμός όλων των μορφών και των υλικών. Η αρμονία θα επιτευχθεί μόνο μέσω της σύνδεσης ποίησης και φιλοσοφίας, καθώς ακόμα και στα πιο ολοκληρωμένα οικουμενικά έργα της μέχρι τώρα απομονωμένης ποίησης και φιλοσοφίας φαίνεται να λείπει αυτή η σύνθεση. Όσον αφορά την αρμονία παραμένουν ακόμα ανολοκλήρωτα. Η ζωή του οικουμενικού πνεύματος είναι μια αδιάκοπη αλυσίδα εσωτερικών επαναστάσεων· όλα τα άτομα, τα πρωταρχικά, τα αιώνια, ζουν δηλαδή μέσα σ’ αυτό. Πρόκειται στ’ αλήθεια για έναν πολυθεϊστή που φέρει ολόκληρο τον Όλυμπο μέσα του.
Athenäum, Fragmente 451
Κάθε έννοια του Θεού είναι κενή φλυαρία. Όμως η ιδέα της θεότητας είναι η ιδέα των ιδεών.
Ideen, 15
Οι εμπειριστές είναι οι οικονόμοι της φιλοσοφίας.
Aus den Heften zur Philosophie [1794 – 1818], [II] Philosophische Fragmente. Erse Epoche. II, 911
Μονάχα στο εξωτερικό τους οι μάσκες είναι εθνικές, το εσωτερικό τους παραμένει οικουμενικό.
Aus den Heften zurPoesie und Literatur [1796 – 1801], [IX], 176
Από τη ρομαντική σκοπιά όλα τα παρακλάδια της ποίησης, ακόμα και τα πιο εκκεντρικά και αλλοπρόσαλλα, κερδίζουν την αξία τους ως προπαιδευτικό υλικό της οικουμενικότητας, εφόσον βέβαια υπάρχει κάτι σ’ αυτά, εφόσον βέβαια είναι αυθεντικά.
Athenäum, Fragmente 139
Ένας ορισμός της ποίησης μπορεί μονάχα να ορίσει τι οφείλει αυτή να είναι, όχι όμως αυτό που είναι και ήταν στην πραγματικότητα. Αλλιώς θα έλεγε κανείς εν συντομία: ποίηση είναι αυτό που έχει ονομάσει κανείς ποίηση σε κάποια χρονική περίοδο, σε κάποιον τόπο.
Athenäum, Fragmente 114
Όλα τα κλασικά είδη ποίησης στην αυστηρή τους καθαρότητα είναι πια αστεία.
Kritische Fragmente, 60
Ένας πραγματικά ελεύθερος και καλλιεργημένος άνθρωπος θα όφειλε, σύμφωνα με την προσωπική του αρέσκεια, να διάκειται απέναντι στη φιλοσοφία και τη φιλολογία, την ποίηση και την κριτική, την ιστορία και την ρητορική, την αρχαιότητα και την σύγχρονη εποχή, εντελώς αυθαίρετα, όπως κουρδίζει κανείς ένα όργανο, ανά πάσα στιγμή και σε οποιαδήποτε κλίμακα.
Kritische Fragmente, 55
Όλες οι μορφές, ακόμα και οι πιο αλλόκοτες, οφείλουν να επανέλθουν και να προσλάβουν μία καινούργια σημασία.
Aus den Heften zurPoesie und Literatur [1796 – 1801], [V], 343
Το ότι τα πάντα οφείλουν να γίνουν τέχνη ανήκει στη φιλοσοφία της πράξης.
Aus den Heften zurPoesie und Literatur [1796 – 1801], [V], 227
Μέσω των καλλιτεχνών υψώνεται η ανθρωπότητα σε ένα άτομο, καθώς αυτοί επιτελούν τη συνένωση μέλλοντος και παρελθόντος κόσμου στο παρόν, αποτελώντας το υψηλότερο ψυχικό όργανο στο οποίο συναντώνται τα πνεύματα ολόκληρου του εξωτερικού κόσμου για να επιδράσουν έπειτα στον εσωτερικό.
Ideen, 64
Καλλιτέχνης μπορεί να είναι μόνο εκείνος ο οποίος έχει τη δική του θρησκεία, μια αυθεντική εικόνα του άπειρου.
Ideen, 13
Όλοι οι άνθρωποι είναι κάπως αστείοι και παράξενοι μόνο και μόνο επειδή είναι άνθρωποι· κι από αυτή τη σκοπιά επίσης είναι οι καλλιτέχνες δύο φορές άνθρωποι. Έτσι ήταν, έτσι είναι και έτσι θα συνεχίσει να είναι.
Ideen, 145
Η σχέση μου με τους μεγάλους φιλοσόφους είναι σαν αυτή του Πλάτωνα με τους Σπαρτιάτες. Τους αγαπούσε και τους εκτιμούσε απεριόριστα, αλλά είχε πάντα να λέει γι αυτούς ότι έμειναν σε όλα στα μισά του δρόμου.
Athenäum, Fragmente 48
Όσο πιο πολλά ξέρει κανείς, τόσο πιο πολλά έχει ακόμα να μάθει. Με την γνώση αυξάνεται στον ίδιο βαθμό και η άγνοια ή, πολύ περισσότερο, η γνώση της άγνοιας.
Athenäum, Fragmente 267
Ένας αληθινός συγγραφέας γράφει για όλους ή για κανέναν. Αυτός που γράφει για τον έναν ή τον άλλον το μόνο που καταφέρνει είναι να μην διαβάζεται.
Kritische Fragmente, 85
***
Το απάνθισμα αυτό των αποσπασμάτων του Friedrich Schlegel προέρχεται από το βιβλίο Το ρομαντικό απόσπασμα. Μια επιλογή κειμένων του πρώιμου ρομαντισμού, επιλογή – μετάφραση – επιμέλεια Μ. Περράκης, Futura, Αθήνα, 2003.
1
Το σπίτι μου όσο το άνοιγμα των χεριών της κόρης μου
4 χρόνια άστεγη τώρα…
2
Κι ανυπόδετη κι άρρωστη γύρναγα
Κρύωνα.
Και όπου κι αν έστρεψα
όξος και πρέζα και χολή
3
Και τα ‘παιρνα να μη λυπήσω τους ανθρώπους
4
Και ήρθε – και χάμω– στα γόνατα έπεσα
και χωμάτινος βόλος έγινα
και μέσα μου κύλησα
και σε μια ανάσα της ψυχής μου
που είχε μείνει φεγγερή
- εκεί ακούμπησα -
και έκλαιγα νερό. Νερά πολύ.
5
Κι όσο νερό έβγαλα
νερό δεν είχε για μένα
στέρεψα – λέπια – γοργόνα έγινα
κι ο άνθρωπος φοβήθηκε ακόμα πιο πολύ…
6
Κι όταν τα μάτια άνοιξα
και πλάι και γύρω και παντού
μεγάλη λίμνη έγινε
που πλέανε αιωνόβια μικρούτσικα ανθάκια
7
…νύχτωνε στον ουρανό…
Και σε δυο περίεργα σύννεφα
που ακίνητα τρέχαν
εγώ ανάμεσα σε δυο διάτρητους «ληστές»
στα φώτα σταυρωμένη
8
Μπορεί δίκαια…
Προκάλεσα με πάθος την ζωή.
Ασέβησα δύο φορές γιατί τους ήξερα τους Νόμους.
Άσκησα την όραση μου για μακριά
κι έχασα τα κοντινά μου
9
Τώρα
πληρώνω με ντροπή
Τυφλή
Χωρίς σκυλί
χωρίς ραβδί
διαβαίνω ανάμεσά σας
10
Εσύ!
Εσένα που αγάπησα.
Κοίτα άμα πιεις κι όπως πάντα μεθύσεις
μην πεις ποτέ πως μ’ αγάπησες
Δε θ’ άφηνες να γίνω πλατανόφυλλο
σε ξεροπόταμους να πλέω…
11
ΜΗ!…
«Τυλίγω πάγο στο συναίσθημα
Τίποτ’ άλλο δεν είναι»
Υστέρα μεγαλώνοντας κι άλλο
Το άνοιγμα των χεριών
«Φοβάμαι» είπε
κι έφυγε με μια ασήκωτη βαλίτσα
το παιδί
αφήνοντάς με
σε μια πόρτα ανοιχτή
από αναρριχητικά τρόμου και σκοτάδι πνιγμένη
10 Οκτωβρίου η Μυρτώ
Το μήνα των παγωμένων σταφυλιών γεννημένη.
12
Στάθηκα πεσμένη εκεί
Ώρες.. ώρα πολλή…
Τότε
πνιγμένος στ’ αναρριχητικά
βγήκε ένας φίλος χαμένος
Έεειι… του λέω, Χρίστο…
Ησύχασε… Πήγαινε να κοιμηθείς…
Είσαι καιρό σκοτωμένος.
Έεειι… μου λέει, Ρηνούλα, λυπημένος πολύ
Ησύχασε.. Πήγαινε να ξαπλωθείς…
Από σφαίρα ή άσπρη
Είσαι καιρό πεθαμένος
13
Υπνωτισμένη ξάπλωσα
στο μάρμαρο του νεκροτομείου
Το σώμα μου έβλεπα
οι φοιτητές
για πείραμα
να κόβουνε
πολύ λεπτές ροδέλες
Το άχρωμο αίμα μου
με κουβάδες ξεπλένανε
άρρωστοι για την δόση τους
Από τις φλέβες τους
τις πλατείες τυλίγανε
θανάτου κορδέλες
14
Α
Αδερφή μου..
Ανυψώσου εσύ
γαλανή απ’ το μπλε
Απαστράπτουσα…
15
Πασάλειψαν τα μούτρα μου
Μ’ ώχρας μπογιά.
Τα νύχια τα μάτια και τ’ αυτιά
Σαύρας πρασινομαύρο.
Τα μάγουλα κατακόκκινα
Σαν του Πάσχα αυγά.
Ήθος ποιώ
Έγινα ηθοποιός
Πουτάνα θεατρίνα.
16
ΣΚΗΝΗ 35
Μακρύς χωμάτινος δρόμος…
Κακός χειμώνας φυσάει άρρωστη βροχή
Ήχοι συγκεχυμένοι από στρατιωτικά παραγγέλματα
Εκκλησιαστική μουσική και λύκοι.
Στην άκρη του κάδρου, η μαύρη άκρη ενός ράσου
Που ανεμίζει και χάνεται…
( Στην πλάτη μου ένα ξυράφι αποφασισμένο
και ο ιριδισμός τραμπούκου
στο μάτι του σκηνοθέτη
με μπάζει στο πλάνο «να τα πω».
Κλείνω τα μάτια. Λέπρα.
Η Βιριδιάνα με ξυρισμένο το κεφάλι στο πάτωμα
προσεύχεται.
Η Τέχνη « εν ιδρώτι της ψυχής…»
Προσεύχομαι.)
17
Δέντρο ήμουνα κι έσπασα
Μου σπάσαν όλα τα κλαδιά
Γιατί εκεί τρέχανε τα ξεστρατισμένα παιδιά
Να παίξουνε τους κρεμασμένους
18
Ρίζα με λένε τώρα.
19
Το χρώμα μου
νύχτας βαθιάς μαβί
Εκείνο που παίρνει ο ουρανός
όταν μεγάλο βράχο δένει στο λαιμό
και σ’ άραχλα νερά βουλιάζει το φεγγάρι
20
Η αφή μου
βελούδο φθαρμένο παλιό
με νεκρικές ανταύγειες τσαλακωμένο
Σε ηρωικές γιορτές
εξάρσεις βίας
και πορείες οργής παραφορεμένο
21
Ο ήχος μου συνέχεια
ανάμνηση δέντρου που φυλλορροεί
Στο χέρι μου «χτυπημένος» αετός
οικόσημο της μοναξιάς μου
Σε άλλους χάρτες
Σημάδι μου ο Ερμής
Το μήνα των κερασιών. 1 Ιουνίου γεννημένη.
22
Και ήρθανε και λιώσανε
Τα νύχια του αετού από την μοναξιά
Και το ράμφος του μονάχος του γύρισε
Μοναχός να πεθάνει
23
Ποτέ πια!…
Μοιρολογούν τα κύματα…
Για πάντα!
Μου ψιθυρίζει η θάλασσα…
Πάρτε τις λέξεις από δω!
