Πέμπτη, 15 Μαΐου 2008

Γιάννης Στίγκας


Emil Nolde (1867 - 1956), Masks (Still Life III)


Η τέλεια ακουστική του λαβύρινθου


Ι.


Επειδή

δεν μπόρεσα να πνίξω τον ουρανό

– τόσο γαλάζιο που στο τέλος ελπίζεις –

ένας άγγελος

μου ψιθυρίζει τρυφερά


χτίσε με

σ’ ετούτες τις πέτρες


ΙΙ.


Επειδή

όσο κι αν κάπνισα

δεν βρήκα το μίτο μου

τόσες αγάπες

τόσο λαχάνιασμα

και ο Μινώταυρος

τι βιολιστής, Θεέ μου,


ΙΙΙ.


Ξέμεινα

με τον ουρανό και το Λόγο


κανείς τους δεν ξέρει να μ’ αγαπήσει

(φταίνε λιγάκι κι οι εποχές

τα δόντια μου που ‘ναι στραβά

φταίει

το έσω σκιάχτρο)


IV.


Είμαι τόσο πρόθυμος για συντέλεια

ώσπου να γράψω «λουλούδι»

έχει ήδη χάσει δυο πέταλα

δεν ξέρω αν το φως

είναι τέχνασμα σκότους

ή ανάποδα


εγώ


μόνο να βασανίζω τις πεταλούδες

– καμιά τους δεν ξέρει να μ’ αγαπήσει


V.


Κι άλλωστε

τούτος ο κόσμος δεν άναψε ποτέ

θέλει να δέσεις κόμπο το κενό


– αν είναι ναυτικός καλύτερα


να κεντήσεις την ψυχή σου καταιγίδες



VI.


Τόσες φωνές για σφάξιμο

τόσες φωνές για γδάρσιμο


που να σου μείνει μία

λεϊμονιά

λεϊμονιά

εδώ που μ’ άφησες ριζώνω


Ο ιχνηλάτης χάνεται πάντα πρώτος


Ι.


Μπορώ να σας μιλάω απλά

μπορώ και με βελόνες


Γνωρίζω που γεννούν τ’ αυγά τους οι υλακές


όλα στο στήθος σύρριζα


αν αγαπήσεις τους γκρεμούς

σε βγάζουν συντομότερα

και μην ακούς τις κατακόκκινες μηλιές

και μην ακούς τις παλαβές πυξίδες

πως θα χαθείς

και πως η Παναγιά

φραγγέλλει τους επαίτες


Αφού σου το ‘πε και στον ύπνο σου:


«Αυτούς που ορθώσαν όνειρο

παντός καιρού κι ανόθευτο

Αυτούς που ανοίξανε τα σκέλια τους

στο φως


κυρίως


αυτούς που φεγγαρώθηκαν


εγώ θα τους βυζάξω»


Ποτέ μη βάζεις την άνοιξη σε παρένθεση


είναι δυο σύρματα μέσα μου

τα ενώνεις
κι ανάβει το τίποτα

Τραβώντας την περόνη του φωτός

μου εξερράγη ο άγγελος


εκεί να δεις γυαλιά και πούπουλα

αλλά από θαύμα γλίτωσα


μόνη εκδορά η μνήμη μου

και λίγο που (την Άνοιξη) χωλαίνω


Κατά τα άλλα


κοιμάμαι κανονικά


δουλειές παιδιά


καλά


έχει περόνη και το σκότος;

*

Άμα πεινάει το θαύμα

λάμπουνε και τα ψέματα

για να με ξαναβρείς

στο χρόνο μπρούμυτα


παίζει κι εκείνος με τα σύρματα


αρέσουν και στους δυο μας

*

Δεν τρέμουν πια τα χέρια μου

κι αυτό να σας τρομάζει



Ο Γιάννης Στίγκας γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα. Σπούδασε Ιατρική. Το 2004 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική του συλλογή Η αλητεία του αίματος. Τα παραπάνω ποιήματα προέρχονται όλα από τη δεύτερη ποιητική του συλλογή Η όραση θ’ αρχίσει ξανά (2006).

Δεν υπάρχουν σχόλια: