Σάββατο, 17 Μαΐου 2008

Ένα μοναδικό μνημείο της ελληνικής γλώσσας του 16ου αι., που άθελα του γίνεται λογοτεχνία...

στον Μιχάλη,
αφιερωμένο εξαιρετικά


Martin Schongauer (1448 - 1491), St. Anthony Tormented by Demons


Διαθήκη Νίκωνος

Μοναχού του Μετανοείτε

Εις το όνομα του πατρός και του υιού και του αγίου πνεύματος αμήν.

Σαν ο θεός και η παναγία θεοτόκος ηθέλησεν και με ήφεραν εις την πελοπόνησον όπου εδίδαχνα δύο χρόνους, στον καιρό του κυρίου Νικολάου του Κριτού, ερχόμενος εγώ εις το Αμύκλειον επαράγγειλα τα λόγια τα θεϊκά. Τότε δε εσυμαζώχθηκαν οι άρχοντες της Λακεδαιμονίας, εις την Εκκλησίαν της αγίας Βαρβάρας και είπανέ μου, πως εις την λακεδαιμονίαν έπεσεν τόσον θανατικόν ώστε οπού εμείς δεν ημπορούμεν να θάπτομεν τους νεκρούς. Το λοιπόν κάμε να έλθης και ατός σου μετ’ εμάς αλλέως τρόπου μισεύομεν και ημείς απ’ εκεί. Εις τους οποίους εγώ απεκρίθηκα ότι επειδή και η οργή είναι θεϊκή εσείς δεν έχετε που να φύγετε διατί ο θεός οπού κατοικά εις τους ουρανούς κυριεύει και την ανατολήν και την δύσιν και εις όποιον τόπον εσείς θέλλετε υπάγετε ευρίσκει σας. Όμως από εσάς κάμετε μου μιαν ομολογίαν ιδιόχειρον ότι να μου υπακούσετε σε εκείνα οπού μέλλω να κάμω. Το οποίον είναι ετούτο, να εβγάλω τους Εβραίους από μέσα από την χώραν να υπάγουν όξω και τα Μακελία οπού είναι προς τον άγιον Επιφάνιον να τα χαλάσουν και να σφάζουν το σάββατον και να εορτάζουν την κυριακήν. Τότε δε θέλω σας κάμη και εγώ ομολογίαν ιδιόχειρον πως δε θέλει απεθάνη άνθρωπος. Ο δε λαός εισήκουσε μου και με ηγάπησε σαν το θυμίαμα και εγώ εστάθηκα εις την Εκκλησίαν της αγίας Βαρβάρας αντάμα με τον σκευοφύλακα και τον λοιπόν λαόν ημέρας και νύκτας δεκαπέντε. Ο δε θεός έκρυψεν τας αμαρτίας μου και ελευθερώθησαν όλοι από το θανατικόν. Ύστερα από τούτο εκάμαμεν Λιτήν εις τον φόρον εκεί οπού έστεκε ο σταυρός και εγώ έβαλα θρονίον εις το οποίον ανέβηκα και επαράγγειλα τα θεϊκά λόγια και ουχί τα εδικά μου. Εγώ δε εκήρυξα τέτοιας λογής, επειδή ο θεός με επάκουσεν και ελευθερώθητε όλοι από το θανατικόν, ηξεύρετε πως εδώ μέλει να γένη Εκκλησία εις το όνομα του σωτήρος, της θεοτόκου, και της αγίας κυριακής. Πάλιν άλλην ημέραν εβγάλαμεν λιτήν από το Καθολικόν και εβγένοντας εγώ επήρα εις τον πλάτην μου πέτραν, την οποίαν φέρνοντας εβαλά την εις τον σταυρόν. Τότε εγώ εκήρυξα εις όλον τον παρόντα λαόν εις την λιτήν. Ότι καθ’ ένας οπού αγαπά τον σωτήρα, την θεοτόκον, και την αγίαν κυριακήν, ας κάμνη ότι καννω και εγώ δια να κτισθή ετούτος ο ναός. Εβοήθησεν λοιπόν ο θεός και μου εισήκουσαν όλοι από μικρόν έως μεγάλον και ήφεραν όλοι πέτρες, ώστε οπού έχωσα τον σταυρόν στην μέσην με πέτραν λεπτήν. Όλαι δε αι χρήσιμαι γυναίκες εγέμισάν τον ως την κορυφήν. Ευρέθη δε τότε ένας άνθρωπος ο οποίος εμπόδιζε να γένη η Εκκλησία εις εκείνον τον τόπον όπου εγώ έδειξα. Και ο θεός ηξεύρη πως εγώ εκείνον