Σάββατο, 31 Μαΐου 2008

Άλλη, καλύτερη, ζητώ ελευθερία…


Μνήμη Μήτσου Αλεξανδρόπουλου

(26 Μαΐου 1924 – 19 Μαΐου 2008)


Alexander Sergeyevich Pushkin

(1799 1837)


Σπορέας της Ελευθερίας μόνος

εβγήκα την αυγή προτού φανεί το αστέρι.

Στους όργους της σκλαβιάς ο ζωογόνος

σπόρος εσπάρθηκε από αγνό και τίμιο χέρι,

μα άδικες επήγανε, χαμένες

οι ώρες μου, οι κόποι μου, οι σκέψεις μου οι ευλογημένες.


Βοσκάτε μη την ησυχία σας, λαοί!

Κανένα σάλπισμα τιμής να σας ξυπνήσει δεν μπορεί.

Το δώρο της ελευθερίας για τα κοπάδια

είναι μονάχα μια κουβέντα άδεια.

Τι να την κάμουν; Η μόνη τους απαντοχή

είτε κουρά είτε σφαγή,

από γενιά σ’ άλλη γενιά

η κουδουνάτη λαιμαργιά

και μόνο τους βαγγέλιο

ο βούρδουλας και το φραγγέλιο.


***

Στων μεταλλείων της Σιβηρίας τα βάθη

αγέρωχα φυλάχτε την υπομονή,

χαμένα δεν θα παν του μαρτυρίου σας τα πάθη,

ούτε και των ονείρων σας η σκέψη η υψηλή.


Η ελπίδα, αδερφή πιστή στη δυστυχία,

στα έγκατα της γης τα σκοτεινά

το πνεύμα θα ξυπνήσει και την ανδρεία

- η ώρα θα ‘ρθει η ποθητή ξανά:


Θα φτάσουν ως εσάς η αγάπη κι η φιλία,

στη σκοτεινή θα μπούνε φυλακή,

όπως στο κάτεργο απ’ την ελευθερία

έρχεται η φωνή μου να σας βρει.


Θα πέσουν τα βαριά δεσμά,

οι φυλακές θα γκρεμιστούν κι η λευτεριά

απόξω απ’ την πόρτα θα σας καρτερεί

κι οι αδελφοί στο χέρι σας θα ξαναβάλουν το σπαθί.


***

Από τον Πιντεμόντε


Υπάρχουν δικαιώματα ηχηρά,

ξέρω, πολλά θαμπώνουνε μυαλά,

όμως εγώ δεν τα τιμώ· παράπονα δεν κάνω που οι θεοί

μου αρνηθήκαν το γλυκό προνόμιο στην πληρωμή

των φόρων να μετέχω· ούτε κι εμπόδια να βάλω

στο ‘να βασίλειο να πολεμάει τ’ άλλο.

Λίγο με νοιάζει μπορεί ή δεν μπορεί η δημοσιογραφία

να σατιρίζει τους μωρούς και η μυγιάγγιχτη λογοκρισία

των περιοδικών να περικόβει την αμετρολογία.

Λόγια, λόγια, λόγια όλα αυτά.

Άλλα, καλύτερα, δικαιώματα μου είναι σεβαστά.

Άλλη, καλύτερη, ζητώ ελευθερία:

Να σε ορίζει ο τσάρος, να σε ορίζει ο λαός

το ίδιο δεν μας κάνει;

Είθε ο θεός

να τους φυλάει! Μα κανενός

υπόλογος ο άνθρωπος δεν είναι, σημασία

ας δίνει μόνο στη ζωή του

τον εαυτό του να φροντίζει και να υπερετεί.

Για τη λιβρέα, για την εξουσία,

η σκέψη, η συνείδηση του

μην καμφθεί

- γι αυτά μην σκύψει το κεφάλι.

Όπου θελήσει γυρνάει τα βήματα του,

ό,τι ορίσει η καρδιά και η ψυχή:

τις θεϊκές της φύσης ομορφιές, της τέχνης πάλι

και της έμπνευσης τα έργα

να τα γλεντήσει, να τα χαρεί

- αυτά τα δικαιώματα του…


***


Μετάφραση Μήτσος Αλεξανδρόπουλος

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2008

BARIŞ MANÇO


Είπα να γιορτάσω την 29η Μαίου με τούρκικη ψυχεδέλεια.

Απολαύστε τον μεγάλο

BARIŞ MANÇO

http://uk.youtube.com/watch?v=MGDmOb1E47s


Και γιατί όχι και με Cem Karaca
http://uk.youtube.com/watch?v=QVdq7mH4-g0



Και γιατί όχι και με
Selcuk Alagöz

http://uk.youtube.com/watch?v=kFwtyt2ylNA


Τετάρτη, 28 Μαΐου 2008

Λευκάδιος Χερν


Λευκάδιος Χερν (ή Koizumi Yakumo, 1850 - 1904)


Oshidori

There was a falconer and hunter, named Sonjo, who lived in the district called Tamura-no-Go, of the province of Mutsu. One day he went out hunting, and could not find any game. But on his way home, at a place called Akanuma, he perceived a pair of oshidori [1] (mandarin-ducks), swimming together in a river that he was about to cross. To kill oshidori is not good; but Sonjo happened to be very hungry, and he shot at the pair. His arrow pierced the male: the female escaped into the rushes of the further shore, and disappeared. Sonjo took the dead bird home, and cooked it.

That night he dreamed a dreary dream. It seemed to him that a beautiful woman came into his room, and stood by his pillow, and began to weep. So bitterly did she weep that Sonjo felt as if his heart were being torn out while he listened. And the woman cried to him: "Why,--oh! why did you kill him?--of what wrong was he guilty?... At Akanuma we were so happy together,--and you killed him!... What harm did he ever do you? Do you even know what you have done?--oh! do you know what a cruel, what a wicked thing you have done?... Me too you have killed,--for I will not live without my husband!... Only to tell you this I came."... Then again she wept aloud,--so bitterly that the voice of her crying pierced into the marrow of the listener's bones;--and she sobbed out the words of this poem:--Hi kurureba Sasoeshi mono wo--Akanuma no Makomo no kure no Hitori-ne zo uki! ("At the coming of twilight I invited him to return with me--! Now to sleep alone in the shadow of the rushes of Akanuma--ah! what misery unspeakable!") [2] And after having uttered these verses she exclaimed:--"Ah, you do not know--you cannot know what you have done! But to-morrow, when you go to Akanuma, you will see,--you will see..." So saying, and weeping very piteously, she went away.

When Sonjo awoke in the morning, this dream remained so vivid in his mind that he was greatly troubled. He remembered the words:--"But to-morrow, when you go to Akanuma, you will see,--you will see." And he resolved to go there at once, that he might learn whether his dream was anything more than a dream.

So he went to Akanuma; and there, when he came to the river-bank, he saw the female oshidori swimming alone. In the same moment the bird perceived Sonjo; but, instead of trying to escape, she swam straight towards him, looking at him the while in a strange fixed way. Then, with her beak, she suddenly tore open her own body, and died before the hunter's eyes...

