Κυριακή, 08 Νοεμβρίου 2009

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993

Η λίμνη των Ιωαννίνων παγωμένη (δεκαετία '20)


Μιχάλης Γκανάς

(1944)


Από τη συλλογή Γυάλινα Γιάννενα (1989)


Γυάλινα Γιάννενα


I


Χάραζε ο τόπος με βουνά πολλά

κι ανάτελλε τα ζωντανά του,

καλούς ανθρώπους και κακούς, νυφίτσες,

αλεπούδες, μια λίμνη ως κόρην

οφθαλμού και κάστρα πατημένα.


Θα ‘ναι τα Γιάννενα, ψιθύρισα,

στο χιόνι και στον άγριο καιρό

γυάλινα και μαλαματένια.

Κι όσο πήγαινε η μέρα,

σαν το βαπόρι σε καλά νερά,

είδα και μιναρέδες κι άκουσα

τα μπακίρια να βελάζουν.


II

στον Χρήστο Μπράβο


Μια τέτοια νύχτα, πριν από χρόνια,

κάποιος περπάτησε μόνος, δεν ξέρω πόσα

λασπωμένα χιλιόμετρα.

Νύχτα και συννεφιά χωρίς άστρα.

Ξημερώματα μπήκε στα Γιάννενα.


Στο πρώτο χάνι έφαγε, και κοιμήθηκε

τρία μερόνυχτα. Ξύπνησε απ’ το χιόνι

που έπεφτε μαλακά, στάθηκε στο παράθυρο

κι άκουγε τα κλαρίνα.

Πότε θαμπά και πότε δίπλα του,

όπως τα ‘φερνε ο άνεμος.

Κι άκουσε μετά τη φωνή

πεντακάθαρη, από κάπου κοντά,

σαν αλύχτημα και σαν να την έσφαζαν

τη γυναίκα κι ούτε καβγάς ούτε

τίποτε άλλο, χιόνιζε όλη νύχτα στα Γιάννενα.

Ξημερώματα πλήρωσε τι χρωστούσε

και γύρισε στο χωριό του.


Στα πενήντα του θα ‘τανε

με γκρίζα μαλλιά και τρεις θυγατέρες

ανύπαντρες, χήρος τέσσερα χρόνια,

με τη μαύρη κάπα στις πλάτες,

και τι χιόνι σήκωσαν τούτες οι πλάτες

κανένας δεν το ‘μαθε.


III


Νερόμυλοι αλέθουνε σιτάρι, καλαμπόκι

μαύρο, η μνήμη του χλοΐζει ονόματα

και τόπους, μα δεν ακούει τον άνεμο

κι ας τρέμει, ας κυματίζει το χορτάρι

κι όταν μιλάει τα λόγια χάνονται

σε χαραμάδες και χαλίκια του κορμιού του,

μα να την μια γυναίκα τώρα,

που λέει τ’ όνομά του δυο και τρεις φορές

μ’ ανθρώπινη λαλίτσα.


Θάνατε μη τον κατατρέχεις άλλο

κι εσύ ζωή μη του γεμίζεις άμμο

τις ραφές των ρούχων του και τα ρουθούνια,

κατέβηκε από ψηλά βουνά και νάτος τώρα

πάνω στο δίσκο της αγάπης,

που θα τον κάνει μια μπουκιά,

στη φυλλωσιά της θα τον κρύψει,

πως κρύβει δέντρο το πουλί.


IV

στον Φίλιππο Βλάχο


Θολό ξημέρωμα, σοκάκια και σκυλιά

δεμένα, μα στον αέρα κάτι απ’ τα μαλλιά της,

που τα ‘λουζε το Σάββατο βράδυ μοσχοσάπουνο.

Απέστρεφε τα μάτια ο Παντοκράτορας

απ’ τα πλεούμενα της λίμνης να τη δει

και τότε σήμαιναν οι Χριστιανοί στις εκκλησιές.


Φυσάει το Μιτσικέλι κι οι ντάπιες

πέφτουν μία μία στα χέρια των εχθρών,

μα ποιων εχθρών που νάτος

φάνηκε ο εισπράκτορας με γκρίζο αμπέχωνο,

με βήχα και τσιγάρο,

βρίζει τον οδηγό και τους τουρίστες,

τον Ρόβα πέρα στη Βλαχιά.


V

Σ’ ακούω που περνάς τα μεσημέρια

αλάτι κουβαλώντας νοτισμένο

κι όπως χτυπούν τα πέταλα στις πέτρες,

μυρίζει θειάφι ο πικρός αέρας.


Σ’ ακούω που περνάς τους λαβωμένους

με τις πληγές τους σταυρωτά στο στήθος,

δεμένους με τριχιές κι άλλους με σύρμα,

τον Κωσταντή στο ίδιο του το αίμα.


Σ’ ακούω τον όρθρο που οι παπάδες ψέλνουν,

Κι είναι βουβές στον ύπνο μου οι καμπάνες,

μ’ ένα ραβδί, τυφλός, να ζητιανεύεις

κι αχνίζει απ’ τα μαλλιά σου μαύρο αίμα.


Στους ουρανούς δεν πάει σαν το λιβάνι,

στα σύρματα κουρνιάζει, στις κολόνες,

γκρίζο πουλί με κόκκινα ποδάρια,

που κρυφακούει τα φοβερά μαντάτα.


VI


Παράκτια πολυβολεία να βαρούν τη θάλασσα,

μόνος εγώ με τα μποστάνια πίσω μου

και τα βουνά βραδυφλεγή κι απύθμενα.

Φτέρνα που τα πατεί, βρυσούλα που τα βρέχει

και το ντουφέκι ύπουλο σαν ερπετό

τ’ ακούς εδώ τ’ ακούς πιο πέρα,

κλείνουν σπίτια μαυροφορούν γυναίκες,

κατηφορίζουν τα χωριά για το ποτάμι.

Οι κέδροι ψύχουν τον ορίζοντα,

πέφτει χαλάζι, πέφτει βαρύς

ο ουρανός στους ώμους,

που ξαποσταίνει το γαλάζιο, που μοιράζεται.


Το λίγο στο μυρμήγκι

το πολύ στον τζίτζικα,

οι ρώγες του στα θεοπούλια.


Ας πάει κι άλλο αυτό το τσέρκι,

θα παίξει θα νυστάξει το παιδί,

χωρίς το φύλακα άγγελο

θα τριγυρνά στη νύχτα.

Κι αν θα βρεθεί γυναίκα να του φέγγει.

VII

Τον ξέρω αυτό τον τόπο,

ξαναπέρασα παιδί με το πουλάρι μου.

Έ χουν αλλάξει όλα

κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό.


Ξαπλώνω στο ψηλό χορτάρι,

άνοιξη και βροχή, δεν κλαίω.

Ας ξαναπέσουν όλα

στην πράσινη βουβή αγκαλιά.

Γυρίζω μπρούμυτα κι ακούω

Το καπάκι τ’ ουρανού που κλείνει.


Σ’ αυτή την κιβωτό

Είμαι το είδος δίχως ταίρι.


Χριστουγεννιάτικη ιστορία


Κάθεται μόνος
και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι.
Κανείς δε θά ’ρθει και το ξέρει,
κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι
και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι.
Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα
και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.


Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει.
Στην τηλεόραση χιονίζει,
το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι
και στις παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια των νεκρών,
που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
και μόνο το δικό της βλέμμα
έρχεται από τα περασμένα.


Κοντεύουνε μεσάνυχτα
και καθαρίζει τ’ όπλο του απ’ το πρωί.
Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα»,
ευχές δε φθάνουν ως εδώ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
η σκέψη αρπάζεται απ’ το κλαδί της μνήμης,
μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά
μ’ όλα τα υλικά και δίχως λόγια.


Κοντεύουνε ξημερώματα κι ακόμη
γυαλίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι
με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει.
Μένει στα δάχτυλα το λάδι
αλλά το χάδι χάνεται.
Θυμάται κυνηγετικές σκηνές
με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα,
πριν γίνει θήραμα κι ο ίδιος
στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού,
που τον παραμονεύει αθέατος
αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο
πότε μια λάμψη κάνης,
πότε μια κίνηση στις κουμαριές
κι η μυρωδιά απ’ το βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ότι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο.
Όταν αποφασίσει να του ρίξει
δε θα προλάβει πάλι να τον δει
πίσω απ’ το σύννεφο της ντουφεκιάς του.


Αν σκέφτεται στ’ αλήθεια κάτι τέτοια,
και δεν τον τιμωρώ εγώ μ’ αυτές τις σκέψεις,
πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί.
Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.


Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα…

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα· απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε
σα νά ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο
στις πλάτες του ν’ αχνίζει.


Δώσ’ του κι ένα καλό σκυλί
και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε
πως είναι πεθαμένη.


Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα
ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δούν πως μεγαλώσαμε
να παρηγορηθούνε.



Τετάρτη, 04 Νοεμβρίου 2009

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1952 - 1974 (Επόμετρο ΙΙΙ)

Francisco José de Goya y Lucientes, El perro (1820-23)


Τάσος Λειβαδίτης



Από τη συλλογή


Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΜΕ ΤΟ ΚΗΡΟΠΗΓΙΟ

(1975)



Ε'


ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑ, Κύριε, να μιλώ, στερεωμένος με σύρματα μέσα στην τεφροδόχη, να παραδίνομαι χωρίς να μου το ζητούν. Και μόνο οι νεκροί μπορούν ν’ αντέξουν τόση αφθονία πραγμάτων αφού πια δεν τα χρειάζονται – βήχοντας από φθόνο, με μισό πανωφόρι, καφετί, σαν τα τραίνα της θείας Ελένης, τις νύχτες ακούγαμε τις πυροσβεστικές αντλίες που έτρεχαν δαιμονισμένα, πολλοί είχαν μαγκωθεί ανάμεσα σε τόσα απλά πράγματα και πέθαιναν αβοήθητοι, άλλοι είχαν καρατομηθεί καθώς έσκυβαν να βρούνε τα παπούτσια τους έναν ολόκληρο χρόνο, μάλιστα, ήμουν ανήσυχος για μια φτωχή αλατιέρα, μαύρη απ’ τη λίγδα ή τα κακά προαισθήματα, «τι να κάνουμε, Ιλιούσα», λέω, και ρίχνω ένα σάλι στους ώμους μου, τάχα πως δεν έγινε κανένα έγκλημα εδώ, τόσο μοναχός ώστε ν’ αντισταθώ στον πειρασμό να βγάλω απ’ την τσέπη μου τέσσερις ή δώδεκα άμαξες, τόσο άγνωστος για να με βρουν και να μου τις πάρουν πίσω.


Φορτηγά γεμάτα καταδίκους διάβαιναν τραντάζοντας τη γέφυρα, γεγονότα παλιά ξεχασμένα στέκονταν στις γωνιές, σαν τους μονόφθαλμους έξω απ’ τα φαρμακεία – ποιος πρόδωσε; ποιος μπήκε στο λεωφορείο; ποιος δεν ξέχασε! Όλα συγκεχυμένα, με μόνο τον αλέκτορα να θυμάται κάθε πρωί την καταστροφή που αρχίζει. Κι όταν με φωνάζουν, γυρίζω απλώς από κακία διαιωνίζοντας την ψευδαίσθησή τους.


Θυμάμαι, μια νύχτα, περπατούσα στους έρημους δρόμους – φυσικά, όλα τέλειωσαν στο αστυνομικό τμήμα, παρ’ όλο το κρύο, γιατί στο κακόβουλο εστιατόριο που μπήκα να πιω μια ζεστή σούπα, όταν ήρθε η στιγμή να πληρώσω, έβγαλα απ’ την τσέπη μου την άδεια κουβαρίστρα της μητέρας – ενώ έπρεπε να μου δώσουν και ρέστα οι άθλιοι!


Παλιοί καλοί μου σύντροφοι, θαμμένοι πρόχειρα, σαν να ‘ταν να τη βγάλει κανείς για ένα βράδυ, ο Ηλίας «ο νερόβραστος», ο Θωμάς με την κλεμμένη γούνα κι ο δύστυχος ο «Αμήν», θρησκόληπτος, όταν ξεψύχησε, κάτσαμε πλάι του, το παντελόνι του φούσκωνε απ’ τη βαριά βουβωνοκήλη, ο δύστυχος ο Αμήν είχε να δει γυναίκα απ’ τον καιρό των πρωτοπλάστων – σύντροφοι καλοί μου, φύγατε τόσο απλά, σαν τον αγράμματο χωρικό που λέει ένα ακατάληπτο Πάτερ ημών κι όμως ο καπνός ανεβαίνει.


Η αληθινή ζωή μας, σκέφτομαι καμιά φορά, παίζεται πίσω απ’ τον τοίχο και το έγκλημα ήταν από καιρό προμελετημένο – δεν έλειπε ούτε η υπόσχεση, ούτε ο χλωμός νοικάρης, ούτε ο άφωνος δρόμος με τα κλειστά μαγαζιά, δυστυχισμένος κόσμος, δε θα μάθει ποτέ τι έγραφε αυτή η πανάρχαια χαμένη σφραγίδα και πως μια ομπρέλα είναι κι εκείνη ένα φάντασμα που δε συγχωρεί.


Φίλοι μου, που νύχτες ολάκερες μιλούσαμε για τις τύχες του κόσμου, ανάμεσα στις μικρές παύσεις της συνομιλίας μας ήταν, ίσως, ό,τι κληροδοτήσαμε στους άλλους – ακατόρθωτο για να επιζήσει, και τόσο οικείο ώστε να προσπερνάς χωρίς να το βλέπεις, σχεδόν.


Έτσι πέρασαν πολλά χρόνια. Οι άρρωστοι περίμεναν ν’ ανοίξει το παλιό ξυλουργείο, εγώ προτιμούσα ν’ ανεβαίνω στη σοφίτα, εκεί έμενε ο τυφλός με τους σπάγκους ενώ κάτω οι ένοικοι φαντάζονταν πως ζουν. «Θα σου καθίσω», έλεγε η άσχημη γυναίκα, «αλλά βάλε μου μια πετσέτα στο πρόσωπο», σκοτεινή, αδιαπέραστη, υγρή όλη από πάνω ως κάτω σαν ένα μεγάλο νόημα, κι όταν ο Χρυσόστομος βρόμισε απ’ τη γάγγραινα, εκείνη στάθηκε στην πόρτα κι έδιωχνε τα σκυλιά – μια νύχτα, μάλιστα, αλλά τι να τους απαντήσεις, «ληστές», φώναξα, κόσμος πηγαινόρχονταν, έκλαιγαν ή έβαζαν στοιχήματα αφού υπάρχει πάντα ένα μαύρο άλογο εκεί που δε βλέπεις τίποτα, και το αλκοόλ έχει κι εκείνο την πέτρινη φτερούγα του.


Α, ήταν μεγάλες εκείνες οι μέρες, τα πλήθη τρέχανε στους δρόμους, η εξέγερση έριχνε πάνω απ’ την πόλη μια σκάλα, σαν την προσευχή, μέρες σαν ένας λαός από κεριά σκορπισμένα κάτω στην άσφαλτο κι εμείς που ζήσαμε δεν έχουμε τώρα τα σπίρτα παρά μόνο για τα τσιγάρα μας.


Θυμάμαι εκείνον τον φτωχό ανθρωπάκο στη γωνιά, κρατούσε ένα πτυελοδοχείο πάνω στο πρόσωπό του για να πηγαίνει άδολος κι οι υπνοβάτες περπατούν στην άκρη της στέγης, χωρίς να πέφτουν, αφού άλλος κρατάει το λογαριασμό. Σαν τα πουλιά που είναι εχέμυθα για να μας σκοτώνουν καλύτερα.


Όλα τόσο απίθανα, Θεέ μου: σαν μια πέτρα δίχως μυστήριο ή σαν αυτόν που ξαναβρίσκει το χαμένο νόμισμα μες στον σπαταλημένο καιρό. Οι ταξιδιώτες κρατούν λίγα λουλούδια στις βιαστικές κηδείες των σταθμών, ενώ οι ζητιάνοι τρέχουν, για λίγες δεκάρες, πίσω από ξεχειλισμένα ρούχα. Ω, αν είχα δικό μου ένα μόνο τηλεφωνικό θάλαμο ή μια πιο καθαρή οδοντοστοιχία, ίσως τότε πολλά εγκλήματα θα ‘χαν αποφευχθεί, ή έστω επισημανθεί εγκαίρως. Τ’ άλλα θα μείνουν άγνωστα – σαν ένα άξαφνο κουδούνισμα από κάποιον που ‘χει κιόλας απομακρυνθεί μια μυρωδιά θαμπή που χάθηκε πριν προλάβεις να θυμηθείς, λίγος αχνός απ’ το παιδικό τσάι που τόσες θεομηνίες δεν μπόρεσαν να τον σκορπίσουν ακόμα.


