Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2008

Αφιέρωμα: Ελληνική ποίηση 1952 – 1974

Gustav Klimt, Water Serpents II


Νίκος Καρούζος


Η ΕΛΑΦΟΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ

(1962)


Νεότερος


Ό,τι δείχνω είναι η ουράνια πηγή

με τον έρωτα

με τα στήθη

ό,τι δείχνω είναι η ουράνια επιστροφή

με γυμνά δάκρυα

με πόνο θησαυρισμένο βλέμμα

ο ποιητής είναι μια νύχτα στη θάλασσα.

Θεέ μου σε κυνηγώ

όπως παιδί τις πεταλούδες.

Θεέ μου σε κυνηγώ

όπως παιδί τους συνομηλίκους μου

στο δειλινό παιχνίδι.

Αισθάνομαι μόνος

αφού δεν έχει δεύτερη ζωή ν’ αλλάξουμε

και το φεγγάρι ταξιδεύει πάντα ίδιο.

Σύντροφε ουρανέ

άλλοτε η ελπίδα φεγγοβολούσε στα χέρια

κοιτάζω το σώμα βρίσκω τ’ όνειρο

πάει κι η αγάπη

χάνεται

σαν το νερό στην πέτρα.

Τι είναι πια ένα δέντρο τι είναι τ’ ασημένια φύλλα;

Μες στην ορμή της ερημιάς γινόμαστε διάφανοι.


Εκέκραξα


Ήλιε πατρίδα μεγάλη

εσύ ο πλωτός Όνειρος και των πτηνών ευτυχία

των δεινών ο ασσύριος

και στην έρημη γη το μεθυσμένο χόρτο

δράστης της ωραιότητας ο ποιητής.


Τα πάθη μ’ έχουν εύρει στην καρδιά

μέρες και νύχτες είμαι ο σωματικός που λιώνει

σε λαμπερά ποτάμια σε μαύρες φωνές

αγγίζοντας την ηλιόλουστη Ελένη

και μ’ εν’ αγγελικό σπαθί

τον άρτο της χαράς έχω μοιράσει.

Εδώ είναι σκοτάδι κι όνειρο βαθύ

πέρα της άλλης νύχτας τα μαλάματα.


Του Ιωάννη Σεβαστιανού Μπαχ ανωφέρεια


Άνοιξη φθινόπωρο καλοκαίρι χειμώνας

ο Μπαχ ανεβαίνει πάντα στους αιθέρες

γελαστός άγγελος του δρυμού

μεγάλος ιδιοκτήτης

ο Μπαχ ανεβαίνει την ουράνια σκάλα

ιερέας των ήχων απ’ τη βροχή νεότερος

αγιόκλημα φυτρωμένο στ΄ όργανο της εκκλησίας

η θαλπωρή μες στην ανάγκη του θεού μεγάλη.

Παντρεύει τις φωνές με την καθαρότητα

περ΄ από κάθε εποχή πετά νομίσματα χρυσά στους λυπημένους

δείχνοντας την ειρήνη ψηλά στα γαλανά τ’ αμπέλια

ψηλά στον ηδυόνειρο χρόνο της λησμονιάς.


Άγγελος της πηγής μοιράζει το νερό σε τόσους διψασμένους

κόβει με γαλανή ρομφαία τον καιρό

κι ανοίγει τ’ άσπιλα φτερά ως την έλπιση.

Βλέπω τους ήλιους είναι σταλαγμένοι σ’ ένα βόρειο κορμί

τη θλίψη κομίζοντας των άστρων.


Ποτάμι θαλερό πολύφυλλο της νύχτας το ασήμι

διαβάτες που θέρισαν ένα-ένα

τα χαμηλά έργα τ’ ανθρώπινα στην καθημερινή ζωωδία

και στάθηκαν

ακούγοντας τους ουράνιους ήχους-

ποτάμι θαλερό πολύφυλλο της νύχτας το ασήμι.


Ένα ψηλό χαρούμενο στάχυ βλέπω μες στην ουράνια Αττική

μετρώντας ήσυχα το θάνατο

μικρές ζωές τους κυματισμούς ανθρώπινους

ένα ψηλό χαρούμενο σταφύλι

μεθώντας την καρδιά μου σ’ άγνωστην αλήθεια

στις ερημιές της αγάπης όταν περπατώ μ’ ένα κλωνάρι τόσον

ανθισμένο

πέρα που ο άνεμος έχει σταματήσει

εκεί που το όνειρο δε βρίσκει τους λειμώνες του ύπνου

κι η κορασιά κοιμάται μόνη.

Ένα ψηλό χαρούμενο δέντρο δίχως όνομα

ρίχνει τις μεγάλες σκιές ένα δέντρο

πώς καθρεφτίζεται στη στεριά της γαλήνης!

Κι ο ήλιος με φύλλα και αθώα έντομα

τον ηχηρό Παράδεισο στ’ αμίλητα νερά μοιράζει.


Κρασί των αιθέρων

χύθηκε μες στους μίσχους ενθέων ψυχών

έρωτας ο γλυκύτερος του πόνου κάτοικος

ειρήνη και ο θάνατος όμαιμος ως τα πλάτη.

Χαίρε ο χλοερός ήλιος του χειμώνα

χαίρε ο ακατάλυτος κι όταν φύγω απ’ το σώμα

συ θα τραγουδάς υιός εύοσμος

Ιωάννης.


Ήχοι την αρμονία χύνετε στους κύλικες της ακοής

και πορφυρίζονται τα όνειρα με το αίμα.

σύγκορμος ο θνητός ανέφελα τα στήθη

κι η ορμή του σώματος περ’ απ’ το σώμα.


Στο φαράγγι του τρόμου στη χαρά των λουλουδιών

ας ονομάσουμε την αγάπη αντήχηση του Πατέρα

μόνος ο θάνατος αλλάζει τη φωνή μας.

Ένας βαθύς άγνωστος εορτάζει στα νεύρα

ηχώ της βροχής

όταν ο αέρας μυρίζει καρπούς και χώμα.


Ρωγμές


Πάλι στους δρόμους οπού ζήσαμε την προσωπίδα

κόκκινη με σταλαγματιές χρυσού

τέτοια περιπέτεια τέτοια ωραία ελπίδα

μες στις συνέχειες των ονείρων έχω τον αμνό

δεν πιστεύω στα ποτάμια ολοένα τρέχουν

δεν πιστεύω στα φύλλα ολοένα πέφτουν

είναι θεία ένδον αιθάλη π’ αλλάζει τις οράσεις

κι ο θάνατος βαθαίνει την τέφρα.


Γυναίκα, πείσμα της Ασίας


Είσαι μια ήπειρος του στήθους απ΄ τα βάθη των φυλών

είσαι πλανόδια σαν το φεγγάρι

ο πόνος είναι πλοκαμός κι η αγάπη σου υδράργυρος

γυναίκα, πείσμα της Ασίας.

Όταν αφήνεις ένα βλέμμα στις κοιλάδες να ωριμάζει

καθώς οι άνεμοι το ταξιδεύουν ως τα ύψη

νέμεσαι τα κλαδιά και χύνεις δηλητήρια μες στο φεγγάρι.