Και τα δυο τρόμο μου φέρνουν
Πονάει για μένα το νερό
και γω γι’ αυτό
το ίδιο…
24
Η ζωή μου πού λέτε παιδιά
όπως τα παραμύθια αυτά τα παιδικά
Με γάντζους, κακές μάγισσες, ξύλο, τσουβάλια, ζητιανιά
Ξέρετε, αυτά που γράφουνε για τα παιδιά
ειδικά εκπαιδευμένες καταστολής μονάδες
Και τα μαθαίνουν μετά
Για να τα πούνε μετά
Μανάδες μαινάδες
25
Μια νύχτα λοιπόν…
26
που το φεγγάρι είχε κατέβει πολύ χαμηλά
κι ο θάνατος είχε μπλεγμένα στα δάκτυλά του
τούφες από τα δικά μου μαλλιά
κατηφόρισα να βρω έναν άνθρωπο.
Είχα χρόοονια να δω έναν άνθρωπο.
Είχα χρόνους ν ακούσω ανθρώπου λαλιά
Όμως όλοι όσοι ήτανε συναθροισμένοι στην αγορά
κροάζανε κρα κρα
κι ακόμα
είχαν βγάλει πίσω τους
κροκοδείλου ουρά
27
Έπρεπε
αν ήθελα ακόμα να σωθώ
αν ήθελα ακόμα να ζήσω
να βρω έναν τρόπο να μοιάζω μ’ αυτούς
ή κάτι τέλος πάντων
να τους εξευμενίσω
28
Έτρεξα λοιπόν γρήγορα γρήγορα
κι έβαλα ένα μεγάλου αρχηγού
παλτό στρατιωτικό
το οποίο ανέσυρα
από αριστοκρατικούς εμετούς
και πολυτελή σκουπίδια.
Δυστυχώς όμως για πολλοστή φορά
ήτανε λάθος η κίνηση.
Θεωρήθηκε Ύβρις
Ή…
29
για να ακριβολογώ
στη γλώσσα των κρα κρα
Περιύβριση Στρατιωτικής Αρχής
Κι αρχίσανε τότε που λέτε
με πέτρες να τρέχουν όλοι πίσω μου
και τις ουρές
στο χώμα να χτυπάνε
30
Με βάραινε και το παλτό
με βάραινε και το μυαλό
και στάθηκα στη σιωπή
ν’ ακούσω τη σιωπή μου
31
Και φαίνεται – για να τελειώνουν τα παραμύθια παιδιά –
πως πάλι θαύμα έγινε
γιατί αόρατη έγινα
κι ενώ μπροστά τους ήμουνα
με ψάχναν όλο πίσω…
32
33
Ποιος είναι ο λόγος της ποίησης
πού βγαίνει απ’ το ποιώ
και που σημαίνει πράττω
Ζητάω την απάντηση
απ’ τους ακινητοποιημένους
34
Τρομοκρατία: εξουσιάζω δια της
Βίας. Τρόμου.
Και τρομοκράτης τι θέλει να πει;
Δε θέλω απάντηση απ’ αυτούς που την επινοήσανε
Ζητάω απάντηση απ’ τους λαχανιασμένους
35
(αέρας σήκώσε…
Ποιος φύλαξε κι ακόμα δεν ξερίζωσα
με τέτοιο μίσος που ο καιρός
ξεσκίζει και βροντά
εξώφυλλα βιβλίων…)
36
Η πόλις είχεν
Οριστικώς καταστραφεί.
Η όποια προσπάθεια
ήτο καταδικασμένη
«Ευρίσκέτο πλήσίον του ναού Σμινθέως Απόλλώνος
και το άβατον ιερόν
της Νουδουσίας Αθηνάς.
Ελέγετο: ΠΟΙΗΕΣΣΑ»
37
…………………….
Κάπως έτσι
Που λέτε πάντα έγινε
Κι επέζησα
Και κάθομαι και ίστορώ…
Φαγώθηκε η σκέψη το μυαλό μου να λυγίσει
αχούρι χρόνων βάλθηκε τώρα να συγυρίσει
πολλά ήτανε για πέταμα κι άλλα τα 'χα ξεχάσει
κι άλλα πάνω στη φούρια μου μπροστά είχα αραδιάσει
Ταξίδι πολυτάραχο σε μέρος κακορίζικο
δε πρόλαβα να νιώσω κάτι αφύσικο
και σκόνταψα ξανά πάνω στα χούγια σου
ζαβό απάντημα το ζήταγε η καρδούλα σου
Ξερακιανές εποχές μ' άδεια χέρια επισκέψεις
όμως για ζήτημα τιμής βρίσκομαι εδώ να το πιστέψεις
"τιμή" κάτσε καλά! άγνωστη λέξη ξενική
από μια βρόμικη γλώσσα που ξεχάσαν μερικοί - μερικοί
εγώ ήρθα όμως για ένα παλιό μου καπρίτσιο
να ‘δω που βρίσκεσαι, που είσαι το 'χω βίτσιο
Μήπως κρύβεσαι στου δάσκαλου τη βέργα;
Μήπως βλογάς με πετραχήλια, ημέρες και έργα;
Ή μήπως ψάχνεις πάλι ταίρι για τις χειροπέδες
ένα χέρι ξεπλυμένο από παλιούς λεκέδες
Μήπως πίσω από τα γράμματα είσαι τα κεφαλαία
χειροκροτάς, παίζεις κι ανοίγεις την αυλαία;
Μήπως είσαι ο περίφημος αγώνας με ζιβάγκο
ή προλετάριος με πολιτικό λουμπάγκο;
Είσαι τα "μάλιστα" , τα "Υes", και τα "όλα εντάξει"
σε ποια γωνιά του ουρανού έχεις αράξει;
Που είσαι τώρα που σε ζητάνε οι καιροί
για το ζήλο και τη περίσσια σου γνώση
που είσαι τώρα που η εποχή συγχωρεί
και η περηφάνια παντού έχει ενδώσει;
Που είσαι τώρα; Σ’ αυτές τις μέρες χρωστάς
κοίτα να βρεις κάτι απ’ όσα έχεις τάξει
και τώρα που ‘σαι από τα σίγουρα κοιτάς
σε ποια γωνιά του ουρανού έχεις αράξει;
Έβαλα παραμάσχαλα αναμνήσεις και κιτάπια
άλλα τα πήρα γούσταρα και τσάμπα πήρα κάποια
άλλα με σπρώξανε ψηλά κι άλλα στη μιζέρια
παρέα με τα όμορφα έπαθα και χουνέρια
Γι' αυτό ρωτάω να σε βρω στο πουθενά τριγύρω
χαμένο κέρδος μπορεί να 'σαι σε μεγάλο τζίρο
Μπορεί να ‘σαι μια φούσκα κι ακριβή μετοχή
ή μιας πουτάνας η κρυφή χτεσινή ενοχή
Μπορεί να ‘σαι μια μυτιά δίπλα σε πλούσιο ρουθούνι
ή γκόμενα στην πασαρέλα με ψηλό τακούνι
Μπορεί να ‘σαι το εθνόσημο ενός καραβανά
μπορεί και να ‘σαι αντάρτης που πήρε τα βουνά
ή ένας γελοίος κόλακας σε βασιλιά επίγειο
που τη γυρτή καμπούρα του νομίζει καταφύγιο
Που να ‘σαι αυτές τις μέρες τις παρεξηγημένες
που οι κατάρες μοιάζουνε διαβολοσκορπισμένες
Μήπως σε φυλάνε απρόθυμοι και ξέστρατοι αγγέλοι
και σου βγάζουν το καλό με το τσιγκέλι;
Πότε δε πήρες το ρόλο που σου είχανε τάξει
Σε ποια γωνία του ουρανού έχεις αράξει;
Φυσάει κόντρα σε ολάκερη γη,
τ’ αγρια πετούμενα δε βρίσκουν πηγή,
δεν αντέχω της βολής τη σιγή.
Και δω απ’ τον τόπο που έζησα τη φυγή,
ρίχνω αλάτι στη βαθιά τους πληγή,
τάζομαι πρόσφυγας και σε καλό να μου βγει.
Γυρνάω στον κόσμο, πουθενά δε βλέπω ξένο όπου μένω.
Γυρνάω πίσω και από όποιον συναντήσω, μαθαίνω.
Δίνω, παίρνω, ανασαίνω από τα χρώματα, πληθαίνω,
από τ’ αρώματα μαγεύομαι και ταξιδεύω.
Γυρεύω για όλους μας το ίδιο όμορφο στέγαστρο,
φτιάχνω φωτιά για όποιον θέλει κόσμο αταίριαστο.
Για τα μάτια ενός παιδιού που ψάχνει γη, γκρεμίζω ουρανούς,
λυτρώνω μάνες και γιους.
Κάνω τη γλώσσα μου την πορφυρένια, ατόφιο μολύβι·
και τη ψυχή μου ένα απέραντο από στίχους καλύβι.
Ρίχνω το κάστρο σας, φτύνω του άστρου σας την κόχη.
Γίνομαι αύρα αλμυρή και στερνοβρόχι.
Πάρε τα όχι και ξεκούρνιασε από αυτή τη γωνία
που στο κουφάρι σου πετάξαν τα κλεμμένα μ’ αφθονία,
άρνησή μου στομωμένη (πυρωμένη), λύσου καημένη,
γίνε κλωστή στην ανέμη τυλιγμένη
να σου δώσω μια, να γυρίζεις για πάντα και πάντα
να σου φυσάω πρίμα, κράτα μου αγάντα
μέχρι να βρούνε απάγκιο όσοι ζουν σε φυγή.
Καινούρια αρχή και σε καλό να τους βγει.
Σε καλό θα μου βγει κι ας τρίξουν οι σκαρμοί μου.
Έχω μαζί μου, σ' αυτό το σάλεμα που κάνεις ψυχή μου,
την αυταπάρνησή μου, το μαγικό ραβδί μου,
κάνω τ' αδύνατα να ξεπερνάνε τη φωνή μου.
Τιμή μου, λίγα μου βήματα σκίζουν τη λάσπη.
Πάρε τα χνάρια μου αντί για χάρτη
και στα μπαγκάζια σου μη στριμώξεις ντροπή,
ούτε σιωπή.
Υστερόγραφο: δε πιστεύω στη τύχη.
Όταν τα ψέματα πεθαίνουν, γεννιούνται ωραίοι στίχοι
και γλυκαίνουν το μίσος στους ιχνανθρώπους
ή τους πετάνε για πάντα μες στους πανέρημους τόπους.
Λόγια κρυμμένα μου, θρυμματισμένα μου
κάνατε απόσβεση σε όσα είχα μέσα μου.
Σύξυλη η μπέσα μου μπροστά στη βρώμικη ιστορία,
μύθος απέθαντος και ωμή αλληγορία.
Περιγελάστε με, δειλοί, ξεχάστε με,
πλέξτε με φιτίλι και ανάψτε με·
μέσα στην πλάνη σας ένα όνειρο ατόφιο θα εκραγεί
ζωής κραυγή και σε καλό να μου βγει.
Γυρνάνε,
έξω απ’ την πόρτα μας οι μπάτσοι τριγυρνάνε, μάς ζητάνε.
Λυσσάνε
κρύψ’ τα βιβλία αν τα βρουν, θα μάς τραβάνε.
Χτυπάνε,
κι απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο κοιτάνε και ρωτάνε,
που να ‘ναι
αυτή η παράξενη σκιά που κυνηγάνε...
Πρώτη μου σύντομη διήγηση απ’ τα χρόνια της σιωπής
με τσιλιαδόρο τον αέρα στα ελλενίτ της σκεπής
τα καρακολια μαζεμένα στη γωνία με φακούς και λοστούς
η νύχτα θάρρευε όσους η μέρα είχε σκυφτούς,
τους κυνηγούς των πεποιθήσεων,
τις μπασκίνες των μετέπειτα εδώ κυβερνήσεων.
Λοιπόν, θυμάμαι το βλέμμα προς την πόρτα του παππού μου,
εγώ να κάνω πως θυμάμαι να ‘χω και το νου μου.
Από δίπλα η φασαρία, κάποιον χτυπάγανε
είχαν γορτή πριν εκεί και τραγουδάγανε.
Βρήκαν και κάτι βιβλία και τους μαζέψανε,
ίσως να βρήκαν τη σκιά που γυρεύανε,
για σίγουρα όμως χτύπησαν δίπλα και σε μας
ρίξαν φως από τις γρίλιες κι ένας φουκαράς
που είχε έναν φοίνικα φλαμπέ πάνω στην αγκράφα,
έσπρωξε την πόρτα, μεγάλη γκάφα.
Πρόσφατες εικόνες, βιονικά τα καρακόλια,
δημοκράτες οι άρπαγες και χημικά τα βόλια,
νεολογισμοί, αφορισμοί κι εξοστρακισμοί,
οι κάμερες πασχίζουν για του κράτους την τιμή.
Όμως τώρα τραγουδάμε όλοι ανενόχλητοι.
Χωριστά οι ξυπόλητοι, οι ρεφόρμες και οι απόλυτοι.
Μας την πέφτουν πάνω στο φεύγα στην τρεχάλα,
λίγο μπουντρούμι και digital κρεμάλα.