Ω, αν είχα τη δύναμη, θα έφτιαχνα ένα χέρι στο δρόμο για τους τυφλούς ή εύκολα αινίγματα για τους κουρασμένους, θα έφτιαχνα ένα φλύαρο κοιμητήρι που να μας διηγιέται το βράδυ τα παλιά ή θ’ αέριζα τα σεντόνια όπως σ’ ένα ναυάγιο. Είμαι, λοιπόν, ξεγραμμένος σαν το θαύμα που κάνει ακόμα πιο αβέβαιη τη ζωή…


Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Χρυσή Καρπαθιωτάκη, Χάντρες


Suehiro Maruo



Χρυσή Καρπαθιωτάκη



Χάντρες

οχτώ εξομολογήσεις κι ένας επίλογος

(2004)



Το χρυσόψαρο


Την εποχή της Μεγάλης Παρένθεσης, εννοώ, όταν μπήκαν όλα μέσα στην παρένθεση, οι σχολικές μου εκθέσεις, τα κραγιόν μου κι οι εφιάλτες μου, βρέθηκα ξαφνικά εντελώς μόνη σ’ ένα περιβάλλον τόσο μα τόσο απρόβλεπτο, κι αυτά τα γαλάζια μάτια που ξεπρόβαλλαν κάποτε μέσα στο σκοτάδι, ίσως δεν ήταν παρά η αντανάκλαση των περασμένων ερώτων μου. Οι έρωτες παίρνουν καμιά φορά ένα χρώμα γαλάζιο, όχι βέβαια ακριβώς γαλάζιο, πιο πολύ σαν ξεθυμασμένο μωβ, όπως τα ρούχα άμα τα μπλέξεις στο πλυντήριο. Με γοήτευαν ανέκαθεν τα πλυντήρια, όπως άλλωστε και τα μίξερ και τα καρουζέλ κι ο,τιδήποτε άλλο στριφογυρνάει έτσι υπέροχα παραμορφώνοντας την οπτική των πραγμάτων, τις νύχτες που γυρνούσα στο σπίτι μεθυσμένη έπεφτα στο κρεβάτι με τα παπούτσια κι αφηνόμουν να στροβιλίζομαι, νομίζω ήταν μονάχα τότε που υπήρξα πραγματικά ευτυχισμένη. Τα μαλλιά μου μεγάλωναν απότομα, παραμέριζαν τις κουβέρτες και χύνονταν στο πάτωμα, πίεζαν τα κίτρινα πλακάκια, άνοιγαν τρύπες, σέρνονταν στο ταβάνι του κάτω ορόφου, όπου ζούσε ο μελαγχολικός ταχυδρόμος με τη γυναίκα του, την άκουγα να ουρλιάζει κάθε φορά που τα μαλλιά μου τρυπούσαν την οροφή της. Εγώ όμως, α, εγώ ονειρευόμουνα για γείτονα ένα ρετρό φοιτητή με φαβορίτες και στενό κόκκινο πουλόβερ, που θα καταδεχόταν ν’ απαγχονιστεί με τις τούφες της κόμης μου, ώστε ν’ αναγορευτώ επιτέλους δικαιωματικά ικρίωμα. Μ’ αυτές τις σκέψεις έμενα μέρες και μέρες ξαπλωμένη, μέχρι που κάποια φορά ήρθε ο Λουκάς να με μαλώσει που είχα αποξεχαστεί, δεν είναι ακόμη ώρα μου είπε και μ’ έκλεισε στη ντουλάπα για ν’ αλλάξω ρούχα. Εγώ βέβαια ήξερα ότι το έκανε για να μη τον δω που πέταγε στα σκουπίδια το πεθαμένο χρυσόψαρο, βγήκα απ’ τη ντουλάπα με το νυφικό της μαμάς, το ψάρι μου πέθανε από έρωτα είπα κι αυτός με χαστούκισε για την αναίδειά μου, είναι πρόστυχο να φορτώνεις στους άλλους τις αδυναμίες σου μου φώναξε κι άναψε τσιγάρο. Ο καπνός του Λουκά έβγαινε μενεξελής απ’ τα ρουθούνια του, κι εγώ τον παρατηρούσα ακουμπισμένη στο κομό, τα λακκάκια στα μάγουλά του ήταν τόσο νοσταλγικά που σχεδόν δάκρυσα, στην πραγματικότητα επειδή θυμήθηκα μια αξεδιάλυτη ομορφιά που συνάντησα κάποτε στο σταθμό ενός τρένου. Και τόσο πολύ με συνεπήρε η ανάμνηση εκείνου του μαγιάτικου πρωινού που νομίζω μεταμορφώθηκα σε κήπο. Κι ενώ οι τουλίπες ξεχείλιζαν ήδη από το μπούστο του νυφικού κι ο κισσός είχε αρχίσει να τυλίγεται στο λαιμό μου, ο Λουκάς με κοίταξε υποτιμητικά, τι θεατρινισμός, μου είπε, κι όμως ξέρεις ότι ποτέ δε θα ξαναζήσεις ένα τόσο κίτρινο πρωινό. Ο Λουκάς πάντοτε μάντευε τη σκέψη μου και γι’ αυτό δεν του θύμωσα, κι ας το έβρισκα αγένεια να μου θυμίζει έτσι απροκάλυπτα την αποτυχία μιας ολόκληρης ζωής. Μετά όμως με πήρε το παράπονο, εγώ δεν έφταιγα καθόλου είπα λαχανιάζοντας κι ο κισσός έφερε άλλη μια βόλτα στο λαιμό μου, δικό του ήταν το λάθος που παρέλειψε να μου πει πώς θα τον αναγνωρίσω, εγώ ήμουν εκεί αλλά μέσα σε τόσο κόσμο τον έχασα. Ο Λουκάς γέλασε δυνατά και μου φύσηξε στα μούτρα ένα σύννεφο μενεξελή καπνό, πνίγηκα στο βήχα κι όλο το δωμάτιο έγινε μωβ, το νυφικό με στένευε, τι έχεις-λοιπόν-να πεις-τώρα, μου είπε σχεδόν τραγουδιστά, και τότε νομίζω τον μίσησα, το χρυσόψαρό μου πέθανε από έρωτα του είπα πεισμωμένα, κι αν δεν το πιστεύεις είσαι ανάξιος, έτσι μαλώσαμε οριστικά με το Λουκά και δεν τον ξανάδα ποτέ. Τώρα μένω ανενόχλητη μέρες και μέρες ριζωμένη στο κρεβάτι μου, ακούγοντας πάντα τα ουρλιαχτά της γυναίκας του μελαγχολικού ταχυδρόμου, και το νυφικό της μαμάς το πούλησα σ’ ένα περιοδεύοντα θίασο της συμφοράς. Κι έτσι είμαι απολύτως ήρεμη κι ευχαριστημένη. Το χρυσόψαρο μονάχα, αυτό μου λείπει κάπως πού και πού.


Η γέφυρα


Παρασκευή απόγεμα, κι εγώ γύριζα από τη δουλειά διασχίζοντας τη γέφυρα. Η γέφυρα είχε κατασκευαστεί πρόσφατα, πάνω από το μεγάλο αυτοκινητόδρομο με τα φωτάκια που γυάλιζαν τη νύχτα σαν τα χρωματιστά μάτια ενός τέρατος ξαπλωμένου νωχελικά στη μέση της πόλης. Το τέρας μας ανέχεται, σκεφτόμουν πάντα, μια μέρα θα ξυπνήσει πεινασμένο και θα μας πάρει όλους ο διάολος. Το ήξερα ότι θα γίνει έτσι αλλά δεν το έλεγα σε κανέναν, εξάλλου μπορεί και να μη με πίστευαν. Μονάχα ανατρίχιαζα λιγάκι κάθε φορά που περνούσα τη γέφυρα. Κι εκείνη την Παρασκευή, θα ’χε αρχίσει ήδη να σκοτεινιάζει, είδα έναν άντρα με μακρύ καφέ παλτό και καμπουριασμένους ώμους σκυμμένο πάνω στα κάγκελα. Δεν έβλεπα το πρόσωπό του έτσι που είχε γείρει το κεφάλι του προς το δρόμο, αλλά φαντάστηκα πως θα ήταν πολύ νέος, πολύ νέος και πολύ λυπημένος, αλλιώς δε θα κρεμιόταν έτσι πάνω από το στόμα του τέρατος. Και μολονότι τον θαύμασα κατά βάθος ένιωσα συνάμα μια θλίψη, μα γιατί, τον ρώτησα αυθόρμητα, ξέρω βέβαια πως δεν ήταν καθόλου δική μου δουλειά, αλλά στ’ αλήθεια ήταν τόσο άχαρο μέρος για να πεθάνει κανείς αυτός ο αυτοκινητόδρομος. Εκείνος δεν ξαφνιάστηκε στο ελάχιστο ακούγοντάς με, σαν να με περίμενε από ώρα, σαν να περίμενε κάποιον να του μιλήσει προτού τον καταπιεί το τέρας. Στηρίχτηκε με τις παλάμες του στο σίδερο και γύρισε αργά προς το μέρος μου, δε βρίσκω πουθενά την ομορφιά, είπε σιγανά, και τα μάτια του γυαλίζανε σαν τα φωτάκια κάτω στο δρόμο. Κι εγώ μελαγχόλησα ακόμη περισσότερο, θα ’θελα να μπορούσα να τον αποτρέψω, μπορεί και να ήταν μισότρελος, αλλά αυτός ο δρόμος ήταν τέλος πάντων τόσο άχαρος, κι ο άντρας ήταν πράγματι νέος και ψηλός και λυπημένος, δε μου άρεσε να τον φαντάζομαι ματωμένες σάρκες στην άσφαλτο. Όμως δεν ήξερα τι να κάνω, δεν είχα τίποτα όμορφο να του δώσω για να τον πείσω, κι όσο περνούσαν τα λεπτά κι ο άντρας με κοίταζε περιμένοντας ένιωθα όλο και πιο αμήχανα, στο τέλος σήκωσα λίγο τους ώμους μου, καλή σας νύχτα, του είπα, και στράφηκα να φύγω. Δε θα ’χα κάνει ούτε πέντε βήματα, όταν άκουσα το τρίξιμο απ’ τις σόλες των παπουτσιών του στο σίδερο, τον φαντάστηκα όρθιο στα τριάντα μέτρα πάνω από τα φώτα και τ’ αυτοκίνητα που έτρεχαν δαιμονισμένα, και ξαφνικά θυμήθηκα κάτι και γύρισα απότομα, σταθείτε, του φώναξα, νομίζω έχω κάτι για σας. Εκείνος έστρεψε το κεφάλι του προς το μέρος μου, ισορροπώντας πάντα δυο εκατοστά από το κενό, κι εγώ άνοιξα βιαστικά την τσάντα μου, έβγαλα από μέσα το πορτοφόλι κι από κει τη φωτογραφία σου, ορίστε, είπα και τέντωσα ψηλά το χέρι μου να του τη δώσω. Την πήρε και την κοίταξε εξεταστικά, τη στριφογύρισε, και μετά τη γύρισε από την πίσω μεριά, σαν να έψαχνε για ένα όνομα ή μια ημερομηνία, και προς στιγμήν σκέφτηκα να του φωνάξω για όνομα του θεού, μην ψάξετε γι’ αυτόν, πάνε τόσα χρόνια που έχει φύγει, αλλά δεν είπα τίποτα. Μονάχα του γύρισα την πλάτη και το έβαλα στα πόδια, ήξερα όμως πως ο άντρας θα κατέβαινε από τη γέφυρα τώρα που είχε βρει την ομορφιά, θα την έβαζε στη μπροστινή τσέπη του καφέ παλτού του και θα γυρνούσε σπίτι του. Κι ένιωθα, μπορώ να πω, ικανοποιημένη. Το τέρας βέβαια, αυτό συνεχίζει να υπάρχει.


Το γυαλί


Κάποτε, η δασκάλα μου της δευτέρας δημοτικού με ρώτησε, πώς φαντάζεσαι τον παράδεισο; γυάλινο, της απάντησα. Εκείνη γέλασε και με ξαναρώτησε, γιατί γυάλινο; σαν τη τζαμαρία του μεγάλου μπαλκονιού μας, της είπα. Από τότε θα πρέπει να τσατίστηκε ο θεός μαζί μου, που κατέβασα τον παράδεισό του στο ταπεινό επίπεδο της τζαμαρίας μας. Εμένα όμως αλήθεια μου θύμιζε τον παράδεισο η τζαμαρία, το διάφανο γυαλί της δηλαδή, και λέω μου θύμιζε γιατί κατά βάθος ήμουν βέβαιη πως σε κάποια παρελθούσα χρονική στιγμή είχα βρεθεί εκεί, αλλιώς από πού ερχόντουσαν αυτές οι παράξενες εικόνες που έβλεπα ξαφνικά τ’ απογέματα. Κι εξάλλου η τζαμαρία μας ήταν η πύλη για το θάνατο, είχα ακούσει πως πριν πολλά-πολλά χρόνια, όταν ακόμη στο σπίτι έμεναν ο παππούς με τη γιαγιά, ο μικρός αδερφός του πατέρα μου είχε περάσει τρέχοντας μέσα από το τζάμι, η γιαγιά, έλεγαν, ποτέ δεν το ξεπέρασε που έθαψε τεσσάρω χρονώ παιδί. Ο μπαμπάς μου τον είχε βέβαια ξεχάσει τον αδερφό του για τα καλά, και μετά από τριάντα τόσα χρόνια δεν ήταν για να τον κακίζει κανείς, τώρα όμως που μεγάλωσα κι εγώ σκέφτομαι πως μπορεί και να τον ζήλευε λιγάκι που έκανε ένα τέτοιο αξιομνημόνευτο κατόρθωμα σε τόσο μικρή ηλικία, ενώ ο ίδιος δεν είχε καταφέρει παρά να γίνει λογιστής σε μια μέτρια επιχείρηση και να παντρευτεί τη μαμά, τη μαμά που έβαφε τα μαλλιά της ξανθά κι έπαιζε ερασιτεχνικά πιάνο. Το πιάνο ήταν τόσο πιο μεγάλο από τη μαμά μου που φοβόμουν ώρες-ώρες πως θα την καταπιεί, μικρή το πίστευα στ’ αλήθεια και είχα σκεφτεί να το σκοτώσω, μεγαλώνοντας έπαψα να το πιστεύω αλλά δε μ’ ένοιαζε κιόλας, τη μαμά μου την είχαν ούτως ή άλλως καταπιεί τα ξανθά της μαλλιά και τα δαντελένια νυχτικά της. Το πιάνο όμως εγώ από τότε το σιχάθηκα, θα προτιμούσα μια μαμά που να έπαιζε μπάντζο ή φυσαρμόνικα, ειδικά φυσαρμόνικα, να φανταστείς μια φορά κοιμήθηκα μ’ έναν αμφιλεγόμενο τύπο μόνο και μόνο επειδή διέκρινα μια στην κωλότσεπη του τζην του, κι όταν αργότερα του το εκμυστηρεύτηκα πέθανε στα γέλια, όλες οι γκόμενες είναι παλαβές είπε και πέταξε τη φυσαρμόνικα στη λεκάνη της τουαλέτας. Δε μ’ ένοιαξε που με κορόιδεψε, τη φυσαρμόνικα λυπήθηκα, ένα πιάνο σου αξίζει εσένα του είπα με μίσος κι έφυγα, το πιθανότερο βέβαια είναι πως αυτός δεν κατάλαβε ποτέ το νόημα μιας τέτοιας αλλόκοτης κατάρας, το πολύ-πολύ να ξαναγέλασε λέγοντας «οι γκόμενες είναι παλαβές». Εγώ σίγουρα ήμουν αυτό που λένε παλαβή γκόμενα, έγραφα στους εραστές μου πολυσέλιδα ερωτικά γράμματα και μετά τους ταχυδρομούσα αδειανούς φακέλους. Γιατί ξέχασα να σου πω πως οι περισσότεροι εραστές μου ήταν εραστές δι’ αλληλογραφίας, είχα έναν σχεδόν σε κάθε νομό της χώρας, με προτίμηση στα βόρεια γεωγραφικά διαμερίσματα, πολλούς δεν τους είχα δει ποτέ από κοντά. Έτσι γλίτωνα και την ταλαιπωρία των αφροδίσιων νοσημάτων που δεν τα συμπαθούσα καθόλου, απ’ όλες τις αρρώστιες μονάχα τη φυματίωση λάτρευα κι ας μην αξιώθηκα ποτέ να πάθω, πολύ θα μου άρεσε ένας τέτοιος μυθιστορηματικός μελό θάνατος, κομμένος και ραμμένος στα μέτρα μου έτσι που ήμουν χλωμή και αδύνατη. Όλη μου τη ζωή δεν ξεπέρασα τα σαράντα πέντε κιλά, ίσως γι’ αυτό δε μ’ έπαιρνε ο κόσμος στα σοβαρά, στα λεωφορεία οι άνθρωποι με αγνοούσαν και περνούσαν διαμέσου του κορμιού μου, στο τέλος το πίστεψα κι εγώ η ίδια πως δεν ήμουν εκεί κι έγινα διάφανη. Αυτό ξεκίνησα να σου πω λέγοντας για τη τζαμαρία και τον παράδεισο, πως με απορρόφησε τελικά το γυαλί, αναλήφθηκα ένα ανύποπτο πρωινό σαν σπασμένη λάμπα μεταξύ μαινόμενων χερουβείμ, είμαι η πρώτη γυαλένια οσία στο χριστιανικό εορτολόγιο, οι μελλούμενες γενιές θα γιορτάζουν την επέτειο της αναλήψεώς μου θρυμματίζοντας με πέτρες βιτρίνες πολυκαταστημάτων. Πρόσεχε, κόβω απ’ όλες τις μεριές.


Ο Οδυσσέας


Οδυσσέα ήθελα πάντα να βγάλω το γιο μου, το γιο μου που θα είχε μεγάλα μαύρα μάτια, κι είχα ήδη αποφασίσει πως θα τον έντυνα στα κίτρινα και θα τον νανούριζα με το Summertime της Joplin. Αλλά τελικά δεν έκανα γιο. Έτσι, βάφτισα Οδυσσέα ένα σερνικό κουτάβι που μάζεψα από μια αλάνα -ψόφησε μέσα σ’ ένα μήνα, ο κτηνίατρος έλεγε τα δικά του, εγώ ξέρω πως έφταιγε που όλο έβρεχε εκείνο τον καιρό, η βροχή πάντα φέρνει θάνατο. Κι εγώ έμεινα χωρίς Οδυσσέα, ζητιανεύοντας κρυφά στα κουδούνια της πολυκατοικίας για το θαύμα. Και τελικά, ήρθε: Οδυσσέας Δ., ο καινούριος μου γείτονας, τον αγάπησα χωρίς να τον γνωρίσω από κοντά, μόνο και μόνο για τ’ όνομά του, επικίνδυνα μελωδικό στους διαδρόμους του μυαλού μου. Κι ένιωθα πως για μια φορά η τύχη μου είχε χαμογελάσει, τόσο πολύ λαχταρούσα έναν Οδυσσέα που μου τον έστειλε. Εγκαταστάθηκε ακριβώς από πάνω μου, τα βράδια τα βήματά του έτριζαν πάνω στα σανίδια, ξανά και ξανά, απ’ το μπαλκόνι στο χωλ κι απ’ το χωλ στην κουζίνα, όπως υπολόγιζα. Και τ’ απογέματα άκουγε κάτι αλλόκοτες μουσικές που μου ταράζανε τον ύπνο -γιατί εγώ προτιμούσα να κοιμάμαι τ’ απόγεμα, τη νύχτα χαμήλωνε απότομα το ταβάνι και με ξυπνούσε. Αλλά του το συγχωρούσα γιατί ήταν ο Οδυσσέας μου, ο δικός μου Οδυσσέας, που μου τον χρωστούσε τόσα χρόνια η ζωή. Και, καμιά φορά, πριν φύγω για τη δουλειά, άφηνα ένα γαρίφαλο μπροστά στην πόρτα του, κι ας φοβόμουν μην τυχόν και παρεξηγηθώ, μεγάλη γυναίκα να κάνω τέτοιες χειρονομίες. Όμως εγώ δεν ένιωθα έρωτα για τον Οδυσσέα, που άλλωστε δεν τον είχα δει ποτέ, μονάχα τρόμαζα να ζήσω χωρίς αυτόν. Κι όσο περνούσε ο καιρός και τον συνήθιζα, έτρεμα μήπως μια μέρα φύγει, κι άρχισα να του αφήνω μικρά διπλωμένα χαρτάκια στο γραμματοκιβώτιό του, σαν σημειώματα, μόνο που ήταν λευκά, γιατί δεν ήξερα τι να του γράψω. Κι έλπιζα πως θα καταλάβει, μα και βέβαια θα καταλάβαινε, αφού ήταν ο Οδυσσέας μου. Όμως εκείνος φαίνεται πως δεν κατάλαβε, κι ένα πρωί σταμάτησε έξω από την είσοδο ένα μεγάλο φορτηγό, και δυο νεαροί άρχισαν να φορτώνουν πράγματα, ένα μεγάλο σιδερένιο κρεβάτι κι ένα πικάπ και μια κομόντα παλιομοδίτικη, και πολλά χαρτόκουτα, και τελευταίο είδα και τον ίδιο τον Οδυσσέα, φορούσε μια μαύρη γκαμπαρντίνα κι ένα καπέλο χωμένο ως τα φρύδια, δε μπόρεσα να δω το πρόσωπό του. Τον ανέβασαν κι αυτόν στο φορτηγό οι νεαροί σηκωτό, μαζί με τα υπόλοιπα αντικείμενα, ίσως να ήταν πολύ γέρος και να μην μπορούσε να περπατήσει, μετά το φορτηγό έβαλε μπρος κι εξαφανίστηκε. Κι εγώ έμεινα εμβρόντητη στο παράθυρό μου, με τις παλάμες κολλημένες στο υγρό τζάμι, ανίκανη να δεχτώ την ήττα μου, γι’ άλλη μια φορά μου την έφερναν, και θα ’πρεπε να ζήσω και πάλι χωρίς Οδυσσέα. Αλλά δε μπορούσα να κλάψω, τα μάτια μου ήταν στεγνά και τραχιά σα γυαλόχαρτο, κάθε ματιά που έριχνα στον τοίχο έξυνε και λίγο απ’ το σοβά. Από τότε έπαψα να πιστεύω στα θαύματα. Και σταμάτησα ν’ αφήνω μηνύματα στους ανθρώπους -έστω και λευκά χαρτάκια. Λυπάμαι μονάχα ακόμη που δεν έκανα το γιο που ονειρευόμουνα, θα τον έντυνα στα κίτρινα και θα τον μάθαινα να κελαηδά σαν καναρίνι. Και, τελικά, ίσως να μην τον έβγαζα Οδυσσέα.