τον άνθρωπον μήτε εκαταράσθηκά τον μήτε είχα τίποτες καταπάνω του, ο οποίος συνέβη και απέθανεν. Οι δε άρχοντες δια να παίζουσι το τζουκγάνιον δεν με αφίνασιν να κάμω την Εκκλησίαν. Τους οποίους επαρακάλουνα λέγοντάς τους πως εγώ δεν θέλω τίποτες άλλο από του λόγου σου ειμή μόνον πέντε πήχες δια να κάμω καμάρες, και εσείς να διαβένεται αποκάτω μην εμποδιζόμενοι εις το να τζουκγανίζεται, η δε Εκκλησία να είναι αποπάνω. Οι οποίοι άρχοντες έδοσάν με πέντε πήχες, εγώ δε έστοντας, και να έλθω από την καθολικήν εις τον διωρισμένον τόπον όπου έμελλε να γένη η Εκκλησία ηύρικα πήχες είκοσι πέντε και πέτρες καλές και μεγάλες. Κάποιοι δε από τους άρχοντες εδοκίμασαν να πάρουσι από τους λίθους δια εδικήν των χρείαν και δεν ημπόρεσαν. Ηθέλησε δε ο θεός και εμπήκασι όλοι μέσα εις τον ναόν, δια δε ενυπνίου ο παντοδύναμος θεός όπου και αν του άρεσεν λίθος ενεφάνιζεν εις τους ανθρώπους, και ήφερναν. Εις δε την ρίζαν του σταυρού ήσανε δαίμονες όσον ένα μόδιον όμοιοι των αγριομελισσών, οι οποίοι δαίμονες εκτύπησαν δύο ανθρώπους και έρριξάν τους εις την γην, θεού δε βοηθεία ιατρεύθησαν, οι δε δαίμονες έφυγον. Αφοντίς δε και η Εκκλησία εκτίσθη έως τον πάτον ήλθεν η εορτή της αγίας κυριακής, τότε εγώ επαρακάλεσα τον πρωτοπαπάν δια να λειτουργήση, ο οποίος ήλθεν και ελειτούργουνε και λειτουργώντας ήλθασιν αι Μέλισσαι και έπεσαν ομπροσθά εις τον πρωτοπαπάν και εις εμένανε. Οπόταν δε ήλθεν η ώρα να ειπή το Ευαγγέλιον ο πρωτοπαπάς έφυγαν όλα τα Μελίσσια και επήγαν εις το χείλος του ποταμού. Οπόταν δε οι κτιστάδες ήθελαν να κτίζουσιν έκαμνε χρείαν ότι εγώ να σταθώ σιμά εις το κτίσμα, ο οποίος αν καλά και είμαι αμαρτωλός, με όλον τούτο επρογνώριζα έως οπού μέλλη να φθάση η Εκκλησία, και έτζι πιάνωντας βίσαλα άρχησα να κτίζω. Κάποιοι δε από τα χωρία έλεγάν μου πως από τον ουρανόν κατέβαινεν άστρον και στέκεται απάνω εις τον ναόν, το οποίον εγώ δεν το επίστευα ώστε οπού επήγα εις τον τίμιον σταυρόν και εσταμάτησα εκεί και ίδα τι άστρον σαν μου ελέγασιν οι χωριάτες και επληροφορήθηκα. Η δε Εκκλησία εκτίσθη και οπόταν εστήσαμεν την τρούλλαν επήγα εγώ εις την Καθολικήν εις την οποίαν έκαμα δυο βραδιαίς ήτον δε τόσον σκοτάδιον οπού δεν έβλεπε άνθρωπος τον άνθρωπον. Εγώ δε ίδα τρία άστρα τα οποία ήλθασιν και επέσασιν απάνω εις την Εκκλησίαν και από το πέσιμον των οποίων έγινε τόσον μεγάλον φως ώστε οπού εφάνησαν και τα χωρία από το φως των αστέρων. Έκραξα ακόμι τον σκευοφύλακα και ίδε το γεγονός φως. Ήβλεπα και εγώ τα σημεία οπού ο θεός έκαμνεν και εθαύμαζα και εσπούδαζα με όλην μου την ψυχήν δια την Εκκλησίαν. Εις δε τον Σαμψών ήσανε δυο κολώνες από ταις οποίαις επήρεν την μίαν ο Κύρις Μαλακινός δια να την υπάγη εις το σπήτιν του. Εγώ δε επαρακάλεσα τον και μου την έδωσεν. Ακόμι την άλλην κολώνναν εδοκίμασεν ο Κύρις Ροντάκιος με εκατόν ανθρώπους και δεν ημπόρεσεν. Εγώ δε επήρα