Μόνη σα φόνος κατοικείς τη συνείδηση

συνωμοτώντας αντίκρυ στις θεότητες των πουλιών

εσύ με μαύρα ποταμικά μαλλιά

εσύ πάλι και πάλι με σκοτεινά μάτια.

Λέω στον ήλιο να σταθεί χωρίς την αγαθότητα

σχίζοντας το μεγάλο χρώμα του ονείρου

στον ήλιο να σε πολεμήσει με βοερό θειάφι

και να γκρεμίσει όλη τη θύμηση που με παιδεύει.

Να οι καιροί στα βήματα σου μ’ έφεραν

οι φυτικοί δεινόσαυροι τα ουράνια πλάτη

μια δέσμη χαλαρή του αίματος έτοιμη να σκορπίσει

τότε που φώναζα δίχως απόκριση: Θέλω να γίνω γαλάζιος.

Ήρθες να μείνεις ως το θάνατο

με πορφυρές ανταύγειες απ’ τα μέλη

ρώτησα μα δεν έμαθα που βρήκες το σκοτάδι

σε μυστικά ρυάκια κλειδώνεις τον ήχο σου

μόνη με την εκρηκτική φωνή της σιωπής.

Ήρθες να μείνεις ως το μακρινό χάραμα

σώματα πέρασες ακόμη ταξιδεύεις.

Εγώ δεν έζησα κι η ομορφιά της Αττικής είν’ όλο το ταξίδι μου.

Σε τόσους καημούς τραγουδώντας

δεν ξέρω τ’ όπλο της λησμονιάς.


***

Σε συνεργασία με την Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης – Ποιείν:

http://www.poiein.gr/archives/3563/index.html

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2008

Συνομιλίες VI (Εγώ ο φτωχός…)


Bertolt Brecht


Για το φτωχό Β.Β.


Εγώ, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ , είμαι από τα Μαύρα Δάση.
Η μάνα μου στις πολιτείες με κουβάλησε
σαν ήμουν ακόμα στην κοιλιά της. Και των δασών η παγωνιά
μέσα μου θα ‘ναι ως το θάνατό μου.


Έχω το σπίτι μου στην πολιτεία της ασφάλτου
φορτωμένος από την αρχή μ’ όλα τα μυστήρια του θανάτου,
μ’ εφημερίδες, με καπνό και με ρακί.
Καχύποπτος και τεμπέλης κι ευχαριστημένος τελικά.


Φέρνομαι φιλικά στους ανθρώπους. Φορώ
καθώς το συνηθίζουν ένα σκληρό καπέλο.
Λέω: είναι ζώα που μυρίζουν τελείως ιδιόμορφα
και λέω πάλι:δε βαριέσαι έχω κι εγώ την ίδια μυρουδιά.


Στις άδειες κουνιστές πολυθρόνες μου καθίζω
το πρωί κάτι γυναίκες καμιά φορά
τις κοιτάω ξένοιαστα και λέω:
Καθόλου μην ποντάρετε σ’ αυτόν που τώρα σας κοιτά.


Κοντά το βράδυ μαζεύω γύρω μου τα παιδιά
λέμε ο ένας τον άλλον «τζέντλεμαν»
ακουμπάνε στο τραπέζι μου τα πόδια
και λένε: Θα δούμε μέρες πιο καλές. Κι εγώ πότε δε ρωτώ.


Το πρωί στο γκρίζο χάραμα κατουράνε τα έλατα
και τα ζωύφιά τους, τα πουλιά αρχίζουν να φωνάζουν.
Κείνη την ώρα αδειάζω το ποτήρι μου στην πόλη,
πετάω τ’ αποτσίγαρό μου κι ανήσυχος κοιμάμαι.


Καθόμασταν μια ελαφρόμυαλη γενιά
σε σπίτια που λογίζονταν αγκρέμιστα
(έτσι χτίσαμε τα μακριά σπίτια της νήσου Μανχάταν
και τις λεπτές κεραίες που στηρίζουν τον Ατλαντικό.)


Απ’ αυτές τις πολιτείες θ’ απομείνει
εκείνος που διάβηκε από μέσα τους: ο άνεμος!
Δίνει χαρά το σπίτι σ’ αυτόν που τρώει:τ’ αδειάζει.
Ξέρουμε ότι είμαστε περαστικοί
κι ότι μετά από μας τίποτα αξιόλογο δε θα ‘ρθει.


Ελπίζω στους σεισμούς που μέλλονται να ‘ρθουν,
να μην αφήσω τη Βιρτζίνιά μου απ’ την πίκρα να μου σβήσει.
Εγώ ο Μπέρτολτ Μπρεχτ από τα Μαύρα Δάση,
ξερασμένος στις πολιτείες της ασφάλτου, μέσα στη μάνα μου,
σε πρώιμη εποχή!



Μετάφραση Πέτρος Μάρκαρης


***


Orhan Veli Kanık


Το τραγούδι της Ινσταμπούλ


Στην Ινσταμπούλ, στον Bόσπορο,

είμαι ο φτωχός Oρχάν Bελή·

ο γιος του Bελή

με την ακατανόητη μελαγχολία.

Kάθομαι στο Pούμελι, στην ακτή,

και μουρμουρίζω ένα τραγούδι:


«Oι μαρμαρένιοι λόφοι της Ινσταμπούλ,

βαραίνουν το κεφάλι μου, αχ, οι γλάροι·

δάκρυα, δάκρυα καυτά για την πατρίδα

πλημμυρίζουν τα μάτια μου·

Έντα, πεπρωμένο μου,

γεμάτη-άδεια, είσαι πάντα

η αλμυρή πηγή

των δακρύων μου.


Στο κέντρο της Ινσταμπούλ άνοιξαν κινηματογράφοι·

η μητέρα δεν θα μάθει ποτέ για την εξορία μου.

Άλλοι φιλιούνται,

συζητούν

και κάνουν έρωτα·

σημαίνει κάτι αυτό για μένα;

Aγάπη μου,

τρέλα μου,

αχ, εσύ, βουβωνικέ ποταμέ μου».


Στην Ινσταμπούλ, στον Bόσπορο.

είμαι ο φτωχός Oρχάν Bελή·

ο γιος του Bελή

με την ακατανόητη μελαγχολία.


Μετάφραση Μιχάλης Παπαντωνόπουλος


***


Robert Desnos


Όχι ο έρωτας δεν είναι νεκρός


Όχι, ο έρωτας δεν είναι νεκρός σ’ αυτήν την καρδιά σε τούτα τα μάτια σ’ αυτό το στόμα που ήδη διακήρυττε την απ’ ώρα αρχινισμένη κηδεία.

Ακούστε, μπούχτισα γραφικότητα, χρώματα, γοητεία.

Αγαπάω τον έρωτα, την τρυφερότητα του και την ανελέητη του σκληρότητα.

Ο έρωτας μου δεν έχει παρά ένα μονάχα όνομα, παρά μία μονάχα μορφή.