Το επόμενο πένθος


Θυμάμαι έναν άνθρωπο με μαύρο σακάκι που συνάντησα πριν χρόνια σ’ ένα σταθμό υπεραστικών λεωφορείων. Ο άνθρωπος δεν είχε καθόλου αποσκευές, και κρατούσε ένα μικρό βιολί καμωμένο από κόκαλα πουλιών. Γύρω-γύρω στο λαιμό του είχε μιαν ουλή, σαν να ’χε κάποτε χάσει το κεφάλι του και να του το ξαναέραψαν βιαστικά. Του το είπα ότι μου θύμιζε αποκεφαλισμένο κι αυτός μου έγνεψε καταφατικά, στη Γαλλική Επανάσταση, είπε σοβαρά, επί Ροβεσπιέρου. Αλλά αν σας τρομάζει μην το κοιτάτε, και σήκωσε το γιακά του πουκαμίσου του να κρύψει την ουλή. Εγώ τότε γέλασα, τι να με τρομάξει, μονάχα οι αμυγδαλιές με τρομάζουν γιατί ανθίζουν τόσο νωρίς. Μα γιατί φοράτε μαύρα, αν δε γίνομαι αδιάκριτη, τον ρώτησα κι αμέσως το μετάνιωσα, θα μπορούσε να νομίσει ότι προσπαθώ να τον φλερτάρω. Αλλά εκείνος κούνησε θλιμμένα το κεφάλι του, μου ’χει λείψει τόσο να πενθήσω κάποιον, είπε, που αποφάσισα να προσποιηθώ. Βλέπετε, τις ευτυχείς περιόδους αναμασώ τη θλίψη προηγούμενων συμφορών, μόνο έτσι μπορώ να επιβιώσω. Η ποίηση είναι παιδί του πένθους. Όμως εσείς είστε τόσο νέα για να καταλάβετε κάτι τέτοιο, δεν θα ’χετε προλάβει καν τους κατακλυσμούς. Μα ξέρω ακριβώς τι εννοείτε, του είπα ελαφρά αναστατωμένη, είχα γνωρίσει κάποτε ένα αγόρι με χέρια από βροχή. Με αγκάλιαζε και γινόμουν αμέσως γαλάζια και- συγχωρείστε με αν είπα παραπάνω απ’ ό,τι πρέπει. Πώς τον έλεγαν, με ρώτησε, και του είπα ψέματα πως δε θυμόμουν. Αυτή η μουσική, μουρμούρισε μετά από λίγο, τόσα χρόνια ακριβώς η ίδια. Συνέχισα να την ακούω ακόμη και μετά το θάνατο όλων των μελών της ορχήστρας. Κι εγώ έπαιζα κάποτε, του είπα, φλάουτο. Μια μέρα το φύτεψα σε μια γλάστρα και φύτρωσε μια ολόκληρη γαριφαλιά. Αλλά οι δικοί μου δε με πίστεψαν. Για πολλά πράγματα δε με πίστευαν -όχι μονάχα οι δικοί μου, οι περισσότεροι άνθρωποι. Γι’ αυτό κι εγώ σταμάτησα να τους μιλάω. Μόνο με το λαχειοπώλη της γειτονιάς μου πιάνω κουβέντα, πού και πού, όταν δεν είναι πολύ κουρασμένος. κοπιαστική δουλειά στ’ αλήθεια, να κουβαλάς ανθρώπινα όνειρα…Και πού πηγαίνετε; με διέκοψε λιγάκι απότομα. Α, πραγματικά, αυτό δεν το έχω ακόμη αποφασίσει. Έρχομαι στο σταθμό έτσι, από συνήθεια, χαζεύω τους ανθρώπους που περιμένουν να ταξιδέψουν. Είναι γοητευτικοί οι άνθρωποι όταν έχουν στο βλέμμα τους τη φυγή. Αλλά τους άλλους, αυτούς που φθάνουν, δεν τους κοιτάω ποτέ. Είναι ολόκληροι μια ματαίωση…από το μέτωπο μέχρι τις σόλες των παπουτσιών τους. Καταλαβαίνετε, γι’ αυτό διστάζω να κόψω εισιτήριο. Τότε ο άνθρωπος γέλασε δυνατά, κι όλος ο σταθμός σχεδόν γύρισε και μας κοίταξε. Ένιωσα λιγάκι αμήχανα, θα μπορούσαν να μας παρεξηγήσουν. Είστε απίθανα γοητευτική, μου είπε μ’ ένα τόνο κάπως θεατρικό, αλλά συγχρόνως απελπιστικά εφήμερη, θα μπορούσα κιόλας να σας φανταστώ την ημέρα της κηδείας σας, μ’ ένα βυσσινί φουστάνι αναγεννησιακό να ξεχειλίζει από το φέρετρο, θεέ μου πόσο με συντρίβει μια τέτοια εικόνα απείρου κάλλους, και με κοίταξε με μια ευγνωμοσύνη απερίγραπτη. Τότε ένιωσα νομίζω μια ελαφριά ανατριχίλα, γιατί είχε αρχίσει να φυσάει, και φόρεσα τη ζακέτα μου.


Καλοκαιρινές διακοπές


Υπήρχε, θυμάμαι μια εποχή που πίστευα στα παραμύθια. Τα καλοκαίρια στις εξοχές κρεμόμουν από τα ράμφη των κορυδαλλών, ώρες και ώρες, κι ο ιδρώτας έτρεχε στο λαιμό μου και μου λέκιαζε τα ρούχα σαν σπέρμα. Κι εγώ, που τόσο ήθελα να μ’ έλεγαν Ιφιγένεια, ξάπλωνα στο γρασίδι κι ισορροπούσα την υδρόγειο ανάμεσα στα γόνατά μου. Α! εξαίσια θερινά μεσημέρια, μέσα σε δωμάτια τουριστικά με σεντόνια λευκά σα σάβανα, το κορμί μου γέμιζε γύρη και γαλαζωπά ανθάκια, κι από τ’ ανοιχτό παράθυρο με κοιτούσε ο Αρχάγγελος και γελούσε, ένα γέλιο κρυστάλλινο καμπανάκι. Κι ήμουν, θαρρώ, ευτυχισμένη. Στο μπάνιο η βρύση έσταζε αδιάκοπα, αργά-αργά, νανουριστικά, μια αιώνια θολή λιμνούλα μέσα στο νιπτήρα, κάθε φορά που έσκυβα να πλυθώ φοβόμουνα μη με καταπιεί. Κι εσύ, εσύ ήσουν πάντοτε κάπου εκεί κοντά, κρυβόσουν μέσα στα γοβάκια μου κι ανάμεσα στα γεράνια και στις τσέπες της ρόμπας μου, και μου άφηνες μικρά σημάδια στα χέρια, μικρές-μικρές δαγκωματιές, μια σταγόνα αίμα τη φορά. Έτσι μ’ έκανες να σε λατρέψω τελειωτικά και αμετάκλητα, και κάθε που νύχτωνε τ’ ορκιζόμουν πως θ’ ανέβω στο χρωματιστό αερόστατο και θα ’ρθω να σε βρω, ψηλά, πολύ ψηλά, αγκαλιά μ’ ένα παλιό τζουκ-μποξ, για να χορέψουμε ένα και μοναδικό υπερβατικό ταγκό πίσω από το φεγγάρι, ίσως έτσι να μ’ αγαπούσες κι εσύ ξανά. Όμως τα δάχτυλά μου είχαν τόσο πολύ αδυνατίσει, έτρεμα μη σε τρυπήσω αν σ’ αγγίξω. Κι όλο και το ανέβαλλα, το αερόστατο σιγά-σιγά σάπιζε, είχε γίνει πια ολόκληρο πράσινο σαν ελβετικό λιβάδι, κι ο Αρχάγγελος πάλι γελούσε, έκλεισα τις κουρτίνες να μην Τον βλέπω, όμως το γέλιο αντηχούσε στο δωμάτιο, βγήκα έξω και Τον πετροβόλησα, τα λιθάρια περνούσαν μέσα απ’ το κορμί του, κι Αυτός όλο και γελούσε και μ’ έδειχνε με το δάχτυλο, κι ένιωθα ταπεινωμένη σα δαρμένος σκύλος. Από τότε βέβαια πάνε τόσα πολλά χρόνια, θα ’χω πια ξεχάσει το πρόσωπό Του, μονάχα το γέλιο Του θυμάμαι καμιά φορά μέσα στον ύπνο μου και ξυπνώ. Κι όσο για σένα, α, εσύ δεν κατέβηκες ποτέ από κει πάνω. Τώρα τα βράδια αφήνω τις κουρτίνες ορθάνοιχτες -τι να φοβηθώ;- και βγάζω τα ρούχα μου μπροστά στον καθρέφτη, έτσι για να ’χω παρέα. Ανάβω τσιγάρο κι ο καπνός βγαίνει από το στόμα μου αρμυρός και γαλάζιος, τα πνευμόνια μου απορρόφησαν φαίνεται τη θάλασσα, τόσους αιώνες που σε περίμενα από νησί σε νησί. Δεν πειράζει, μ’ αρέσει να νιώθω το καλοκαίρι, έτσι ο θάνατος μου θα έρθει σαν ένας γιγάντιος αστερίας γεμάτος άμμο και φύκια, κι εγώ θα τον ακολουθήσω χαμογελώντας, κρατώντας παραμάσχαλα μια τσάντα πλαστική με την πετσέτα και τα μαύρα γυαλιά μου, μικρά όστρακα θα μπλέκονται στις τούφες των μαλλιών μου, κι η κηδεία μου θα λάμπει στο οικογενειακό άλμπουμ σε χαρτί ιλουστρασιόν, διαφημιστική φωτογραφία τουριστικού γραφείου.


Το σημάδι


Το σημάδι το έχω εκ γενετής. Ούτε ιδιαίτερα ακαλαίσθητο, ούτε και γοητευτικό, μονάχα μυστηριωδώς συμμετρικό, λες και μου το χάραξαν με διαβήτη και γνώμονα. Καταμεσής στην πλάτη, πάνω στη σπονδυλική. Σημαδεμένη, το σκεφτόμουν παλιότερα και γέλαγα νευρικά για να κρύψω πως με τρόμαζε. Σημαδεμένη, όπως κάποτε οι Εβραίοι, όπως τα άλογα, όπως οι άγγελοι κι οι δαίμονες -ποιος μου το ’χε πει αυτό το τελευταίο; Τότε κι αν είχα γελάσει, τι απίθανες φιλοφρονήσεις που κάνουν οι άντρες θεέ μου! Όμως, όχι. Το δικό μου το σημάδι είναι διαφορετικό. Εγώ, το ξέρω, είμαι σημαδεμένη από τη Μοίρα. Μια Μοίρα με άγρια κόκκινα μαλλιά και βυσσινί στόμα, την είδα μια φορά στον ύπνο μου και κατάλαβα. Καθότανε λέει σε μια καρέκλα στην κουζίνα μ’ ένα φόρεμα μεταξωτό και κάπνιζε, πουτάνα σε γαλλικό φιλμ. Μόλις με είδε γέλασε, ένα γέλιο παράξενο, έγερνε το κεφάλι της πίσω, το τεράστιο βυσσινί στόμα της ορθάνοιχτο και μέσα τα δόντια γυάλιζαν μυτερά σα ζώου. Έσκυψε κι έσβησε το τσιγάρο χάμω στο μωσαϊκό, με μια λύσσα λες κι ήθελε ν’ ανοίξει τρύπα στο πάτωμα. Εγώ οπισθοχωρούσα προς τον τοίχο, τι θέλεις, της λέω, κι Εκείνη ήρθε κοντά μου και μ’ αγκάλιασε, πάγωσα, έπιασε τη μπλούζα μου από πίσω και την έσκισε με μια κίνηση, από κάτω ως πάνω, κι έμπηξε τα νύχια της στην πλάτη μου, τότε άρχισα να ξεφωνίζω και ξύπνησα. Από κείνη τη νύχτα πήγα να τρελαθώ, νόμιζα πως το σημάδι μ’ έκαιγε ξαφνικά, ή πως άνοιγε και γέμιζε η πλάτη μου αίματα, άρχισα να τρέχω σε πλαστικούς ρωτώντας αν μπορούσα να το αφαιρέσω, τελικά ηρέμησα και τα παράτησα, κατά βάθος το ξέρω πως το σημάδι δεν θα φύγει από πάνω μου ακόμη κι αν με γδάρουν. Θα το έχω μέχρι το τέλος, ένα τέλος που θα ’ρθει μ’ ένα στόμα άπληστο βυσσινί και μυτερά δόντια. Τελευταία κοιτάζομαι στον καθρέφτη και βλέπω τ’ αποτυπώματα από το Στόμα στο λαιμό μου, στην κοιλιά και στα μπράτσα μου, μελανά κι ερωτικά, μικρές λίμνες σάπιο αίμα κάτω απ’ το δέρμα μου που όλο και πιο διάφανο γίνεται. Όσο περνάει ο καιρός πληθαίνουν. Στο δρόμο τα σκυλιά με γαβγίζουν, φοβούνται. Μυρίζω φαίνεται κιόλας δάκρυα. Κι οι άντρες το φοβούνται το σημάδι, όλοι τους βιάζονται να σβήσουν το φως για να μην το βλέπουν. Ή τρέχουν μετά ανάστατοι στην τουαλέτα και κάνουν εμετό, δεν το ξέρουν πως ξερνάνε το θάνατο που γέμισε το στομάχι τους. Κι εγώ τότε τεντώνομαι ευχαριστημένη πάνω στα σεντόνια και χαμογελάω, η καταδίκη μου είναι μεταδοτική σαν πανούκλα, όλοι αυτοί οι δυστυχισμένοι στο εξής θα βλέπουν το βυσσινί στόμα να τους γελάει αποτρόπαια κάθε φορά που θα κλείνουν τα μάτια τους. Και νιώθω γι’ αυτούς τόσο τρυφερά, ποτέ άλλοτε δεν αγάπησα τόσο τους εραστές μου. Οι μελανιές πάνω μου όλο κι αυξάνονται. Και το δέρμα μου φεγγίζει, το φως τώρα πια με διαπερνά, η σκιά μου πεθαίνει πριν από μένα. Αλίμονο, έχω τόσο λίγο χρόνο για να με κάνουν είδωλο. Τα βράδια ακούω τη μάνα μου που κλαίει και προσεύχεται για το παιδί της, μανούλα άδικα κουράζεσαι, η Μοίρα είναι κουφή, το σκέφτομαι αλλά βαριέμαι να της το πω. Ένα απ’ αυτά τα πρωινά θα με βρει στο κρεβάτι μου ολότελα διάφανη, με μια τούφα άγρια κόκκινα μαλλιά πάνω στο μαξιλάρι. Και το σημάδι θα έχει σβήσει.


Οδός Φαρών


Ο πρώτος άντρας που αγάπησα έφυγε μ’ ένα τρένο. Κι εγώ νόμισα ότι θα λάτρευα για πάντα τα τρένα. Αργότερα, πολύ αργότερα, συνειδητοποίησα ότι δεν ήταν παρά μια εξαίρεση. όλοι οι υπόλοιποι έφυγαν πεζοί. Έτσι γέμισαν οι δρόμοι παπαρούνες κι εγώ δεν είχα πού να σταθώ. Για να περάσω απέναντι περπατούσα στα καλώδια του ρεύματος, στην αρχή φοβόμουνα λίγο αλλά μετά συνήθισα. Τα παιδιά με σημάδευαν με τις σφεντόνες τους, κι άγγελοι από πάνω κάγχαζαν και με τραβούσαν από τα μαλλιά -αλλά εμένα δε μ’ ένοιαζε, μόνο τα πουλιά πρόσεχα, να μην σκοντάψω πάνω τους. Τα δάχτυλά μου εκεί ψηλά, δεν ξέρω γιατί, αλλά έμοιαζαν διάφανα. Κι έτσι είχα μια δικαιολογία που όλα μου γλιστρούσαν μέσα από τα χέρια μου -οι εποχές, οι άνθρωποι, τ’ αντικείμενα. Ζημιά στη ζημιά, όλα κομμάτια στο πάτωμα. Θυμάμαι όταν έσπασα μια μεγάλη κούκλα από πορσελάνη, έπεσε ανάποδα και το πρόσωπό της σκόρπισε σε χρωματιστά θραύσματα ένα γύρω. Έμεινε μόνο το βελούδινο φουστάνι και οι ψεύτικες μπούκλες, πρόστυχες κόκκινες μπούκλες, να μου θυμίζουν πόσο πολύ έφταιγα. Από τότε έτσι φαντάζομαι το θάνατο, μια σπασμένη πορσελάνινη μάσκα. Καμιά φορά τις νύχτες, όταν δεν έχω ύπνο, λύνω τα μαλλιά μου μπροστά στον καθρέφτη και μιλάω στους ανθρώπους: Πόσο ακόμα; Λεγεώνες ηρώων σαπίζουν στη βιβλιοθήκη μου, κι εγώ νοσταλγώ ένα ζευγάρι χέρια παιδικά. Έκανα το αύριο τατουάζ στο γοφό μου, κανείς σας πια δε μ’ αγγίζει. Και μετά σβήνω το φως κι αποκοιμιέμαι, σα να ’χω ξεπληρώσει ένα χρέος. Κι ονειρεύομαι τους καλοκαιρινούς μου εραστές, το χαμόγελό τους μια τεράστια μαργαρίτα. Στα νησιά ο έρωτας ήταν μπλε σαν τεμπεσίρι, γυρνούσα στην Αθήνα με τη μήτρα γιομάτη αλάτι και μικρούς αστερίες. Στους αστραγάλους μου καιροφυλακτούσε η Μεσόγειος, στις απλωμένες μου γάμπες οι ναυαγοί έτρωγαν τις σάρκες τους. Και τώρα, τώρα να εξαγοράζομαι με paperback της δεκάρας και ροζ σιρόπια για το βήχα! Το δωμάτιο μυρίζει τσιγάρο και δόξα. Αλίμονο στην εξουσία της απώλειας, την έχω κατακρεουργήσει. Ανήμερα των Αγίων Πάντων γιορτάζω την απανταχού μοναξιά κρεμώντας στο μπαλκόνι μου μαύρες πειρατικές σημαίες. Βάζω το ράδιο στο τέρμα, οι ήχοι ανοίγουν τρύπες στους τοίχους, στα πατζούρια, στην κλειδωμένη εξώπορτα. Είναι κι αυτός ένας τρόπος να βγεις έξω με ασφάλεια. Το ψυγείο ξεχειλίζει μπύρες -Charles, μ’ ακούς; Την πατήσαμε. Δεν υπάρχει καιρός. Στήνω τα μπουκάλια στο περβάζι και πυροβολώ, μπανγκ, μπανγκ, μπανγκ, πράσινα γυαλιά στα πλακάκια της κουζίνας, τα πόδια μου γέμισαν αίματα κι αφρούς. Τα χέρια μου κιτρινίζουν σαν τους ήλιους του Βαν Γκογκ, μεταμορφώνομαι σε έργο τέχνης. Την επόμενη δεκαετία θα βρεθώ σταυρωμένη στους τοίχους της Εθνικής Πινακοθήκης, κι οι κριτικοί θ’ αποθεώνουν το δημιουργό μου. Όμως εγώ, εγώ δε θα είμαι εκεί. Κορόιδα.