Sonjo shaved his head, and became a priest.




Από τη συλλογή KWAIDAN: Stories and Studies of Strange Things, (1903)

Σάββατο, 24 Μαΐου 2008

Από "Tο ημερολόγιο ενός τρελού"

Nikolai Gogol

Από Tο ημερολόγιο ενός τρελού

5 Δεκεμβρίου

Σήμερα το πρωί διάβασα τις εφημερίδες. Παράξενα πράγματα συμβαίνουν στην Ισπανία. Δεν μπόρεσα να τα καταλάβω κι όλα. Φημολογείται πως χήρεψε ο βασιλικός θρόνος και πως οι ευγενείς δυσκολεύονται στην επιλογή διαδόχου. Ξέσπασαν εξεγέρσεις. Όλα αυτά μου φαίνονται τουλάχιστον παράξενα. Πώς μπορεί να χηρέψει ένας θρόνος; Φημολογείται πως μια δόνα θ’ ανέβει στον θρόνο. Των αδυνάτων αδύνατον! Μονό ένας βασιλιάς μπορεί να κάθεται στον θρόνο. Λέγεται πως δεν υπάρχει βασιλιάς, μα κάτι τέτοιο ακούγεται απίθανο. Δεν γίνεται βασίλειο χωρίς βασιλιά. Βασιλιάς υπάρχει, αλλά κρύβεται κάπου, άγνωστος, για λογούς προσωπικούς ή οικογενειακούς· ή μπορεί να τον αναγκάζουν οι γείτονες δυνάμεις, όπως η Γαλλία και οι λοιπές χώρες, να παραμένει άφαντος· ή μπορεί να υπάρχουν και άλλοι λόγοι.

8 Δεκεμβρίου

Ήμουν σχεδόν αποφασισμένος να πάω στο γραφείο. Όμως διάφοροι συλλογισμοί με απέτρεψαν απ’ το να πραγματοποιήσω την αρχική μου πρόθεση. Ακόμα βασανίζουν τη σκέψη μου τα γεγονότα στην Ισπανία. Πώς είναι δυνατόν να καταλάβει το βασιλικό αξίωμα μια δόνα; Κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε ποτέ στην Αγγλία. Αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, οι πολιτικές αρχές θα τηρούσαν επικριτική στάση σ’ ένα τέτοιο ενδεχόμενο – ο Αυτοκράτορας της Αυστρίας, για παράδειγμα. Για να είμαι ειλικρινής, τα εν λόγω γεγονότα με συντάραξαν και με κλόνισαν τόσο πολύ, ώστε, όλη μέρα, μου ήταν απολύτως αδύνατον να κάνω και το παραμικρό. Η Μαύρα παρατήρησε πως ήμουν αφηρημένος στο τραπέζι. Η αλήθεια είναι πως απ’ την αφηρημάδα μου έριξα δύο πιάτα στο πάτωμα κι έγιναν κομμάτια. Μετά το δείπνο, αισθάνθηκα κάποια αδιαθεσία και πήγα έναν περίπατο στα υψώματα. Δεν κατέληξα πουθενά. Έμεινα ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου σχεδόν όλη νύχτα και σκεφτόμουν τα γεγονότα στην Ισπανία.

Έτος 2000: 43 Απριλίου

Σήμερα είναι μια μέρα μεγαλοπρεπούς θριάμβου. Η Ισπανία έχει βασιλιά – βρέθηκε· και είμαι εγώ. Μόλις σήμερα το έμαθα. Σαν να καταύγασε τη σκέψη μου κεραυνός. Δεν μπορώ να καταλάβω από πού κι ως πού φανταζόμουν τόσο καιρό πως ήμουν αξιωματούχος. Πώς μου καρφώθηκε μια τόσο παράλογη ιδέα στο μυαλό! Τυχερός ήμουν που δεν μ’ έκλεισαν στο φρενοκομείο. Τώρα τα πάντα είναι ξεκάθαρα. Πριν –δεν ξέρω γιατί– έμοιαζαν καλυμμένα μ’ ένα πέπλο ομίχλης. Όλα αυτά νομίζω ότι συμβαίνουν επειδή οι άνθρωποι πιστεύουν πως ο εγκέφαλος βρίσκεται μέσα στο κεφάλι. Σε καμία περίπτωση! Τον ανθρώπινο εγκέφαλο τον φέρνει ο άνεμος από την Κασπία Θάλασσα. Στη Μαύρα ανακοίνωσα, για πρώτη φορά στη ζωή μου, ποιος πραγματικά είμαι. Μόλις άκουσε πως ο βασιλιάς της Ισπανίας –αυτοπροσώπως– στεκόταν μπροστά της, ύψωσε τα χέρια πάνω απ’ το κεφάλι της και λίγο έλειψε να πεθάνει απ’ την τρομάρα της. Η ανόητη! Δεν είχε δει ποτέ στο παρελθόν τον βασιλιά της Ισπανίας. Προσπάθησα να την καθησυχάσω και τη διαβεβαίωσα πως δεν ήμουν θυμωμένος μαζί της επειδή δεν μου καθάριζε καλά τα παπούτσια. Οι γυναίκες είναι ηλίθια όντα· είναι ανώφελο να πασχίζεις να κινήσεις το ενδιαφέρον τους για τα μεγάλα, για τα σπουδαία ζητήματα της ζωής. Φοβήθηκε γιατί νόμιζε πως όλοι οι βασιλιάδες της Ισπανίας μοιάζουν με τον Φίλιππο τον Β΄. Ασφαλώς της εξήγησα πως ελάχιστες ομοιότητες υπάρχουν ανάμεσα σ’ εμένα κι εκείνον. Δεν πήγα στο γραφείο. Γιατί, στο διάβολο, να πήγαινα; Όχι, φίλοι μου, δεν θα με βρείτε εκεί ποτέ πια! Δεν θ’ αντιγράφω εγώ τ’ αναθεματισμένα έγγραφά σας!

Χωρίς ημερομηνία. Εκείνη η μέρα δεν είχε ημερομηνία.

Βάδιζα ινκόγκνιτο στη λεωφόρο Νέφσκι. Πέρασε με την άμαξά του ο Αυτοκράτορας. Όλος ο κόσμος έβγαλε το καπέλο του – ακόμα κι εγώ. Ωστόσο προσπάθησα να μην αποκαλύψω την ταυτότητά μου: πως ήμουν ο βασιλιάς της Ισπανίας. Θεώρησα ανάρμοστη εκ μέρους μου μια τέτοια συμπεριφορά, καθότι πρώτα έπρεπε να παρουσιαστώ στην Αυλή. Με συγκράτησε επίσης το γεγονός πως δεν φορούσα την ισπανική εθνική φορεσιά. Αν είχα τουλάχιστον έναν μανδύα! Θέλησα ν’ απευθυνθώ γι’ αυτόν τον σκοπό σε έναν ράφτη, όμως η εν λόγω κάστα επαγγελματιών αποτελείται πραγματικά από ηλίθιους. Επιπλέον, παραμελούν τη δουλειά τους, ψευτοανακατεύονται στα πολιτικά και χασομερούν. Γι’ αυτό κι εγώ έφτιαξα έναν μανδύα από την καινούργια επίσημη στολή μου, την οποία είχα φορέσει μόνο δύο φορές. Όμως για να μην μου στήσουν καμιά παγίδα αυτοί οι σκιτζήδες, κλειδαμπάρωσα τις πόρτες του σπιτιού μου και τον έφτιαξα μόνος. Εφόσον το κόψιμο έπρεπε να είναι τελείως διαφορετικό, πήρα ένα ψαλίδι κι έκανα κομμάτια τη στολή.