Τα πάντα ρει. Στόματα επικολλούνται σ’ αυτό το στόμα

Ω! εσύ του έρωτα μου όνομα και μορφή,

Μια μέρα στη θάλασσα ανάμεσα σ’ Ευρώπη κι Αμερική

Την ώρα που κι η έσχατη ακτίνα του ήλιου θα καθρεφτίζεται στην κυματώδη επιφάνεια των κυμάτων, ή σε μια νύχτα με καταιγίδα κάτω από ‘να δέντρο στην εξοχή, ή σ’ ένα γρήγορο αυτοκίνητο,

Ένα ανοιξιάτικο πρωινό στη λεωφόρο Μαλεσέρμπ,

Μια μέρα βροχερή,

Πριν να ξαπλώσεις την χαραυγή,

Σκέψου, διατάζω το οικείο μου φάντασμα σου, πως υπήρξα ο μόνος που σ’ αγάπησε χωρίς να σε ξέρει και πως είναι κρίμα που ποτέ δεν με γνώρισες.

Σκέψου, πως ποτέ δεν πρέπει να μετανιώνεις· πριν από μένα ο Ρονσάρ κι ο Μπωντλαίρ τραγουδήσανε το παράπονο των γριών ακόμα και των νεκρών που περιφρόνησαν τον αγνότερο έρωτα,

Εσύ, όταν θα ‘σαι νεκρή,

Θα ‘σαι ακόμα όμορφη, ποθητή.

Εγώ, θα είμαι ήδη νεκρός, έγκλειστος ολάκερος μες στο αθάνατο σου κορμί, κι η στίλβουσα σου εικόνα παρούσα στο άπειρο ανάμεσα στ’ ακατάβλητα θαύματα της ζωής και της αιωνιότητας, αν, αν όμως είμαι ακόμα ζωντανός

Η φωνή σου κι ο τόνος της, το βλέμμα σου κι οι ακτίνες του,

Το άρωμα σου και των μαλλιών σου το άρωμα κι άλλα πολλά πράγματα ακόμα δικά σου θα ζούνε εντός μου,

Εντός μου που δεν είμαι μήτ’ ο Ρονσάρ μητ’ ο Μπωντλαίρ,

Παρά μονάχα ένας φτωχός Ρομπέρ Ντεσνός και που, για να ‘χοντας σε γνωρίσει και αγαπήσει,

Ξέρω να τα τιμώ ακριβά.

Εγώ, που είμαι ο Ρομπέρ Ντεσνός, μόνο για να σ’ αγαπώ,

Και που υστεροφημία άλλη καμιά δε ζητώ παρά μονάχα πως σε αγάπησα.


Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2008

Αφιέρωμα: Ελληνική ποίηση 1952 – 1974

Max Beckmann (1884 - 1950), Auto – portrait


Άρης Αλεξάνδρου


ΕΥΘΥΤΗΣ ΟΔΩΝ

(1959)


Εισήγηση


à la manière de Jdanov


και κατά συνέπεια η ποίηση

είναι μια υπόθεση αντικοινωνική.

Πιστεύει σε λέξεις και ιδεογράμματα

και δεν βλέπει λόγου χάρη

πως άλλο ένα δέντρο να ξαπλωθείς στον ίσκιο του

κι άλλο το ίδιο δέντρο να πάρεις την ξυλεία του.

Το πράγμα είναι σοβαρό: Κάτω από τα σχήματα (δήθεν ποιητικά)

κρύβεται το μαχαίρι που μας χτυπά πισώπλατα.

Εξομοιώνοντας τα πάντα

παραβλέποντας συνθήκες χρόνο τόπο

οι στιχοπλόκοι καταντούν να υποστηρίζουν

πως τα κόκκαλα κι οι φλέβες

βαραίνουνε το ίδιο στη ζωή του κάθε ανθρώπου

επιμένουν να πιστεύουν πως μια πληγή κακοφορμίζει

με την ίδια ακριβώς αιτιοκρατία

κι όταν την άνοιξαν οι σφαίρες

των αγροτών του Κόκκινου Στρατού

που χτύπησαν τους εργάτες διαδηλωτές του Βερολίνου

κι όταν την άνοιξαν τα βόλια

των εργατών της Deutsche Wehrmacht

τότε που τα δέχτηκαν στους δρόμους της Αθήνας οι γεωπόνοι σπουδαστές.

Ο ποιητής ξεκομμένος απ’ τους πόθους του λαού

καταντάει τελικά να μην πασχίζει γι άλλο

παρά μονάχα πως θα πει την προσωπική του αλήθεια

καταντάει να λέει τις σφαίρες σφαίρες

και τους πληγωμένους πληγωμένους

κι όλο το πρόβλημα του στενεύει μες τα όρια

μιας αναζήτησης σωστού λεξιλογίου

έτσι που με κάθε θυσία

αδιάφορος για όλα

ακόμη και την πάλη των τάξεων

να φτάσει τελικά να καυχηθεί

πως ναι, αυτό πάσχιζα να πω

όπως βλέπει ένα σώμα στερεό και σκέφτεται

«Τούτο δω ίσως να ‘ναι κείνο που γυρεύω»

το παίρνει στο χέρι το ζυγιάζει και σκέφτεται

«Με τούτο δω, ίσως μπορέσω να καρφώσω μια πρόκα πίσω

απ’ την πόρτα μου»

στεριώνει την πρόκα κρεμάει το σακάκι του και λέει

«Ναι, αυτό ήταν που γύρευα.

Από δω κι εμπρός

τ’ ονομάζω

σφυρί».

Η ποίηση λοιπόν είναι μια υπόθεση αντικοινωνική.

Το κόμμα οι οργανώσεις κυρίως η αγκιτπρόπ

έχουν καθήκον να


Μέσα στις πέτρες


Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.

Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μοναχός του στο πριονιστήριο;

Η θέση μας είναι μέσα δω σ’ αυτό το δάσος

με τα κλαδιά κομμένα μισοκαμένους τους κορμούς

με τις ρίζες σφηνωμένες μέσα στις πέτρες.


Το μαχαίρι


Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι

έτσι αργούν κι οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο.

Στο μεταξύ

όσο δουλεύεις στον τροχό

πρόσεχε μην παρασυρθείς

μην ξιπαστείς

απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.

Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.


Αντί στόματος


Ο Ααρών τους είπε κι ήρθαν ένας-ένας συνωμοτικά

κι εκεί στο λίγο φως των αστεριών

τους εξηγεί τους λόγους της εξόδου.

Μαντεύει τους πρεσβύτερους να τον ακούν στοχαστικοί

κι ας λέει γνωστά τους πράγματα

κι ας διηγείται τη ζωή εδώ μέσα στη λάσπη

ολημερίς να φτιάχνουν πλίνθους

και τώρα να συνάγωσιν μονάχοι τους και τ’ άχυρο

κι οι εργοδιώκτες του λαού να επιβάλουν

το ποσόν το πρότερον των πλίνθων

βιάζοντες αυτούς και μαστιγούντες.