Επίλογος


…Την πρώτη φορά που βρέθηκα σε καράβι είχα ένα υπέροχο αίσθημα απελευθέρωσης. Στη μέση του ωκεανού, σκεφτόμουν, κανένας απ’ αυτούς τους μπάσταρδους δε θα μπορέσει ποτέ να με προλάβει. Φυσικά δεν επρόκειτο για ωκεανό, το πολύ-πολύ να είχα διασχίσει το Αιγαίο, αλλά για μένα κάτι τέτοιες λεπτομέρειες λίγο μετρούσαν. Ανέκαθεν με διέκρινε άλλωστε μια κάποια -αφελής έστω- τάση μεγαλομανίας, μ’ ευκολία προβίβαζα τους εραστές σε πρίγκιπες, τα παπάκια σε Virago και τα όνειρά μου σε πανανθρώπινα ιδανικά. Αυτά, βέβαια, όσο ήμουν μικρή. Αργότερα, ω, αργότερα έγινα απίστευτα βολική, να φανταστείς χώρεσα ολόκληρη μέσα στο ενυδρείο του σαλονιού. Κι έπαψε να μ’ ενδιαφέρει ολωσδιόλου το έξω, τι να το κάνω, σκεφτόμουν, μου αρκεί αυτό το γαλαζοπράσινο φως και τα πλαστικά φύκια να χαϊδεύουν, ηδονικά σχεδόν, το κορμί μου. Κι ας φώναζε η μαμά -το είχα συνηθίσει, ποτέ δεν τα πήγαινε καλά με τις επιλογές μου. Ακόμη το νοσταλγώ αυτό το ενυδρείο, έσπασε όταν κατεδάφιζαν το σπίτι. Ναι, αυθαίρετο ήταν. Όλα τ’ αυθαίρετα πέφτουν κάτω μια μέρα, δε βλέπεις πόσες γρατζουνιές έχουν τα γόνατά μου; Γι’ αυτό σταμάτησα να φοράω φούστες, για να μην καταλαβαίνουν οι άλλοι. Ένιωθα, πώς να το πω, ευάλωτη. Γελάς; Πρέπει να ’ναι κανείς προσεχτικός στις μέρες μας. Κι εγώ, ειδικά εγώ, δεν έχω περιθώρια γι’ άλλα ταξίδια. Γέρασα, όταν κάθομαι χάμω τα χέρια μου γαντζώνονται στα χόρτα, να με κρατήσουν εκεί. Και το δέρμα μου, κοίτα, σιγά-σιγά ξανοίγει, λάμπει λευκό σαν πεντελικό μάρμαρο. Ένα μεσημέρι θ’ ακινητήσω εν τω μέσω χιλιάδων ανύποπτων περιστεριών στην πλατεία Συντάγματος, ο αττικός ήλιος θα γίνει μια τόση δα πυγολαμπίδα στη μισάνοιχτη χούφτα μου κι οι περαστικοί θα με φωτογραφίζουν χαμογελώντας. Και στο βάθος, ο ουρανός, ο ουρανός θα είναι κατακόκκινος, όλος ο ουρανός ένα τεράστιο κόκκινο σεντόνι καρφιτσωμένο στις γωνιές του σύμπαντος, άργησα τόσο να το μάθω αυτό. Τώρα τα βράδια βγαίνω στο μπαλκόνι και δεν έχω πού να κοιτάξω, τα μάτια μου κατρακυλάνε στο πεζοδρόμιο σα γυάλινες χάντρες από σπασμένο κολιέ, κι είναι τόσο ωραία να στέκομαι έτσι τυφλή μέσα στο σκοτάδι με τα μπράτσα απλωμένα προς το Λυκαβηττό. Ή άλλοτε γυρίζω το πρόσωπό μου στον τοίχο κι αρχίζω να μετράω δυνατά, ένα, δύο, τρία, ρυθμικά, σα μετρονόμος πιανίστα, τα φυλάω υπάκουα μέχρι το ξημέρωμα και τότε κατεβαίνω στο δρόμο, ψάχνω κάτω από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα αλλά δε βρίσκω ποτέ κανέναν... Ψέματα, κάποτε βρήκα ένα πεθαμένο γατί. Ένα τόσο δα κανελί γατί, τι να μου κάνει; Έτσι, έμεινα μόνη. Κι ο τηλεφωνικός κατάλογος, όλο λευκές σελίδες. Κατεβάζω τις εγκυκλοπαίδειες απ’ τα ράφια και ψάχνω για ονόματα, Ράισκε Ιωάννης-Ιάκωβος, Ράιτ Εδουάρδος, Ράιτ Ιουδήθ, Ράιχελ Βερνάρδος, σαν ποιηματάκι ακούγεται, το πάτωμα έχει γεμίσει τόμους, μ’ όσες σελίδες δεν έχουν ονόματα φτιάχνω σαΐτες, τις αφήνω έξω απ’ την πόρτα του απέναντι διαμερίσματος που έχουν παιδιά. Δεν τα έχω δει ποτέ, αλλά το ξέρω πως υπάρχουν. Τ’ απογέματα χαλάνε τον κόσμο, χαμηλώνω τη μουσική να τ’ ακούω καλύτερα, να βεβαιώνομαι, πρέπει να το ξέρω πως είναι εκεί, κάποια μέρα ίσως χρειαστεί ν’ αφήσω σε κάποιον ένα σημείωμα .

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993

Max Weber, Interior of the Fourth Dimension



Αργύρης Χιόνης

(1943)


Από τη συλλογή Εσωτικά Τοπία (1991)



Από την ενότητα «Εσωτικά Τοπία»

Υπάρχουνε κάτι τοπία σκοτεινά, τυφλών τοπία, που μόνο ψαύοντας τ’ ανακαλύπτεις. Με μάτια ανοιχτά, τρόπος για να τα δεις κανένας δεν υπάρχει, γιατί ‘ναι μυστικά τοπία και το φως κρατούν μακριά απ’ την περιοχή τους. Μονάχα ψαύοντας μπορείς να τα χαρείς, ή μάλλον, ένα μέρος τους μονάχα να χαρείς μπορείς, γιατί ‘ναι απέραντα τοπία, μυστικά, εσωτικά τυφλών τοπία.

***

Πάνω απ’ αυτήν την έρημο, δεν έχει ουρανό, δεν έχει ούτ’ ένα αστέρι. Κάποιος, ωστόσο, δεν μπορεί να το πιστέψει, θαρρεί πως φταίει η μυωπία του, κι ορθώνει σκάλα για να δει από πιο κοντά. Βέβαια, ούτ’ αστέρια ανακαλύπτει, ούτ’ ουρανό και φεύγει γι άλλη έρημο, ν’ αναζητήσει εκεί την τύχη του. Μένει η σκάλα, όρθια, στη μέση της ερήμου, μια σκάλα ολόρθη που δεν ακουμπάει πουθενά.

***

Αν, όπως λένε, το χαρτί φτιάχνεται από ξύλο, ετούτο το δωμάτιο, που γέμισε χαρτιά κουβαριασμένα, είν’ ένα τσαλακωμένο δάσος κι η γάτα που πλανιέται μέσα του, ερεθισμένη απ’ τους τριγμούς του, είναι μια τίγρη σ’ αναζήτηση θηράματος.
Όσο για τα ποιήματα, μες στα κουβάρια των χαρτιών, είναι πουλιά που πέθαναν πριν μάθουν να πετάνε.

***

Ο έρημος άνθρωπος είν’ έρημη ακτή, παραδομένη στα γυρίσματα των εποχών, στην αέναη του πελάγους παλινδρόμηση, έρημη ακόμα κι όταν τη διασχίζουν ρόδινα πέλματα ή ανάλαφρα κορμιά ξαπλώνουν πάνω της• τα κύματα, τα αλλεπάλληλα του χρόνου κύματα, σύντομα σβήνουνε τα ίχνη τους.
Ο έρημος άνθρωπος είν’ έρημη ακτή, χωρίς καμία πρόσχωση από τα μέσα, εκτεθειμένη στην ασίγαστη μανία του νερού που αδιάκοπα τη διαβρώνει, ώσπου να γίνει, από επιφάνεια, βυθός.
Ο έρημος άνθρωπος, σαν έρημος βυθός, ακίνητος κοιτάζει την καρένα της ζωής που από πάνω του περνά και ταξιδεύει.

***

Δεν έχουν ρίζες τα νησιά σ’ αυτό το πέλαγος• αδιάκοπα πλανιώνται και μακραίνουν, ιδίως όταν βορεινοί φυσούν ανέμοι.
Νησιά ακυβέρνητα που, αργά αργά μα σταθερά, μετακινούνται προς το νότο κι όλο μπερδεύουν τους ψαράδες και τους ναυτικούς που τα ‘χουν για σημάδια. Βάρκες πολλές χαθήκαν έτσι και πολλά καράβια, σε λάθος μέρος ψάχνοντας να βρουν τα δίχτυα που έριξαν, λιμάνια που ποθήσαν.
Τρελά νησιά που περιπαίζουνε τους χάρτες και τις ανακοινώσεις των λιμεναρχείων γελοιοποιούν, νησιά που αν δεν τα δέσουμε με άγκυρες, κάποτε θα χαθούνε.

***

Από την ενότητα «Ιστορίες μιας εποχής που πέρασε χωρίς ποτέ να έχει έρθει»

Ζω σ’ ένα χώρο περίεργο όπου το παρελθόν είναι το μέλλον του σήμερα. Περίκλειστος κόσμος, ασφυκτικός. Μου λείπουν οι προοπτικές, μου λείπει το άγνωστο. Κάποτε κάποτε, στέλνω τη σκέψη μου έξω, να κυνηγήσει. Γυρίζει, φέρνοντας μου εικόνες από έναν κόσμο όπου το μέλλον είναι το παρελθόν του σήμερα. Απαυδισμένος, κάθομαι και γράφω ιστορίες μιας εποχής που πέρασε χωρίς ποτέ να έχει έρθει.

***

Τα μεγάλα ξύλινα κρεβάτια, όπου, πρώτη φορά, ανοίξανε τα μάτια και, πολλές φορές, τα κλείσαν για να κοιμηθούν και, μία μοναχά, για να πεθάνουν οι πρόγονοι μας, δεν υπάρχουν πια. Πάει καιρός που γίνανε καυσόξυλα, που η λαίμαργη φωτιά τα καταβρόχθισε, που με τον τελευταίο τριγμό, τον τελευταίο βόγκο τους, σμίξανε όλοι οι τριγμοί του έρωτα, σμίξανε όλοι οι βόγκοι του πόνου και της ηδονής.
Δεν κλαίω για τα μεγάλα ξύλινα κρεβάτια που χαθήκαν• οι σπίθες, που τινάχτηκαν απ’ τ’ ολοκαύτωμα τους, φτάσανε ως τους ουρανούς, γίναν αστέρια.

***

Όταν πεθαίνει ο νεκροθάφτης, άλλοι νεκροθάφτες τον κηδεύουνε. Εμένα ωστόσο μου αρέσει να φαντάζομαι ότι στην τελευταία του κατοικία τον οδηγούνε οι νεκροί που ο ίδιος έθαψε όσο ζούσε, εις ένδειξιν ευγνωμοσύνης για τις υπηρεσίες που τους πρόσφερε, ή ακόμα ότι μόνος του, με το αργό, επίσημο του βήμα, μεταφέρει τον εαυτό του ως το μνήμα όπου χώνεται και από πάνω του τραβά το χώμα σαν κουβέρτα.

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Κατερίνα Ηλιοπούλου, Ο κύριος Ταυ

René Magritte, La reproduction interdite


Κατερίνα Ηλιοπούλου


Από τη συλλογή «Ο κύριος Ταυ» (2007)



ΠΡΩΙΝΟ ΞΥΠΝΗΜΑ


Ο κύριος Ταυ ξυπνάει κάθε μέρα μέσα σ’ έναν άλλο άνθρωπο.

Γι αυτό σηκώνεται πολύ νωρίς.

Πριν ξημερώσει.

Ανεβαίνει με κόπο τα σκαλοπάτια των στιγμών και πηγαίνει στο μπάνιο.

Εκεί αρχίζει να αφαιρεί τα λέπια της νύχτας.

Τους παγωμένους δρόμους, τις προκυμαίες και τα παγκάκια, τις φυλλωσιές των δέντρων και των κλαδιών τους βρόχους, τα δυσανάγνωστα κείμενα, τις αιμοβόρες παρθένους,

τα σμήνη των πουλιών.

Όταν μείνει εντελώς γυμνός

αποθέτει το βλέμμα του στον καθρέφτη

όπως κάποιος κρεμάει το παλτό του σ’ ένα γάντζο.

Όμως αντί για μάτια έχει δυο ψάρια.

Επειδή τον διακρίνει άπειρη υπομονή,

αφήνει τα μάτια-ψάρια να κολυμπήσουν στον καθρέφτη

ελεύθερα.

Εκείνες τις στιγμές ζει το πιο καθαρό όνειρο.

Το όνειρο να μην είναι κανένας.

Την πιο αλύτρωτη ερημιά.

Το κατάμαυρο σταυρόλεξο της αβύσσου.

Γεγονός που προσδίδει στα χαρακτηριστικά του αυτό που λέμε βάθος.

Στη συνέχεια τα μάτια επιστρέφουν στη θέση τους.

Αυτά και ο καθρέφτης έχουν αποκτήσει τώρα κάποια συγγένεια.

Έτσι αλληλοαναγνωρίζονται.


***


Ο ΚΥΡΙΟΣ ΤΑΥ ΣΕ ΕΝΑ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΤΟΠΙΟ


Μαζεύει ένα βότσαλο απ’ την ακροθαλασσιά.

Παρατηρεί πως το βότσαλο έχει την αξιοσημείωτη ιδιότητα,

να μην διαθέτει εσωτερικό και εξωτερικό.

Τα δύο ταυτίζονται.

Επειδή δεν μπορεί να σκεφτεί τίποτε άλλο, αποφασίζει πως

το βότσαλο είναι εχθρός του κόσμου και το πετάει μακριά.

Το βότσαλο πέφτοντας δημιουργεί αυτό που λέμε

«τρύπα στο νερό».

Ο κύριος Ταυ αισθάνεται τρομερή έλξη

και ανεξήγητη ζήλια για το βότσαλο.

Παίρνει λοιπόν ένα άλλο και το βάζει στο στόμα του.

Στην αρχή είναι αλμυρό.

Είναι ένα θαλασσινό πράγμα.

Λίγο μετά δεν είναι τίποτα.

Ένας σκληρός όγκος σιωπής μέσα στο στόμα του,

που ρουφάει τη φωνή του.

Με έκπληξη του όμως διαπιστώνει

πως και χωρίς φωνή μπορεί να μιλάει.

Προφανώς οι επικλήσεις του εισακούγονται.

Ένα σμάρι θαλασσοπούλια προσγειώνεται στα πόδια του.

Όταν φεύγουν αφήνουν πίσω τους ένα δυσανάγνωστο

κείμενο.

Ο κύριος Ταυ σκύβει κι αρχίζει ευθύς να το μελετάει.


***


Όταν ο κύριος Ταυ περπατάει στην πόλη,

καμιά φορά οι δρόμοι γίνονται ποτάμια

κι άλλη φορά φίδια

κι άλλη φορά κλαδιά.

Δεν μπορεί παρά με το μυαλό του

ν’ ακολουθεί την άπειρη ανάπτυξη τους.

Έτσι δεν βλέπει καθόλου το τοπίο.

Τα μουσεία, οι καθεδρικοί ναοί, οι μπιραρίες

Διαφεύγουν εντελώς της προσοχής του.

Ωστόσο είναι πολύ συγκεντρωμένος.

Ακούει

τις πλατείες να περιστρέφονται

ιλιγγιωδώς

κάτω από το μαγνητικό μάτι της σελήνης.


***


ΑΠΟΒΡΑΔΟ


Ο κύριος Ταυ από την πολυθρόνα του, στο δωμάτιο που μυρίζει

καπνό και μήλα,

παρακολουθεί το φως να αποσύρεται.

Όλα τα αντικείμενα του σπιτιού, αδελφωμένα με τη σκιά τους,

κοχύλια που μηρυκάζουν το κενό τους.

Δοκιμάζει κι αυτός τη σπειροειδή κατάβαση στο ρόδινο

λείο εσωτερικό προς τα εκεί που λένε πως κρύβεται η σιωπή.

Αυτή η μεγάλη απάτη.

Όμως ο κύριος Ταυ δεν μοιάζει καθόλου με κοχύλι.

Είναι πιο πολύ ένας δρόμος, μια διασταύρωση που τη

διατρέχουν αδιάκοπα οι διαβάτες.

Κι όσο πιο βαθιά κατεβαίνει, τόσο πιο καθαρά ακούει τον

ήχο των βημάτων.

Όμως καθόλου δεν τον νοιάζει. Ξέρει πως αυτό είναι

η δική του σιωπή.


***


ΤΟ ΡΗΓΜΑ


Μέσα στο σπίτι, στο κεντρικό δωμάτιο υπάρχει το ρήγμα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια λεπτή ρωγμή στο πάτωμα σχεδόν αόρατη. Τίποτε το ανησυχητικό. Εκτός από το γεγονός πως η σχισμή δεν είναι αδρανής. Συχνά ένα ρεύμα αέρα εξέρχεται από αυτήν που μυρίζει σκόνη και σκουριά. Και κάτι άλλο απροσδιόριστο. Επίσης πως έχει φωνή. Το πιο πολύ είναι μουγκή. Όμως αραιά και που παράγει έναν ήχο.

Καμιά φορά τρέχει εκεί, γονατίζει και μυρίζει σαν σκύλος. Ύστερα απομακρύνεται αργά μολυσμένος από μια φλέβα χοϊκή, παράνομη.