Δεν θυμάμαι ημερομηνία. Ο διάβολος ξέρει μόνο ποιον μηνά έγιναν όλα αυτά.

Τώρα ο μανδύας είναι έτοιμος. Μόλις τον φόρεσα, η Μαύρα έβαλε τις φωνές. Δεν θα παρουσιαστώ ακόμα στην Αυλή· η ισπανική αντιπροσωπεία δεν έχει φτάσει μέχρι στιγμής. Δεν αρμόζει να παρουσιαστώ χωρίς συνοδεία. Η εμφάνιση μου θα χάσει σε μεγαλοπρέπεια και επιβλητικότητα. Απ’ ώρα σε ώρα περιμένω τα μέλη της αντιπροσωπείας.

Ημερομηνία 1η

Η υπερβολική αργοπορία της άφιξής τους μ’ έχει αφήσει κυριολεκτικά κατάπληκτο. Ποια μπορεί να είναι η αιτία αυτής της καθυστέρησης; Πιθανώς ν’ αναμειγνύεται η Γαλλία σ’ αυτήν την ιστορία. Πάντοτε είναι εχθρικά διακειμένη απέναντί μας. Πήγα στο ταχυδρομείο να ρωτήσω αν είχε αφιχθεί η ισπανική αντιπροσωπεία. Ο διευθυντής του ταχυδρομείου πρόκειται για άνθρωπο εντελώς ηλίθιο – δεν ξέρει τι του γίνεται. «Όχι», μου αποκρίθηκε, «δεν υπάρχουν Ισπανοί πρεσβευτές εδώ. Αν όμως θέλετε να τους γράψετε επιστολή, θα τη στείλουμε, εφόσον μας καταβάλετε το απαιτούμενο αντίτιμο». Να πάρει ο διάβολος! Τι τη θέλω την επιστολή; Πρόκειται καθαρά περί ανοησίας. Επιστολές γράφουν οι φαρμακοποιοί, αφού βουτήξουν πρώτα τη γλώσσα τους στο ξίδι· ειδάλλως, το πρόσωπό τους γεμίζει φλύκταινες.

Μαδρίτη, 30 Φεβρουαρίου

Επιτελούς, βρίσκομαι στην Ισπανία! Τα πάντα συνέβησαν τόσο γρήγορα ώστε δεν έχω προλάβει ακόμα να συνειδητοποιήσω την κατάσταση. Η ισπανική αντιπροσωπεία έφτασε νωρίς σήμερα το πρωί. Μπήκα στην άμαξά τους. Οφείλω να παραδεχτώ πως με παραξένεψε η ασυνήθιστη βιασύνη τους. Αναπτύξαμε υπερβολική ταχύτητα, με συνέπεια να βρεθούμε μέσα σε μισή ώρα μόλις στα ισπανικά σύνορα. Βέβαια, θα μου πείτε πως όλη η Ευρώπη πλέον έχει γεμίσει με σιδηροδρομικές γραμμές και τρένα, ενώ και τ’ ατμόπλοια ακόμα κινούνται με μεγαλύτερη ταχύτητα από τις άμαξες. Παράξενη χώρα η Ισπανία! Μόλις μπήκαμε στην πρώτη αίθουσα, είδα πλήθος κόσμου με ξυρισμένα κεφάλια. Έκρινα αμέσως πως επρόκειτο για ευγενείς ή στρατιώτες. Στο μεταξύ, η συμπεριφορά του καγκελάριου, ο οποίος σημειωτέον με κρατούσε απ’ το χέρι, μου φάνηκε εξαιρετικά παράξενη. Kάποια στιγμή μ’ έσπρωξε σ’ ένα μικρό δωμάτιο και είπε: «Μείνε εδώ· συνέχισε ν’ αποκαλείς τον εαυτό σου ‘βασιλιά Φερδινάνδο’ και θα δεις πώς σου βγάζω την ιδέα απ’ το ξερό σου το κεφάλι». Γνώριζα ασφαλώς πως η εν λόγω απειλή συνιστούσε δοκιμασία κι έτσι επέμεινα στον τίτλο που απέδιδα στον εαυτό μου. Ίσως γι’ αυτό να μου κατάφερε δύο δυνατά χτυπήματα στην πλάτη με το μπαστούνι του ο καγκελάριος· λίγο έλειψε να ουρλιάξω από τον πόνο. Συγκρατήθηκα όμως, γιατί θυμήθηκα πως αυτή η συμπεριφορά συνιστούσε μέρος του παραδοσιακού εθιμοτυπικού που ακολουθείτο με ευλάβεια στους κύκλους των ιπποτών, ειδικά όταν κάποιος ήταν έτοιμος να ανέβει στις υψηλότερες βαθμίδες του αξιώματος – και στην Ισπανία τα ήθη και τα έθιμα των ιπποτών τηρούνται αυστηρά μέχρι σήμερα. Μόλις έμεινα μόνος, αποφάσισα ν’ ασχοληθώ με τις υποθέσεις του κράτους. Ανακάλυψα πως Ισπανία και Κίνα είναι η ίδια και η αυτή χώρα. Από άγνοια και μόνο, κάποιοι ακόμα τις θεωρούν δύο ξεχωριστά βασίλεια. Σας συμβουλεύω όλους να γράψετε τη λέξη «Ισπανία», και θα διαβάσετε «Κίνα» στο χαρτί. Ανησυχώ όμως ιδιαιτέρα εξαιτίας ενός φαινόμενου που θα λάβει χώρα στο εγγύτατο μέλλον. Συγκεκριμένα, αύριο στις 7 η ώρα, η γη θα καθίσει επάνω στο φεγγάρι. Το προέβλεψε και ο διάσημος Άγγλος χημικός, Ουέλινγκτον. Για να είμαι ειλικρινής, συχνά ταραζόμουν όταν σκεφτόμουν πόσο εύθραυστο είναι το φεγγάρι και πόσο εύκολο να συντρίβει. Το φεγγάρι κατασκευάστηκε στο Αμβούργο, μα έχει πολλές ατέλειες. Το έφτιαξε ένας κουτσός ξυλουργός – ένας κατάφωρα ηλίθιος άνθρωπος που δεν είχε ιδέα πώς φτιάχνονται τα φεγγάρια. Χρησιμοποίησε ρετσινωμένο σκοινί και κακής ποιότητος ελαιόλαδο· εξ ου και αυτή η έντονη δυσοσμία που απλώνεται σ’ όλη τη γη και αναγκάζει τους κατοίκους του πλανήτη μας να κλείνουν τη μύτη τους. Ιδού γιατί το φεγγάρι είναι τόσο εύθραυστο, με φυσική συνεπεία να μην μπορεί να ζήσει άνθρωπος στην επιφάνειά του, παρά μόνο μύτες. Γι’ αυτό δεν βλέπουμε τις μύτες μας – επειδή όλες βρίσκονται στο φεγγάρι. Μόλις, λοιπόν, αναλογίστηκα πως η γη συνιστά ένα βαρύ ουράνιο σώμα και πως θα λιώσει κυριολεκτικά τις μύτες μας, πως θα τις κάνει σκόνη, αν καθίσει επάνω στο φεγγάρι, πανικοβλήθηκα· φόρεσα αμέσως τις μακριές κάλτσες και τα παπούτσια μου κι έσπευσα στο μέγαρο της καγκελαρίας για να δώσω εντολή στα σώματα ασφαλείας να προβούν στις απαραίτητες κινήσεις, προκειμένου ν’ αποτραπεί η προσσελήνωση της γης. Οι ευγενείς με τα ξυρισμένα κεφάλια, το πλήθος των οποίων συνάντησα μπαίνοντας στο κτίριο, ήταν ευφυέστατοι άνθρωποιo κι έτσι, μόλις αναφώνησα: «Κύριοι, ας σώσουμε το φεγγάρι· η γη θέλει να καθίσει επάνω του!» κινητοποιήθηκαν αμέσως όλοι για να εκτελέσουν την ηγεμονική μου προσταγή. Πολλοί απ’ αυτούς σκαρφάλωσαν στον τοίχο και προσπάθησαν να κατεβάσουν το φεγγάρι. Την ίδια στιγμή, μπήκε στο μέγαρο ο καγκελάριος. Μόλις τον αντίκρισαν, οι ευγενείς σκορπίστηκαν στους γύρω χώρους τρέχοντας. Μόνο εγώ έμεινα ασάλευτος στη θέση μου, ως βασιλιάς που ήμουν. Προς μεγάλη μου έκπληξη, όμως, ο καγκελάριος με χτύπησε με το μπαστούνι του και με οδήγησε πίσω στο δωμάτιο μου. Τέτοια εξουσία έχουν τα λαϊκά ήθη κι έθιμα στην Ισπανία!