Μέσα στο λίγο φως της χαραυγής

σωπαίνουν οι πρεσβύτεροι σκυφτοί

και καταρρέουσιν πικρά τα δάκρυα τους

επί τας σιαγόνας.


Ο Ααρών βαδίζει μόνος

και νιώθει σαν φυτό που έριξε τους σπόρους.

Είναι λαφρύς κι αυτάρκης γιατί δεν υποπτεύεται

πως θέλει πάντοτε λαλεί αντί του Μωυσέως

πως θέλει είσθε εις αυτόν αντί φωνής.


Μην τους εγκαταλείψεις


Σαν κατεβεί ο Μωυσής μην τους εγκαταλείψεις

μην πεις πως τάχα αυτοί σου ζήτησαν να ποιήσεις

τους θεούς τους προπορευομένους.

Ο Μωυσής θα ξαπολύσει τους φανατικούς

και κείνοι θα διέλθουν όλο το στρατόπεδο

από τη μια στην άλλη πύλη θανατούντες

τον αδελφό τον φίλο τον πλησίον.

Μην αφήσεις να σφαγούν σ’ αυτήν την εκκαθάριση

περίπου τρεις χιλιάδες άνδρες.

Σαράντα τόσα χρόνια μες στα συρματοπλέγματα

τους μιλούσες με τα μάτια.

Μην τους εγκαταλείψεις τώρα που ανταποκρίθηκαν

τώρα που ρίξαν στη φωτιά τη στανική τους αγιοσύνη

κι αρχίζουν να προφέρουνε τις σκέψεις τους ενάρθρως.


Τη τρίτη μέρα


Και προ παντός μη στέρξεις να περιτμηθείς

κι αν είναι να κερδίσεις για γυναίκα σου τη Δείνα

και συμμαχίες και οπαδούς και δάφνες.

Μην στέρξεις να περικοπεί

έστω και μια καμπύλη

απ’ τα δακτυλικά

αποτυπώματα σου.

Αν υποκύψεις

την τρίτη μέρα θα βρεθείς δίχως στήριγμα δικό σου.

Ματωμένος

εν τω πόνω

ανήμπορος την ώρα που ο Λευί κι ο Συμεών

θα ‘ρθουν να θρυμματίσουν

το πρόσωπο που σκάλισες

(με τι υπομονή και τι θυσίες!)

στα κόκκαλα στη σάρκα και στον λογισμό σου.


***

Σε συνεργασία με την Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης – Ποιείν :

http://www.poiein.gr/archives/3479/index.html


Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2008

Δύο κείμενα του Γιώργου Τζίσσους απ' τη Βαβυλωνία

Πρωτοπορία ή ....

Γράμμα σε άσπονδους φίλους κι δεδηλωμένους εχθρούς

Dear Nikos

Μπορεί να μην σε νoιάζουν αυτά που θα πω αλλά εγώ θα τα πω. Κάθε φορά που πάω να γράψω για την πρωτοπορία ένας κόμπος στο λαιμό μου , θα πω κάτι καινούργιο, θα είμαι αντάξιος των προθέσεων μου . Μήπως βαρέθηκαν την ρητορεία μου για το καινούργιο ; Τι να πω και τι να κάνω... και μετά... πάλι προσωπικές σκέψεις, αισθήματα αγωνίες φοβίες στο χαρτί. Συγχυσμένος κι αντιφατικός. Τι τα θέλουμε μωρέ και δεν τα παρατάμε. Αφού κανείς δεν πιστεύει. Έτσι κι αλλιώς ούτε ασχολούνται ούτε έχουν όρεξη να ασχοληθούν. Χέστα. Λεφτά δεν έχουμε αλλά αυτό δεν αποτελούσε πρόβλημα. Έτσι δεν είναι ; Είμαι σίγουρος σου λέω εσείς τα λεφτά κι εμείς... ξέρεις τώρα ... και σου κλείνω και τα δυο μάτια. Να δούμε με τα δυο μάτια μας κλειστά που θα πάμε. Εντάξει το λύσαμε αυτό κι ας είμαστε τυφλοί ( και φίλοι ). Πάμε παρακάτω. Παρακάτω σκαλώνουμε όμως ρε συ. Τελειώνει ο δρόμος. Κάπου εκεί. Κενό. Κάποιοι δίπλα μας και κάποιοι άλλοι μπροστά μας. Ναι, Νίκο μου. Μπροστά μας ; Ναι ρε μπροστά μας .Αλλά τους χάσαμε κι άντε τώρα να τους φτάσουμε. Δεν είναι θέμα ταχύτητας, δρόμο δεν έχουμε. Όταν οι άλλοι μας κοίταζαν εμείς είχαμε τα μάτια κλειστά δίναμε σήματα μεταξύ μας .Κι τώρα Νίκο μου; Άσε αυτοί δεν ξέρουν. Μόνοι μας ρε.

Γαμώτο χαθήκαμε .Δεν μπορεί όμως κάτι θα μπορούμε να κάνουμε κι εμείς . Να πέφτω τόσο έξω .Το αισθάνομαι κι πάλι απ την αρχή .Πάλι απ την αρχή Νίκο μου . Να βάλουμε μυαλό γαμώτο μου ; Ε μπροστά που ρε ; Σκάσε και προχωρά μαλάκα .Όχημα οι εικόνες και φύγαμε ....

Ο Πικάσο το διαλαλούσε με διάφορους τόνους με διαφόρους τρόπους " καμβάς πινέλο κι να μαστέ κάπου .Πριν, πολύ απλά δεν μου φτάνουν αυτά που υπάρχουν στο παρόν .Δεν μπορούν να μου φτάνουν Δεν γίνεται .Το παρόν κι ο χρόνος τρέχει γαμώτο μου, δεν μπορώ να ψάχνω γιατί χάθηκα. Πρέπει να βρω ".

Να βρει λέει ο Πικάσο. Εσύ τι λες; Μαζί σου. Άντε και θα την βρούμε την άκρη ...

Με απεριόριστες ανασφάλειες


Γιώργος Τζίσσους

***

Με ή χωρίς ;

... λίγο από το πνεύμα της εποχής ....


Ένθετο εφημερίδας μόλις τριών φύλλων αναζητεί ανθρώπους των γραμμάτων κι των τεχνών και λοιπών δραστηριοτήτων για :

Μανιφέστα, πρωτοπόρες θεωρίες, άρθρα κ αφιερώματα εξαιρετικά πρωτότυπα,

μανιφέστα, πρωτοπόρες θεωρίες, άρθρα κ αφιερώματα εξαιρετικά πρωτότυπα,

μανιφέστα, πρωτοπόρες θεωρίες, άρθρα κ αφιερώματα εξαιρετικά πρωτότυπα

Είμαστε ανοιχτοί σε αλληγορικά αινίγματα κι προτάσεις . Άνθρωποι ήδη καταξιωμένοι κι αποδεχτοί θα έχουν προτεραιότητα.