Τότε το κάθε μέρος είχε το ρουφιάνο του
τώρα που ο καθένας έχει από ένα μπάτσο πάνω του
κι αν χτυπάν την πόρτα όλα είναι βάση νόμου
δωρεάν η είσοδος στο σπίτι του τρόμου
πότε θα κάνει ξαστεριά πότε θα φλεβαρίσει
πότε ο σκιαγμένος τους φρουρός θα πυροβολήσει.
Παίρνει εκδίκηση ο φασίστας ο ευνούχος
τώρα ο μπάτσος είναι γείτονας μας κι αριστούχος.
Χτυπάνε,
η διαταγή είναι στο ψαχνό να μας χτυπάνε, κι όπως να ‘ναι
Βαράνε, για να ξορκίσουνε τον φόβο τους γελάνε.
Πετάνε,
τα χημικά που έχουνε λήξει μας κερνάνε, μας μεθάνε.
Ρουφιάνε,
μόνοι τους φτιάξαν τη σκιά που κυνηγάνε.
Η παρούσα διεύθυνση θα εξακολουθήσει να ανανεώνεται μέχρι το τέλος του έτους, και εν συνεχεία θα παραμείνει ‘στον αέρα’ ως αρχείο καθόσον ήταν αδύνατον να μεταφερθούν όλες οι αναρτήσεις στην καινούργια διεύθυνση.
Η καινούργια διεύθυνση θα λειτουργήσει δοκιμαστικά μέχρι το τέλος του έτους και θα καταστεί ενδεχομένως η κύρια διεύθυνση από τις αρχές του νέου έτους.
Κάθεται μόνος
και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι.
Κανείς δε θά ’ρθει και το ξέρει,
κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι
και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι.
Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα
και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.
Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει.
Στην τηλεόραση χιονίζει,
το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι
και στις παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια των νεκρών,
που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
και μόνο το δικό της βλέμμα
έρχεται από τα περασμένα.
Κοντεύουνε μεσάνυχτα
και καθαρίζει τ’ όπλο του απ’ το πρωί.
Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα»,
ευχές δε φθάνουν ως εδώ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
η σκέψη αρπάζεται απ’ το κλαδί της μνήμης,
μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά
μ’ όλα τα υλικά και δίχως λόγια.
Κοντεύουνε ξημερώματα κι ακόμη
γυαλίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι
με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει.
Μένει στα δάχτυλα το λάδι
αλλά το χάδι χάνεται.
Θυμάται κυνηγετικές σκηνές
με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα,
πριν γίνει θήραμα κι ο ίδιος
στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού,
που τον παραμονεύει αθέατος
αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο
πότε μια λάμψη κάνης,
πότε μια κίνηση στις κουμαριές
κι η μυρωδιά απ’ το βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ότι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο.
Όταν αποφασίσει να του ρίξει
δε θα προλάβει πάλι να τον δει
πίσω απ’ το σύννεφο της ντουφεκιάς του.
Αν σκέφτεται στ’ αλήθεια κάτι τέτοια,
και δεν τον τιμωρώ εγώ μ’ αυτές τις σκέψεις,
πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί.
Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.
Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα…
Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα· απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε
σα νά ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο
στις πλάτες του ν’ αχνίζει.
Δώσ’ του κι ένα καλό σκυλί
και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε
πως είναι πεθαμένη.
Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα
ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δούν πως μεγαλώσαμε
να παρηγορηθούνε.
Francisco José de Goya y Lucientes, El perro (1820-23)
Τάσος Λειβαδίτης
Από τη συλλογή
Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΜΕ ΤΟ ΚΗΡΟΠΗΓΙΟ
(1975)
Ε'
ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑ, Κύριε, να μιλώ, στερεωμένος με σύρματα μέσα στην τεφροδόχη, να παραδίνομαι χωρίς να μου το ζητούν. Και μόνο οι νεκροί μπορούν ν’ αντέξουν τόση αφθονία πραγμάτων αφού πια δεν τα χρειάζονται – βήχοντας από φθόνο, με μισό πανωφόρι, καφετί, σαν τα τραίνα της θείας Ελένης, τις νύχτες ακούγαμε τις πυροσβεστικές αντλίες που έτρεχαν δαιμονισμένα, πολλοί είχαν μαγκωθεί ανάμεσα σε τόσα απλά πράγματα και πέθαιναν αβοήθητοι, άλλοι είχαν καρατομηθεί καθώς έσκυβαν να βρούνε τα παπούτσια τους έναν ολόκληρο χρόνο, μάλιστα, ήμουν ανήσυχος για μια φτωχή αλατιέρα, μαύρη απ’ τη λίγδα ή τα κακά προαισθήματα, «τι να κάνουμε, Ιλιούσα», λέω, και ρίχνω ένα σάλι στους ώμους μου, τάχα πως δεν έγινε κανένα έγκλημα εδώ, τόσο μοναχός ώστε ν’ αντισταθώ στον πειρασμό να βγάλω απ’ την τσέπη μου τέσσερις ή δώδεκα άμαξες, τόσο άγνωστος για να με βρουν και να μου τις πάρουν πίσω.
Φορτηγά γεμάτα καταδίκους διάβαιναν τραντάζοντας τη γέφυρα, γεγονότα παλιά ξεχασμένα στέκονταν στις γωνιές, σαν τους μονόφθαλμους έξω απ’ τα φαρμακεία – ποιος πρόδωσε; ποιος μπήκε στο λεωφορείο; ποιος δεν ξέχασε! Όλα συγκεχυμένα, με μόνο τον αλέκτορα να θυμάται κάθε πρωί την καταστροφή που αρχίζει. Κι όταν με φωνάζουν, γυρίζω απλώς από κακία διαιωνίζοντας την ψευδαίσθησή τους.
Θυμάμαι, μια νύχτα, περπατούσα στους έρημους δρόμους – φυσικά, όλα τέλειωσαν στο αστυνομικό τμήμα, παρ’ όλο το κρύο, γιατί στο κακόβουλο εστιατόριο που μπήκα να πιω μια ζεστή σούπα, όταν ήρθε η στιγμή να πληρώσω, έβγαλα απ’ την τσέπη μου την άδεια κουβαρίστρα της μητέρας – ενώ έπρεπε να μου δώσουν και ρέστα οι άθλιοι!
Παλιοί καλοί μου σύντροφοι, θαμμένοι πρόχειρα, σαν να ‘ταν να τη βγάλει κανείς για ένα βράδυ, ο Ηλίας «ο νερόβραστος», ο Θωμάς με την κλεμμένη γούνα κι ο δύστυχος ο «Αμήν», θρησκόληπτος, όταν ξεψύχησε, κάτσαμε πλάι του, το παντελόνι του φούσκωνε απ’ τη βαριά βουβωνοκήλη, ο δύστυχος ο Αμήν είχε να δει γυναίκα απ’ τον καιρό των πρωτοπλάστων – σύντροφοι καλοί μου, φύγατε τόσο απλά, σαν τον αγράμματο χωρικό που λέει ένα ακατάληπτο Πάτερ ημών κι όμως ο καπνός ανεβαίνει.
Η αληθινή ζωή μας, σκέφτομαι καμιά φορά, παίζεται πίσω απ’ τον τοίχο και το έγκλημα ήταν από καιρό προμελετημένο – δεν έλειπε ούτε η υπόσχεση, ούτε ο χλωμός νοικάρης, ούτε ο άφωνος δρόμος με τα κλειστά μαγαζιά, δυστυχισμένος κόσμος, δε θα μάθει ποτέ τι έγραφε αυτή η πανάρχαια χαμένη σφραγίδα και πως μια ομπρέλα είναι κι εκείνη ένα φάντασμα που δε συγχωρεί.
Φίλοι μου, που νύχτες ολάκερες μιλούσαμε για τις τύχες του κόσμου, ανάμεσα στις μικρές παύσεις της συνομιλίας μας ήταν, ίσως, ό,τι κληροδοτήσαμε στους άλλους – ακατόρθωτο για να επιζήσει, και τόσο οικείο ώστε να προσπερνάς χωρίς να το βλέπεις, σχεδόν.
Έτσι πέρασαν πολλά χρόνια. Οι άρρωστοι περίμεναν ν’ ανοίξει το παλιό ξυλουργείο, εγώ προτιμούσα ν’ ανεβαίνω στη σοφίτα, εκεί έμενε ο τυφλός με τους σπάγκους ενώ κάτω οι ένοικοι φαντάζονταν πως ζουν. «Θα σου καθίσω», έλεγε η άσχημη γυναίκα, «αλλά βάλε μου μια πετσέτα στο πρόσωπο», σκοτεινή, αδιαπέραστη, υγρή όλη από πάνω ως κάτω σαν ένα μεγάλο νόημα, κι όταν ο Χρυσόστομος βρόμισε απ’ τη γάγγραινα, εκείνη στάθηκε στην πόρτα κι έδιωχνε τα σκυλιά – μια νύχτα, μάλιστα, αλλά τι να τους απαντήσεις, «ληστές», φώναξα, κόσμος πηγαινόρχονταν, έκλαιγαν ή έβαζαν στοιχήματα αφού υπάρχει πάντα ένα μαύρο άλογο εκεί που δε βλέπεις τίποτα, και το αλκοόλ έχει κι εκείνο την πέτρινη φτερούγα του.
Α, ήταν μεγάλες εκείνες οι μέρες, τα πλήθη τρέχανε στους δρόμους, η εξέγερση έριχνε πάνω απ’ την πόλη μια σκάλα, σαν την προσευχή, μέρες σαν ένας λαός από κεριά σκορπισμένα κάτω στην άσφαλτο κι εμείς που ζήσαμε δεν έχουμε τώρα τα σπίρτα παρά μόνο για τα τσιγάρα μας.
Θυμάμαι εκείνον τον φτωχό ανθρωπάκο στη γωνιά, κρατούσε ένα πτυελοδοχείο πάνω στο πρόσωπό του για να πηγαίνει άδολος κι οι υπνοβάτες περπατούν στην άκρη της στέγης, χωρίς να πέφτουν, αφού άλλος κρατάει το λογαριασμό. Σαν τα πουλιά που είναι εχέμυθα για να μας σκοτώνουν καλύτερα.
Όλα τόσο απίθανα, Θεέ μου: σαν μια πέτρα δίχως μυστήριο ή σαν αυτόν που ξαναβρίσκει το χαμένο νόμισμα μες στον σπαταλημένο καιρό. Οι ταξιδιώτες κρατούν λίγα λουλούδια στις βιαστικές κηδείες των σταθμών, ενώ οι ζητιάνοι τρέχουν, για λίγες δεκάρες, πίσω από ξεχειλισμένα ρούχα. Ω, αν είχα δικό μου ένα μόνο τηλεφωνικό θάλαμο ή μια πιο καθαρή οδοντοστοιχία, ίσως τότε πολλά εγκλήματα θα ‘χαν αποφευχθεί, ή έστω επισημανθεί εγκαίρως. Τ’ άλλα θα μείνουν άγνωστα – σαν ένα άξαφνο κουδούνισμα από κάποιον που ‘χει κιόλας απομακρυνθεί μια μυρωδιά θαμπή που χάθηκε πριν προλάβεις να θυμηθείς, λίγος αχνός απ’ το παιδικό τσάι που τόσες θεομηνίες δεν μπόρεσαν να τον σκορπίσουν ακόμα.