Ίδιο έτος. Ιανουάριος που ακολούθησε τον Φεβρουάριο.

Δεν θα καταλάβω ποτέ τι είδους χώρα είναι πραγματικά αυτή η Ισπανία. Τα έθιμα του λαού και οι κανόνες της Αυλής είναι εξαιρετικά ασυνήθιστα. Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Τίποτα! Σήμερα μου ξύρισαν το κεφάλι, παρόλο που εγώ ούρλιαζα με όλες μου τις δυνάμεις πως δεν ήθελα να γίνω μοναχός. Τι συνέβη μετά, όταν άρχισαν να μου ρίχνουν κρύο νερό στο κεφάλι, ομολογώ πως δεν θυμάμαι. Ποτέ στη ζωή μου δεν δοκίμασα τόσο φριχτά βασανιστήρια. Λίγο έλειψε να τρελαθώ – δυσκολεύτηκαν ιδιαίτερα να με κρατήσουν ακίνητο. Η σημασία της εν λόγω παράξενης συνήθειας μού κρατήθηκε μυστική. Πρόκειται για άκρως ηλίθιο και παράλογο έθιμο. Η ανοησία των βασιλιάδων που δεν φρόντισαν να το καταργήσουν μού είναι ακατανόητη. Κρίνοντας από τις δυσμενείς συνθήκες που αντιμετώπισα, εικάζω πως βρέθηκα στα χέρια της Ιεράς Εξέτασης και πως ο άντρας τον οποίο θεωρούσα ως καγκελάριο του κράτους ήταν τελικά ο Μέγας Ιεροεξεταστής. Ωστόσο, ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατόν ο βασιλιάς της χώρας να περάσει από Ιερά Εξέταση. Πιθανώς η Γαλλία να έχει κάποια ανάμειξη στην υπόθεση και κυρίως ο Πολινιάκ – αυτός ο σκύλος! Έχει ορκιστεί να με παραδώσει στον θάνατο, κι ώσπου να τα καταφέρει δεν θα πάψει να με καταδιώκει. Μα εγώ, φίλε μου, γνωρίζω πολύ καλά πως δεν είσαι τίποτα περισσότερο από ένα υποχείριο των Άγγλων. Δεν λέω – έξυπνος λαός οι Άγγλοι και ανακατεύονται στα πάντα. Όλος ο κόσμος ξέρει πως κάθε φορά που η Αγγλία μυρίζει μια πρέζα ταμπάκο, η Γαλλία φτερνίζεται.

Ημερομηνία 25

Σήμερα ήρθε ο Μέγας Ιεροεξεταστής στο δωμάτιό μου· μόλις άκουσα από μακριά τα βήματά του, κρύφτηκα κάτω από μια καρέκλα. Είδε πως δεν ήμουν μέσα και άρχισε να φωνάζει. Πρώτα: «Ποπρίτσιν!» Δεν απάντησα. Ύστερα: «Αξέντι Ιβάνοφ! Αξιωματούχε! Ευγενή!» Έμεινα σιωπηλός. «Φερδινάνδε Όγδοε, βασιλιά της Ισπανίας!» Ήμουν έτοιμος να βγάλω έξω το κεφάλι μου, μα σκέφτηκα: «Όχι, αδελφέ μου, δεν θα μ’ εξαπατήσεις. Δεν θα ρίξεις πάλι νερό στο κεφάλι μου». Όμως πρόλαβε και με είδε και με ανάγκασε να βγω απ’ την κρυψώνα μου χρησιμοποιώντας το μπαστούνι του. Το καταραμένο! Σε τρελαίνει στον πόνο κυριολεκτικά. Εντούτοις, η ανακάλυψή μου πως κάθε κόκορας κρύβει μια Ισπανία κάτω απ’ τις φτερούγες του με αποζημίωσε για τον πόνο που υπέμεινα. Ο Μέγας Ιεροεξεταστής αποχώρησε οργισμένος και απείλησε να μου επιβάλει κάποια φοβερή τιμωρία. Μόνο περιφρόνηση μπόρεσα να αισθανθώ για την ανίσχυρη κακία του· κι αυτό, γιατί γνωρίζω πολύ καλά πως ενεργεί σαν μηχανή, σαν όργανο των Άγγλων.

Ημ 34 Μα Πρώην 349 Φεβρουλάρ.