Επικοινωνία : Nosotros - Γραφεία Βαβυλωνίας ( Κωδικός Πρόσβασης : Manifesta )

...και ο χρόνος κυλάει ... Πίσω μας τόσα και τόσα γεγονότα και μπροστά μας το μέλλον, που μάλλον δεν το προτιμάμε και πολύ .Μου φαίνεται ότι το παρελθόν είναι πιο πολύ τις μόδας, άγνωστοι καλλιτέχνες που έρχονται στην επιφάνεια .Ωραία . Εμείς όμως κάτι ψάχνουμε, στα τυφλά ομολογουμένως αλλά ψάχνουμε . Ο καθένας κάτι περιμένει, το τι δύσκολο ακόμα κι ο ίδιος να το αποτυπώσει .Είναι η εποχή βλέπεις η μετά-μεταμοντέρνα που κι ακόμα και το μετά-μεταμοντέρνο άδειο είναι κι ας επιμένουν κάποιοι ότι μπορούμε να βλέπουμε το εαυτό μας εκεί .Τα πάντα ρευστά, κανόνες διάτρητοι εδώ κι έναν αιώνα περίπου. Ακόμα κάποιοι ψάχνουν το επόμενο μανιφέστο, να μας ξαναενώσει σε μια καινούργια στράτευση αλλά το " τείχος " έχει γκρεμιστεί, δυστυχώς. Πάει κι αυτό τι μας μένει λοιπόν ; Ένας καινούργιος, ας πούμε, Ρεμπώ θα ήταν μια κάποια λύσις. Θα ερχόταν. Όλοι θα τον αναγνωρίζαμε . Με την μια, ο Μεσσίας... άλλωστε ο χώρος πάντα ήξερε να εκτιμάει τα παιδιά του...Θα καλοδεχόμασταν λοιπόν κι όλα μια χαρά .Θα του δίναμε και την πρωτοβουλία των κινήσεων και δια μαγείας τελείωσε το πρόβλημα . Πάλι δράση κι αγώνας με την σημαία να κυματίζει ψηλά. Μια χαρά. Έλα όμως που κάτι γίνεται και δεν περνάει από τον δρόμο μας ο γνωστός - άγνωστος μας. Και να πεις ότι από την εποχή λείπουν τα δυνατά μυαλά η τα υλικά μέσα που λέγανε κι οι καταστασιακοί. Αυτά δεν λείπουν. Μήπως δεν έρχονται από μας κι αν δεν έρχονται, εκεί που είναι τι κάνουν ;Ξαναγυρνώντας λοιπόν μήπως τελικά μας λείπουν τα μανιφέστα ;Τι να πω ! Σίγουρα όχι, λέω εγώ τώρα. Ποιον θα βάλουμε απέναντι αφού κι ο απέναντι εντάξει θα σου πει, δεν θα αντιδράσει αλλά ακόμα κι να αντιδράσει ο απέναντι, ποιος θα είναι αυτός αφού όλοι οι κύκλοι τα ίδια πάνω κάτω απεκδέχονται, οι προτιμήσεις αλλάζουν .Το καινούργιο μάλλον αλλιώς ξεπηδούσε στην ιστορία. Ο προσανατολισμός η επιθυμία κι η δράση το γεννούσε. Τότε ερχόταν κι το μανιφέστο σαν δράση βίαιη αποκρυσταλλωμένη, βάζοντας τους άλλους απέναντι. Συντεταγμένοι αυτοί συντεταγμένοι κι εμείς κι ιστορία προχωρούσε . Η ρήξη είναι τάση πρωτογενής κι στην συνέχεια γίνεται συνείδηση. Τα χαρακτηριστικά της στην αρχή άγνωστα, μόνο όταν υπάρχει, μόνο τότε την αναγνωρίζουμε .Ξεπηδάει σαν Πηγή από το βουνό με μια διεργασία « κοινωνική» που κάποιοι γίνονται εκφραστές τις. Αυτοί οι κάποιοι όμως δεν είναι μεμονωμένα άτομα αλλά σύνολα ετερογενή, συγχυσμένα αντιφατικά .Σπέρματα αμφισβήτησης, μηδενιστικά στοιχεία ,τα πρωτόλεια μιας επανάστασης . Πρωτοπορίες τις λέγαν κάποτε τότε σαν να λέμε " μια φορά κι έναν καιρό". Τώρα, μάλλον προωθημένες μειοψηφίες που δρουν χωρίς αρχή αλλά σαν τυφλοπόντικας προσανατολισμένος κάπου εκεί πέρα. Άλλοτε χάνεται άλλοτε ανακαλύπτει κι στέκεται .Όχι όμως για πολύ γιατί πέφτει πάνω ο χρόνος κι τον λεηλατεί. Περισσότερα πλέον τα ερωτήματα από τις απαντήσεις. Για καλό λέω εγώ κι ο χρόνος κυλάει με μανιφέστα ή χωρίς… κι ο χρόνος κυλάει…


Γιώργος Τζίσσους

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2008

RahXephon: Ο Κόσμος ως Βούληση και ως Αναπαράσταση







Wo Es war, soll Ich werden

(Εκεί που αυτό ήταν, εγώ πρέπει να γίνω)

Sigmund Freud










Το ερώτημα κατά πόσον ο περιβάλλον κόσμος ο νοούμενος ως πραγματικότητα είναι όντως πραγματικότητα είναι τόσο παλιό όσο και η ίδια η φιλοσοφία. Από τον πλατωνικό μύθο του σπηλαίου μέχρι το Esse est percipi του Berkeley και την φαινομενικότητα του Nietzsche, ο άνθρωπος δεν έπαψε ποτέ να αναρωτιέται κατά πόσον η ‘αντικειμενική πραγματικότητα’ που τον περιβάλλει είναι όντως αντικειμενική και κυρίως όντως πραγματικότητα. Το συνεπαγόμενο ερώτημα για τη θέση του ατόμου εντός του κόσμου και την ταυτοποίηση του εγώ μέσα σε έναν κόσμο που το εγώ δεν αναγνωρίζει ως δικό του, συνόδευε αναπόφευκτα πάντα ανάλογου είδους προβληματικές. Προβληματικές που ξεκινούν μοιραία από μιαν αίσθηση δυσαρμονίας και ατέλειας. Δυσαρμονίας που εγγράφεται στη βάση μιας ‘προβληματικής’ τοποθέτησης του εγώ και ατέλειας που προσγράφεται ως το μείζον χαρακτηριστικό του περιβάλλοντος κόσμου. Δυσαρμονίας και ατέλειας που σε τελική ανάλυση δεν μπορούν παρά να εκκινούν από μια διάθεση άρνησης του υπάρχοντος ως τέτοιου. Διότι το αρνημένο υποκείμενο δεν μπορεί παρά να καταλήξει στο τέλος να αρνηθεί τον αρνητή του. Το – ετεροπροσδιορισμένα – δυσαρμονικό εγώ, από ένα σημείο και μετά, δεν μπορεί παρά να αρχίσει να εκλαμβάνει το όλον ως ατελές, και τότε, το μόνο που μπορεί να κάνει δεν είναι παρά να καταλήξει να το αρνηθεί. Πρόκειται για στοιχειώδη μηχανισμό άμυνας προς ενστικτώδη αναζήτηση εσωτερικής ισορροπίας. Αυτή ακριβώς η προβληματική αποτελεί και τον πυρήνα του προβληματισμού του RahXephon, επαναθέτοντας με δραματική ένταση και προσανατολίζοντας προς μια κατεύθυνση διαφορετική, έναν πανάρχαιο προβληματισμό στις αρχές του 21ου αιώνα.