Ω, αν είχα τη δύναμη, θα έφτιαχνα ένα χέρι στο δρόμο για τους τυφλούς ή εύκολα αινίγματα για τους κουρασμένους, θα έφτιαχνα ένα φλύαρο κοιμητήρι που να μας διηγιέται το βράδυ τα παλιά ή θ’ αέριζα τα σεντόνια όπως σ’ ένα ναυάγιο. Είμαι, λοιπόν, ξεγραμμένος σαν το θαύμα που κάνει ακόμα πιο αβέβαιη τη ζωή…
Την εποχή της Μεγάλης Παρένθεσης, εννοώ, όταν μπήκαν όλα μέσα στην παρένθεση, οι σχολικές μου εκθέσεις, τα κραγιόν μου κι οι εφιάλτες μου, βρέθηκα ξαφνικά εντελώς μόνη σ’ ένα περιβάλλον τόσο μα τόσο απρόβλεπτο, κι αυτά τα γαλάζια μάτια που ξεπρόβαλλαν κάποτε μέσα στο σκοτάδι, ίσως δεν ήταν παρά η αντανάκλαση των περασμένων ερώτων μου. Οι έρωτες παίρνουν καμιά φορά ένα χρώμα γαλάζιο, όχι βέβαια ακριβώς γαλάζιο, πιο πολύ σαν ξεθυμασμένο μωβ, όπως τα ρούχα άμα τα μπλέξεις στο πλυντήριο. Με γοήτευαν ανέκαθεν τα πλυντήρια, όπως άλλωστε και τα μίξερ και τα καρουζέλ κι ο,τιδήποτε άλλο στριφογυρνάει έτσι υπέροχα παραμορφώνοντας την οπτική των πραγμάτων, τις νύχτες που γυρνούσα στο σπίτι μεθυσμένη έπεφτα στο κρεβάτι με τα παπούτσια κι αφηνόμουν να στροβιλίζομαι, νομίζω ήταν μονάχα τότε που υπήρξα πραγματικά ευτυχισμένη. Τα μαλλιά μου μεγάλωναν απότομα, παραμέριζαν τις κουβέρτες και χύνονταν στο πάτωμα, πίεζαν τα κίτρινα πλακάκια, άνοιγαν τρύπες, σέρνονταν στο ταβάνι του κάτω ορόφου, όπου ζούσε ο μελαγχολικός ταχυδρόμος με τη γυναίκα του, την άκουγα να ουρλιάζει κάθε φορά που τα μαλλιά μου τρυπούσαν την οροφή της. Εγώ όμως, α, εγώ ονειρευόμουνα για γείτονα ένα ρετρό φοιτητή με φαβορίτες και στενό κόκκινο πουλόβερ, που θα καταδεχόταν ν’ απαγχονιστεί με τις τούφες της κόμης μου, ώστε ν’ αναγορευτώ επιτέλους δικαιωματικά ικρίωμα. Μ’ αυτές τις σκέψεις έμενα μέρες και μέρες ξαπλωμένη, μέχρι που κάποια φορά ήρθε ο Λουκάς να με μαλώσει που είχα αποξεχαστεί, δεν είναι ακόμη ώρα μου είπε και μ’ έκλεισε στη ντουλάπα για ν’ αλλάξω ρούχα. Εγώ βέβαια ήξερα ότι το έκανε για να μη τον δω που πέταγε στα σκουπίδια το πεθαμένο χρυσόψαρο, βγήκα απ’ τη ντουλάπα με το νυφικό της μαμάς, το ψάρι μου πέθανε από έρωτα είπα κι αυτός με χαστούκισε για την αναίδειά μου, είναι πρόστυχο να φορτώνεις στους άλλους τις αδυναμίες σου μου φώναξε κι άναψε τσιγάρο. Ο καπνός του Λουκά έβγαινε μενεξελής απ’ τα ρουθούνια του, κι εγώ τον παρατηρούσα ακουμπισμένη στο κομό, τα λακκάκια στα μάγουλά του ήταν τόσο νοσταλγικά που σχεδόν δάκρυσα, στην πραγματικότητα επειδή θυμήθηκα μια αξεδιάλυτη ομορφιά που συνάντησα κάποτε στο σταθμό ενός τρένου. Και τόσο πολύ με συνεπήρε η ανάμνηση εκείνου του μαγιάτικου πρωινού που νομίζω μεταμορφώθηκα σε κήπο. Κι ενώ οι τουλίπες ξεχείλιζαν ήδη από το μπούστο του νυφικού κι ο κισσός είχε αρχίσει να τυλίγεται στο λαιμό μου, ο Λουκάς με κοίταξε υποτιμητικά, τι θεατρινισμός, μου είπε, κι όμως ξέρεις ότι ποτέ δε θα ξαναζήσεις ένα τόσο κίτρινο πρωινό. Ο Λουκάς πάντοτε μάντευε τη σκέψη μου και γι’ αυτό δεν του θύμωσα, κι ας το έβρισκα αγένεια να μου θυμίζει έτσι απροκάλυπτα την αποτυχία μιας ολόκληρης ζωής. Μετά όμως με πήρε το παράπονο, εγώ δεν έφταιγα καθόλου είπα λαχανιάζοντας κι ο κισσός έφερε άλλη μια βόλτα στο λαιμό μου, δικό του ήταν το λάθος που παρέλειψε να μου πει πώς θα τον αναγνωρίσω, εγώ ήμουν εκεί αλλά μέσα σε τόσο κόσμο τον έχασα. Ο Λουκάς γέλασε δυνατά και μου φύσηξε στα μούτρα ένα σύννεφο μενεξελή καπνό, πνίγηκα στο βήχα κι όλο το δωμάτιο έγινε μωβ, το νυφικό με στένευε, τι έχεις-λοιπόν-να πεις-τώρα, μου είπε σχεδόν τραγουδιστά, και τότε νομίζω τον μίσησα, το χρυσόψαρό μου πέθανε από έρωτα του είπα πεισμωμένα, κι αν δεν το πιστεύεις είσαι ανάξιος, έτσι μαλώσαμε οριστικά με το Λουκά και δεν τον ξανάδα ποτέ. Τώρα μένω ανενόχλητη μέρες και μέρες ριζωμένη στο κρεβάτι μου, ακούγοντας πάντα τα ουρλιαχτά της γυναίκας του μελαγχολικού ταχυδρόμου, και το νυφικό της μαμάς το πούλησα σ’ ένα περιοδεύοντα θίασο της συμφοράς. Κι έτσι είμαι απολύτως ήρεμη κι ευχαριστημένη. Το χρυσόψαρο μονάχα, αυτό μου λείπει κάπως πού και πού.
Η γέφυρα
Παρασκευή απόγεμα, κι εγώ γύριζα από τη δουλειά διασχίζοντας τη γέφυρα. Η γέφυρα είχε κατασκευαστεί πρόσφατα, πάνω από το μεγάλο αυτοκινητόδρομο με τα φωτάκια που γυάλιζαν τη νύχτα σαν τα χρωματιστά μάτια ενός τέρατος ξαπλωμένου νωχελικά στη μέση της πόλης. Το τέρας μας ανέχεται, σκεφτόμουν πάντα, μια μέρα θα ξυπνήσει πεινασμένο και θα μας πάρει όλους ο διάολος. Το ήξερα ότι θα γίνει έτσι αλλά δεν το έλεγα σε κανέναν, εξάλλου μπορεί και να μη με πίστευαν. Μονάχα ανατρίχιαζα λιγάκι κάθε φορά που περνούσα τη γέφυρα. Κι εκείνη την Παρασκευή, θα ’χε αρχίσει ήδη να σκοτεινιάζει, είδα έναν άντρα με μακρύ καφέ παλτό και καμπουριασμένους ώμους σκυμμένο πάνω στα κάγκελα. Δεν έβλεπα το πρόσωπό του έτσι που είχε γείρει το κεφάλι του προς το δρόμο, αλλά φαντάστηκα πως θα ήταν πολύ νέος, πολύ νέος και πολύ λυπημένος, αλλιώς δε θα κρεμιόταν έτσι πάνω από το στόμα του τέρατος. Και μολονότι τον θαύμασα κατά βάθος ένιωσα συνάμα μια θλίψη, μα γιατί, τον ρώτησα αυθόρμητα, ξέρω βέβαια πως δεν ήταν καθόλου δική μου δουλειά, αλλά στ’ αλήθεια ήταν τόσο άχαρο μέρος για να πεθάνει κανείς αυτός ο αυτοκινητόδρομος. Εκείνος δεν ξαφνιάστηκε στο ελάχιστο ακούγοντάς με, σαν να με περίμενε από ώρα, σαν να περίμενε κάποιον να του μιλήσει προτού τον καταπιεί το τέρας. Στηρίχτηκε με τις παλάμες του στο σίδερο και γύρισε αργά προς το μέρος μου, δε βρίσκω πουθενά την ομορφιά, είπε σιγανά, και τα μάτια του γυαλίζανε σαν τα φωτάκια κάτω στο δρόμο. Κι εγώ μελαγχόλησα ακόμη περισσότερο, θα ’θελα να μπορούσα να τον αποτρέψω, μπορεί και να ήταν μισότρελος, αλλά αυτός ο δρόμος ήταν τέλος πάντων τόσο άχαρος, κι ο άντρας ήταν πράγματι νέος και ψηλός και λυπημένος, δε μου άρεσε να τον φαντάζομαι ματωμένες σάρκες στην άσφαλτο. Όμως δεν ήξερα τι να κάνω, δεν είχα τίποτα όμορφο να του δώσω για να τον πείσω, κι όσο περνούσαν τα λεπτά κι ο άντρας με κοίταζε περιμένοντας ένιωθα όλο και πιο αμήχανα, στο τέλος σήκωσα λίγο τους ώμους μου, καλή σας νύχτα, του είπα, και στράφηκα να φύγω. Δε θα ’χα κάνει ούτε πέντε βήματα, όταν άκουσα το τρίξιμο απ’ τις σόλες των παπουτσιών του στο σίδερο, τον φαντάστηκα όρθιο στα τριάντα μέτρα πάνω από τα φώτα και τ’ αυτοκίνητα που έτρεχαν δαιμονισμένα, και ξαφνικά θυμήθηκα κάτι και γύρισα απότομα, σταθείτε, του φώναξα, νομίζω έχω κάτι για σας. Εκείνος έστρεψε το κεφάλι του προς το μέρος μου, ισορροπώντας πάντα δυο εκατοστά από το κενό, κι εγώ άνοιξα βιαστικά την τσάντα μου, έβγαλα από μέσα το πορτοφόλι κι από κει τη φωτογραφία σου, ορίστε, είπα και τέντωσα ψηλά το χέρι μου να του τη δώσω. Την πήρε και την κοίταξε εξεταστικά, τη στριφογύρισε, και μετά τη γύρισε από την πίσω μεριά, σαν να έψαχνε για ένα όνομα ή μια ημερομηνία, και προς στιγμήν σκέφτηκα να του φωνάξω για όνομα του θεού, μην ψάξετε γι’ αυτόν, πάνε τόσα χρόνια που έχει φύγει, αλλά δεν είπα τίποτα. Μονάχα του γύρισα την πλάτη και το έβαλα στα πόδια, ήξερα όμως πως ο άντρας θα κατέβαινε από τη γέφυρα τώρα που είχε βρει την ομορφιά, θα την έβαζε στη μπροστινή τσέπη του καφέ παλτού του και θα γυρνούσε σπίτι του. Κι ένιωθα, μπορώ να πω, ικανοποιημένη. Το τέρας βέβαια, αυτό συνεχίζει να υπάρχει.