Όχι, δεν έχω άλλη δύναμη ν’ αντέξω. Θεέ μου! Τι θα μου κάνουν; Ρίχνουν κρύο νερό στο κεφάλι μου. Ούτε καν με προσέχουν: δεν με βλέπουν· δεν με ακούνε. Γιατί με βασανίζουν; Τι θέλουν από μια εξαθλιωμένη ύπαρξη σαν τη δική μου; Και τι μπορώ να τους δώσω; Δεν έχω τίποτα. Δεν μπορώ να υπομείνω άλλο τα βασανιστήρια στα οποία με υποβάλλουν· το κεφάλι μου πονάει και τα πάντα γυρίζουν μπρος τα μάτια μου. Σώστε με! Πάρτε με αποδώ! Δώστε μου τρία άλογα γρήγορα σαν τον άνεμο! Ανέβα πάνω, αμαξά! Xτυπήστε κουδουνάκια, καλπάστε άλογά μου και πάρτε με μακριά, όσο πιο μακριά – φτάνει να μην βλέπω τίποτα απ’ αυτόν εδώ τον κόσμο! Αχ, ήδη ο ουρανός γέρνει τη στέγη του από πάνω μου· ένα άστρο τρεμοσβήνει πέρα στον ορίζοντα· ένα δάσος με μαύρα τα δέντρα του στο φεγγαρόφωτο περνάει από δίπλα μου· κυανή ομίχλη γλιστράει κάτω απ’ τα πόδια μου· τα σύννεφα αντηχούν από μουσική· στη μια πλευρά απλώνεται η θάλασσα – στην άλλη, η Ιταλία. Στο βάθος, διακρίνω τα σπίτια των Ρώσων χωρικών. Εκείνο εκεί δεν είναι το πατρικό μου; Η μητέρα μου δεν είναι αυτή που κάθεται στο παράθυρο; Μητέρα, μητέρα! Σώσε τον δύστυχο γιο σου! Χύσε ένα δάκρυ πάνω στο άμοιρο κεφάλι του. Δες πώς τον βασανίζουν! Σφίξε τον φτωχό ορφανό στην αγκαλιά σου! Δεν βρίσκει γαλήνη πουθενά σ’ αυτόν τον κόσμο. Τον κυνηγάνε παντού – από τόπο σε τόπο. Μητέρα, μητέρα! Λυπήσου το άρρωστο παιδί σου! Αχ! Γνωρίζετε πως ο μπέης του Αλγερίου έχει μια φλύκταινα κάτω απ’ τη μύτη του;


Μετάφραση Μιχάλης Παπαντωνόπουλος. Aπό το βιβλίο Tο Hμερολόγιο ενός Tρελού [Eκδ. Hλέκτρα, 2008] που περιλαμβάνει επίσης το διήγημα Ένας τρελός του Γκυ Nτε Mωπασάν και Tο ημερολόγιο ενός τρελού του Λου Xσουν.

Σάββατο, 17 Μαΐου 2008

Ένα μοναδικό μνημείο της ελληνικής γλώσσας του 16ου αι., που άθελα του γίνεται λογοτεχνία...

στον Μιχάλη,
αφιερωμένο εξαιρετικά


Martin Schongauer (1448 - 1491), St. Anthony Tormented by Demons


Διαθήκη Νίκωνος

Μοναχού του Μετανοείτε

Εις το όνομα του πατρός και του υιού και του αγίου πνεύματος αμήν.