δεκαπέντε και επήγα και την ήφερα εκεί οπού ήτον και η άλλη και εθαύμασαν όλοι τους, ότι εκείνο που δεν εδυνήθησαν οι εκατόν να φέρουν ημπόρεσαν οι δεκαπέντε με την βοήθειαν του σωτήρος να πάρουν. Ακόμι εγώ πολλές βολές έκτιζα μίαν πήχην και την ερχόμενην ημέραν ηύρισκα δύο, πάλιν έκτιζα δύο και ηύρισκα τέσσαρες. Έλειψε ασβέστης και ήλθεν οχτό σθλαβοχόριον ένας άνθρωπος και μου έταξε τέσσαρα μόδια. Εκείνην δε την νύκτα εκατέβηκεν ο σωτήρας εις εκείνον οπού έχει τον ασβέστην και του είπε αυτήν την νύκτα πέρνω την ψυχήν σου. Ο δε άνθρωπος οπού είχεν τον ασβέστη είπεν προς τον σωτήρα κύριε ποιος είσαι; Αποκρίθει και είπεν εκείνω εγώ ειμί ο σωτήρας ο θεόκτιστος τον οποίον κτίζει ο μετανοείτε εις τον φόρον της Λακεδαιμονίας. Εσύ δε έταξες αυτώ τέσσαρα μόδια μόνον ασβέστην αλλά ολίγον ετάχθης επειδή έχεις ένα σπήτιον γεμάτον. Όμως εάν θέλεις το καλόν σου φέρε όσον ασβέστην και αν έχης και καύσε ακόμι άλλα δυο καμίνια. Ο δε εκείνος άνθρωπος έστοντας και να εξυπνίση είπεν ελεημονήσου με δέσποτα, και να δόσω όσον και αν έχω ασβέστην και να καύσω άλλα δύο καμίνια. Ήλθεν πάλιν ο σωτήρας εις εμένανε και λέγει μου συκώσου κτίζε διατί εγώ εγνιάσθηκά σου δια ασβέστην και μην λυπάσαι. Συκώσου λοιπόν και να ιδής τα ποταχιά πόσος ασβέστης έρχεται και καθάρισε και οσπήτιον δια να τον εβάλης και έβαλά τον εις οσπήτιον και έκτισα, έκαυσα ακόμι εγώ καμίνια πενήντα. Και πιστεύσατέ μου πως ο θεός δεν με άφησεν να κάμω ξυλήν δια να κάψω το καμίνιον ευρέθη δε ένας άνθρωπος και έδωσέν μου την. Τότες εγώ επήρα εργάτας και έκτιζα απ’ εκείνον οπού ο θεός έπεμψε και έδιδαν εις τον ναόν τον οποίον εσπούδαζα να τον παραδώσω εις τον σωτήρα δια να μην τον έχω αντίδικον μου εις την ημέρα της κρίσεως. Όλων δε εκείνων οπού εσυνδράμανε αντάμα μου εις την οικοδομήν της Εκκλησίας ο θεός να τους ενθυμηθή και ο πρεσβύτερος οπού λειτουργά αυτήν την Εκκλησίαν ο οποίος εφημέριος ανίσσως και δεν τους μνημονεύει να δόση λόγον εις την ημέραν της κρίσεως κατέμπροσθεν του φοβερού κριτού. Ακόμι θέλω εγώ ότι αυτήν την Εκκλησίαν μετά τον θάνατον μου να την εξουσιάζει ο στρατηγός και ο κριτής οπού ήθελαν βαλθή πέρνοντες από δ’ αύτην πέντε μετριτά κρασίον και ένα Κοφίνιον Μήλα. Διατί εγώ έκτισα αυτήν την Εκκλησίαν από τους στρατηγούς, από τους στρατιώτες και από τους κριτάδες. Ανίσσως δε και κανείς ήθελεν αφίση εις την Εκκλησίαν ή εις τα οσπήτια της, μήτε ο προνοτάριος ή ο διοικητής ή άλλος κανένας από τους πράττοντας εις κάθε λογής υπόθεσιν του κοινού, τούτο να μην το δεχθούσιν οι στρατιώτες και ο κριτής. Αλλά εκείνοι οπού είναι εις την Εκκλησίαν ήγουν οι Αββάδες και εφημέριοι, δια να είναι απείρακτοι και να απερνούσιν με ειρήνην και αγάπην και να μνημονεύουσιν τον βασιλέα και τον στρατιώτην και τον κριτήν οπού έχουν να κάμουν εις την Εκκλησία και το περισσότερον τον κύριν Βασίλειον τον Απόκαυχον.