Το γυαλί
Κάποτε, η δασκάλα μου της δευτέρας δημοτικού με ρώτησε, πώς φαντάζεσαι τον παράδεισο; γυάλινο, της απάντησα. Εκείνη γέλασε και με ξαναρώτησε, γιατί γυάλινο; σαν τη τζαμαρία του μεγάλου μπαλκονιού μας, της είπα. Από τότε θα πρέπει να τσατίστηκε ο θεός μαζί μου, που κατέβασα τον παράδεισό του στο ταπεινό επίπεδο της τζαμαρίας μας. Εμένα όμως αλήθεια μου θύμιζε τον παράδεισο η τζαμαρία, το διάφανο γυαλί της δηλαδή, και λέω μου θύμιζε γιατί κατά βάθος ήμουν βέβαιη πως σε κάποια παρελθούσα χρονική στιγμή είχα βρεθεί εκεί, αλλιώς από πού ερχόντουσαν αυτές οι παράξενες εικόνες που έβλεπα ξαφνικά τ’ απογέματα. Κι εξάλλου η τζαμαρία μας ήταν η πύλη για το θάνατο, είχα ακούσει πως πριν πολλά-πολλά χρόνια, όταν ακόμη στο σπίτι έμεναν ο παππούς με τη γιαγιά, ο μικρός αδερφός του πατέρα μου είχε περάσει τρέχοντας μέσα από το τζάμι, η γιαγιά, έλεγαν, ποτέ δεν το ξεπέρασε που έθαψε τεσσάρω χρονώ παιδί. Ο μπαμπάς μου τον είχε βέβαια ξεχάσει τον αδερφό του για τα καλά, και μετά από τριάντα τόσα χρόνια δεν ήταν για να τον κακίζει κανείς, τώρα όμως που μεγάλωσα κι εγώ σκέφτομαι πως μπορεί και να τον ζήλευε λιγάκι που έκανε ένα τέτοιο αξιομνημόνευτο κατόρθωμα σε τόσο μικρή ηλικία, ενώ ο ίδιος δεν είχε καταφέρει παρά να γίνει λογιστής σε μια μέτρια επιχείρηση και να παντρευτεί τη μαμά, τη μαμά που έβαφε τα μαλλιά της ξανθά κι έπαιζε ερασιτεχνικά πιάνο. Το πιάνο ήταν τόσο πιο μεγάλο από τη μαμά μου που φοβόμουν ώρες-ώρες πως θα την καταπιεί, μικρή το πίστευα στ’ αλήθεια και είχα σκεφτεί να το σκοτώσω, μεγαλώνοντας έπαψα να το πιστεύω αλλά δε μ’ ένοιαζε κιόλας, τη μαμά μου την είχαν ούτως ή άλλως καταπιεί τα ξανθά της μαλλιά και τα δαντελένια νυχτικά της. Το πιάνο όμως εγώ από τότε το σιχάθηκα, θα προτιμούσα μια μαμά που να έπαιζε μπάντζο ή φυσαρμόνικα, ειδικά φυσαρμόνικα, να φανταστείς μια φορά κοιμήθηκα μ’ έναν αμφιλεγόμενο τύπο μόνο και μόνο επειδή διέκρινα μια στην κωλότσεπη του τζην του, κι όταν αργότερα του το εκμυστηρεύτηκα πέθανε στα γέλια, όλες οι γκόμενες είναι παλαβές είπε και πέταξε τη φυσαρμόνικα στη λεκάνη της τουαλέτας. Δε μ’ ένοιαξε που με κορόιδεψε, τη φυσαρμόνικα λυπήθηκα, ένα πιάνο σου αξίζει εσένα του είπα με μίσος κι έφυγα, το πιθανότερο βέβαια είναι πως αυτός δεν κατάλαβε ποτέ το νόημα μιας τέτοιας αλλόκοτης κατάρας, το πολύ-πολύ να ξαναγέλασε λέγοντας «οι γκόμενες είναι παλαβές». Εγώ σίγουρα ήμουν αυτό που λένε παλαβή γκόμενα, έγραφα στους εραστές μου πολυσέλιδα ερωτικά γράμματα και μετά τους ταχυδρομούσα αδειανούς φακέλους. Γιατί ξέχασα να σου πω πως οι περισσότεροι εραστές μου ήταν εραστές δι’ αλληλογραφίας, είχα έναν σχεδόν σε κάθε νομό της χώρας, με προτίμηση στα βόρεια γεωγραφικά διαμερίσματα, πολλούς δεν τους είχα δει ποτέ από κοντά. Έτσι γλίτωνα και την ταλαιπωρία των αφροδίσιων νοσημάτων που δεν τα συμπαθούσα καθόλου, απ’ όλες τις αρρώστιες μονάχα τη φυματίωση λάτρευα κι ας μην αξιώθηκα ποτέ να πάθω, πολύ θα μου άρεσε ένας τέτοιος μυθιστορηματικός μελό θάνατος, κομμένος και ραμμένος στα μέτρα μου έτσι που ήμουν χλωμή και αδύνατη. Όλη μου τη ζωή δεν ξεπέρασα τα σαράντα πέντε κιλά, ίσως γι’ αυτό δε μ’ έπαιρνε ο κόσμος στα σοβαρά, στα λεωφορεία οι άνθρωποι με αγνοούσαν και περνούσαν διαμέσου του κορμιού μου, στο τέλος το πίστεψα κι εγώ η ίδια πως δεν ήμουν εκεί κι έγινα διάφανη. Αυτό ξεκίνησα να σου πω λέγοντας για τη τζαμαρία και τον παράδεισο, πως με απορρόφησε τελικά το γυαλί, αναλήφθηκα ένα ανύποπτο πρωινό σαν σπασμένη λάμπα μεταξύ μαινόμενων χερουβείμ, είμαι η πρώτη γυαλένια οσία στο χριστιανικό εορτολόγιο, οι μελλούμενες γενιές θα γιορτάζουν την επέτειο της αναλήψεώς μου θρυμματίζοντας με πέτρες βιτρίνες πολυκαταστημάτων. Πρόσεχε, κόβω απ’ όλες τις μεριές.
Ο Οδυσσέας
Οδυσσέα ήθελα πάντα να βγάλω το γιο μου, το γιο μου που θα είχε μεγάλα μαύρα μάτια, κι είχα ήδη αποφασίσει πως θα τον έντυνα στα κίτρινα και θα τον νανούριζα με το Summertime της Joplin. Αλλά τελικά δεν έκανα γιο. Έτσι, βάφτισα Οδυσσέα ένα σερνικό κουτάβι που μάζεψα από μια αλάνα -ψόφησε μέσα σ’ ένα μήνα, ο κτηνίατρος έλεγε τα δικά του, εγώ ξέρω πως έφταιγε που όλο έβρεχε εκείνο τον καιρό, η βροχή πάντα φέρνει θάνατο. Κι εγώ έμεινα χωρίς Οδυσσέα, ζητιανεύοντας κρυφά στα κουδούνια της πολυκατοικίας για το θαύμα. Και τελικά, ήρθε: Οδυσσέας Δ., ο καινούριος μου γείτονας, τον αγάπησα χωρίς να τον γνωρίσω από κοντά, μόνο και μόνο για τ’ όνομά του, επικίνδυνα μελωδικό στους διαδρόμους του μυαλού μου. Κι ένιωθα πως για μια φορά η τύχη μου είχε χαμογελάσει, τόσο πολύ λαχταρούσα έναν Οδυσσέα που μου τον έστειλε. Εγκαταστάθηκε ακριβώς από πάνω μου, τα βράδια τα βήματά του έτριζαν πάνω στα σανίδια, ξανά και ξανά, απ’ το μπαλκόνι στο χωλ κι απ’ το χωλ στην κουζίνα, όπως υπολόγιζα. Και τ’ απογέματα άκουγε κάτι αλλόκοτες μουσικές που μου ταράζανε τον ύπνο -γιατί εγώ προτιμούσα να κοιμάμαι τ’ απόγεμα, τη νύχτα χαμήλωνε απότομα το ταβάνι και με ξυπνούσε. Αλλά του το συγχωρούσα γιατί ήταν ο Οδυσσέας μου, ο δικός μου Οδυσσέας, που μου τον χρωστούσε τόσα χρόνια η ζωή. Και, καμιά φορά, πριν φύγω για τη δουλειά, άφηνα ένα γαρίφαλο μπροστά στην πόρτα του, κι ας φοβόμουν μην τυχόν και παρεξηγηθώ, μεγάλη γυναίκα να κάνω τέτοιες χειρονομίες. Όμως εγώ δεν ένιωθα έρωτα για τον Οδυσσέα, που άλλωστε δεν τον είχα δει ποτέ, μονάχα τρόμαζα να ζήσω χωρίς αυτόν. Κι όσο περνούσε ο καιρός και τον συνήθιζα, έτρεμα μήπως μια μέρα φύγει, κι άρχισα να του αφήνω μικρά διπλωμένα χαρτάκια στο γραμματοκιβώτιό του, σαν σημειώματα, μόνο που ήταν λευκά, γιατί δεν ήξερα τι να του γράψω. Κι έλπιζα πως θα καταλάβει, μα και βέβαια θα καταλάβαινε, αφού ήταν ο Οδυσσέας μου. Όμως εκείνος φαίνεται πως δεν κατάλαβε, κι ένα πρωί σταμάτησε έξω από την είσοδο ένα μεγάλο φορτηγό, και δυο νεαροί άρχισαν να φορτώνουν πράγματα, ένα μεγάλο σιδερένιο κρεβάτι κι ένα πικάπ και μια κομόντα παλιομοδίτικη, και πολλά χαρτόκουτα, και τελευταίο είδα και τον ίδιο τον Οδυσσέα, φορούσε μια μαύρη γκαμπαρντίνα κι ένα καπέλο χωμένο ως τα φρύδια, δε μπόρεσα να δω το πρόσωπό του. Τον ανέβασαν κι αυτόν στο φορτηγό οι νεαροί σηκωτό, μαζί με τα υπόλοιπα αντικείμενα, ίσως να ήταν πολύ γέρος και να μην μπορούσε να περπατήσει, μετά το φορτηγό έβαλε μπρος κι εξαφανίστηκε. Κι εγώ έμεινα εμβρόντητη στο παράθυρό μου, με τις παλάμες κολλημένες στο υγρό τζάμι, ανίκανη να δεχτώ την ήττα μου, γι’ άλλη μια φορά μου την έφερναν, και θα ’πρεπε να ζήσω και πάλι χωρίς Οδυσσέα. Αλλά δε μπορούσα να κλάψω, τα μάτια μου ήταν στεγνά και τραχιά σα γυαλόχαρτο, κάθε ματιά που έριχνα στον τοίχο έξυνε και λίγο απ’ το σοβά. Από τότε έπαψα να πιστεύω στα θαύματα. Και σταμάτησα ν’ αφήνω μηνύματα στους ανθρώπους -έστω και λευκά χαρτάκια. Λυπάμαι μονάχα ακόμη που δεν έκανα το γιο που ονειρευόμουνα, θα τον έντυνα στα κίτρινα και θα τον μάθαινα να κελαηδά σαν καναρίνι. Και, τελικά, ίσως να μην τον έβγαζα Οδυσσέα.
Το επόμενο πένθος
Θυμάμαι έναν άνθρωπο με μαύρο σακάκι που συνάντησα πριν χρόνια σ’ ένα σταθμό υπεραστικών λεωφορείων. Ο άνθρωπος δεν είχε καθόλου αποσκευές, και κρατούσε ένα μικρό βιολί καμωμένο από κόκαλα πουλιών. Γύρω-γύρω στο λαιμό του είχε μιαν ουλή, σαν να ’χε κάποτε χάσει το κεφάλι του και να του το ξαναέραψαν βιαστικά. Του το είπα ότι μου θύμιζε αποκεφαλισμένο κι αυτός μου έγνεψε καταφατικά, στη Γαλλική Επανάσταση, είπε σοβαρά, επί Ροβεσπιέρου. Αλλά αν σας τρομάζει μην το κοιτάτε, και σήκωσε το γιακά του πουκαμίσου του να κρύψει την ουλή. Εγώ τότε γέλασα, τι να με τρομάξει, μονάχα οι αμυγδαλιές με τρομάζουν γιατί ανθίζουν τόσο νωρίς. Μα γιατί φοράτε μαύρα, αν δε γίνομαι αδιάκριτη, τον ρώτησα κι αμέσως το μετάνιωσα, θα μπορούσε να νομίσει ότι προσπαθώ να τον φλερτάρω. Αλλά εκείνος κούνησε θλιμμένα το κεφάλι του, μου ’χει λείψει τόσο να πενθήσω κάποιον, είπε, που αποφάσισα να προσποιηθώ. Βλέπετε, τις ευτυχείς περιόδους αναμασώ τη θλίψη προηγούμενων συμφορών, μόνο έτσι μπορώ να επιβιώσω. Η ποίηση είναι παιδί του πένθους. Όμως εσείς είστε τόσο νέα για να καταλάβετε κάτι τέτοιο, δεν θα ’χετε προλάβει καν τους κατακλυσμούς. Μα ξέρω ακριβώς τι εννοείτε, του είπα ελαφρά αναστατωμένη, είχα γνωρίσει κάποτε ένα αγόρι με χέρια από βροχή. Με αγκάλιαζε και γινόμουν αμέσως γαλάζια και- συγχωρείστε με αν είπα παραπάνω απ’ ό,τι πρέπει. Πώς τον έλεγαν, με ρώτησε, και του είπα ψέματα πως δε θυμόμουν. Αυτή η μουσική, μουρμούρισε μετά από λίγο, τόσα χρόνια ακριβώς η ίδια. Συνέχισα να την ακούω ακόμη και μετά το θάνατο όλων των μελών της ορχήστρας. Κι εγώ έπαιζα κάποτε, του είπα, φλάουτο. Μια μέρα το φύτεψα σε μια γλάστρα και φύτρωσε μια ολόκληρη γαριφαλιά. Αλλά οι δικοί μου δε με πίστεψαν. Για πολλά πράγματα δε με πίστευαν -όχι μονάχα οι δικοί μου, οι περισσότεροι άνθρωποι. Γι’ αυτό κι εγώ σταμάτησα να τους μιλάω. Μόνο με το λαχειοπώλη της γειτονιάς μου πιάνω κουβέντα, πού και πού, όταν δεν είναι πολύ κουρασμένος. κοπιαστική δουλειά στ’ αλήθεια, να κουβαλάς ανθρώπινα όνειρα…Και πού πηγαίνετε; με διέκοψε λιγάκι απότομα. Α, πραγματικά, αυτό δεν το έχω ακόμη αποφασίσει. Έρχομαι στο σταθμό έτσι, από συνήθεια, χαζεύω τους ανθρώπους που περιμένουν να ταξιδέψουν. Είναι γοητευτικοί οι άνθρωποι όταν έχουν στο βλέμμα τους τη φυγή. Αλλά τους άλλους, αυτούς που φθάνουν, δεν τους κοιτάω ποτέ. Είναι ολόκληροι μια ματαίωση…από το μέτωπο μέχρι τις σόλες των παπουτσιών τους. Καταλαβαίνετε, γι’ αυτό διστάζω να κόψω εισιτήριο. Τότε ο άνθρωπος γέλασε δυνατά, κι όλος ο σταθμός σχεδόν γύρισε και μας κοίταξε. Ένιωσα λιγάκι αμήχανα, θα μπορούσαν να μας παρεξηγήσουν. Είστε απίθανα γοητευτική, μου είπε μ’ ένα τόνο κάπως θεατρικό, αλλά συγχρόνως απελπιστικά εφήμερη, θα μπορούσα κιόλας να σας φανταστώ την ημέρα της κηδείας σας, μ’ ένα βυσσινί φουστάνι αναγεννησιακό να ξεχειλίζει από το φέρετρο, θεέ μου πόσο με συντρίβει μια τέτοια εικόνα απείρου κάλλους, και με κοίταξε με μια ευγνωμοσύνη απερίγραπτη. Τότε ένιωσα νομίζω μια ελαφριά ανατριχίλα, γιατί είχε αρχίσει να φυσάει, και φόρεσα τη ζακέτα μου.