Σαν ο θεός και η παναγία θεοτόκος ηθέλησεν και με ήφεραν εις την πελοπόνησον όπου εδίδαχνα δύο χρόνους, στον καιρό του κυρίου Νικολάου του Κριτού, ερχόμενος εγώ εις το Αμύκλειον επαράγγειλα τα λόγια τα θεϊκά. Τότε δε εσυμαζώχθηκαν οι άρχοντες της Λακεδαιμονίας, εις την Εκκλησίαν της αγίας Βαρβάρας και είπανέ μου, πως εις την λακεδαιμονίαν έπεσεν τόσον θανατικόν ώστε οπού εμείς δεν ημπορούμεν να θάπτομεν τους νεκρούς. Το λοιπόν κάμε να έλθης και ατός σου μετ’ εμάς αλλέως τρόπου μισεύομεν και ημείς απ’ εκεί. Εις τους οποίους εγώ απεκρίθηκα ότι επειδή και η οργή είναι θεϊκή εσείς δεν έχετε που να φύγετε διατί ο θεός οπού κατοικά εις τους ουρανούς κυριεύει και την ανατολήν και την δύσιν και εις όποιον τόπον εσείς θέλλετε υπάγετε ευρίσκει σας. Όμως από εσάς κάμετε μου μιαν ομολογίαν ιδιόχειρον ότι να μου υπακούσετε σε εκείνα οπού μέλλω να κάμω. Το οποίον είναι ετούτο, να εβγάλω τους Εβραίους από μέσα από την χώραν να υπάγουν όξω και τα Μακελία οπού είναι προς τον άγιον Επιφάνιον να τα χαλάσουν και να σφάζουν το σάββατον και να εορτάζουν την κυριακήν. Τότε δε θέλω σας κάμη και εγώ ομολογίαν ιδιόχειρον πως δε θέλει απεθάνη άνθρωπος. Ο δε λαός εισήκουσε μου και με ηγάπησε σαν το θυμίαμα και εγώ εστάθηκα εις την Εκκλησίαν της αγίας Βαρβάρας αντάμα με τον σκευοφύλακα και τον λοιπόν λαόν ημέρας και νύκτας δεκαπέντε. Ο δε θεός έκρυψεν τας αμαρτίας μου και ελευθερώθησαν όλοι από το θανατικόν. Ύστερα από τούτο εκάμαμεν Λιτήν εις τον φόρον εκεί οπού έστεκε ο σταυρός και εγώ έβαλα θρονίον εις το οποίον ανέβηκα και επαράγγειλα τα θεϊκά λόγια και ουχί τα εδικά μου. Εγώ δε εκήρυξα τέτοιας λογής, επειδή ο θεός με επάκουσεν και ελευθερώθητε όλοι από το θανατικόν, ηξεύρετε πως εδώ μέλει να γένη Εκκλησία εις το όνομα του σωτήρος, της θεοτόκου, και της αγίας κυριακής. Πάλιν άλλην ημέραν εβγάλαμεν λιτήν από το Καθολικόν και εβγένοντας εγώ επήρα εις τον πλάτην μου πέτραν, την οποίαν φέρνοντας εβαλά την εις τον σταυρόν. Τότε εγώ εκήρυξα εις όλον τον παρόντα λαόν εις την λιτήν. Ότι καθ’ ένας οπού αγαπά τον σωτήρα, την θεοτόκον, και την αγίαν κυριακήν, ας κάμνη ότι καννω και εγώ δια να κτισθή ετούτος ο ναός. Εβοήθησεν λοιπόν ο θεός και μου εισήκουσαν όλοι από μικρόν έως μεγάλον και ήφεραν όλοι πέτρες, ώστε οπού έχωσα τον σταυρόν στην μέσην με πέτραν λεπτήν. Όλαι δε αι χρήσιμαι γυναίκες εγέμισάν τον ως την κορυφήν. Ευρέθη δε τότε ένας άνθρωπος ο οποίος εμπόδιζε να γένη η Εκκλησία εις εκείνον τον τόπον όπου εγώ έδειξα. Και ο θεός ηξεύρη πως εγώ εκείνον τον άνθρωπον μήτε εκαταράσθηκά τον μήτε είχα τίποτες καταπάνω του, ο οποίος συνέβη και απέθανεν. Οι δε άρχοντες δια να παίζουσι το τζουκγάνιον δεν με αφίνασιν να κάμω την Εκκλησίαν. Τους οποίους επαρακάλουνα λέγοντάς τους πως εγώ δεν θέλω τίποτες άλλο από του λόγου σου ειμή μόνον πέντε πήχες δια να κάμω καμάρες, και εσείς να διαβένεται αποκάτω μην εμποδιζόμενοι εις το να τζουκγανίζεται, η δε Εκκλησία να είναι αποπάνω. Οι οποίοι άρχοντες έδοσάν με πέντε πήχες, εγώ δε έστοντας, και να έλθω από την καθολικήν εις τον διωρισμένον τόπον όπου έμελλε να γένη η Εκκλησία ηύρικα πήχες είκοσι πέντε και πέτρες καλές και μεγάλες. Κάποιοι δε από τους άρχοντες εδοκίμασαν να πάρουσι από τους λίθους δια εδικήν των χρείαν και δεν ημπόρεσαν. Ηθέλησε δε ο θεός και εμπήκασι όλοι μέσα εις τον ναόν, δια δε ενυπνίου ο παντοδύναμος θεός όπου και αν του άρεσεν λίθος ενεφάνιζεν εις τους ανθρώπους, και ήφερναν. Εις δε την ρίζαν του σταυρού ήσανε δαίμονες όσον ένα μόδιον όμοιοι των αγριομελισσών, οι οποίοι δαίμονες εκτύπησαν δύο ανθρώπους και έρριξάν τους εις την γην, θεού δε βοηθεία ιατρεύθησαν, οι δε δαίμονες έφυγον. Αφοντίς δε και η Εκκλησία εκτίσθη έως τον πάτον ήλθεν η εορτή της αγίας κυριακής, τότε εγώ επαρακάλεσα τον πρωτοπαπάν δια να λειτουργήση, ο οποίος ήλθεν και ελειτούργουνε και λειτουργώντας ήλθασιν αι Μέλισσαι και έπεσαν ομπροσθά εις τον πρωτοπαπάν και εις εμένανε. Οπόταν δε ήλθεν η ώρα να ειπή το Ευαγγέλιον ο πρωτοπαπάς έφυγαν όλα τα Μελίσσια και επήγαν εις το χείλος του ποταμού. Οπόταν δε οι κτιστάδες ήθελαν να κτίζουσιν έκαμνε χρείαν ότι εγώ να σταθώ σιμά εις το κτίσμα, ο οποίος αν καλά και είμαι αμαρτωλός, με όλον τούτο επρογνώριζα έως οπού μέλλη να φθάση η Εκκλησία, και έτζι πιάνωντας βίσαλα άρχησα να κτίζω. Κάποιοι δε από τα χωρία έλεγάν μου πως από τον ουρανόν κατέβαινεν άστρον και στέκεται απάνω εις τον ναόν, το οποίον εγώ δεν το επίστευα ώστε οπού επήγα εις τον τίμιον σταυρόν και εσταμάτησα εκεί και ίδα τι άστρον σαν μου ελέγασιν οι χωριάτες και επληροφορήθηκα. Η δε Εκκλησία εκτίσθη και οπόταν εστήσαμεν την τρούλλαν επήγα εγώ εις την Καθολικήν εις την οποίαν έκαμα δυο βραδιαίς ήτον δε τόσον σκοτάδιον οπού δεν έβλεπε άνθρωπος τον άνθρωπον. Εγώ δε ίδα τρία άστρα τα οποία ήλθασιν και επέσασιν απάνω εις την Εκκλησίαν και από το πέσιμον των οποίων έγινε τόσον μεγάλον φως ώστε οπού εφάνησαν και τα χωρία από το φως των αστέρων. Έκραξα ακόμι τον σκευοφύλακα και ίδε το γεγονός φως. Ήβλεπα και εγώ τα σημεία οπού ο θεός έκαμνεν και εθαύμαζα και εσπούδαζα με όλην μου την ψυχήν δια την Εκκλησίαν. Εις δε τον Σαμψών ήσανε δυο κολώνες από ταις οποίαις επήρεν την μίαν ο Κύρις Μαλακινός δια να την υπάγη εις το σπήτιν του. Εγώ δε επαρακάλεσα τον και μου την έδωσεν. Ακόμι την άλλην κολώνναν εδοκίμασεν ο Κύρις Ροντάκιος με εκατόν ανθρώπους και δεν ημπόρεσεν. Εγώ δε επήρα δεκαπέντε και επήγα και την ήφερα εκεί οπού ήτον και η άλλη και εθαύμασαν όλοι τους, ότι εκείνο που δεν εδυνήθησαν οι εκατόν να φέρουν ημπόρεσαν οι δεκαπέντε με την βοήθειαν του σωτήρος να πάρουν. Ακόμι εγώ πολλές βολές έκτιζα μίαν πήχην και την ερχόμενην ημέραν ηύρισκα δύο, πάλιν έκτιζα δύο και ηύρισκα τέσσαρες. Έλειψε ασβέστης και ήλθεν οχτό σθλαβοχόριον ένας άνθρωπος και μου έταξε τέσσαρα μόδια. Εκείνην δε την νύκτα εκατέβηκεν ο σωτήρας εις εκείνον οπού έχει τον ασβέστην και του είπε αυτήν την νύκτα πέρνω την ψυχήν σου. Ο δε άνθρωπος οπού είχεν τον ασβέστη είπεν προς τον σωτήρα κύριε ποιος είσαι; Αποκρίθει και είπεν εκείνω εγώ ειμί ο σωτήρας ο θεόκτιστος τον οποίον κτίζει ο μετανοείτε εις τον φόρον της Λακεδαιμονίας. Εσύ δε έταξες αυτώ τέσσαρα μόδια μόνον ασβέστην αλλά ολίγον ετάχθης επειδή έχεις ένα σπήτιον γεμάτον. Όμως εάν θέλεις το καλόν σου φέρε όσον ασβέστην και αν έχης και καύσε ακόμι άλλα δυο καμίνια. Ο δε εκείνος άνθρωπος έστοντας και να εξυπνίση είπεν ελεημονήσου με δέσποτα, και να δόσω όσον και αν έχω ασβέστην και να καύσω άλλα δύο καμίνια. Ήλθεν πάλιν ο σωτήρας εις εμένανε και λέγει μου συκώσου κτίζε διατί εγώ εγνιάσθηκά σου δια ασβέστην και μην λυπάσαι. Συκώσου λοιπόν και να ιδής τα ποταχιά πόσος ασβέστης έρχεται και καθάρισε και οσπήτιον δια να τον εβάλης και έβαλά τον εις οσπήτιον και έκτισα, έκαυσα ακόμι εγώ καμίνια πενήντα. Και πιστεύσατέ μου πως ο θεός δεν με άφησεν να κάμω ξυλήν δια να κάψω το καμίνιον ευρέθη δε ένας άνθρωπος και έδωσέν μου την. Τότες εγώ επήρα εργάτας και έκτιζα απ’ εκείνον οπού ο θεός έπεμψε και έδιδαν εις τον ναόν τον οποίον εσπούδαζα να τον παραδώσω εις τον σωτήρα δια να μην τον έχω αντίδικον μου εις την ημέρα της κρίσεως. Όλων δε εκείνων οπού εσυνδράμανε αντάμα μου εις την οικοδομήν της Εκκλησίας ο θεός να τους ενθυμηθή και ο πρεσβύτερος οπού λειτουργά αυτήν την Εκκλησίαν ο οποίος εφημέριος ανίσσως και δεν τους μνημονεύει να δόση λόγον εις την ημέραν της κρίσεως κατέμπροσθεν του φοβερού κριτού. Ακόμι θέλω εγώ ότι αυτήν την Εκκλησίαν μετά τον θάνατον μου να την εξουσιάζει ο στρατηγός και ο κριτής οπού ήθελαν βαλθή πέρνοντες από δ’ αύτην πέντε μετριτά κρασίον και ένα Κοφίνιον Μήλα. Διατί εγώ έκτισα αυτήν την Εκκλησίαν από τους στρατηγούς, από τους στρατιώτες και από τους κριτάδες. Ανίσσως δε και κανείς ήθελεν αφίση εις την Εκκλησίαν ή εις τα οσπήτια της, μήτε ο προνοτάριος ή ο διοικητής ή άλλος κανένας από τους πράττοντας εις κάθε λογής υπόθεσιν του κοινού, τούτο να μην το δεχθούσιν οι στρατιώτες και ο κριτής. Αλλά εκείνοι οπού είναι εις την Εκκλησίαν ήγουν οι Αββάδες και εφημέριοι, δια να είναι απείρακτοι και να απερνούσιν με ειρήνην και αγάπην και να μνημονεύουσιν τον βασιλέα και τον στρατιώτην και τον κριτήν οπού έχουν να κάμουν εις την Εκκλησία και το περισσότερον τον κύριν Βασίλειον τον Απόκαυχον.