Όποιος δε ήθελεν παρέβη τούτον τον λόγον μου ή ταύτην την εντολήν εμένανε του αμαρτωλού και ήθελεν απλικεύση εις την Εκκλησίαν ή εις τα οσπήτια της και πειράξη τους Καλογήρους οπού κατοικούσι αυτόν τον ναόν, ή τους εφημερίους να είναι αναθεματισμένος από τον πατέρα, τον υιόν και το άγιον πνεύμα. Ακόμι θέλω ότι να είναι εις την Εκκλησίαν δύο πρεσβύτεροι και καθούμενοι Αββάδες και οι πρεσβύτεροι σε δ’ αύτην την Εκκλησίαν να μην πειράζονται αμή να καρποφορούσι δια την ψυχήν των καθώς έκαναν και εις την ζωήν μου. Οπόταν δε ήθελεν λείψη ή ο Αββάς ή ο πρεσβύτερος από την Εκκλησίαν να μην αφίνουσιν σε δ’ αύτην άνθρωπον ανωφέλητον αμή εκείνον οπού έχει αρετήν και ευλάβειαν να προχειρίζουσιν. Ακόμι θέλω και ορίζω ότι ο πρεσβύτερος Γαβριήλ και ο Αββάς Ιλαρίων οι οποίοι είναι αντάμα μου και με εδούλευσαν να είναι εις τον ναόν απείρακτοι και ανεμπόδιστοι από κάθε ένα έως της ζωής των. Μετά δε τον θάνατο τους να βάνη ο στρατηγός και ο κριτής αντάμα με τους εντόπιους άρχοντες όποιους κι αν εύρουσιν χρησίμους ανθρώπους πρεσβύτερους και Αββάδες. Και όχι να καθέζουσιν οι άνωθεν εις την Εκκλησίαν ανθρώπους δια μέσου των κανισκίων και παρακαλέσεων, τόσον Αββάδες όσον πρεσβυτέρους, αμή ανίσσως και οι προχειρισθέντες είναι κακοί να δίχνωνται και να βάνωνται άλλοι καλοί. Όλα τα εισοδίσματα των Εκκλησιών οπού έκτισα του σθλαβοχωρίου και παρωρίου, ήγουν τα Μετόχια αντάμα με ταις εισοδίαις των, να από θησαυρίζωνται και να μαζόνωνται εις τον ναόν του σωτήρος. Τόσον εισόδισμα των Αμπελίων και χοραφίων και ελαιών όσον έμπασμα δένδρων καρπερών και ακάρπων. Οι δε Αββάδες και οι πρεσβύτεροι οπού είναι εις τον σωτήρα να κάμνουσι την κυβέρνησιν και να έχουσιν την επιμέλειαν εκείνων οπού κάθονται εις τα Μετόχια. Ο δε στρατηγός και κριτής ο κατ’ εκείνον τον καιρόν ας έχη δεσμόν από τον πατέρα και τον υιόν και το άγιον πνεύμα και από τ’ εμέναν τον αμαρτωλόν ότι όλα εκείνα όσα εγώ εδιόρισα να τα διατηρήσουν και φυλάξουν ακριβώς. Ήγουν λέγω να κοιτάζουν τους Αββάδες και πρεσβυτέρους να είναι άνθρωποι χρήσιμοι και ακατηγόρητοι, μαρτυρημένοι από ανθρώπους χρήσιμους επειδή και ευρίσκεται ο λαός μου στην μέσην του φόρου. Ακόμι ορίζω ότι ο καθεγούμενος οπού ήθελε βαλθή από τον στρατηγόν και κριτήν να κάμνη όλας τας εορτάς του σωτήρος και φωταυγίας. Από δε το περίσσευμα του εισοδεύματος μόνον να διατρέφωνται πέντε αδελφοί ο Παπά Θεόδωρος, ο Ξυλάνθρωπος, και άλλοι τέσσαροι. Εκείνοι δε οπού δουλεύουσιν εις τον ναόν ήγουν το χωρίον του περισού το οποίον μου έδωσεν ο άγιος στρατηγός θέλω να είναι αναίγκικτοι και απείρακτοι από κάθε έναν. Ότι δε ο στρατηγός και ο κριτής ήθελεν κάμοι μετά τον θάνατον εμού του αμαρτωλού, να κάμη, και ο θεός με δ’ αύτους εις την ημέραν της κρίσεως. Όποιος δε εκείνος ήθελε παρακούση τούτους τους λόγους εμένα του αμαρτωλού, ο σωτήρας και η πανάγια θεοτόκος να του το ανταποδώση. Ορκίζω εις τον θεόν τον βασιλικόν πρωτοσπαθάριον και κυρδημήτριον πρωτοσπαθάριον ότι οι δυο αυτοί να κρατούσιν την διαθήκην μου την οποίαν να την βουλώσουσιν με μολιβόβουλαν, και να στέκεται εις φύλαξιν σιμά εις εδ’ αύτους δια να οδηγήση ο θεός να φυλαχθούσι όλα ετούτα οπού εγώ εσχεδίασα εις το τετράδιον.