Καλοκαιρινές διακοπές
Υπήρχε, θυμάμαι μια εποχή που πίστευα στα παραμύθια. Τα καλοκαίρια στις εξοχές κρεμόμουν από τα ράμφη των κορυδαλλών, ώρες και ώρες, κι ο ιδρώτας έτρεχε στο λαιμό μου και μου λέκιαζε τα ρούχα σαν σπέρμα. Κι εγώ, που τόσο ήθελα να μ’ έλεγαν Ιφιγένεια, ξάπλωνα στο γρασίδι κι ισορροπούσα την υδρόγειο ανάμεσα στα γόνατά μου. Α! εξαίσια θερινά μεσημέρια, μέσα σε δωμάτια τουριστικά με σεντόνια λευκά σα σάβανα, το κορμί μου γέμιζε γύρη και γαλαζωπά ανθάκια, κι από τ’ ανοιχτό παράθυρο με κοιτούσε ο Αρχάγγελος και γελούσε, ένα γέλιο κρυστάλλινο καμπανάκι. Κι ήμουν, θαρρώ, ευτυχισμένη. Στο μπάνιο η βρύση έσταζε αδιάκοπα, αργά-αργά, νανουριστικά, μια αιώνια θολή λιμνούλα μέσα στο νιπτήρα, κάθε φορά που έσκυβα να πλυθώ φοβόμουνα μη με καταπιεί. Κι εσύ, εσύ ήσουν πάντοτε κάπου εκεί κοντά, κρυβόσουν μέσα στα γοβάκια μου κι ανάμεσα στα γεράνια και στις τσέπες της ρόμπας μου, και μου άφηνες μικρά σημάδια στα χέρια, μικρές-μικρές δαγκωματιές, μια σταγόνα αίμα τη φορά. Έτσι μ’ έκανες να σε λατρέψω τελειωτικά και αμετάκλητα, και κάθε που νύχτωνε τ’ ορκιζόμουν πως θ’ ανέβω στο χρωματιστό αερόστατο και θα ’ρθω να σε βρω, ψηλά, πολύ ψηλά, αγκαλιά μ’ ένα παλιό τζουκ-μποξ, για να χορέψουμε ένα και μοναδικό υπερβατικό ταγκό πίσω από το φεγγάρι, ίσως έτσι να μ’ αγαπούσες κι εσύ ξανά. Όμως τα δάχτυλά μου είχαν τόσο πολύ αδυνατίσει, έτρεμα μη σε τρυπήσω αν σ’ αγγίξω. Κι όλο και το ανέβαλλα, το αερόστατο σιγά-σιγά σάπιζε, είχε γίνει πια ολόκληρο πράσινο σαν ελβετικό λιβάδι, κι ο Αρχάγγελος πάλι γελούσε, έκλεισα τις κουρτίνες να μην Τον βλέπω, όμως το γέλιο αντηχούσε στο δωμάτιο, βγήκα έξω και Τον πετροβόλησα, τα λιθάρια περνούσαν μέσα απ’ το κορμί του, κι Αυτός όλο και γελούσε και μ’ έδειχνε με το δάχτυλο, κι ένιωθα ταπεινωμένη σα δαρμένος σκύλος. Από τότε βέβαια πάνε τόσα πολλά χρόνια, θα ’χω πια ξεχάσει το πρόσωπό Του, μονάχα το γέλιο Του θυμάμαι καμιά φορά μέσα στον ύπνο μου και ξυπνώ. Κι όσο για σένα, α, εσύ δεν κατέβηκες ποτέ από κει πάνω. Τώρα τα βράδια αφήνω τις κουρτίνες ορθάνοιχτες -τι να φοβηθώ;- και βγάζω τα ρούχα μου μπροστά στον καθρέφτη, έτσι για να ’χω παρέα. Ανάβω τσιγάρο κι ο καπνός βγαίνει από το στόμα μου αρμυρός και γαλάζιος, τα πνευμόνια μου απορρόφησαν φαίνεται τη θάλασσα, τόσους αιώνες που σε περίμενα από νησί σε νησί. Δεν πειράζει, μ’ αρέσει να νιώθω το καλοκαίρι, έτσι ο θάνατος μου θα έρθει σαν ένας γιγάντιος αστερίας γεμάτος άμμο και φύκια, κι εγώ θα τον ακολουθήσω χαμογελώντας, κρατώντας παραμάσχαλα μια τσάντα πλαστική με την πετσέτα και τα μαύρα γυαλιά μου, μικρά όστρακα θα μπλέκονται στις τούφες των μαλλιών μου, κι η κηδεία μου θα λάμπει στο οικογενειακό άλμπουμ σε χαρτί ιλουστρασιόν, διαφημιστική φωτογραφία τουριστικού γραφείου.
Το σημάδι
Το σημάδι το έχω εκ γενετής. Ούτε ιδιαίτερα ακαλαίσθητο, ούτε και γοητευτικό, μονάχα μυστηριωδώς συμμετρικό, λες και μου το χάραξαν με διαβήτη και γνώμονα. Καταμεσής στην πλάτη, πάνω στη σπονδυλική. Σημαδεμένη, το σκεφτόμουν παλιότερα και γέλαγα νευρικά για να κρύψω πως με τρόμαζε. Σημαδεμένη, όπως κάποτε οι Εβραίοι, όπως τα άλογα, όπως οι άγγελοι κι οι δαίμονες -ποιος μου το ’χε πει αυτό το τελευταίο; Τότε κι αν είχα γελάσει, τι απίθανες φιλοφρονήσεις που κάνουν οι άντρες θεέ μου! Όμως, όχι. Το δικό μου το σημάδι είναι διαφορετικό. Εγώ, το ξέρω, είμαι σημαδεμένη από τη Μοίρα. Μια Μοίρα με άγρια κόκκινα μαλλιά και βυσσινί στόμα, την είδα μια φορά στον ύπνο μου και κατάλαβα. Καθότανε λέει σε μια καρέκλα στην κουζίνα μ’ ένα φόρεμα μεταξωτό και κάπνιζε, πουτάνα σε γαλλικό φιλμ. Μόλις με είδε γέλασε, ένα γέλιο παράξενο, έγερνε το κεφάλι της πίσω, το τεράστιο βυσσινί στόμα της ορθάνοιχτο και μέσα τα δόντια γυάλιζαν μυτερά σα ζώου. Έσκυψε κι έσβησε το τσιγάρο χάμω στο μωσαϊκό, με μια λύσσα λες κι ήθελε ν’ ανοίξει τρύπα στο πάτωμα. Εγώ οπισθοχωρούσα προς τον τοίχο, τι θέλεις, της λέω, κι Εκείνη ήρθε κοντά μου και μ’ αγκάλιασε, πάγωσα, έπιασε τη μπλούζα μου από πίσω και την έσκισε με μια κίνηση, από κάτω ως πάνω, κι έμπηξε τα νύχια της στην πλάτη μου, τότε άρχισα να ξεφωνίζω και ξύπνησα. Από κείνη τη νύχτα πήγα να τρελαθώ, νόμιζα πως το σημάδι μ’ έκαιγε ξαφνικά, ή πως άνοιγε και γέμιζε η πλάτη μου αίματα, άρχισα να τρέχω σε πλαστικούς ρωτώντας αν μπορούσα να το αφαιρέσω, τελικά ηρέμησα και τα παράτησα, κατά βάθος το ξέρω πως το σημάδι δεν θα φύγει από πάνω μου ακόμη κι αν με γδάρουν. Θα το έχω μέχρι το τέλος, ένα τέλος που θα ’ρθει μ’ ένα στόμα άπληστο βυσσινί και μυτερά δόντια. Τελευταία κοιτάζομαι στον καθρέφτη και βλέπω τ’ αποτυπώματα από το Στόμα στο λαιμό μου, στην κοιλιά και στα μπράτσα μου, μελανά κι ερωτικά, μικρές λίμνες σάπιο αίμα κάτω απ’ το δέρμα μου που όλο και πιο διάφανο γίνεται. Όσο περνάει ο καιρός πληθαίνουν. Στο δρόμο τα σκυλιά με γαβγίζουν, φοβούνται. Μυρίζω φαίνεται κιόλας δάκρυα. Κι οι άντρες το φοβούνται το σημάδι, όλοι τους βιάζονται να σβήσουν το φως για να μην το βλέπουν. Ή τρέχουν μετά ανάστατοι στην τουαλέτα και κάνουν εμετό, δεν το ξέρουν πως ξερνάνε το θάνατο που γέμισε το στομάχι τους. Κι εγώ τότε τεντώνομαι ευχαριστημένη πάνω στα σεντόνια και χαμογελάω, η καταδίκη μου είναι μεταδοτική σαν πανούκλα, όλοι αυτοί οι δυστυχισμένοι στο εξής θα βλέπουν το βυσσινί στόμα να τους γελάει αποτρόπαια κάθε φορά που θα κλείνουν τα μάτια τους. Και νιώθω γι’ αυτούς τόσο τρυφερά, ποτέ άλλοτε δεν αγάπησα τόσο τους εραστές μου. Οι μελανιές πάνω μου όλο κι αυξάνονται. Και το δέρμα μου φεγγίζει, το φως τώρα πια με διαπερνά, η σκιά μου πεθαίνει πριν από μένα. Αλίμονο, έχω τόσο λίγο χρόνο για να με κάνουν είδωλο. Τα βράδια ακούω τη μάνα μου που κλαίει και προσεύχεται για το παιδί της, μανούλα άδικα κουράζεσαι, η Μοίρα είναι κουφή, το σκέφτομαι αλλά βαριέμαι να της το πω. Ένα απ’ αυτά τα πρωινά θα με βρει στο κρεβάτι μου ολότελα διάφανη, με μια τούφα άγρια κόκκινα μαλλιά πάνω στο μαξιλάρι. Και το σημάδι θα έχει σβήσει.