Όποιος δε ήθελεν παρέβη τούτον τον λόγον μου ή ταύτην την εντολήν εμένανε του αμαρτωλού και ήθελεν απλικεύση εις την Εκκλησίαν ή εις τα οσπήτια της και πειράξη τους Καλογήρους οπού κατοικούσι αυτόν τον ναόν, ή τους εφημερίους να είναι αναθεματισμένος από τον πατέρα, τον υιόν και το άγιον πνεύμα. Ακόμι θέλω ότι να είναι εις την Εκκλησίαν δύο πρεσβύτεροι και καθούμενοι Αββάδες και οι πρεσβύτεροι σε δ’ αύτην την Εκκλησίαν να μην πειράζονται αμή να καρποφορούσι δια την ψυχήν των καθώς έκαναν και εις την ζωήν μου. Οπόταν δε ήθελεν λείψη ή ο Αββάς ή ο πρεσβύτερος από την Εκκλησίαν να μην αφίνουσιν σε δ’ αύτην άνθρωπον ανωφέλητον αμή εκείνον οπού έχει αρετήν και ευλάβειαν να προχειρίζουσιν. Ακόμι θέλω και ορίζω ότι ο πρεσβύτερος Γαβριήλ και ο Αββάς Ιλαρίων οι οποίοι είναι αντάμα μου και με εδούλευσαν να είναι εις τον ναόν απείρακτοι και ανεμπόδιστοι από κάθε ένα έως της ζωής των. Μετά δε τον θάνατο τους να βάνη ο στρατηγός και ο κριτής αντάμα με τους εντόπιους άρχοντες όποιους κι αν εύρουσιν χρησίμους ανθρώπους πρεσβύτερους και Αββάδες. Και όχι να καθέζουσιν οι άνωθεν εις την Εκκλησίαν ανθρώπους δια μέσου των κανισκίων και παρακαλέσεων, τόσον Αββάδες όσον πρεσβυτέρους, αμή ανίσσως και οι προχειρισθέντες είναι κακοί να δίχνωνται και να βάνωνται άλλοι καλοί. Όλα τα εισοδίσματα των Εκκλησιών οπού έκτισα του σθλαβοχωρίου και παρωρίου, ήγουν τα Μετόχια αντάμα με ταις εισοδίαις των, να από θησαυρίζωνται και να μαζόνωνται εις τον ναόν του σωτήρος. Τόσον εισόδισμα των Αμπελίων και χοραφίων και ελαιών όσον έμπασμα δένδρων καρπερών και ακάρπων. Οι δε Αββάδες και οι πρεσβύτεροι οπού είναι εις τον σωτήρα να κάμνουσι την κυβέρνησιν και να έχουσιν την επιμέλειαν εκείνων οπού κάθονται εις τα Μετόχια. Ο δε στρατηγός και κριτής ο κατ’ εκείνον τον καιρόν ας έχη δεσμόν από τον πατέρα και τον υιόν και το άγιον πνεύμα και από τ’ εμέναν τον αμαρτωλόν ότι όλα εκείνα όσα εγώ εδιόρισα να τα διατηρήσουν και φυλάξουν ακριβώς. Ήγουν λέγω να κοιτάζουν τους Αββάδες και πρεσβυτέρους να είναι άνθρωποι χρήσιμοι και ακατηγόρητοι, μαρτυρημένοι από ανθρώπους χρήσιμους επειδή και ευρίσκεται ο λαός μου στην μέσην του φόρου. Ακόμι ορίζω ότι ο καθεγούμενος οπού ήθελε βαλθή από τον στρατηγόν και κριτήν να κάμνη όλας τας εορτάς του σωτήρος και φωταυγίας. Από δε το περίσσευμα του εισοδεύματος μόνον να διατρέφωνται πέντε αδελφοί ο Παπά Θεόδωρος, ο Ξυλάνθρωπος, και άλλοι τέσσαροι. Εκείνοι δε οπού δουλεύουσιν εις τον ναόν ήγουν το χωρίον του περισού το οποίον μου έδωσεν ο άγιος στρατηγός θέλω να είναι αναίγκικτοι και απείρακτοι από κάθε έναν. Ότι δε ο στρατηγός και ο κριτής ήθελεν κάμοι μετά τον θάνατον εμού του αμαρτωλού, να κάμη, και ο θεός με δ’ αύτους εις την ημέραν της κρίσεως. Όποιος δε εκείνος ήθελε παρακούση τούτους τους λόγους εμένα του αμαρτωλού, ο σωτήρας και η πανάγια θεοτόκος να του το ανταποδώση. Ορκίζω εις τον θεόν τον βασιλικόν πρωτοσπαθάριον και κυρδημήτριον πρωτοσπαθάριον ότι οι δυο αυτοί να κρατούσιν την διαθήκην μου την οποίαν να την βουλώσουσιν με μολιβόβουλαν, και να στέκεται εις φύλαξιν σιμά εις εδ’ αύτους δια να οδηγήση ο θεός να φυλαχθούσι όλα ετούτα οπού εγώ εσχεδίασα εις το τετράδιον.