1 σχόλιο:

Le grand écrivain είπε...

Το κείμενο αποτελεί νεοελληνική μεταγραφή του 16ου αι. της πραγματικής διαθήκης του Νίκωνος του Μετανοείτε ενός μοναχού του 11ου αι. Ο Νίκων, που δρούσε στην Πελοπόννησο, υπήρξε αρκετά διάσημος στην εποχή του (και πώς να μην ήταν άλλωστε με τέτοια συμπεριφορά), ο οποίος πάσχοντας από κάποιου είδους πάρκινσον γυρνούσε αριστερά και δεξιά κουνώντας το κεφάλι λέγοντας συνέχεια «μετανοείτε, μετανοείτε». Το κείμενο αποτελεί αναμφίβολα έξοχη μαρτυρία της πιο αρτηριοσκληρωτικής μοναστικής ιδεολογίας. Εντούτοις, ιδίως στην μορφή που μας διατηρήθηκε, καταφέρνει, άθελα του, κυρίως εξαιτίας της μοναδικής του γλώσσας, να γίνεται μια εξαίσια λογοτεχνίζουσα μαρτυρία της λαογραφίας και των νοοτροπιών της εποχής. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η λεπτομέρεια ότι ο Νίκων δεν μπορούσε να τελέσει την λειτουργία επειδή δεν τον άφηνε ο σαματάς που κάναν έξω από την εκκλησία οι άρχοντες που έπαιζαν τζουγκάνιον (το τζουγκάνιον, που υπήρξε το δημοφιλέστερο παιχνίδι της βυζαντινής αριστοκρατίας, ήταν ένα είδος πόλο, που παιζόταν με τους παίκτες έφιππους να κυνηγούν μια μπάλα με ξύλινες ράβδους). Και μάλιστα το συγκεκριμένο απόσπασμα, που εδώ παραμένει κάπως σκοτεινό, αποσαφηνίζεται από ένα χωρίο από το Βίο του Νίκωνος, γραμμένο από κάποιον μαθητή του και διάδοχο του στην επιστασία της μονής. Εκεί, ο Νίκων βγαίνει από την εκκλησία για να κάνει παρατήρηση στους άρχοντες να πάνε να παίξουνε παραπέρα και τότε ο στρατηγός και κριτής (δηλαδή ο διοικητής) της Πελοποννήσου, που η ομάδα του έχανε, του απαντάει εκνευρισμένος σε αυτοκρατορικό – Sarkozy στιλ κάτι σαν το «cache-toi, pauvre con» (χάσου από δω, μαλάκα). Από τη διαθήκη μαθαίνουμε ότι ο στρατηγός, χωρίς να κατονομάζεται ρητά, πεθαίνει, αν και ο Νίκων προσπαθεί να αποσείσει από πάνω του την ευθύνη για το θάνατο του. Αντίθετα στο Βίο, ο συγγραφέας του οποίου ήθελε να τα έχει καλά, για ευνόητους λόγους, με την πολιτική εξουσία της περιοχής, ο στρατηγός «αποξεραίνεται» και μόνο όταν αποφασίζει να ζητήσει συγγνώμη από τον άγιο, γιατρεύεται. Τέλος, παρουσιάζει ενδιαφέρον η μεταστροφή της συλλογικής συνείδησης που υποκρύπτει και την μεταμόρφωση της πίστης σε δόγμα, μεταστροφή που παρατηρείται ολοένα πιο συστηματικά μετά τον 9ο αι. (κάτι που διαφαίνεται και από την σημειολογική λεπτομέρεια ότι πουθενά ο Θεός δεν αναγράφεται με κεφαλαίο, ενώ αντίθετα με κεφαλαίο αναγράφεται συστηματικά η εκκλησία). Από την νοοτροπία «ο άνθρωπος στην υπηρεσία του Θεού» της Ύστερης Αρχαιότητας έχουμε ήδη περάσει στην νοοτροπία «ο Θεός στην υπηρεσία του ανθρώπου» των μεσαιωνικών χρόνων.