Φοράει τότε το παλτό του και ανοίγει την πόρτα.

Επικινδυνότερος, αψύς και κοφτερός σαν λεπίδι περπατάει.

Θερίζει τα βλέμματα. Κουρντίζει των δρόμων το τραγούδι.

Ρουφάει το μεδούλι της εσπέρας.

Από το κούφιο κόκαλο της φτιάχνει έναν αυλό και σαν φονιάς τον χώνει βιαστικά στην τσέπη.

Τα δάχτυλα χαϊδεύουν τις οπές.

Μα δεν τολμά να παίξει.

Δεν ήρθε ακόμα ο καιρός της εκπνοής.


***


ΠΟΛΥΘΡΟΝΑ Ι, ΙΙ


Το μεσημέρι ο κύριος Ταυ ανοίγει το παράθυρο και γέρνει εμπρός μες στην αυλή. Το φως πέφτει απότομα επάνω του και τον κόβει στα δυο σαν γκιλοτίνα. (Είναι στη φύση του φωτός να σπάζει τα πράγματα.) Όλα δονούνται μέσα εκεί. Ζουζούνια, φύλλα και χορταράκια ανώνυμα μολύνουν τον κόσμο με το ασφυκτικό κι απαρηγόρητο παρόν τους. Ο κύριος Ταυ στρέφεται ξανά στο δωμάτιο και κάθεται στην πολυθρόνα του. Η πολυθρόνα είναι μια Σφίγγα της Ερήμου. Στην αγκαλιά της πετρώνει. Εκείνη του διδάσκει τι σημαίνει ακινησία. Είναι μια άσκηση κοπιαστική και άγρια σαν τη γυμναστική ενός σαμουράι. Στον μεγάλο λευκό τοίχο απέναντι του προβάλλονται τα κλαδιά της λεμονιά. Καθώς λικνίζονται πυκνώνουν ολοένα. Ανάμεσα τους ζούσε εκείνο το αγρίμι. Το ποθητό αγρίμι, το φοβισμένο αγρίμι, το ερεβώδες. Στάθηκε όμως αδύνατο να εξημερωθεί. Ο κύριος Ταυ το αγαπούσε τόσο πολύ ώστε μια μέρα το καταβρόχθισε. Έκτοτε το έχει μετανιώσει. Η πράξη αυτή, η οποία ήταν προϊόν καθαρής παρόρμησης, δεν προσέδωσε στον κύριο Ταυ κανένα από τα χαρακτηριστικά του αγριμιού. Γι αυτό εξακολουθεί να το καλεί επίμονα απ’ τη σπηλιά του, που τώρα πια είναι ο ίδιος. Σπανίως, εκείνο ανταποκρίνεται και αρχίζει να κινείται μέσα του αργά. Οι μαλακές πατούσες του που καίνε, αγγίζουν τότε ένα ένα τα κοκάλινα πλήκτρα των σπονδύλων του. Το λαχάνιασμα του αγριμιού κάνει το στήθος του να προεκτείνεται. Όταν η ανάβαση ολοκληρωθεί ο κύριος Ταυ γίνεται ακρόπρωρο. Με μάτια ξύλινα, σκαλιστά, βυθίζεται στο βλέμμα του αγριμιού. Το βαθύχαλκο γκονγκ της καρδιάς του χτυπά. Ο τοίχος βγάζει βλαστούς.


Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993

Asgern Jorn, Le droit de l'aigle (1951)



Γιώργος Μπλάνας

(1959)



Νύχτα

(1991)




Την νύχτα της 10ης Νοεμβρίου του 1619

ο νεαρός René Descartes έγειρε ν’ αποκοιμηθεί

γεμάτος ενθουσιασμό,

γιατί ήταν βέβαιος πώς είχε ανακαλύψει

τις πηγές μιας υπέρτατης επιστήμης.



§1. Συχνά του ύπνου η συντροφιά με ξαγρυπνούσε·

ώρα πολλή τα λόγια του πάσχιζα να σηκώσω

μέσα στης νύχτας την ακάματη τριβή:

σιωπή σπαρμένη χώσματα ακάμωτων σωμάτων,

κραυγές που δεν ανθίσανε σε γλώσσα ερημική.

Τρόμαζα την επιμονή τέτοιας αδυναμίας·

ψιθύριζα, και κάποτε κάτι ειπωμένο αλλού

σαν να ’δειχνε η φωνή μου,

σιωπούσα, κι ακουγότανε λαλίστατη η σιωπή μου.

Συχνά του ύπνου η συντροφιά με βοηθούσε,

απ’ όσα του ύπνου: θάνατος,

ό,τι επίμονα δικό να περισώσω.



§2. «Μήτε με της καρδιάς άξαφνο χτύπο,

που μέτρησε την αίσθηση του χρόνου όλου·

μήτε με του ματιού σπιθάτη λάμψη,

που τέλειωσε το σχήμα του φωτός ακαίριου.

Ο κόσμος μένει άφαντος κι αν ξέρεις

το σχέδιο που μπόρεσε τη συνοχή του».

Άναψα απότομα τη λάμπα κι η βουή

του σκοταδιού πλημμύρισε την κάμαρα σκιές·

απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο έφταναν απειράριθμες φωνές.

Πλησίασα και πάσχισα να δω το λόγο

που έσπρωχνε όλους αυτούς στην οχληρή ζωή τους:

γυμνοί, ανέτοιμοι, τραχείς,

σαν τους τυφλούς χτυπούσαν τον αγέρα

με χέρια ικετήρια, καθώς πετούσε

πάνω τους μαυροφτέρουγο πουλί η αθανασία.

Έκανα τότε κίνημα να τους φωνάξω,

μα η αυγή σαν να ’φτανε και η φωνή μου

έμοιαζε περισσότερο γουργούρισμα πουλιού.



§3. Κάποτε, κάπου, όμως: σε χρόνο καίριο,

σάμπως τα λόγια να ’χουν τον καιρό τους·

κι ένας, που νομιζότανε πουλί στις φυλλωσιές,

κι άλλος, που συχνογύριζε ’λάφι στις ερημιές,

ακούνε τη φωνή τους.

Μα εγώ μονάχα που άκουγα

ό,τι από τις σκέψεις μου έφερν’ η ακοή τους.



§4. Τα βράδια φυσούσε (σαν πάντα)

και το βάθος του ορίζοντα: στήθος πλατύ,

μιαν αχλή μελανή ιδροκοπούσε,

τις γωνιές της θαλάσσης κρατώντας ορθές,

σάμπως να ’ταν εκείνο το εντός μου

ένα δώμα μικρό, φτωχικό,

μια γαλήνη η καρδιά μου βουβών δισταγμών,

κι έξω η νύχτα μια μόνιμη σκέψη φυγής.

«Χάσου φάσμα από μπρος μου» σκεπτόμουν, «ή γείρε τα βλέφαρα

πια!»

Τα βράδια φυσούσε (σαν πάντα)·

μιλούσα του αγέρα,

κι αυτός μου απαντούσε: διπλή μοναξιά.



§5. «Κουράγιο» είπα, κι άκουσα σαν το θεριό να ρυάζεται η φωνή

μου,

γιατί είχε απ’ ώρα, ως φαίνεται, απλωθεί μέσα μου κάποια αλόγιστη

γαλήνη,

κι η τρικυμία, που ζητούσε να τραφεί

με των συντρόφων τις ψυχές, και των συντρόφων οι φωνές κι ο

χαλασμός ολούθε,

έφταναν μέσα μου θολά,

με τη μακρύτατη κι απρόθυμη σπουδή ενός κινδύνου,

που ’ναι να ’ρθεί - να μην ερθεί...

ώστε τρομάζοντας τη λέξη που είχα εγώ τινάξει από τα χείλη μου, και

μου φαινόταν ξένη,

έσυρα το ανήμπορο σπαθί, χτυπώντας στον αέρα,

κείνο τον άσπλαχνο θεό, που μου ’χε πάρει

ό,τι πολυτιμότερο, να πετσοκόψω.

Μιλούσα ορθός, χτυπώντας με τα χέρια τον αγέρα, κι όπως οι άλλοι,

γύρω στο φως του μαγκαλιού απορούσαν την ανάγκη

τέτοιας μανίας μιμητικής για τόσα, όσα ένα τραγούδι μόνο του

σηκώνει,

βουβάθηκα, ακούγοντας το βόγκο

κάποιου που ξάφνου τον χτυπά σπαθί ακονισμένο.



§6. Ορθό με βρήκε το πρωί στο παραθύρι,

κείνο τον αφιλόξενο τόπο να μην χορταίνω.

«Γλύκα κι αυτή η σημερινή» συλλογιζόμουν.

Αποβραδίς ο άνεμος βροντούσε

τις πόρτες με το θράσος των δασύστερνων βουνών,

ώσπου το χάραμα τον βρήκε να χαϊδεύει

κάτι λιγνά φυλλώματα στα θαμνοτόπια.

Η μέρα φάνηκε στο βάθος ν’ αερίζει ένα γαλάζιον ουρανό,

και καθώς βγήκα, φέρνοντας το βήμα μου γυμνό μες στις δροσιές,

τα περιβόλια ξύπνησαν,

τινάζοντας στο φως τα καρπερά λειριά τους.

Γύριζα έτσι ολημερίς,

ακούγοντας τον κόσμο να θροΐζει ήχους απλούς κι αρώματα λεπτά,

ώσπου -κατά το δειλινό-

αύρα γλυκιά τα μάτια μου έκλεισε απαλά.

Κι ήταν ο ύπνος μου πέλαγο, ψάρι κι αγκίστρι·

λέπι-διαμάντι σπίθιζα, μέρες και νύχτες σιωπηρές μες στα νερά μου,

να σπαρταρίσω τρέχοντας στ’ αγκίστρι μου πιασμένος.

Κι ένιωσα αρμύρα σύγκορμος, πόνο της γλώσσας και μαζί χάρη

αιχμηρή που σκίζει,

ώσπου με ξύπνησε η σφόδρα εκείνη ταραχή.

Κοίταξα ολόγυρα: σιωπή·

απέναντι μαζεύονταν ολόχαροι οι βυθοί,

χτενίζοντας τα πράσινα κεφάλια τους

και τα βουνά σπρώχνονταν, να χωρέσουν

κάτω απ’ το νόημα του φωτός που είχε απομείνει.

Ήθελα κάτι για τη γλύκα εκείνη να ψελλίσω,

μα μέσα μου αργάναβε αγνώριστη δροσιά

και φόβο είχα: η ζέστα της φωτιά μη γίνει,

σαν να ’μουν ένα σύννεφο μοναχικό στον ουρανό μου.



§7. «Όσο και να ’κάνε ο καιρός

ανέγνωρο το μέλημα του κόσμου,

πάντα σε κάποια ακρογιαλιά

μ’ έφερνεν ο καιρός μου.

Μπροστά στην τόση γλύκα του γλαυκού,

μονάχα ο πόνος ή μια αχνή

του πόνου ενθύμηση μπορούσε να κρατήσει την καρδιά μου

στον τόπο που της είχε αδίστακτα παρθεί.

Κι έλεγα: πότε θε’ να ’ρθεί

κείνο το κλάμα που κάνει

τη σιωπή ν’ αντηχεί

σαν παρήγορη ανάσα και βήμα αλαφρό –

κι ας μην είναι παρά

μια μονάχα συνήθεια στενή της καρδιάς να χτυπά

σ’ ό,τι βέβαιο (γνωστό-ξεγνωστό);

Όμως η μέρα παραήταν βουερή:

κι ένα πουλί ν’ ανάσαινε, ριγούσε

ο κόσμος σύψυχος, ωσότου

η νύχτα να ’ρθει, φέρνοντας

κάτι παρμένο που έπρεπε να το παρηγορήσεις.

Σ’ όποια κι αν έφερνε ο καιρός

ανάγκη καθ’ εντός μου,

πάντα του κόσμου κάτι τι

θα ’στεργεν ο καιρός μου».

Στάθηκε τότε ο λόγος μου σαν να ’θελε μετρήσει

το βάρος κάποιας λέξης που κρεμόταν

ανάερα κι όλο έλεγε να γείρει-να μην γείρει.

Έτρεξα στο παράθυρο κι ανοίγοντας το κάτι

λιγνό πετάρισε στα στήθη μου: ήταν όλοι

στο περιβόλι, λιάζοντας

το λίγο τόπο που ’χε πάρει ο καθείς:

σώματα στέρια, βέβαια, μονάχα λίγο δύσκολα

στην όψη, μες από τα δάκρυα μου.



§8. «Κάπου χιονίζει, κάπου βρέχει,

κάπου το δέντρο διψά.

Κάπου το αμπέλι λουφάζει στη γη και κοιμάται

σαν φίδι, και κάπου το φίδι σαλεύει σαν ρίζα χλωρή.

Κάπου το πέλαγο δράμει και τρίζουν φρικτά τα νησιά,

κάπου τον άνεμο μάχονται χέρσα βουνά.

Κάπου θα ’σαι κι εσύ, μες σ’ αυτή την αναίτια πλάνη

του νερού και της γης·

σαν χαμένη, θολή, μακρινή,

που δεν ξέρω το τι,

μέσα σ’ όλες αυτές τις εικόνες σ’ ενέχει.

Μα σαν κλείσω τα μάτια, σαν φύγει απ’ εμπρός μου

κείνο το άστατο μάτι του κόσμου, που ωστόσο,

όσο ξέρω να λέω πως ζω, με κοιτάζει,

κάπου εντός μου ορθώνεσαι· κι ό,τι

της θαλάσσης κατέχει το χρώμα σου μοιάζει.»

Καθόμουνα μονάχος στη μπασιά,

κοιτάζοντας __________το χόρτο να σαλεύει στ’ αλαφρό χάδι του αέρα.

Νύχτωνε αργά και καθώς

σήκωσα το κεφάλι, ώστε να δω

το φως, απ’ ώρα κουρνιασμένο στα λευκά πόδια των βράχων,

σαν να ’νιωσα πώς κάτι τι

λιγνό ξέφευγε πάντα ως κι εκείνο το σκοτάδι.

«Μα δεν σε γνωρίζω» μουρμούρισα, «δεν ξέρω

το κάτι που σ’ έκανε αυτή,

πριν ακόμα στη μνήμη μου υπάρξεις».

Κι ύστερα, σαν από καημό δύσλυτο κινημένος,

τα χέρια βάζοντας σφιχτά στο πρόσωπο - μην κλάψω:

«Απ’ τον καιρό που δεν αρκεί να σε θυμάμαι,

μες στην ψυχή μου εξόριστος,

κι ανάγκη να στεγάσω την ψυχή μου».



§9. «Κάποτε θα ’φευγες, και θα ’μουν

εγώ που θα σου το ζητούσα.

Ξέρεις, καθένας έμαθε

κάποτε, κάπου, μια φορά,

ένα μονάχα τρόπο να ’ναι·

τ’ άλλα κουβέντες άχρηστες,

μια θλιβερή περιφορά

σε δειλινά που αρνήθηκαν

κάποτε, κάπου, μια φορά,

να μας συντρίψουν.

(Κι όμως, καθένας έμαθε

να νοσταλγεί τη συντριβή του.)

Κάποτε θα ’φευγες · πως ήταν

κάποια στιγμή που φάνηκε να σμίγουν

δρόμοι σαφώς ασύμβατοι, δεν έχει σημασία:

νύχτα, κι η νύχτα, μια φορά

τουλάχιστον, θα κάμψει την κάθε διαφορά.

Όσο για μας: αυτό που φεύγει και μακραίνει

διαφέρει κατά συντριβή

απ’ ό,τι φεύγεται και μένει».



§10. «Ταξιδεύαμε κι ήταν όλοι εκεί, όμως για μένα ξένοι:

χέρι που κάποτε προβαίνει

τον τάφο του στη θαλπωρή

του σώματος να κατοικήσει.

«Αν κάποτε φύγω» τους έλεγα, «θα ’ναι

μέσα στης νύχτας την αδιάβατη ερημιά για να σας εύρω».

Σιγά μιλούσα· γύρω μου, όσοι απ’ ώρα έδειχναν στα λόγια μου

χαμένοι,

άρχισαν μεγαλόφωνα ένας στον άλλον να εξηγούν

μέτρα ρυθμούς και σχήματα, σαν να φοβούνταν

πως η σιωπή τους ήθελε κάτι απερίσκεπτα βαθύ να κατοικήσει.



§11. «Έτσι άγρια δαρμένοι ολονυχτίς από τη μπόρα,

το πλοίο φανερώσαμε στον αυγινό καθρέφτη του γιαλού.

Τότε οι άντρες έσκυβαν να δουν

στ’ ολόστρωτο νερό τα πρόσωπα τους.

Και βλέποντας πώς είχανε γεράσει με καιρό,

έχωναν μες στους στεναγμούς τα δάκρυα τους.

«Μεγαλώνουμε! Κάπως

θα πρέπει κι ο χρόνος να δείξει

πως μπορεί να μετρά.

Μεγαλώνουμε κι ίσως

είναι ο μόνος αυτός γυρισμός:

ό,τι κι ό,τι μετρά»,

έλεγα συχνοπαίζοντας με τ’ απαράλλαχτο νερό.

Όμως, εκείνοι ήταν τρελοί:

φαντάζονταν πώς έπρεπε

τόση μανία του πάθους των

απλήγωτη ν’ αφήσει τη ζωή,

ώσπου -θαρρώντας φαίνεται πως κάποιος άλλος

πράγματα ανόσια βουλόταν στο είδωλο τους-

ρίχνονταν ίσια στα νερά να τον σπαράξουν· κι άλλοι

διστάζοντας για μια στιγμή ν’ αποφασίσουν

(μη κι ήταν τάχα οι ίδιοι αυτοί είδωλα κείνων,

που τους κοιτούσαν μες απ’ το νερό),

έδερναν μ’ αλύπητες γροθιές τα σώματα τους.

Κραύγαζα τότε, κι άπλωνα

τις στενωπές παλάμες μου.

«Για δέστε εδώ» τους φώναζα,

«τι δύναμαι απ’ τη γη να περισώσω;

Κι αν περισώσω κατώι τι, μη δεν θα φύγει

σαν τον καπνό, δεν θα ’ναι του θανάτου;»

Όμως εκείνοι ήταν τρελοί κι άκουγαν ό,τι

στον κόσμο έσπερναν οι θρήνοι κι οι οδυρμοί τους:

μέλη που κάποτε η καρδιά, δύσκολα, θα μαζέψει».



§12. «Ποιος είσαι, κι η καρδιά μου χτυπά

μ’ ένα ρυθμό που πασχίζει να βρει

τι λείπει από το σχήμα του προσώπου σου, ώστε να ’ναι

μια ύστατη προσπάθεια του πάθους μου να δρέψει πολύπαθη σπορά;»

σκέφτηκε και για μια στιγμή, κοιτάζοντας με,

έκανε να γυρίσει, να χαθεί

στην ασφαλή αμφιβολία της σιωπής της.

Όμως η νύχτα ήταν απέριττη πολύ –

βαθύ σκοτάδι, λίγο φως· κι αυτό μιλούσε

μια γλώσσα που την έφερε ίσια στην αγκαλιά μου.