Οδός Φαρών
Ο πρώτος άντρας που αγάπησα έφυγε μ’ ένα τρένο. Κι εγώ νόμισα ότι θα λάτρευα για πάντα τα τρένα. Αργότερα, πολύ αργότερα, συνειδητοποίησα ότι δεν ήταν παρά μια εξαίρεση. όλοι οι υπόλοιποι έφυγαν πεζοί. Έτσι γέμισαν οι δρόμοι παπαρούνες κι εγώ δεν είχα πού να σταθώ. Για να περάσω απέναντι περπατούσα στα καλώδια του ρεύματος, στην αρχή φοβόμουνα λίγο αλλά μετά συνήθισα. Τα παιδιά με σημάδευαν με τις σφεντόνες τους, κι άγγελοι από πάνω κάγχαζαν και με τραβούσαν από τα μαλλιά -αλλά εμένα δε μ’ ένοιαζε, μόνο τα πουλιά πρόσεχα, να μην σκοντάψω πάνω τους. Τα δάχτυλά μου εκεί ψηλά, δεν ξέρω γιατί, αλλά έμοιαζαν διάφανα. Κι έτσι είχα μια δικαιολογία που όλα μου γλιστρούσαν μέσα από τα χέρια μου -οι εποχές, οι άνθρωποι, τ’ αντικείμενα. Ζημιά στη ζημιά, όλα κομμάτια στο πάτωμα. Θυμάμαι όταν έσπασα μια μεγάλη κούκλα από πορσελάνη, έπεσε ανάποδα και το πρόσωπό της σκόρπισε σε χρωματιστά θραύσματα ένα γύρω. Έμεινε μόνο το βελούδινο φουστάνι και οι ψεύτικες μπούκλες, πρόστυχες κόκκινες μπούκλες, να μου θυμίζουν πόσο πολύ έφταιγα. Από τότε έτσι φαντάζομαι το θάνατο, μια σπασμένη πορσελάνινη μάσκα. Καμιά φορά τις νύχτες, όταν δεν έχω ύπνο, λύνω τα μαλλιά μου μπροστά στον καθρέφτη και μιλάω στους ανθρώπους: Πόσο ακόμα; Λεγεώνες ηρώων σαπίζουν στη βιβλιοθήκη μου, κι εγώ νοσταλγώ ένα ζευγάρι χέρια παιδικά. Έκανα το αύριο τατουάζ στο γοφό μου, κανείς σας πια δε μ’ αγγίζει. Και μετά σβήνω το φως κι αποκοιμιέμαι, σα να ’χω ξεπληρώσει ένα χρέος. Κι ονειρεύομαι τους καλοκαιρινούς μου εραστές, το χαμόγελό τους μια τεράστια μαργαρίτα. Στα νησιά ο έρωτας ήταν μπλε σαν τεμπεσίρι, γυρνούσα στην Αθήνα με τη μήτρα γιομάτη αλάτι και μικρούς αστερίες. Στους αστραγάλους μου καιροφυλακτούσε η Μεσόγειος, στις απλωμένες μου γάμπες οι ναυαγοί έτρωγαν τις σάρκες τους. Και τώρα, τώρα να εξαγοράζομαι με paperback της δεκάρας και ροζ σιρόπια για το βήχα! Το δωμάτιο μυρίζει τσιγάρο και δόξα. Αλίμονο στην εξουσία της απώλειας, την έχω κατακρεουργήσει. Ανήμερα των Αγίων Πάντων γιορτάζω την απανταχού μοναξιά κρεμώντας στο μπαλκόνι μου μαύρες πειρατικές σημαίες. Βάζω το ράδιο στο τέρμα, οι ήχοι ανοίγουν τρύπες στους τοίχους, στα πατζούρια, στην κλειδωμένη εξώπορτα. Είναι κι αυτός ένας τρόπος να βγεις έξω με ασφάλεια. Το ψυγείο ξεχειλίζει μπύρες -Charles, μ’ ακούς; Την πατήσαμε. Δεν υπάρχει καιρός. Στήνω τα μπουκάλια στο περβάζι και πυροβολώ, μπανγκ, μπανγκ, μπανγκ, πράσινα γυαλιά στα πλακάκια της κουζίνας, τα πόδια μου γέμισαν αίματα κι αφρούς. Τα χέρια μου κιτρινίζουν σαν τους ήλιους του Βαν Γκογκ, μεταμορφώνομαι σε έργο τέχνης. Την επόμενη δεκαετία θα βρεθώ σταυρωμένη στους τοίχους της Εθνικής Πινακοθήκης, κι οι κριτικοί θ’ αποθεώνουν το δημιουργό μου. Όμως εγώ, εγώ δε θα είμαι εκεί. Κορόιδα.
Επίλογος
…Την πρώτη φορά που βρέθηκα σε καράβι είχα ένα υπέροχο αίσθημα απελευθέρωσης. Στη μέση του ωκεανού, σκεφτόμουν, κανένας απ’ αυτούς τους μπάσταρδους δε θα μπορέσει ποτέ να με προλάβει. Φυσικά δεν επρόκειτο για ωκεανό, το πολύ-πολύ να είχα διασχίσει το Αιγαίο, αλλά για μένα κάτι τέτοιες λεπτομέρειες λίγο μετρούσαν. Ανέκαθεν με διέκρινε άλλωστε μια κάποια -αφελής έστω- τάση μεγαλομανίας, μ’ ευκολία προβίβαζα τους εραστές σε πρίγκιπες, τα παπάκια σε Virago και τα όνειρά μου σε πανανθρώπινα ιδανικά. Αυτά, βέβαια, όσο ήμουν μικρή. Αργότερα, ω, αργότερα έγινα απίστευτα βολική, να φανταστείς χώρεσα ολόκληρη μέσα στο ενυδρείο του σαλονιού. Κι έπαψε να μ’ ενδιαφέρει ολωσδιόλου το έξω, τι να το κάνω, σκεφτόμουν, μου αρκεί αυτό το γαλαζοπράσινο φως και τα πλαστικά φύκια να χαϊδεύουν, ηδονικά σχεδόν, το κορμί μου. Κι ας φώναζε η μαμά -το είχα συνηθίσει, ποτέ δεν τα πήγαινε καλά με τις επιλογές μου. Ακόμη το νοσταλγώ αυτό το ενυδρείο, έσπασε όταν κατεδάφιζαν το σπίτι. Ναι, αυθαίρετο ήταν. Όλα τ’ αυθαίρετα πέφτουν κάτω μια μέρα, δε βλέπεις πόσες γρατζουνιές έχουν τα γόνατά μου; Γι’ αυτό σταμάτησα να φοράω φούστες, για να μην καταλαβαίνουν οι άλλοι. Ένιωθα, πώς να το πω, ευάλωτη. Γελάς; Πρέπει να ’ναι κανείς προσεχτικός στις μέρες μας. Κι εγώ, ειδικά εγώ, δεν έχω περιθώρια γι’ άλλα ταξίδια. Γέρασα, όταν κάθομαι χάμω τα χέρια μου γαντζώνονται στα χόρτα, να με κρατήσουν εκεί. Και το δέρμα μου, κοίτα, σιγά-σιγά ξανοίγει, λάμπει λευκό σαν πεντελικό μάρμαρο. Ένα μεσημέρι θ’ ακινητήσω εν τω μέσω χιλιάδων ανύποπτων περιστεριών στην πλατεία Συντάγματος, ο αττικός ήλιος θα γίνει μια τόση δα πυγολαμπίδα στη μισάνοιχτη χούφτα μου κι οι περαστικοί θα με φωτογραφίζουν χαμογελώντας. Και στο βάθος, ο ουρανός, ο ουρανός θα είναι κατακόκκινος, όλος ο ουρανός ένα τεράστιο κόκκινο σεντόνι καρφιτσωμένο στις γωνιές του σύμπαντος, άργησα τόσο να το μάθω αυτό. Τώρα τα βράδια βγαίνω στο μπαλκόνι και δεν έχω πού να κοιτάξω, τα μάτια μου κατρακυλάνε στο πεζοδρόμιο σα γυάλινες χάντρες από σπασμένο κολιέ, κι είναι τόσο ωραία να στέκομαι έτσι τυφλή μέσα στο σκοτάδι με τα μπράτσα απλωμένα προς το Λυκαβηττό. Ή άλλοτε γυρίζω το πρόσωπό μου στον τοίχο κι αρχίζω να μετράω δυνατά, ένα, δύο, τρία, ρυθμικά, σα μετρονόμος πιανίστα, τα φυλάω υπάκουα μέχρι το ξημέρωμα και τότε κατεβαίνω στο δρόμο, ψάχνω κάτω από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα αλλά δε βρίσκω ποτέ κανέναν... Ψέματα, κάποτε βρήκα ένα πεθαμένο γατί. Ένα τόσο δα κανελί γατί, τι να μου κάνει; Έτσι, έμεινα μόνη. Κι ο τηλεφωνικός κατάλογος, όλο λευκές σελίδες. Κατεβάζω τις εγκυκλοπαίδειες απ’ τα ράφια και ψάχνω για ονόματα, Ράισκε Ιωάννης-Ιάκωβος, Ράιτ Εδουάρδος, Ράιτ Ιουδήθ, Ράιχελ Βερνάρδος, σαν ποιηματάκι ακούγεται, το πάτωμα έχει γεμίσει τόμους, μ’ όσες σελίδες δεν έχουν ονόματα φτιάχνω σαΐτες, τις αφήνω έξω απ’ την πόρτα του απέναντι διαμερίσματος που έχουν παιδιά. Δεν τα έχω δει ποτέ, αλλά το ξέρω πως υπάρχουν. Τ’ απογέματα χαλάνε τον κόσμο, χαμηλώνω τη μουσική να τ’ ακούω καλύτερα, να βεβαιώνομαι, πρέπει να το ξέρω πως είναι εκεί, κάποια μέρα ίσως χρειαστεί ν’ αφήσω σε κάποιον ένα σημείωμα .
Υπάρχουνε κάτι τοπία σκοτεινά, τυφλών τοπία, που μόνο ψαύοντας τ’ ανακαλύπτεις. Με μάτια ανοιχτά, τρόπος για να τα δεις κανένας δεν υπάρχει, γιατί ‘ναι μυστικά τοπία και το φως κρατούν μακριά απ’ την περιοχή τους. Μονάχα ψαύοντας μπορείς να τα χαρείς, ή μάλλον, ένα μέρος τους μονάχα να χαρείς μπορείς, γιατί ‘ναι απέραντα τοπία, μυστικά, εσωτικά τυφλών τοπία.
***
Πάνω απ’ αυτήν την έρημο, δεν έχει ουρανό, δεν έχει ούτ’ ένα αστέρι. Κάποιος, ωστόσο, δεν μπορεί να το πιστέψει, θαρρεί πως φταίει η μυωπία του, κι ορθώνει σκάλα για να δει από πιο κοντά. Βέβαια, ούτ’ αστέρια ανακαλύπτει, ούτ’ ουρανό και φεύγει γι άλλη έρημο, ν’ αναζητήσει εκεί την τύχη του. Μένει η σκάλα, όρθια, στη μέση της ερήμου, μια σκάλα ολόρθη που δεν ακουμπάει πουθενά.
***
Αν, όπως λένε, το χαρτί φτιάχνεται από ξύλο, ετούτο το δωμάτιο, που γέμισε χαρτιά κουβαριασμένα, είν’ ένα τσαλακωμένο δάσος κι η γάτα που πλανιέται μέσα του, ερεθισμένη απ’ τους τριγμούς του, είναι μια τίγρη σ’ αναζήτηση θηράματος. Όσο για τα ποιήματα, μες στα κουβάρια των χαρτιών, είναι πουλιά που πέθαναν πριν μάθουν να πετάνε.
***
Ο έρημος άνθρωπος είν’ έρημη ακτή, παραδομένη στα γυρίσματα των εποχών, στην αέναη του πελάγους παλινδρόμηση, έρημη ακόμα κι όταν τη διασχίζουν ρόδινα πέλματα ή ανάλαφρα κορμιά ξαπλώνουν πάνω της• τα κύματα, τα αλλεπάλληλα του χρόνου κύματα, σύντομα σβήνουνε τα ίχνη τους. Ο έρημος άνθρωπος είν’ έρημη ακτή, χωρίς καμία πρόσχωση από τα μέσα, εκτεθειμένη στην ασίγαστη μανία του νερού που αδιάκοπα τη διαβρώνει, ώσπου να γίνει, από επιφάνεια, βυθός. Ο έρημος άνθρωπος, σαν έρημος βυθός, ακίνητος κοιτάζει την καρένα της ζωής που από πάνω του περνά και ταξιδεύει.
***
Δεν έχουν ρίζες τα νησιά σ’ αυτό το πέλαγος• αδιάκοπα πλανιώνται και μακραίνουν, ιδίως όταν βορεινοί φυσούν ανέμοι. Νησιά ακυβέρνητα που, αργά αργά μα σταθερά, μετακινούνται προς το νότο κι όλο μπερδεύουν τους ψαράδες και τους ναυτικούς που τα ‘χουν για σημάδια. Βάρκες πολλές χαθήκαν έτσι και πολλά καράβια, σε λάθος μέρος ψάχνοντας να βρουν τα δίχτυα που έριξαν, λιμάνια που ποθήσαν. Τρελά νησιά που περιπαίζουνε τους χάρτες και τις ανακοινώσεις των λιμεναρχείων γελοιοποιούν, νησιά που αν δεν τα δέσουμε με άγκυρες, κάποτε θα χαθούνε.
***
Από την ενότητα «Ιστορίες μιας εποχής που πέρασε χωρίς ποτέ να έχει έρθει»
Ζω σ’ ένα χώρο περίεργο όπου το παρελθόν είναι το μέλλον του σήμερα. Περίκλειστος κόσμος, ασφυκτικός. Μου λείπουν οι προοπτικές, μου λείπει το άγνωστο. Κάποτε κάποτε, στέλνω τη σκέψη μου έξω, να κυνηγήσει. Γυρίζει, φέρνοντας μου εικόνες από έναν κόσμο όπου το μέλλον είναι το παρελθόν του σήμερα. Απαυδισμένος, κάθομαι και γράφω ιστορίες μιας εποχής που πέρασε χωρίς ποτέ να έχει έρθει.