Πέμπτη, 15 Μαΐου 2008

Γιάννης Στίγκας


Emil Nolde (1867 - 1956), Masks (Still Life III)


Η τέλεια ακουστική του λαβύρινθου


Ι.


Επειδή

δεν μπόρεσα να πνίξω τον ουρανό

– τόσο γαλάζιο που στο τέλος ελπίζεις –

ένας άγγελος

μου ψιθυρίζει τρυφερά


χτίσε με

σ’ ετούτες τις πέτρες


ΙΙ.


Επειδή

όσο κι αν κάπνισα

δεν βρήκα το μίτο μου

τόσες αγάπες

τόσο λαχάνιασμα

και ο Μινώταυρος

τι βιολιστής, Θεέ μου,


ΙΙΙ.


Ξέμεινα

με τον ουρανό και το Λόγο


κανείς τους δεν ξέρει να μ’ αγαπήσει

(φταίνε λιγάκι κι οι εποχές

τα δόντια μου που ‘ναι στραβά

φταίει

το έσω σκιάχτρο)


IV.


Είμαι τόσο πρόθυμος για συντέλεια

ώσπου να γράψω «λουλούδι»

έχει ήδη χάσει δυο πέταλα

δεν ξέρω αν το φως

είναι τέχνασμα σκότους

ή ανάποδα


εγώ


μόνο να βασανίζω τις πεταλούδες

– καμιά τους δεν ξέρει να μ’ αγαπήσει


V.


Κι άλλωστε

τούτος ο κόσμος δεν άναψε ποτέ

θέλει να δέσεις κόμπο το κενό


– αν είναι ναυτικός καλύτερα


να κεντήσεις την ψυχή σου καταιγίδες



VI.


Τόσες φωνές για σφάξιμο

τόσες φωνές για γδάρσιμο


που να σου μείνει μία

λεϊμονιά

λεϊμονιά

εδώ που μ’ άφησες ριζώνω


Ο ιχνηλάτης χάνεται πάντα πρώτος


Ι.


Μπορώ να σας μιλάω απλά

μπορώ και με βελόνες


Γνωρίζω που γεννούν τ’ αυγά τους οι υλακές


όλα στο στήθος σύρριζα


αν αγαπήσεις τους γκρεμούς

σε βγάζουν συντομότερα

και μην ακούς τις κατακόκκινες μηλιές

και μην ακούς τις παλαβές πυξίδες

πως θα χαθείς

και πως η Παναγιά

φραγγέλλει τους επαίτες


Αφού σου το ‘πε και στον ύπνο σου:


«Αυτούς που ορθώσαν όνειρο

παντός καιρού κι ανόθευτο

Αυτούς που ανοίξανε τα σκέλια τους

στο φως


κυρίως


αυτούς που φεγγαρώθηκαν


εγώ θα τους βυζάξω»


Ποτέ μη βάζεις την άνοιξη σε παρένθεση


είναι δυο σύρματα μέσα μου

τα ενώνεις
κι ανάβει το τίποτα

Τραβώντας την περόνη του φωτός

μου εξερράγη ο άγγελος


εκεί να δεις γυαλιά και πούπουλα

αλλά από θαύμα γλίτωσα


μόνη εκδορά η μνήμη μου

και λίγο που (την Άνοιξη) χωλαίνω


Κατά τα άλλα


κοιμάμαι κανονικά


δουλειές παιδιά


καλά


έχει περόνη και το σκότος;

*

Άμα πεινάει το θαύμα

λάμπουνε και τα ψέματα

για να με ξαναβρείς

στο χρόνο μπρούμυτα


παίζει κι εκείνος με τα σύρματα


αρέσουν και στους δυο μας

*

Δεν τρέμουν πια τα χέρια μου

κι αυτό να σας τρομάζει



Ο Γιάννης Στίγκας γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα. Σπούδασε Ιατρική. Το 2004 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική του συλλογή Η αλητεία του αίματος. Τα παραπάνω ποιήματα προέρχονται όλα από τη δεύτερη ποιητική του συλλογή Η όραση θ’ αρχίσει ξανά (2006).

Τρίτη, 13 Μαΐου 2008

Μαίρη Αλεξοπούλου


Henri De Toulouse-Lautrec (1864-1901), Femme seule


Αρχή


Έρχεσαι και με παίρνεις

χωρίς βράγχια

κορμί που λάμπει πλάι στο κύμα.


Κι εγώ

τινάζω μακριά

το σάγμα


φοράω

φόρεμα μακρύ λευκό

γελάς


με κάθε βότσαλο σου

με ανοίγεις

με κουβαλάς


επίτοκη

σε όμορα κρεβάτια νυχτός επάνω

κάνεις τα όλα θερινά


εσύ


με το βήμα του νερού

σαγήνευε με αέναα

κάθε που ο ήλιος ρόδακας

διαθλάται στη σχισμή σου.


Ρωγμή


Άλαλη

η φύση ξαγρυπνά

σ’ ακούει

μ’ ακούει


πώς να μυρίζουν τώρα οι ευχές;


τα σώματα μας

ενωμένα

το ένα πάνω στ’ άλλο


τα σώματα μας

ενωμένα

το ένα πλάι στ’ άλλο


τα σώματα μας

ενωμένα

το ένα μακριά από τ’ άλλο


θα μας ακούσουν


τρίζουνε τα σεντόνια μας

το χώμα ουρλιάζει ένα πνίξιμο


η σιωπή


δροσοσταλίδα γλυκερή

στο στόμα

σπέρμα


μια γέννα

μια αρχή


έρχομαι.


Ερίνα


Ορμή λυγάει υγρά βουνά


Κουρνιάζει ο αγαπημένος


Λαμπαδιασμένα σύννεφα

Ορίζοντες φιδίσιοι

τρώει η κόρη μου

ψωμί

ψέλνει στα δάκτυλα του


«να μελετάς τα φύκια σου

να γέρνεις στα κοράλλια»


τζιτζίκι στόμα της ελιάς

μουσών αρχαίων λόγια

ανθέων ακατάπαυστα.


Φύλλο πνοής ανάσα.


Σε διακλαδώσεις ήρεμες λάμπει

θαρρείς

εκείνος

μια ακτίνα κίτρινη


η κόρη μου η Ερίνα


σκαλίζει κάθε βότσαλο

στίχους γυμνούς

χορτάτους.


Αίμα.


Κοίτα!

Κι η κόρη μου ποθεί

μπουμπούκια

να της τάξεις.




Η Μαίρη Αλεξοπούλου γεννήθηκε το 1974 στην Καλαμάτα. Σπούδασε στην Αθήνα Πληροφορική και Αγγλική φιλολογία. Τα παραπάνω ποιήματα προέρχονται από την πρώτη ποιητική συλλογή της Ερώμαι (2005).