Στάθηκα εγώ: τα χέρια μου αχνόσπαρτη σιωπή·

και μόνον όταν άγγιξα τα στήθη της: γυμνά,

μουρμούρισα: «Αν ήσουν

βέβαιη για μένα θα δινόσουν σ’ έναν ξένο».



§13. «Δεν σε γνωρίζω· γνώρισα

το βήμα σου, την όψη, τη φωνή σου –

ίσως μια τόσο φυσική

παράδοση στη λογική των ημερών τους:

αν όλα σπεύδουν κατ’ εκεί που... σπεύδουν,

η γνώση πρέπει να μετρά με σχήματα αδιάβλητα

απ’ της νυχτός όποια τυχαία παράφορα.

Δεν σε γνωρίζω· στάσου,

σβήσε το φως και πάψε πια

τα γνώριμα τεχνάσματα που πείθουν

μια μουδιασμένη από το φόβο κάποιου λάθους αγορά.

Εκείνοι, βέβαια, θα μπορούσαν,

στον οποίον έφερνε μπροστά τους

τον κίνδυνο μιας διαφοράς, ν’ αναγνωρίσουν

την ασφαλή επιστροφή σου.

Όμως εδώ,

θα πρέπει ν’ αναιρέσεις την πειθώ

μιας απουσίας που έφερε βουβά, τόσο καιρό,

το βήμα σου, την όψη, τη φωνή σου».

Κι ύστερα, νιώθοντας πως είχε ξεστομίσει

λόγια σκληρά για κάποιον

που έπρεπε ό,τι από χρόνια του ανήκε να κερδίσει,

«Θέλω να πω, πρέπει να μάθεις να σωπαίνεις,

για ν’ ακούω τη φωνή σου».



§14. «Να ’ξερες μόνο τι σου λέω!

Μια στιγμή πριν μ’ αφανίσει

κείνο το πολυπόθητο σκοτάδι που δερνόταν

στην αγκαλιά της, πέρασε μπροστά μου

το φάσμα του προσώπου σου, να εκλιπαρεί το θάνατο μου.

Κι ω, θαύμα! Αντί να ταραχτούν

τα μέλη μου, γυρεύοντας τον τρόμο να ξεφύγουν,

κάτι μέσα μου πήδησε ψηλά, ώστε να δω

το σώμα μου να χάνεται σ’ ένα βυθό αβάσταχτα δικό σου».

Έτσι σκεπτόμουνα, ώρα πολλή, κρατώντας

τα χέρια της ακίνητα μες στα δικά μου,

μη καμιά κίνηση παρα-

μικρή των πολυστέναχτων δακτύλων της με πλήξει

σαν να ’ταν πια η ψυχή μου κάτι ολότελα προσωπικό,

κι η επίμονη σιωπή μου: λόγια,

που μαρτυρούσαν ένα πάθος

πάντα ειπωμένο απλά και πάντα

γλυκύτατα βουβό.



§15. «Ας μένει πια η δύσκαρπη σπορά των αποστάσεων»,

είπα και κάθισα στην άμμο.

Ο άνεμος σηκωνότανε αργά, σπρώχνοντας προς το βάθος

του ορίζοντα τα ελάχιστα σύννεφα που ’χαν απομείνει

σ’ έναν βαθύ γαλάζιον ουρανό.

Έμεινα κάμποσο εκεί, κοιτάζοντας το πέλαγο, σαν να μπορούσα

με ματιά να διαγράψω το νόημα τόσου νερού,

κι όταν το αλάτι άρχισε πια

ν’ ασπρίζει αργά στις άκριες των μαλλιών μου

(βράδιαζε κι ήταν η δροσιά πυκνή σαν χιόνι)

τινάχτηκα απότομα, κι έσυρα άγρια φωνή: αυτού που βρήκε

λόγο στην τόση ανεμοζάλη της καρδιάς του:

«Ακόμα λάμπουν τα καρφιά των αστεριών, κι αν γέρνει

ο ουρανός από το βάρος των δυσκίνητων θεών του,

όμως δεν πέφτει:

στέγη καλή, και πάντα αυτή, στα πάντα».


Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Hannah Arendt, Η ανθρώπινη κατάσταση



Hannah Arendt


[…] Η αδιαφορία για τον κόσμο είναι δυνατή ως πολιτικό φαινόμενο μόνο αν στηριχτεί στην υπόθεση ότι ο κόσμος δεν θα διαρκέσει· αν όμως υποτεθεί αυτό, είναι σχεδόν αναπόφευκτο ότι η αδιαφορία για τον κόσμο, με τη μία ή την άλλη μορφή, θ’ αρχίσει να κυριαρχεί στην πολιτική σκηνή. Αυτό συνέβη μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και φαίνεται να συμβαίνει πάλι στις μέρες μας, μολονότι για εντελώς διαφορετικούς λόγους και με πολύ διαφορετικές, ίσως ακόμα πιο δυσάρεστες μορφές. Η χριστιανική αποχή από τα πράγματα του κόσμου τούτου δεν είναι κατά κανέναν τρόπο η μόνη κατάληξη, στην οποία μπορεί να φτάσει κανείς από την πεποίθηση ότι το ανθρώπινο οικοδόμημα, όντας προϊόν ανθρώπινων χεριών, είναι εξίσου θνητό με τους δημιουργούς του. Η πεποίθηση αυτή, απεναντίας, μπορεί να εντατικοποιήσει την απόλαυση και την κατανάλωση των πραγμάτων του κόσμου τούτου, όπως και όλους τους τρόπους επικοινωνίας, στους οποίους ο κόσμος δεν κατανοείται ως κάτι που είναι κοινόν για όλους. Μόνο η ύπαρξη μιας δημόσιας σφαίρας και ο παρεπόμενος μετασχηματισμός του κόσμου σε μια κοινότητα πραγμάτων, η οποία συγκεντρώνει τους ανθρώπους και τους συνδέει μεταξύ τους στηρίζεται ολοκληρωτικά στη διάρκεια. Αν ο κόσμος πρόκειται να περιλαμβάνει ένα δημόσιο χώρο, αυτός δεν μπορεί να οικοδομείται μόνο για μια γενεά και να σχεδιάζεται μόνο για τους ζώντες· πρέπει να υπερβαίνει το χρονικό διάστημα της ζωής των θνητών.

Χωρίς αυτή την υπέρβαση σε μια δυνάμει επίγεια αθανασία, καμιά πολιτική, με την αυστηρή έννοια της λέξης, κανένας κοινός κόσμος και κανένας δημόσιος χώρος δεν είναι δυνατός. Διότι αντίθετα από το κοινό καλό όπως το εννοούσε ο Χριστιανισμός – η σωτηρία μιας ψυχής ως ένα κοινό για όλους συμφέρον – ο κοινός κόσμος είναι ο χώρος στον οποίον μπαίνουμε όταν γεννιόμαστε, και ο χώρος, τον οποίο αφήνουμε πίσω μας όταν πεθαίνουμε. Υπερβαίνει τον χρόνο ζωής μας τόσο προς το παρελθόν όσο και προς το μέλλον· υπήρχε πριν έλθουμε και θα διαρκέσει περισσότερο από τη σύντομη διαμονή μας σ’ αυτόν. Είναι ότι έχουμε από κοινού όχι μόνο με όσους ζουν μαζί μας, αλλά και με όσους υπήρξαν εδώ πριν και με όσους θα έλθουν μετά από μας. Αλλά ένας τέτοιος κοινός κόσμος μπορεί να επιβιώσει των ερχόμενων και απερχόμενων γενεών μόνο στο βαθμό που εμφανίζεται δημοσίως. Ακριβώς η δημοσιότητα της δημόσιας σφαίρας μπορεί να ενσωματώσει και να αγλαΐσει δια μέσου των αιώνων οτιδήποτε θελήσουν ίσως οι άνθρωποι να διασώσουν από τη φυσική φθορά του χρόνου. Οι άνθρωποι για πολλούς αιώνες πριν από μας – αλλά όχι τώρα πλέον – εισέρχονταν στο δημόσιο χώρο διότι επιθυμούσαν κάτι τι δικό τους ή κάτι τι που είχαν από κοινού με άλλους να διαρκέσει περισσότερο από τη γήινη ύπαρξη τους. (Έτσι η κατάρα της δουλείας δεν ήταν μόνο ότι στερούσε από τους δούλους την ελευθερία και την ορατή ύπαρξη, αλλά και ο φόβος των ίδιων των αφανών εκείνων ανθρώπων «ότι περνώντας από την αφάνεια της ζωής τους στον θάνατο δεν θα άφηναν πίσω τους κανένα σημάδι να μαρτυράει πως κάποτε υπήρξαν»). Δεν υπάρχει ίσως σαφέστερη μαρτυρία για την απώλεια της δημόσιας σφαίρας κατά τους νεότερους χρόνους από την ολοκληρωτική σχεδόν απώλεια του αυθεντικού ενδιαφέροντος για την αθανασία, μια απώλεια η οποία επισκιάστηκε κάπως από την ταυτόχρονη απώλεια του μεταφυσικού ενδιαφέροντος για την αιωνιότητα. Η δεύτερη, η αιωνιότητα, αποτελώντας μέριμνα των φιλοσόφων και της vita contemplativa πρέπει να παραμείνει έξω απ’ το πεδίο τούτων των σκέψεων μας. Αλλά η πρώτη, η αθανασία, επιβεβαιώνεται από την συνηθισμένη σήμερα κατάταξη του αγώνα για την κατάκτηση της αθανασίας στο ιδιωτικό ελάττωμα της ματαιοδοξίας. Κάτω από τις σύγχρονες συνθήκες είναι πράγματι τόσο απίθανο να φιλοδοξεί κανείς στα σοβαρά μια επίγεια αθανασία, ώστε πιθανώς δίκαια να θεωρούμε τη φιλοδοξία αυτή σκέτη ματαιοδοξία.

Το περίφημο εδάφιο του Αριστοτέλη: «Κατά την εξέταση των ανθρωπίνων υποθέσεων δεν πρέπει κανείς… να εξετάζει τον άνθρωπο ως έχει, δεν πρέπει να εξετάζει τι είναι θνητό στα θνητά πράγματα, αλλά να στοχάζεται γι αυτά [μόνο] στον βαθμό που έχουν την δυνατότητα να καταστούν αθάνατα», βρίσκεται με τρόπο πολύ ταιριαστό στα πολιτικά του γραπτά. Διότι η πόλις για τους Έλληνες, όπως η res publica για τους Ρωμαίους, ήταν πριν απ’ όλα εγγύηση κατά της ασημαντότητας της ατομικής ζωής, χώρος προφυλαγμένος απέναντι σε αυτήν την ασημαντότητα και προορισμένος για την σχετική διάρκεια, αν όχι για την αθανασία, των θνητών.

Η αντίληψη της νεότερης εποχής για τη δημόσια σφαίρα, μετά τη θεαματική αύξηση της δημόσιας σημασίας της «κοινωνίας», εκφράζεται από τον Adam Smith, όταν, με αφοπλιστική ειλικρίνεια, αναφέρει «την ανεπρόκοπη εκείνη ράτσα των ανθρώπων που κοινώς αποκαλούνται άνθρωποι των γραμμάτων», για τους οποίους «η δημόσια αναγνώριση… αποτελεί πάντα ένα μέρος της αμοιβής τους…· ένα σημαντικό μέρος για το επάγγελμα του γιατρού, ένα ακόμα μεγαλύτερο ίσως για το επάγγελμα του νομικού, ενώ για τον ποιητή και τον φιλόσοφο αποτελεί σχεδόν το σύνολο». Εδώ είναι αυταπόδεικτο ότι η δημόσια αναγνώριση και η χρηματική αμοιβή είναι της αυτής φύσεως και μπορούν να πάρουν το ένα τη θέση του άλλου. Η δημόσια αναγνώριση είναι κι αυτή κάτι που χρησιμοποιείται και καταναλώνεται, και το γόητρο, καθώς θα λέγαμε σήμερα, ικανοποιεί μιαν ανάγκη όπως η τροφή ικανοποιεί μιαν άλλη: η δημόσια αναγνώριση καταναλώνεται από την ατομική ματαιοδοξία όπως καταναλώνεται η τροφή από την πείνα. Είναι προφανές ότι απ’ αυτήν την άποψη το κριτήριο της πραγματικότητας δεν έγκειται στην δημόσια παρουσία των άλλων, αλλά μάλλον στην μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτακτικότητα των αναγκών εκείνων που την ύπαρξη ή μη ύπαρξη τους δεν μπορεί να βεβαιώσει κανείς άλλος εκτός από όσους τις νιώθουν. Και αφού η ανάγκη της τροφής έχει την αυταπόδεικτη πραγματική βάση της στην ίδια τη λειτουργία της ζωής, είναι επίσης προφανές ότι οι εντελώς υποκειμενικές σουβλιές της πείνας είναι πιο ‘πραγματικές’ από την ‘ματαιοδοξία’ όπως ονόμαζε ο Hobbes την δίψα της δημόσιας αναγνώρισης. Όμως, κι αν ακόμη αυτές τις ανάγκες, μ’ ένα θαύμα συμπόνοιας, τις συμμερίζονταν και οι άλλοι, πάλι η ίδια κενότητα τους θα τις εμπόδιζε πάντα να εγκαθιδρύσουν κάτι τόσο στέρεο και τόσο διαρκές όσο ένας κοινός κόσμος. Το θέμα λοιπόν δεν είναι ότι υπάρχει μια έλλειψη κοινής αναγνώρισης για την ποίηση και την φιλοσοφία στον σύγχρονο κόσμο, αλλά ότι αυτή η αναγνώριση δεν συνιστά ένα χώρο όπου διασώζονται τα πράγματα από την φθορά του χρόνου. Η ματαιότητα της κοινής αναγνώρισης, η οποία καταναλώνεται καθημερινά σε όλο και μεγαλύτερες ποσότητες, είναι τέτοια, ώστε, αντίθετα, η χρηματική αμοιβή, ένα από τα πιο μάταια πράγματα που υπάρχουν, μπορεί να γίνει πιο ‘αντικειμενική’ και πιο ‘πραγματική’.

Σε αντιδιαστολή μ’ αυτήν την ‘αντικειμενικότητα’, της οποίας μόνη βάση είναι το χρήμα ως κοινός παρανομαστής για την ικανοποίηση όλων των αναγκών, η πραγματικότητα της δημόσιας σφαίρας στηρίζεται στην ταυτόχρονη παρουσία αναρίθμητων προοπτικών και όψεων, με τις οποίες δεν μπορεί ποτέ να επινοηθεί κοινό μέτρο ή κοινός παρανομαστής. Διότι αν και ο κοινός κόσμος αποτελεί το κοινό πεδίο συνάντησης όλων, όμως όσοι είναι παρόντες έχουν διαφορετικές θέσεις μέσα σ’ αυτό, και η θέση του ενός δεν μπορεί να συμπίπτει με τη θέση του άλλου, όπως δεν μπορεί να συμπίπτει η θέση δύο αντικειμένων. Το να είναι κανείς ορατός και ακουστός από τους άλλους αντλεί τη σημασία του από το γεγονός ότι καθένας βλέπει και ακούει από διαφορετική θέση. Αυτό είναι το νόημα του δημόσιου βίου, σε σύγκριση με τον οποίο ακόμη και η πιο πλούσια και πιο ικανοποιητική οικογενειακή ζωή δεν μπορεί να προσφέρει σε κάποιον παρά μόνο της επέκταση ή τον πολλαπλασιασμό της θέσης του με τις συνακόλουθες όψεις και προοπτικές της. Η υποκειμενικότητα της ιδιωτικότητας μπορεί να επεκταθεί και να πολλαπλασιαστεί σε μια οικογένεια, μπορεί να ισχυροποιηθεί τόσο, ώστε το βάρος της να γίνει αισθητό στη δημόσια σφαίρα· αλλά αυτή η «δημόσια» οικογένεια δεν μπορεί ποτέ να αντικαταστήσει την πραγματικότητα που προκύπτει από το ολικό άθροισμα των όψεων που παρουσιάζει ένα αντικείμενο σ’ ένα πλήθος θεατών. Μόνον όπου είναι δυνατόν να αντικρύζονται τα πράγματα από τους πολλούς στην ποικιλία των όψεων τους χωρίς να μεταβάλλουν ταυτότητα, ούτως ώστε όσοι συγκεντρώνονται γύρω τους να ξέρουν πως βλέπουν την ταυτότητα στην απόλυτη διαφορά, εκεί μπορεί αληθινά και αξιόπιστα να εμφανιστεί η εγκόσμια πραγματικότητα.

Κάτω από τις συνθήκες ενός κοινού κόσμου, την πραγματικότητα δεν την εγγυάται κατά κύριο λόγο η «κοινή φύση» όλων των ανθρώπων που την συνιστούν, αλλά μάλλον το γεγονός ότι, παρά τις διαφορές θέσεως και την ποικιλία όψεων που προκύπτει, όλοι ενδιαφέρονται πάντα για το ίδιο αντικείμενο. Αν η ταυτότητα του αντικειμένου δεν είναι πλέον δυνατόν να διακριθεί, καμιά κοινή φύση των ανθρώπων, και λιγότερο απ’ όλα ο αφύσικος κομφορμισμός μιας μαζικής κοινωνίας, δεν μπορεί να αποτρέψει την καταστροφή του κοινού κόσμου, που συνήθως ακολουθεί την καταστροφή των πολλών όψεων, με τις οποίες εμφανίζεται στο ανθρώπινο πλήθος. Αυτό μπορεί να συμβεί κάτω από συνθήκες απόλυτης απομόνωσης, όπου κανείς πια δεν μπορεί να συμφωνήσει με κανέναν άλλον, όπως συμβαίνει συνήθως στις τυραννίες. Αλλά αυτό μπορεί επίσης να συμβεί και κάτω από τις συνθήκες μιας μαζικής κοινωνίας ή μιας μαζικής υστερίας, όπου βλέπουμε όλους τους ανθρώπους να συμπεριφέρονται ξαφνικά σαν να ήταν μέλη μιας οικογένειας, αποτελώντας καθένας μιαν επέκταση κι ένα αντίγραφο του πλησίον του. Και στις δύο περιπτώσεις οι άνθρωποι έχουν μεταβληθεί πέρα για πέρα σε ιδιώτες, δηλαδή έχουν στερηθεί το να βλέπουν και να ακούνε τους άλλους ή το να τους βλέπουν και να τους ακούνε οι άλλοι. Βρίσκονται όλοι έγκλειστοι στην υποκειμενικότητα της δικής τους ατομικής εμπειρίας, η οποία δεν παύει να είναι ατομική έστω κι αν πολλαπλασιάζεται απειράριθμες φορές. Το τέλος του κοινού κόσμου έχει επέλθει όταν αυτός αντικρύζεται από μια μόνο πλευρά κι όταν έχει την δυνατότητα να παρουσιάζεται σε μια μόνο προοπτική. […]


***


Hannah Arendt, The Human Condition, Chicago, 1958 (ελλ. μτφρ., Χάννα Άρεντ, Η ανθρώπινη κατάσταση, μτφρ. Γ. Λυκιαρδόπουλος – Σ. Ροζάνης, Αθήνα, 2008, σ. 80 – 85).



Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

Ευδαιμονία!