Κάθε μεγάλο έργο τέχνης όμως είναι ακριβώς μεγάλο διότι φροντίζει να συγκαλύπτει, αφομοιώνοντας τις, τις επιρροές του ή την προέλευση των προβληματισμών του. Πανθομολογουμένως στην τέχνη δεν υφίσταται παρθενογένεση. Κάθε καλλιτέχνης έχει τις αφετηρίες του και τα σημεία αναφοράς του. Αυτό που απαιτείται από ένα μεγάλο έργο τέχνης δεν είναι η παρθενογένεση αλλά ακριβώς η αφομοίωση και η επέκταση των καλλιτεχνικών – ή άλλων – ερεθισμάτων. Το μεγάλο επίτευγμα του Neon Genesis Evangelion (TV series) επί παραδείγματι, δεν είναι ότι αξιοποιεί την φιλοσοφία του Schopenhauer ή του Nietzsche προκειμένου να στηρίξει φιλοσοφικά το μήνυμα του, αλλά το γεγονός ότι ακριβώς αυτές οι φιλοσοφικές αφετηρίες βρίσκονται ιδανικά, οργανικά θα έλεγα, ενσωματωμένες εντός του νεότερου έργου τέχνης, με αποτέλεσμα να συνιστούν αναπόσπαστο στοιχείο του, σχεδόν μη διακρινόμενο από το προσωπικό στίγμα του δημιουργού του. Το μεγάλο έργο τέχνης παίρνει την παράδοση, την αφομοιώνει και ως κάτι καινούργιο πλέον πορεύεται εντός του ιστορικού χρόνου ως έργο ανεξάρτητο.

Κατ’ ανάλογο τρόπο, στη βάση του RahXephon βρίσκεται κυρίως το έργο του ξεχασμένου σήμερα, αλλά μάλλον πρωτοπόρου (κατ’ άλλους απλά ‘πειραγμένου’) στην εποχή του, βρετανού συγγραφέα του φανταστικού James Churchward (1851 – 1936) και κυρίως το έργο του The Lost Continent of Mu: Motherland of Man (το πρόβλημα, βέβαια, με τον Churchward έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι ενώ σήμερα τα έργα του διαβάζονται ως λογοτεχνία του φανταστικού, εκείνος δεν είχε καμιά τέτοια πρόθεση γράφοντας τα…). Σύμφωνα με τον Churchward, λοιπόν, η χαμένη ήπειρος των Mu, η οποία παρουσιάζει ομολογουμένως πολλές αναλογίες με την Ατλαντίδα, βρισκόταν στον Ειρηνικό Ωκεανό και εκτεινόταν γεωγραφικά, περίπου, από το ύψος της Hawaii στα βόρεια μέχρι το Νησί του Πάσχα στα νότια. Υποστήριζε πως η ήπειρος των Mu (οι οποίοι ονομάζονταν Mulians ή Naacals) είναι ο τόπος εκείνος που, δια της ανάμνησης, οι μεταγενέστεροι πολιτισμοί ονόμασαν Εδέμ. Η χαμένη ήπειρος ήταν η πατρίδα περίπου 64.000.000 κατοίκων και ο πολιτισμός της ήκμασε 50.000 χρόνια πριν την εποχή μας ενώ η τεχνολογία της ήταν πολύ περισσότερο προηγμένη αυτής του σύγχρονου κόσμου. Όσο για τους αρχαίους πολιτισμούς της Ινδίας, της Βαβυλώνας, της Περσίας, της Αιγύπτου και των Mayas δεν ήταν παρά οι εναπομείνασες παρηκμασμένες παροικίες των Mulians. Κυρίαρχη επίσης επίδραση στο RahXephon έχουν ασκήσει η φιλοσοφία των προκολομβιανών αμερικάνικων πολιτισμών, κυρίως αυτού των Mayas, η δυστοπική λογοτεχνία του 20ου αι. (H. G. Wells, Aldous Huxley, George Orwell) καθώς και η σειρά sci-fi μυθιστορημάτων Foundation του Isaac Asimov. Το ζήτημα όμως ακριβώς έγκειται στο γεγονός ότι όλες αυτές οι αναφορές είναι σε τέτοιο βαθμό αφομοιωμένες που να καθίσταται αδύνατον να τις διακρίνεις ή να τις απομονώσεις μέσα στο έργο. Το RahXephon παρακολουθείται εντελώς άνετα, αβίαστα και φυσιολογικά ακόμα κι αν αγνοείς τις επιρροές του δημιουργού του Yutaka Izubuchi, οι οποίες σε τελική ανάλυση και δεν πολυενδιαφέρουν δεδομένης της εξαιρετικής αυτοτέλειας του νεότερου έργου, όπως άλλωστε ελάχιστα ενδιαφέρει και το γεγονός ότι το διαβόητο «δίλημμα του σκαντζόχοιρου» στο Neon Genesis Evangelion δεν είναι παρά δάνειο από τον Schopenhauer ή οι περσόνες των Homunculi στο Fullmetal Alchemist δάνειο από τον Faust του Goethe.