***
Τα μεγάλα ξύλινα κρεβάτια, όπου, πρώτη φορά, ανοίξανε τα μάτια και, πολλές φορές, τα κλείσαν για να κοιμηθούν και, μία μοναχά, για να πεθάνουν οι πρόγονοι μας, δεν υπάρχουν πια. Πάει καιρός που γίνανε καυσόξυλα, που η λαίμαργη φωτιά τα καταβρόχθισε, που με τον τελευταίο τριγμό, τον τελευταίο βόγκο τους, σμίξανε όλοι οι τριγμοί του έρωτα, σμίξανε όλοι οι βόγκοι του πόνου και της ηδονής. Δεν κλαίω για τα μεγάλα ξύλινα κρεβάτια που χαθήκαν• οι σπίθες, που τινάχτηκαν απ’ τ’ ολοκαύτωμα τους, φτάσανε ως τους ουρανούς, γίναν αστέρια.
***
Όταν πεθαίνει ο νεκροθάφτης, άλλοι νεκροθάφτες τον κηδεύουνε. Εμένα ωστόσο μου αρέσει να φαντάζομαι ότι στην τελευταία του κατοικία τον οδηγούνε οι νεκροί που ο ίδιος έθαψε όσο ζούσε, εις ένδειξιν ευγνωμοσύνης για τις υπηρεσίες που τους πρόσφερε, ή ακόμα ότι μόνος του, με το αργό, επίσημο του βήμα, μεταφέρει τον εαυτό του ως το μνήμα όπου χώνεται και από πάνω του τραβά το χώμα σαν κουβέρτα.
Ο κύριος Ταυ ξυπνάει κάθε μέρα μέσα σ’ έναν άλλο άνθρωπο.
Γι αυτό σηκώνεται πολύ νωρίς.
Πριν ξημερώσει.
Ανεβαίνει με κόπο τα σκαλοπάτια των στιγμών και πηγαίνει στο μπάνιο.
Εκεί αρχίζει να αφαιρεί τα λέπια της νύχτας.
Τους παγωμένους δρόμους, τις προκυμαίες και τα παγκάκια, τις φυλλωσιές των δέντρων και των κλαδιών τους βρόχους, τα δυσανάγνωστα κείμενα, τις αιμοβόρες παρθένους,
τα σμήνη των πουλιών.
Όταν μείνει εντελώς γυμνός
αποθέτει το βλέμμα του στον καθρέφτη
όπως κάποιος κρεμάει το παλτό του σ’ ένα γάντζο.
Όμως αντί για μάτια έχει δυο ψάρια.
Επειδή τον διακρίνει άπειρη υπομονή,
αφήνει τα μάτια-ψάρια να κολυμπήσουν στον καθρέφτη
ελεύθερα.
Εκείνες τις στιγμές ζει το πιο καθαρό όνειρο.
Το όνειρο να μην είναι κανένας.
Την πιο αλύτρωτη ερημιά.
Το κατάμαυρο σταυρόλεξο της αβύσσου.
Γεγονός που προσδίδει στα χαρακτηριστικά του αυτό που λέμε βάθος.
Στη συνέχεια τα μάτια επιστρέφουν στη θέση τους.
Αυτά και ο καθρέφτης έχουν αποκτήσει τώρα κάποια συγγένεια.
Έτσι αλληλοαναγνωρίζονται.
***
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΤΑΥ ΣΕ ΕΝΑ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΤΟΠΙΟ
Μαζεύει ένα βότσαλο απ’ την ακροθαλασσιά.
Παρατηρεί πως το βότσαλο έχει την αξιοσημείωτη ιδιότητα,
να μην διαθέτει εσωτερικό και εξωτερικό.
Τα δύο ταυτίζονται.
Επειδή δεν μπορεί να σκεφτεί τίποτε άλλο, αποφασίζει πως
το βότσαλο είναι εχθρός του κόσμου και το πετάει μακριά.
Το βότσαλο πέφτοντας δημιουργεί αυτό που λέμε
«τρύπα στο νερό».
Ο κύριος Ταυ αισθάνεται τρομερή έλξη
και ανεξήγητη ζήλια για το βότσαλο.
Παίρνει λοιπόν ένα άλλο και το βάζει στο στόμα του.
Στην αρχή είναι αλμυρό.
Είναι ένα θαλασσινό πράγμα.
Λίγο μετά δεν είναι τίποτα.
Ένας σκληρός όγκος σιωπής μέσα στο στόμα του,
που ρουφάει τη φωνή του.
Με έκπληξη του όμως διαπιστώνει
πως και χωρίς φωνή μπορεί να μιλάει.
Προφανώς οι επικλήσεις του εισακούγονται.
Ένα σμάρι θαλασσοπούλια προσγειώνεται στα πόδια του.
Όταν φεύγουν αφήνουν πίσω τους ένα δυσανάγνωστο
κείμενο.
Ο κύριος Ταυ σκύβει κι αρχίζει ευθύς να το μελετάει.
***
Όταν ο κύριος Ταυ περπατάει στην πόλη,
καμιά φορά οι δρόμοι γίνονται ποτάμια
κι άλλη φορά φίδια
κι άλλη φορά κλαδιά.
Δεν μπορεί παρά με το μυαλό του
ν’ ακολουθεί την άπειρη ανάπτυξη τους.
Έτσι δεν βλέπει καθόλου το τοπίο.
Τα μουσεία, οι καθεδρικοί ναοί, οι μπιραρίες
Διαφεύγουν εντελώς της προσοχής του.
Ωστόσο είναι πολύ συγκεντρωμένος.
Ακούει
τις πλατείες να περιστρέφονται
ιλιγγιωδώς
κάτω από το μαγνητικό μάτι της σελήνης.
***
ΑΠΟΒΡΑΔΟ
Ο κύριος Ταυ από την πολυθρόνα του, στο δωμάτιο που μυρίζει
καπνό και μήλα,
παρακολουθεί το φως να αποσύρεται.
Όλα τα αντικείμενα του σπιτιού, αδελφωμένα με τη σκιά τους,
κοχύλια που μηρυκάζουν το κενό τους.
Δοκιμάζει κι αυτός τη σπειροειδή κατάβαση στο ρόδινο
λείο εσωτερικό προς τα εκεί που λένε πως κρύβεται η σιωπή.
Αυτή η μεγάλη απάτη.
Όμως ο κύριος Ταυ δεν μοιάζει καθόλου με κοχύλι.
Είναι πιο πολύ ένας δρόμος, μια διασταύρωση που τη
διατρέχουν αδιάκοπα οι διαβάτες.
Κι όσο πιο βαθιά κατεβαίνει, τόσο πιο καθαρά ακούει τον
ήχο των βημάτων.
Όμως καθόλου δεν τον νοιάζει. Ξέρει πως αυτό είναι
η δική του σιωπή.
***
ΤΟ ΡΗΓΜΑ
Μέσα στο σπίτι, στο κεντρικό δωμάτιο υπάρχει το ρήγμα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια λεπτή ρωγμή στο πάτωμα σχεδόν αόρατη. Τίποτε το ανησυχητικό. Εκτός από το γεγονός πως η σχισμή δεν είναι αδρανής. Συχνά ένα ρεύμα αέρα εξέρχεται από αυτήν που μυρίζει σκόνη και σκουριά. Και κάτι άλλο απροσδιόριστο. Επίσης πως έχει φωνή. Το πιο πολύ είναι μουγκή. Όμως αραιά και που παράγει έναν ήχο.
Καμιά φορά τρέχει εκεί, γονατίζει και μυρίζει σαν σκύλος. Ύστερα απομακρύνεται αργά μολυσμένος από μια φλέβα χοϊκή, παράνομη.
Φοράει τότε το παλτό του και ανοίγει την πόρτα.
Επικινδυνότερος, αψύς και κοφτερός σαν λεπίδι περπατάει.
Θερίζει τα βλέμματα. Κουρντίζει των δρόμων το τραγούδι.
Ρουφάει το μεδούλι της εσπέρας.
Από το κούφιο κόκαλο της φτιάχνει έναν αυλό και σαν φονιάς τον χώνει βιαστικά στην τσέπη.
Τα δάχτυλα χαϊδεύουν τις οπές.
Μα δεν τολμά να παίξει.
Δεν ήρθε ακόμα ο καιρός της εκπνοής.
***
ΠΟΛΥΘΡΟΝΑ Ι, ΙΙ
Το μεσημέρι ο κύριος Ταυ ανοίγει το παράθυρο και γέρνει εμπρός μες στην αυλή. Το φως πέφτει απότομα επάνω του και τον κόβει στα δυο σαν γκιλοτίνα. (Είναι στη φύση του φωτός να σπάζει τα πράγματα.) Όλα δονούνται μέσα εκεί. Ζουζούνια, φύλλα και χορταράκια ανώνυμα μολύνουν τον κόσμο με το ασφυκτικό κι απαρηγόρητο παρόν τους. Ο κύριος Ταυ στρέφεται ξανά στο δωμάτιο και κάθεται στην πολυθρόνα του. Η πολυθρόνα είναι μια Σφίγγα της Ερήμου. Στην αγκαλιά της πετρώνει. Εκείνη του διδάσκει τι σημαίνει ακινησία. Είναι μια άσκηση κοπιαστική και άγρια σαν τη γυμναστική ενός σαμουράι. Στον μεγάλο λευκό τοίχο απέναντι του προβάλλονται τα κλαδιά της λεμονιά. Καθώς λικνίζονται πυκνώνουν ολοένα. Ανάμεσα τους ζούσε εκείνο το αγρίμι. Το ποθητό αγρίμι, το φοβισμένο αγρίμι, το ερεβώδες. Στάθηκε όμως αδύνατο να εξημερωθεί. Ο κύριος Ταυ το αγαπούσε τόσο πολύ ώστε μια μέρα το καταβρόχθισε. Έκτοτε το έχει μετανιώσει. Η πράξη αυτή, η οποία ήταν προϊόν καθαρής παρόρμησης, δεν προσέδωσε στον κύριο Ταυ κανένα από τα χαρακτηριστικά του αγριμιού. Γι αυτό εξακολουθεί να το καλεί επίμονα απ’ τη σπηλιά του, που τώρα πια είναι ο ίδιος. Σπανίως, εκείνο ανταποκρίνεται και αρχίζει να κινείται μέσα του αργά. Οι μαλακές πατούσες του που καίνε, αγγίζουν τότε ένα ένα τα κοκάλινα πλήκτρα των σπονδύλων του. Το λαχάνιασμα του αγριμιού κάνει το στήθος του να προεκτείνεται. Όταν η ανάβαση ολοκληρωθεί ο κύριος Ταυ γίνεται ακρόπρωρο. Με μάτια ξύλινα, σκαλιστά, βυθίζεται στο βλέμμα του αγριμιού. Το βαθύχαλκο γκονγκ της καρδιάς του χτυπά. Ο τοίχος βγάζει βλαστούς.
Εκ βαθέων
-
Ελφρίντε Γέλινεκ, εκδ. Εκκρεμές, μτφ. Βαγγέλης Μπιτσιώρης.
(Συνομιλία με την Κατρίν Λεσέρ)
*"Να μπορείς να είσαι μια θηλυκή αλεπού*
*και να υλακτείς μέ...
o κουνελος
-
Αν κάποιος έλεγε πριν λίγο καιρό πως ο καραμανλής θα χάσει με 10 μονάδες
διαφορά από τον γιώργο παπανδρέου, θα παραιτηθεί την ίδια μέρα και θα τον
αντικ...
40 νά 'ναι οι ώρες σας
-
ΜΙΑ ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ "ΠΛΑΙΣΙΟ"Για όσους και όσες δεν έλαβαν μέρος στο τριήμερο της Συντεχνίαςπλην και έχασαν το θεωρητικό κομμάτι, η εταιρία ΠΛ...
Νοβάλις: Ύμνοι στη Νύχτα ΙΙ, ΙΙΙ
-
II
Μα πρέπει πάντα η αυγή να επιστρέφει; Δεν θα τελειώσει ποτέ αυτή η γήινη
δυναστεία; Βέβηλη η μέριμνα για τα καθημερινά κατασπαράζει την ουράνια
έλευση...
στο χείλος του γκρεμού
-
λοιπόν, η βάρκα μπάζει νερά. όπως είμαστε τα μαζεύουμε και πάμε γι αλλού.
ούτε ο σοσιαλιζμός δε μας σώζει, απ ότι φαίνεται. κρίμα κιόλας, πάνω που
είχα αρχ...
ΑΝΑΡΡΩΤΙΚΗ ΑΔΕΙΑ
-
Η Μεγάλη Αρχιέρεια, μετά την τελευταία περιπέτεια της (λεπτομέρειες εδώ),
αναρρώνει γαλήνια στην αγκαλιά της ΘΕΑΣ. Χαλαρώνει και φωτίζεται, για να μας
πε...
Προσεχώς: "Affresco"
-
Λοιπόν, δυο λόγια στα γρήγορα:
θα μπορούσα να πω ότι λυπάμαι που σας πούλησα έτσι, αλλά αφού δεν μου
έβγαινε όπως ήθελα, προτίμησα να το κάψω. Είχα και α...