Η πράσινη ανάπλαση είναι γεγονός... και ξεκινά από το κέντρο της Αθήνας... Η νέα σοσιαλιστική (τι σοσιαλιστική, αντιεξουσιαστική πρέπει να λέμε πλέον) κυβέρνηση δείχνει από μιας αρχής τα δόντια της (ήλιος με δόντια, που λέμε, μην αγχώνεστε, απλά ένα σχήμα λόγου είναι)... τη στιγμή που κανένας άλλος υπουργός δεν έχει προλάβει καν να στρογγυλοκαθίσει στον υπερούσιο θώκο του, εκεί στο υπουργείο "Προστασίας του Πολίτη" βαράνε υπερωρίες... ίσως επειδή η νέα κυβέρνηση θέλει να καταστήσει εξαρχής σαφείς τις προτεραιότητες της... ίσως επειδή βαλθήκαν να υλοποιήσουν εκείνο το "με το ΠαΣόΚ στην εξουσία ο κάθε πολίτης θα αντιμετωπίζεται σαν υπουργός και κάθε υπουργός σαν απλός πολίτης"... ανυπομονώ λοιπόν να δω τα ΜΑΤ να ξυλοφορτώνουν τον Χρυσοχοίδη, να τον σταματάνε αναίτια στο δρόμο για εξακρίβωση στοιχείων, να τον εξευτελίζουν, να τον τραβολογάνε στο τμήμα ρίχνωντας του εράσμιες γκλομπιές στο δρόμο και, τέλος, άμα τη αφίξη τους στο τμήμα, να τον περιποιούνται με τον γνωστό ζήλο τους με γλυκό του κουταλιού και ηλεκτροσόκ... Γελάτε σαρδόνια; Μην γελάτε καθόλου! Η πράσινη χούντα είναι και πάλι εδώ...

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993

William Congdon, Crocefisso no 46



Γιάννης Τζώρτζης



Το κέρασμα του απογεύματος

(1993)



Έχει μόλις μια βδομάδα στο μικρό χωριό κοντά στη θάλασσα. Κάθε πρωί, σηκώνεται νωρίς για την καθιερωμένη βόλτα της μέχρι το παρεκκλήσι, στην κορυφή του λόφου. Το μεσημέρι επιστρέφει στο κρύο δωμάτιο κι ανάβει τη σόμπα. Στέκεται όρθια και την κοιτάζει ώσπου τα μουδιασμένα μέλη της αρχίζουνε να χαλαρώνουν. Έπειτα βάζει στο πικάπ τον Déserteur του Vian, ή κάποιο δίσκο της Billie Holiday. Είναι μόνη κι όμορφη. Έξω, η θάλασσα του χειμώνα αρχίζει να φουσκώνει κι η νύχτα θολώνει το παράθυρο. Κοιτάζει το δωμάτιο, είναι μέσα στο δωμάτιο, αισθάνεται πραγματικά θαυμάσια σ’ αυτές τις χειμωνιάτικες διακοπές της, και σε λίγο θα ζεστάνει, όπως το πρώτο τους καλοκαίρι. Αργά τη νύχτα, όταν σέρνονται ως την καλύβα της άγρια μεθυσμένοι οι άντρες του χωριού, τραβά το άσπρο σεντόνι ως τα μάτια της και σκέφτεται τη μανιασμένη θάλασσα. Όμως, ξέρει και ζει πιο πέρα.


***


«Στη θύμηση μου έρχεται συχνά μια εικόνα πριν από πολλά χρόνια. Ζούσα τότε σ’ ένα μικρό χωριό κοντά στη θάλασσα. Ήμουνα μόνη κι ήταν χειμώνας. Τη μέρα έβρεχε μια εξουθενωτική βροχή κι ο ουρανός ήταν μουντός σα ν’ άρχιζε να νυχτώνει απ’ το πρωί. Τρομερά ρίγη με τρέλαιναν. Εκείνο τον καιρό η μοναξιά γυρόφερνε απειλητικά το κορμί μου. χρησιμοποιούσα μονάχα ένα δωμάτιο του σπιτιού. Το ζέσταινα με μια μικρή ηλεκτρική σόμπα, τόσο παλιά που έκαιγε μόνο μια από τις τρεις σπείρες της, κι εκεί μέσα είχα συγκεντρώσει όσα πράγματα χρειαζόμουν. Σ’ αυτό λοιπόν το δωμάτιο περνούσα τη ζωή μου. τις περισσότερες φορές έμενα ξάγρυπνη μέχρι αργά το βράδυ, με τα βιβλία, τα γράμματα – τα γράμματα που ξεχνούσα να ταχυδρομήσω. Τη μέρα μου άρεσε να αφουγκράζομαι τα δυνατά κύματα που έσκαζαν μπροστά στην αυλή μου, πάντα με μια κουβέρτα ριγμένη στους ώμους. Ήταν χειμώνας κι έπινα κόκκινο κρασί να ζεσταθώ, έβαζα στο πικάπ τον πρώτο δίσκο των Band, ή γαλλικά τραγούδια με τον Μπρασένς και τη Ζυλιέτ Γκρεκό. Α, είχα και μια κασέτα, με δυο μόνο τραγούδια, δυο τραγούδια της Μόνικα Βίτι. Όμως δεν είχα κασετόφωνο κι έτσι περιοριζόμουν να κρατώ καμιά φορά την κασέτα στα χέρια μου και να σκέφτομαι εκείνα τα τραγούδια που τόσο μου άρεσαν. Ώρες αργότερα εξαντλημένη κι έχοντας ναρκώσει ως ένα βαθμό τους φόβους μου, έπεφτα κάτω απ’ τις χοντρές κουβέρτες παίρνοντας μαζί τα ρούχα μου, για να τα βρω το πρωί ζεστά κι όχι κόκαλο από την υγρασία. Το πρωί σηκωνόμουν πάντα τσακισμένη. Έμενα αρκετή ώρα με τα μάτια ανοιχτά στο κρεβάτι μου, προσπαθώντας να ξεχωρίσω τους θορύβους που ερχόνταν απέξω. Έπειτα, έριχνα λίγο κρύο νερό στο πρόσωπο μου κι έβγαινα στη βεράντα, αντικριστά στη θάλασσα. Κι έτσι με γεννούσε κάθε χρονιά ο Μάιος.»


***


Σ’ ένα μικρό καφέ, πίσω απ’ το τζάμι, δυο άντρες πίνουν σιωπηλοί. Κάπου αλλού, ένας μοναχικός άνθρωπος απογειώνεται. Παραγγέλνεις μια μπύρα και παραδίνομαι. Τα απαλά σου μαλλιά προστατεύει ένα μαύρο τσεμπέρι. Το κρύο της βορινής πολιτείας απειλεί την έκτακτη ομορφιά σου. Καπνίζεις και κάτι περίεργες μάρκες τσιγάρων. Σε κοιτάζω και μου δείχνεις με μιας πολλά πράγματα, με κάνεις να νιώθω χαμένος. Μες στη σιωπή, με μια σου κίνηση, αρχίζεις ξαφνικά να χάνεσαι, βυθίζομαι στην απουσία. Τώρα το ξέρω, δεν θα μπορέσω ποτέ να σε γνωρίσω καλύτερα, θα κλαίω από μακριά τον ουρανό σου. τα βράδια θα με ανεβάζεις σε μια λέξη που δεν υπάρχει ακόμα, θα με σέρνεις βόλτα στην αυλή σου. είσαι η καταιγίδα μου, θα προσπαθώ να σου ψιθυρίσω, είσ’ ένας θάνατος συχνός ανάμεσα στα νεύματα, στις λέξεις.


***


Είσαι μια πόλη τη νύχτα. Η ερημιά σου είναι μια μονότονη υγρασία που κεντάει τα κόκαλα. Τα ονόματα των δρόμων σου παγώνουν στο πέρασμα του χρόνου. Όλα μέσα μου φωνάζουν να σε γνωρίσω. Ανηφοριές, μαχαλομάγαζα, άδειες πλατείες. Ρίγη της υγρασίας, ρίγη της ιστορίας. Κάποτε είχες κι εσύ ένα όνομα. Τώρα ζωντανεύεις τα παιδικά μου αναγνώσματα κι οι στρατιές της νύχτας πληθαίνουν.


***


Την άλλη μέρα το πρωί, ανοίγοντας τα μάτια μου, είδα τη βροχή να πέφτει έξω απ’ το παράθυρο. Μερικές σταγόνες κυλούσαν κιόλας στο τζάμι μου. δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα, ενώ ένας ποταμός από λέξεις με έζωνε από παντού. Είχα λέξεις για την απουσία, λέξεις για την απόσταση, έδινα ονόματα στο θάνατο, τη ζωή, τον έρωτα. Πρόφερα δυνατά ονομασίες δέντρων και κοχυλιών, σπάνιους τύπους μετάλλων, είδη πουλιών, γένη ψαριών, ακόμα πρωτεύουσες κρατών και τα εθνικά τους νομίσματα. Το μόνο που δεν μπορούσα να θυμηθώ όσο κι αν προσπάθησα, ήταν το όνομα της πόλης όπου γεννήθηκες. Τη θυμόμουν καλά αυτή την πόλη, θα την αναγνώριζα οπωσδήποτε, ακόμα κι από μια παλιά φωτογραφία, θυμόμουν τα ονόματα των δρόμων της, τις πλατείες, τα πάρκα της, μέχρι και τα αστεία ονόματα των δύο ποταμών της. Όμως δεν μπορούσα να θυμηθώ το όνομα της, αυτό που έγραφε ο χάρτης και η εφηβική σου ταυτότητα. Μου φάνηκε πολύ περίεργο. Συνέχισα ν’ απαριθμώ ονόματα καταστημάτων, γνωστών γιατρών και δικηγόρων της, ονόματα παλιών σου συμμαθητών, όμως τίποτα, τίποτα. Σηκώθηκα απογοητευμένος και μπήκα στο μπάνιο.


***


Αργότερα στον καθρέφτη ένα άγνωστο πρόσωπο κάτι θυμίζει. Πολλά χρόνια έχουν περάσει από τότε. Απ’ αυτόν τον ίδιο καθρέφτη έχουν περάσει πολλοί επισκέπτες. Μένει μονάχα η αγωνία. Ή και ο φόβος των πολλών δωματίων. Στον καθρέφτη ένα πρόσωπο κάτι θυμίζει. Τι είναι ένα πρόσωπο; Είναι το δέρμα – τσακίζει αντιπαλεύοντας τον χρόνο. Είναι το στόμα – σφιγμένο αρνείται να μιλήσει. Είναι και κάτι γένια εδώ κι εκεί που ξεφυτρώνουν άγρια τη νύχτα. Και τα μάτια: κοιτάζουν συνεχώς στον καθρέφτη.

Ζεις σ’ ένα δωμάτιο και φέρνεις μέσα του τη θάλασσα και την αγχόνη.


***


Σαν μια ωραία γυναίκα, έβλεπα, που περνάει το δρόμο κυματιστή με μια ξαφνική επιθυμία, η ζωή με χτυπάει βίαια στο πρόσωπο με το λεπτό της γάντι. Έβγαινα απ’ το όνειρο μες στον πανικό και τη ζάλη. Δεν ήξερα πια ποιος ήταν ο εφιάλτης. Μια φωνή κεντημένη απ’ τον άφατο πόνο γρύλισε υστερικά στο αυτί μου: Συνέχισε αυτό το μακελειό. Μην πας να στρίψεις. Κατάστρεψε τη φόρμα, την αρχιτεκτονική. Κατάστρεψε τη μουσική. Σκάψε όσο μπορείς βαθύτερα – λιγότερο βάθος μένει. Και τότε, να κι ο τρόμος, το γλαφυρό πετούμενο, να λέει από μιαν άκρη στο δωμάτιο: η μέρα σήμερα ήρθε σαν ένας άλλος φονιάς που ξαστόχησε, αλλά η νύχτα έχει μάτια μακρύθωρα και πλησιάζει το στόχο.


***


Είχε αρχίσει να πέφτει το βράδυ, όταν ανέβηκα λάθρα τη σκάλα του καραβιού στην προκυμαία. Κανείς δεν μου έδωσε σημασία. Πέρασα τη νύχτα βλέποντας τηλεόραση και κάνοντας βόλτες στην πλώρη. Όταν φτάσαμε στο λιμάνι, βγήκα κι άρχισα να τριγυρνάω στην πόλη. Δεν βρήκα τίποτα. Και ξαναγύρισα στο πλοίο. Ήμουνα τόσο μόνος που το μαχαίρι σου φτερούγισε από μακριά και με κυνήγησε.


***


Δεν ξέρω τώρα πως να σου το πω : Έρχεσαι καμιά φορά ξαφνικά στη ζωή μου, τα βράδια όταν ανοίγω γυρίζοντας την πόρτα και δεν έχω πουθενά να σε ζητήσω, βλέπεις τον εύκολο δρόμο που παίρνω πάντα για το δύσκολο τέλος, χτυπάς τις φτερούγες σου κι ο αέρας μικραίνει. Σ’ αυτό το άδειο δωμάτιο μπορώ να σου μιλήσω, να σε κρατήσω. Να παραδοθώ χωρίς να πονέσω. Να κάψω πάνω μου το όραμά σου, να μπω με μάτια μεγάλα σε μια καινούρια φρεναπάτη. Να σου αλλάξω όνομα, να σου αλλάξω σχήμα. Πολλά μπορώ να κάνω μακριά από σένα. Και να τώρα – δεν πρόλαβα καλά καλά να το πω –, ένα πηχτό σύννεφο πέρασε πάνω απ’ το φεγγάρι που σε θύμιζε κι η καρδιά μου σκοτείνιασε τόσο ψηλά που είσαι.


***


Έμεινες πάλι σήμερα στο πέτρινο δωμάτιο γιατί πέτρινο είναι το πάθος σου. Της φυλακής σου οι κρύοι τοίχοι κρατούν καλά τα μυστικά σου. Ξέρεις να μένεις φυλακισμένη, ξέρεις να κρύβεις το πρόσωπο σου. Μου χάρισες κι απόψε μιαν ανυπόφορη ελευθερία: δρόμοι της νύχτας, σκοτεινά αδιέξοδα κι άδειες πλατείες, απίστευτα βάθη που μακριά τους μένεις ασφαλής, ένα σκυλί κι ένας μεθυσμένος μοιράζονται την ερημιά και την πλάνη. Έρημος και πλάνης μες στον καθρέφτη κι εγώ μοιράζομαι απόψε τη σιωπή σου.


***


Το κορμί σου με βασανίζει πάντα, η μακρινή λευκότητά του. Η σκέψη του σώματός σου με κυκλώνει : τα χέρια σου, που βγαίνουν ξαφνικά από τους τοίχους, τα στήθη σου, ο πανικός του ονείρου.


***


Κατοικείς ακόμα σε κάθε γωνιά του κορμιού μου. Ο ουρανός σου είναι απρόσιτος: με φέρνει σε σένα μονάχα η έξαψη ή η φρίκη. Μείνε εκεί άγριο μέταλλο – για τι άλλο αξίζει άραγε να λάμπεις;


***


Έτσι καθώς προχώρησες στην άκρη της νύχτας, βγαίνοντας από τους ίσκιους των δέντρων, πηγαίνοντας προς το φως έτσι θα σε θυμάμαι. Ώρες μετά, στο άδειο δωμάτιο, δεν το ξέρεις κι όμως γεμίζεις τους τοίχους, γυρίζεις στα ιδρωμένα σεντόνια, αγγίζεις τον νεκρό στο μέτωπο μου, ανάβεις τη μεγάλη φωτιά αυτής της νύχτας, βγαίνεις από την προσευχή και παραδίνεσαι, στόμα μαλλιά στήθη, ένα κορμί που αντιστέκεται στον πυρετό και στη δόξα.


***


Μια γυναίκα κατέβαινε οληνύχτα απ’ τα μπαλκόνια και τις βεράντες. Δεν είχα λέξεις γι αυτήν – μόνο τον αβάφτιστο τρόμο.


***


Ένα απόγευμα – θα ‘ναι χειμώνας, η μέρα ξυράφι – θα μπεις σ’ ένα ταξί, θα τρέξεις φωτεινή μέσα στην πόλη, θα έρθεις στο δωμάτιο, θα με συναντήσεις. Θα με βρεις στο παράθυρο να κοιτάζω τα απέναντι σπίτια. Θα καθίσουμε μαζί. Στο τραπέζι, θ’ ανοίξω ένα μπουκάλι κρασί, θα σε σερβίρω. Θα μιλάς μονάχα εσύ : θα λες για όλα αυτά τα χρόνια, τα γράμματα, το τηλέφωνο. Θα πίνω απ’ το κρασί και θα σ’ ακούω, θα σ’ ακούω μέχρι τη μεγάλη νύχτα. Τότε θα ‘χουν τελειώσει και τα λόγια – το κρύο τώρα πιο αισθητό –, θα σηκωθώ αργά, θα ξαπλώσω στο στρωμένο κρεβάτι. Ο αέρας θα δυναμώνει, θα πέφτει μια μικρή βροχή, θ’ ακούω την πόρτα να κλείνει.


***


Και τότε η νύχτα θα γίνεται βαθιά κι αμίλητη, η μοναξιά θα σφυρίζει στα παγωμένα κόκαλα, τα δωμάτια θα φουσκώνουν ως πάνω αίμα νεκρό, και θα ‘ρχεσαι, που χάθηκες τόσο θα μου ψιθυρίζεις, το χέρι σου θα με αγγίζει, θα με σκορπίζει.


***


Όλο το βράδυ γέμιζα το δωμάτιο με το κορμί της – το πρωί δεν είχε αέρα ν’ αναπνεύσω.


***


Με αλκοόλ, με λέξεις ζαλίστηκα το απόγευμα κι η θύμηση σου με παίρνει με μάτια κλειστά μεσ’ από τα σκοτάδια του χρόνου. Τόσα νυχτερινά θυσίασα να ανασαίνω την απόσταση και να τώρα ο πόθος μου παρήγορα σε φέρνει. Σκεπάζω το πρόσωπο με τις παλάμες μου, βλέπω να βγαίνεις άγρια να με γυρεύεις. Πέφτω στα γόνατα να σε αλλάξω. Γυαλίζεις μέσα μου σαν ξένη. Λύνεις τα μαλλιά σου στο κεφάλι μου, τα ξεριζώνεις. Γεννάς παιδιά στο στέρνο μου, τα θανατώνεις. Μου νεύεις προς το σύννεφο, με διατάζεις. Κάνω ν’ απλώσω το χέρι μου κι η προσευχή τελειώνει.


***


Τώρα κινδυνεύω τους κρότους του φεγγαριού, στα χτυπημένα από τη νύχτα αυτοκίνητα, στο βουητό που έρχεται ως το μέτωπο και το μαυρώνει αλλά και πάλι λίγο φως που βασιλεύει ελεύθερο στην κορυφή του δρόμου με νικά, με ζωντανεύει στο απόλυτο και με κερδίζει.

Ο αέρας τυφλός με χωρίζει από τα όνειρα που παίζουν μαζί μου.