Το πιο δυνατό ‘όπλο’ του RahXephon είναι αδιαμφισβήτητα το σενάριο του και η λεπτομερής σκιαγράφηση των χαρακτήρων. Το σενάριο κινείται σε πολλαπλές αφηγηματικές γραμμές (ταυτόχρονες, ανάδρομες και πρόδρομες) και το να το παρουσιάσουμε εδώ έστω και ελλειπτικά θα ήταν μάλλον αδύνατον, ενώ μία τέτοια απόπειρα θα επέσυρε και τον κίνδυνο να καταστρέψει την απόλαυση του δυνητικού θεατή να αποσαφηνίσει μόνος του το κουβάρι των διαπλεκόμενων αφηγηματικών ιστών. Εν προκειμένω, λοιπόν, θα περιοριστούμε μονάχα σε ορισμένες παρατηρήσεις περί των ηρώων και κάποιους κεντρικούς προβληματισμούς που η σειρά θέτει. Ο κεντρικός πρωταγωνιστής γύρω από τον οποίο πλέκεται ο αφηγηματικός ιστός είναι ο Ayato Kamina, μαθητή λυκείου δεκαεπτά χρονών. Ο Ayato κατοικεί σε μια πόλη η οποία ονομάζεται Tokyo (Jupiter), και η οποία, όπως διδάσκεται στο σχολείο είναι το Tokyo, η μοναδική πόλη που γλίτωσε από την καταστροφή που εξαφάνισε τον υπόλοιπο πλανήτη. Ο πληθυσμός του κόσμου έχει περιοριστεί σε 23 εκατομμύρια κατοίκους και περιορίζεται στα όρια του Tokyo. Ο υπόλοιπος κόσμος έχει καταστραφεί ενώ είναι χαρακτηριστικό πως τα αγγλικά είναι γλώσσα νεκρή. Είναι όμως πραγματικά έτσι; Σε έναν εναρκτήριο επεισόδιο, το οποίο θυμίζει ενίοτε το Matrix, και το οποίο στιγματίζεται από μια εχθρική εισβολή στο Tokyo, τίθενται βίαια οι βάσεις τις αμφιβολίας. Τα πράγματα παύουν να είναι αυτά ακριβώς που φαίνονται και οι άνθρωποι να είναι αυτοί που παρουσιάζονται πως είναι. Οι βεβαιότητες μία-μία καταρρέουν και ο Ayato δεν μπορεί να σταματήσει να αισθάνεται πως κάτι δεν είναι σωστό, πως κάτι δεν πάει καλά, πως κάτι του κρύβουν. Το γεγονός ότι ο κεντρικός πρωταγωνιστής, όπως και σε πολλά άλλα anime, βρίσκεται σε μία μεταβατική ηλικία, σε εκείνη την ηλικία που χαρακτηρίζεται ως το πέρασμα από την εφηβεία στην ενηλικίωση, δεν είναι σε καμία περίπτωση βέβαια τυχαίο. Αντίθετα, με την εύγλωττη ανθρωπολογική-ψυχολογική διάσταση της η συγκεκριμένη λεπτομέρεια υπογραμμίζει ιδανικά τον κεντρικό προβληματισμό που αναφέραμε στην αρχή αυτού του άρθρου. Ο Ayato δραπετεύοντας από το Tokyo, για να ανακαλύψει πως όσα διδασκόταν τόσα χρόνια δεν ήταν παρά ένα καλοστημένο ψέμα και πως υπάρχει ένας άλλος κόσμος έξω από το Tokyo, ο οποίος τον καλεί να ζήσει (και στον οποίο ακόμα και ο χρόνος κυλά διαφορετικά), θα διαπιστώσει πως για να ζήσει σε έναν οποιοδήποτε κόσμο θα πρέπει πρώτα να βρει τον εαυτό του και την θέση του μέσα σε αυτόν τον κόσμο, επιλέγοντας μια φαινομενικότητα ως πραγματική, επιλέγοντας δηλαδή έναν κόσμο ως Κόσμο. Για να αποκτήσει, όμως, συνοχή ο – οποιοσδήποτε – ‘κόσμος’ πρέπει πρώτα ν’ αποκτήσει συνοχή το υποκείμενο εντός του, εξωτερικεύοντας εν συνεχεία την αποκτηθείσα εσωτερική ενότητα εκτός του. Τα πάντα είναι ζήτημα ‘βλέμματος’. Αν το υποκείμενο δεν αντικρίζει εντός του παρά την πολυδιάσπαση και τον κατακερματισμό, δεν μπορεί παρά να εννοήσει τον ‘κόσμο’ που τον περιβάλλει ως εξίσου πολυδιασπασμένο και κατακερματισμένο. Και αντίστροφα, αν το υποκείμενο δεν αντικρίζει παρά μια ‘πραγματικότητα’ κατακερματισμένη, δεν μπορεί παρά να ‘μεταφέρει’ αυτόν τον θεώμενο κατακερματισμό και στη θέαση του εγώ του. Σε κάθε περίπτωση, η συμβολιστική αυτή διάσταση, που υπογραμμίζεται ιδανικά και από το φουτουριστικό στοιχειό του έργου και την κυρίαρχη διχοτομία-διάσταση Tokyo Jupiter- Υπόλοιπος Κόσμος, δεν αναιρεί την πρωταρχικά ανθρωπολογική σημασία της που ακούει στο όνομα «το στοίχημα της ενηλικίωσης».


Όμως ο Ayato θα διαπιστώσει πως και ο εξωτερικός υπόλοιπος κόσμος δεν είναι αυτός που αρχικά φαίνεται. Συνοδοιπόρος και καθοδηγήτρια σε αυτόν τον νέο για τον ήρωα κόσμο θα γίνει μια μυστηριώδης γυναίκα, η Haruka Shitow, που εμφανίζεται την ημέρα της εισβολής στο Tokyo στον Ayato και του υπόσχεται να του «αποκαλύψει την αλήθεια για τον κόσμο». Έτσι, η αναζήτηση της ταυτότητας του εγώ, η αναζήτηση της θέσης του στον κόσμο και η ενηλικίωση φαίνεται να περνάν υποχρεωτικά μέσα από το μονοπάτι του έρωτα. Στον καινούργιο εξωτερικό κόσμο ο ήρωας θα γίνει άθελα του μέλος μιας παγκόσμιας οργάνωσης, της Terra, η οποία υποτίθεται πως αντιπροσωπεύει το ανθρώπινο είδος εναντίον των Mulians που κατοικούν στο Tokyo Jupiter. Ο Ayato με την διπλή του ιδιότητα, ως μέλος-πολεμιστής της Terra και ως κάτοικος του Tokyo Jupiter και συνεπώς Mulian, γρήγορα θα κληθεί να ανακαλύψει πως όλη η πλάνη η οποία συγκαλύπτει τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων και στις δύο αντικρουόμενες όχθες, δεν είναι τελικά παρά το προϊόν των αντικρουόμενων συμφερόντων δύο κρατικών μηχανισμών. Θα μετατραπεί σε εξάρτημα μιας μηχανής που ελέγχει τη μοίρα του κι αποφασίζει εν αγνοία του για τον ίδιο. Θα νιώσει βαθιά την περιφρόνηση, ως ξένος, από τους ανθρώπους και θα απορρίψει την εικονική πραγματικότητα της ζωής στο Tokyo Jupiter, ως μη πραγματική. Φαινομενικά μοιάζει να μην ανήκει πουθενά. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο και θα έρθει μοιραία αντιμέτωπος με τα εκατέρωθεν συμφέροντα. Ο μόνος δρόμος που ανοίγεται μπροστά του είναι αυτός της σύγκρουσης με το τέρας που ακούει στο όνομα Κράτος, αυτόν τον αχόρταγο, αδίστακτο και αδηφάγο Λεβιάθαν του Thomas Hobbes.