***


Έχεις τόσα κεφάλια όσες κι οι ώρες της νύχτας. Καθισμένος μπροστά στο παράθυρο κοίταζα έξω στην πόλη, προσπαθούσα να σε μαντέψω. Έβλεπα και δεν έβλεπα: αντικριστά στο σκοτάδι, άνοιξα τον καιρό γυρεύοντας τη φωτιά της μνήμης. Ήμουν ξανά παιδί, ένας άνθρωπος που κοιμάται. Απ’ το πίσω κάθισμα ενός ταξί έβλεπα τους καθημερινούς τρόμους της πόλη, οι άδειοι τηλεφωνικοί θάλαμοι με γέμιζαν με παλιές αγωνίες, η άγρια μουσική της χτεσινής πραγματικότητας έκοβε τη μέρα στα δύο και είπα, Πως ήρθα ως εδώ, ποιο χέρι με τίναξε απ’ την καλόδεχτη πλάνη; Ένα μακρύ κορμί στο κρεβάτι ταράχτηκε τότε μες στον καθρέφτη της νύχτας, σταγόνες κακού ιδρώτα αγκάθωσαν το μέτωπο του, γύρισε στο πλευρό και είπε: δεν ξέρεις τι είναι να έχεις πολλά κεφάλια, δεν ξέρεις τι θα πει να βγαίνεις ανοιχτός στον κίνδυνο – σαν δίχτυ βαρύτα δίχτυα του μυαλού σου με τραβάνε στον πάτο.

Σιγά σιγά, με κόπο πολύ σηκώνω κάθε βράδυ τον τοίχο μου, κι έτσι σου ‘ρθε, κάνεις μια απ’ το σύννεφο και τον γκρεμίζεις.


***


Ας μπορούσα απόψε να σηκώσω τα μάτια μου στην ομορφιά. Θυμάμαι κάποτε ακούμπησα το πόδι σου στον πυρετό του απογεύματος, ήταν ζεστό και σκέφτηκα για μια στιγμή πόσο παρήγορη μπορεί η ανάσα της ζωής να είναι. Ορμούσα πάνω σου κι εσύ γαντζωμένη στα γόνατα μου, έλεγες: κανείς μας δεν μπορεί να υπάρξει καταργώντας τον άλλο. Όμως ο ήλιος έκαιγε αργά τα μάτια σου και γύριζες μονάχη σου στην προσευχή της άμμου. Ήξερα τότε ότι ο έρωτας μας έστρωνε χαλί στο θάνατο, σε κοίταζα κι έλεγα μέσα μου: Δεν μπορείς να πας πιο πέρα, μην πας πιο πέρα απ’ τον ουρανό, απ’ τ’ άπιαστο στερέωμα, που πας να φύγεις… χρόνια αργότερα, δεν υπάρχει αγάπη, οι φωνές δεν έχουν φως στον ουρανό, δεν έχουν πια διάρκεια στην τρυφερή αναισθησία. Δεν ξέρω τι κάνεις, που βρίσκεσαι, είμαι τόσο μόνος που δεν μπορώ να θυμηθώ πως είναι να μην είσαι μόνος.

Χτυπώ το καμπανάκι μου – η δίψα μου δεν έχει μέλλον.


***


Γερμένος στα χλομά κρύα χέρια σου έκλαιγα οληνύχτα. Λίγος ο καιρός που ζήσαμε μαζί αλλά κι αυτός χανόταν τώρα μέσα μου με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ώσπου έγινε μια μικρή τρύπα πόνου σαν κεφάλι καρφίτσας. Έφευγες με τρομερή κούραση, βυθισμένη σ’ έναν πανικό αδιαφορίας που ήμουν ανήμπορος να εξηγήσω. Η ογκούμενη απουσία σου μίκραινε ασφυκτικά το δωμάτιο. Σκεφτόμουν: Έρχομαι ακόμη μια φορά στην άκρη κι είναι τόσο στενόχωρα που πρέπει να είμαι μόνος. Κοίταζα με θυμό το χέρι σου, το τελευταίο μέτωπο σου. Ένιωθα την εγκατάλειψη στη δύση του κρεβατιού σου. Όταν σε φίλησα για τελευταία φορά, ήξερα πως ο ύπνος θα ήταν όλος δικός σου, για μένα η νύχτα θα ‘ταν πιο βαθιά και μαύρη θάλασσα, άκτιστη αγρύπνια.

Ο άνεμος στο παράθυρο γλεντούσε τη σκοτεινή μου αίσθηση πως έμπαινα σε νέα βάθη μοναξιάς κι ανυπαρξίας.


***


Το πρωί μια δύναμη έτρεχε μέσα μου και με διαπερνούσε. Νόμισα πως ερχόταν για μένα. Μετά κατάλαβα πως δεν είχε καμιά αντίληψη της ύπαρξης, ήταν μόνο ο αέρας του δρόμου σου, το ανακάτεμα της σκόνης. Η ορμή του με σάρωσε κι έκλαψα χωρίς δάκρυα μέχρι το μακρύ απόγευμα. Μετρούσα τις ώρες της αγρύπνιας πηγαίνοντας πόντο-πόντο με τα δάχτυλα στον τοίχο. Μιλούσα στον τοίχο, άκουγα κάθε γωνιά και σπιθαμή να μου μιλάει. Περίμενα από στιγμή σε στιγμή την τιμωρία. Περίμενα το δικό σου χέρι να με κεντήσει. Μέσα στον πανικό δεν ήξερα πως ήσουν, τι ήσουν. Και τίποτα να μην ήσουν, τέτοια ώρα πάλι θα σε ζητούσα. Η στιγμή με τύφλωσε κι έκανα ν’ αγγίξω τον αέρα σου, έκαψα τις παλάμες μου, έκαψα τη ζωή μου.

Ήμουνα πάλι μόνος και το μαχαίρι σου κτλ και με κυνηγούσε.


***


Είπα ως την αγάπη να κατέβω ένα απόγευμα – μη με ρωτάς που πήγα.



Τετάρτη, 07 Οκτωβρίου 2009

KenY ArkanA


KENY ARKANA


la rage


Ok, on a la rage mais c'est pas celle qui fait baver,
Demande à Fabe, la vie claque comme une semelle sur les pavés
La rage de voir nos buts entravés, de vivre en travers,
la rage gravée depuis bien loin en arrière
La rage d'avoir grandi trop vite quand des adultes volent ton enfance.
PARS !! Imagine un mur et abolis la rage !
Car impossible est cette paix tant voulue,
La rage de voir autant de CRS armés dans nos rues.
La rage de voir ce putain de monde s'autodétruire
Et que ce soit toujours des innocents au centre des tirs,
La rage car c'est l'homme qui a créé chaque mur,
Se barricader de béton, aurait-il peur de la nature ?
La rage car il a oublié qu'il en faisait parti,
désharmonie profonde, mais dans quel monde la Colombe est partie ?
La rage d'être autant balafré par les putains de normes,
Et puis la rage, ouais la rage d'avoir la rage depuis qu'on est môme.

(Refrain )
Parce qu'on a la rage, on restera debout quoi qu'il arrive,
La rage d'aller jusqu'au bout et là où veut bien nous mener la vie,
Parce qu'on a la rage, on pourra plus s'taire ni s'asseoir dorénavant on s'tiendra prêt parce qu'on a la rage, le coeur et la foi !
Parce qu'on a la rage, on restera debout quoi qu'il arrive,
La rage d'aller jusqu'au bout au delà où veut bien nous mener la vie,
Parce qu'on a la rage, rien ne pourra plus nous arrêter, insoumis, sage, marginal, humaniste ou révolté !

La rage parce qu'on choisit rien et qu'on subit tout le temps
Et vu que leurs chances sont bancales et bien tout équilibre fout le camp
La rage car l'irréparable s'entasse depuis un bout de temps
La rage car qu'est ce qu'on attend pour s'mettre debout et foutre le boucan La rage c'est tout ce qu'ils nous laissent, t'façon tout ce qui nous reste,
La rage, combien des notres finiront par retourner leur veste !
La rage de vivre et de vivre l'instant présent, De choisir son futur libre et sans leurs grilles d'oppressants !
La rage, car c'est la merde et que ce monde y adhère, Et parce que tout leurs champs OGM stérilisent la Terre !
La rage pour qu'un jour l'engrenage soit brisé
Et la rage car trop lisent « Vérité » sur leur écran télévisé.
La rage car ce monde ne nous correspond pas, Nous nourrissent de faux rêves pour placer leur rempart La rage car ce monde ne nous correspond pas, Où Babylone s'engraisse pendant qu'on crève en bas !!

(Refrain)

La rage d'y croire et de faire en sorte que ça bouge, La rage d'un Chirac, d'un Sharon, d'un Tony Blair ou d'un Bush !
La rage car ce monde voit rouge mais de grisaille entouré Parce qu'ils n'entendent jamais les cris lorsque le sang coule
La rage car c'est le pire que nous frôlons,
La rage car l'Occident n'a toujours pas hôté sa tenue de colons !
La rage car le mal tape sans cesse trop
Et que ne sont plus mis au goût du jour tant de grands savoirs ancestraux
La rage, trop de mensonges et de secrets gardés les luttes de nos Etats, riche de vérité, pouvoir changer l'humanité La rage car ils ne veulent pas que ça change,hein Préférant garder leur pouvoir et nous manipuler comme leurs engins.
La rage car on croit aux anges et qu'on a choisit de marcher avec eux
La rage parce que mes propos dérangent
Vois aux quatre coins du globe, la rage du peuple en ébullition
La rage, ouais la rage ou l'essence de la révolution !

(Refrain x2)

Anticapitalistes, alter-mondialistes, ou toi qui cherche la vérité sur ce monde, la résistance de demain
(...in cha allah...) à la veille d'une révolution. Mondiale et spirituelle, la rage du peuple, la rabia del pueblo, parce qu'on a la rage, celle qui fera trembler tes normes. (...Parce qu'on a la rage...)
La rage a pris la populasse et la rage est énorme



http://www.youtube.com/watch?v=z8txhtB2e5M






J'viens de l'incendie


J'viens de l'incendie, donc excuse la tête brûlée
Rimes vagabondes en guise de calmant ou de remède, en clair, du vrai
Du poison dans la tête, une enfance dans l'errance
Libre dans la Marge, trop sauvage, pour rentrer dans les rangs
Fugues incessantes, foyets et centres de merde
Familles d'accueil, HP, mon stylo en tremble de nerfs
L'enfant part en guerre, la même que les parents craignent
Qu'on considère comme une merde, lorsqu'on la place en quarantaine!
Qu'on appelle cas social, mais on est plein, donc on est plus des cas
Bande de cons! on est plein, vous savez quoi, même? on craint plus dégun!!
Et ça missionne, dur comme la rage que mon crâne isole
Pour oublier qu'à 15 ans ils m'ont fait subir la camisole!
Quand le système veut ta peau, ok la guerre sonne!
Facile de piétiner ces mômes qui n'appartiennent à personne
Qu'on assomme à coup de cachets, pour avoir la paix
J'peux pas zapper! tu voulais qu'on la ferme?! moi, j'ai choisi de rapper!
J'oublie pas, qu'ils m'ont tout pris...
Qu'à 14 ans pour des fugues, j'ai vu ma mort derrière les murs de l'oubli
Cellule blindée, délabrée, si tu résistes t'as une piqûre dans l'baba
Là où les promenades n'existent pas...
Voudraient me voir caner, plus jamais on pourra m'calmer!
Rescapée de l'incendie avec cette sale envie de tout cramer!
Car ils ont fait de ma vie des cendres...
Marquée à tout jamais! Ma rage ne pourra jamais redescendre!!!

J'viens de l'incendie, et il coule encore dans mes veines
Comme si j'abritais un volcan, sa lave a brûlé tous mes rêves
Mon enfance, jetée dans les flammes, calcinée, en cendre
J'respire la poussière, j'ai mal, mon coeur est en sang
J'viens de l'incendie, regarde les brûlures de mon âme
Marquée au fer rouge, comment faire? ma mémoire me condamne
Des douleurs intérieures, lancinantes, impérissables
Me bouffent, jours et nuits, comment soigner l'inguérissable?!!

Adolescence à esquiver leurs barrages stressants
La rue... j'y dormais déjà à l'âge de 13 ans
Pistée par les flics, jours et nuits, la chasse est ouverte
Et quand la loi abuse de son pouvoir, cette pute est couverte!
Les étoiles restent les seuls témoins de mes confidences
L'enfant seule que personne ne console quand les conflits dansent
La faim, le froid, la fatigue et les coups
Un monde fait de mensonges, ça aide pas à faciliter l'écoute!
De force, ils ont voulu me mettre assise,
Me voler ma liberté, pour ça, ils m'ont coupé les ailes à la scie!
Brûler mes rêves à l'acide, que mon âme crève à l'asile,
Que leurs glaives s'installent ainsi, on reconnaît les traîtres à l'insigne,
Sauvée par la zik, car elle a payé ma rançon
Des mots pour panser mes plaies quand mon avenir était en sang
Leurs schémas ne sont qu'illusions que la Foi transcende
Au feu! ils testent des cachets sur les enfants de centres!!

J'viens de l'incendie, et il coule encore dans mes veines
Comme si j'abritais un volcan, sa lave a brûlé tous mes rêves
Mon enfance, jetée dans les flammes, calcinée, en cendre
J'respire la poussière, j'ai mal, mon coeur est en sang
J'viens de l'incendie, regarde les brûlures de mon âme
Marquée au fer rouge, comment faire? ma mémoire me condamne
Des douleurs intérieures, lancinantes, impérissables
Me bouffent, jours et nuits, comment soigner l'inguérissable?!!

Rebondir, après les coups du sort, est devenu machinal
La voie des hors-la-loi pour une gosse qu'on a rendu marginale
Jeune dévoyée, placée de Foyer en Foyer,.
Leur putain de machine veut me broyer, mais vas-y, lâche-moi, j'ai mal!
J'rentre pas dans ton moule, mon besoin de liberté est trop grand
"Dresser ces sauvages", ah bon?! alors j'emmerde ton slogan!
Retiens bien! tes ordres et ton système, je m'en tape!
Esquiver tes lois est devenu un vulgaire jeu mental!
Ma revanche! l'épée, j'la brandis avec Foi
Trop de carences dans l'coeur, mes plaies ont grandit avec moi!
C'est trop tard, pour que j'guerrisse, c'est trop tard, au point même
De ne plus pouvoir expliquer les douleurs qui me malmènent
Alors j'cours! mais mon passé me rattrape,
J'cours! malgré les boulets, mais ma mémoire veut m'abattre,
J'cours! sans cesse et sans répit, sachant pertinemment,
Que le poison est dans ma tête et qu'on ne peut semer son ombre!!
J'cours!

J'viens de l'incendie, et il coule encore dans mes veines
Comme si j'abritais un volcan, sa lave a brûlé tous mes rêves
Mon enfance, jetée dans les flammes, calcinée, en cendre
J'respire la poussière, j'ai mal, mon coeur est en sang
J'viens de l'incendie, regarde les brûlures de mon âme
Marquée au fer rouge, comment faire? ma mémoire me condamne
Des douleurs intérieures, lancinantes, impérissables
Me bouffent, jours et nuits, comment soigner l'inguérissable?!!



http://www.youtube.com/watch?v=vHkGOA365v0






Le missile suit sa lancée


Dis-leur que c'est l'heure que l'missile rentre dans la machine.
Ma rage. Sa maison mère, dis leur qu'ils ne pourront pas fliquer mon anarchie.
Dis-leur que j'suis trop à cran pour me formater, tu captes ?
Que j'suis pas une rappeuse mais une contastaire qui fait du rap
Dis-leur que ca vient du
13. M.A.R.S pour les villes en détresse
Anti-système. Les miens m'ont dit "ma soeur, mais dis-leur qu'on les crêves!"
Dis-leur que j'aurais le point levé jusqu'a ce qu'on vienne m'abattre
Que c'est l'heure de choisir son clan. La liberté d'expression en cavale
Dis-leur que j'en ai rien à péter des stars!
Marginale à la plume énervée. Stp ne m'met pas sur un pied d'estale
Anonyme dans la masse avec un haut-parleur
Dis-leur qu'on croit en la justice du ciel, et pas en la leur !
Dis-leur que j'suis pas de celles qui ne penses qu'a raller
J'essaye de filer de la force par la foi, pas facile avec un coeur balafré
Mon rap continue d'avancer sans une esquive
Le missile est lancé ca j'te l'ai annoncé dans une Esquisse
Dis-leur que le missile s'aprête à rentrer dans la matrice
Insurgés car leurs normes sont condanatrices
Dis-leur que c'est le chant des oubliés, le coeur des opprimés
Dis-leur que c'est l'heure, dis-leur qu'on nous a trop endoctrinés
Dis-leur que le missile s'aprête à rentrer dans la matrice
Insurgés car leurs normes sont condanatrices
Dis-leur que c'est le chant des oubliés qui ne veulent plues être passifs
Dis-leur que c'est l'heure. Dis-leur car mon rap connait sa cible

Dis-leur que mon rap est un appel à résister
Dis-leur que j'appartiens qu'à mes idées
Irrécupérable c'est plus que décidé
Dis-leur que j'me fous de leurs médailles et d'leurs galons
Que mon rap est ma came seulement si mon coeur est mon garrot
Dis-leur que c'est trop tard désamorcer l'engin
Qui vole au dessu de Babylone, representant la rage de soeurs et des frangins
La rage ! Tous les oubliés du monde
Tapant derrière les portes verrouillées, parfois l'envie de tout piller nous monte !
Dis-leur que l'thermometre à pété dans l'incendie
Elevés dans la violence du systèmen, dis-leur qu'on l'a bien sentie
Dis-leur que mon rap est ma revanche
J'envoie le missile dans la machine
Avec la folie de croire qui lui explosera dans le ventre!
Dis-leur que c'est ma seule raison de sauter dans le vide
Où que j'atterisse ca sera avec la rage du peuple dans le bide
Dis-leur que j'men vais flinguer les sentinelles
Apelle-moi la Marseillaise, plus révolutionnaire que ton chant sanguinaire!

Dis-leur que le missile s'aprête à rentrer dans la matrice
Insurgés car leurs normes sont condanatrices
Dis-leur que c'est le chant des oubliés, le coeur des opprimés
Dis-leur que c'est l'heure, dis-leur qu'on nous a trop endoctrinés
Dis-leur que le missile s'aprête à rentrer dans la matrice
Insurgés car leurs normes sont condanatrices
Dis-leur que c'est le chant des oubliés qui ne veulent plues être passifs
Dis-leur que c'est l'heure. Dis-leur car mon rap connait sa cible

Dis-leur que c'est sincère dès lors que ma plume s'exprime
Rage ancestrale dis-leur que le rap a perdu ses esprits

Dis-leur que c'est mes tripes que j'te sers avec du style
Que même signée en maison de disques, j'viens tirer sur ton industrie!

Dis-leur que j'oublie rien. Dis-leur que je reste sur ma rive
Heureuse de faire stresser les fils de chien qui insultent ma ville!

Dis-leur que si la vie me réserve la gloire j'ai pas trop hate
Laisse moi dans mon maquis car le moove hip hop c'est bien trop hype!
Dis-leur que j'avance la ou les traitres rechignent
Si t'es down fais tourner le son
Moi j'cherche le nombre et pas le chiffre!



http://www.youtube.com/watch?v=0HmkIqtgwfs