Ο Ayato όμως χαρακτηρίζεται και από μιαν άλλη ιδιότητα καθόσον είναι δυνάμει ζωγράφος, ή όπως ο ίδιος λέει κάποια στιγμή «ένας μαθητής Λυκείου που θα ήθελε να γίνει κάποτε ζωγράφος». Για άλλη μια φορά στο κέντρο μιας σειράς anime τίθεται ένας ήρωας δηλωτικός του διαφορετικού και της διαφορετικότητας. Της μοναξιάς του διαφορετικού και της περιθωριοποίησης του. Όπως έχω ξαναγράψει και αλλού η συμβολική σημασία του μοτίβου είναι ξεκάθαρη: ο άνθρωπος είναι αναγκασμένος να ζει αποκλεισμένος από την κοινωνία. Είναι υποχρεωμένος να πονάει και να υποφέρει μόνος του, να κλαίει κρυφά στο σκοτάδι, όταν δεν υπάρχει κανείς γύρω του να τον χλευάσει - επειδή απλούστατα φοβάται, αδυνατεί ή ντρέπεται να κλάψει μαζί του -, να του κρατήσει το χέρι, να τον πάρει στην αγκαλιά του, να τον φιλήσει. Να του δείξει λίγη αγάπη, κατανόηση, να επικοινωνήσει μαζί του. Εντούτοις, αυτός ο αποκλεισμός δεν εδράζεται μόνο στον κοινωνικό περίγυρο, στην έλλειψη επικοινωνίας αλλά, και εδώ έγκειται η σπουδαιότητα του anime (διότι έτσι αποφεύγεται η ευκολία του ο «καλός-εαυτός» και οι «κακοί-άλλοι»), και στο ίδιο το άτομο. Είναι ο αποκλεισμός ο εδραιωμένος επάνω στη βάση της διαφορετικότητας. Της διαφορετικότητας αυτής που μόλις το άτομο τη συνειδητοποιήσει, βιώνει εκείνην την χαρακτηριστική και ηθελημένη αποξένωση από έναν κόσμο που δεν τον καταλαβαίνει ή, τουλάχιστον, νομίζει πως δεν τον καταλαβαίνει. Παράλληλα, όμως, η ίδια η, κατά βάση, εθελούσια αυτή αποξένωση βιώνεται συνήθως σαν κακόβουλος αποκλεισμός από το κοινωνικό σύνολο. Διότι, ανεξάρτητα από τις εσωτερικές-ψυχολογικές καταβολές της ή τις βιωματικές (βλέπε κοινωνικές) αφετηρίες της, η διαφορετικότητα είναι ένα χαρακτηριστικό που δεν συγχωρείται. Κι αυτό παρά το αντιφατικό γεγονός πως συντελείται εντός των ορίων μιας κοινωνίας που κατέστησε την ατομικότητα και την εξατομίκευση σημαία. Γιατί, τελικά, μπορεί να σου επιτρέπεται να είσαι άτομο μόνο στο βαθμό που τα ειδοποιά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας σου συμμορφώνονται, ή φαίνονται να συμμορφώνονται, με αυτά των γύρω σου. Το γεγονός επίσης ότι συστηματικά οι δημιουργοί του σύγχρονου anime χρησιμοποιούν ακριβώς τον καλλιτέχνη ως ενσάρκωση της διαφορετικότητας αυτής, ή τουλάχιστον της πιο χτυπητής μορφής της, δεν είναι καθόλου τυχαίος.

Έτσι, ο αγώνας του Ayato είναι πολυδιάστατος. Είναι αγώνας αυτογνωσίας, αγώνας για τον αναζήτηση της ταυτότητας του και της θέσης του στον κόσμο, είναι αγώνας για την αποσαφήνιση του πραγματικού και του φαινομενικού του περιβάλλοντος κόσμου, για την αλήθεια του δικού του – επιλεχθέντος – κόσμου, για τον έρωτα και την έξοδο απ’ τη μοναξιά, για την επιδίωξη κατανόησης και αντιμετώπισης του από τους άλλους ως ίσος προς ίσον και όχι ως μιας αρνούμενης διαφορετικότητας, αλλά μέσω της αποδοχής της διαφορετικότητας. Κυρίως, όμως, είναι ένας αγώνας για την απολύτρωση από το επιβεβλημένο από τους άλλους προϋπάρχον – καθότι κληροδοτημένο – υπάρχον. Ένας αγώνας για την ελευθερία. Ο Hegel γράφει κάπου στα πρώτα γραπτά του: «Η δυνατότητα της αντίθεσης είναι η ελευθερία· η ίδια η πράξη του αντιτίθεσθαι είναι μια πράξη ελευθερίας». Για να αντιτεθείς όμως σε κάτι πρέπει προηγουμένως να το γνωρίσεις, να το αναγνωρίσεις ως τέτοιο που είναι και να το αρνηθείς. Ή αλλιώς, η δυνατότητα της άρνησης είναι η ελευθερία. Όμως η άρνηση δεν είναι μια αυτονόητη, εγγενής στον άνθρωπο, δυνατότητα. Δεν είναι μία ιδιότητα που κληρονομείται. Είναι μία ιδιότητα που καλλιεργείται. Αντιστοίχως, η ελευθερία δεν είναι μια κατάσταση που χαρίζεται. Είναι μια κατάσταση που αναγνωρίζεται ως αναγκαία, επιδιώκεται και κατακτείται. Συνενωμένα όμως τα δύο σκέλη του συλλογισμού εξυπονοούν πως ο δρόμος για την ελευθερία περνάει κατ’ ανάγκην μέσα από την άρνηση του υπάρχοντος. Κι εδώ ακριβώς τίθεται με ιδιαίτερη βαρύτητα το τελικό μήνυμα της σειράς. Διότι μέσα από τη μάλλον ιδιόρρυθμη τελική σκηνή αποκαλύπτεται ότι όσα προηγήθηκαν δεν ήταν τελικά παρά το αποτέλεσμα μιας αρχετυπικής διχοτομίας, μιας διάστασης: της διάστασης του κόσμου ως αναπαράστασης και του κόσμου ως βούλησης. Ο Ayato διεκδικώντας την ίδια την ιδιαιτερότητα και διαφορετικότητα του (αποδεχόμενος την καλλιτεχνική του ιδιότητα) ως ειδοποιό χαρακτηριστικό της ύπαρξης του, θα προβεί όχι απλώς σε μιαν άρνηση αλλά σε μια ολιστική καταστροφή του υπάρχοντος, του κόσμου ως αναπαράστασης, για να επιλέξει την ελεύθερη, προσωπική αυτοδιαμόρφωση, τον κόσμο ως βούληση. Θα επιτελέσει εκείνο το δύσκολο, οδυνηρό και μεγαλειώδες συνάμα, φροϋδικό πέρασμα από το προϋπάρχον αυτό στο αυτοδημιουργημένο εγώ.



Ζ. Δ. Αϊναλής


Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2008

Αφιέρωμα: Ελληνική ποίηση 1952 – 1974

Marc Chagall, Traum der Liebenden


Δ. Π. Παπαδίτσας


ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ

(1956)


Το δέντρο


Αυτό το δέντρο είναι τα μαλλιά σου νομίζω

Που από καιρό μέσα μου

Έγιναν φωλιές

Με αυγά πουλιών

Ερπετών

Νυχτών


Είναι το χέρι μου

Που χρόνια μπαινοβγαίνει εντός σου

Ή και σε σφίγγει και σου βγάζει το κουκούτσι


Είναι η ματιά μου που σαν κλωστή

Μαύρη κίτρινη πράσινη κόκκινη – όχι γαλάζια

Κεντάει στα πόδια σου

Σκηνές ιστορικών μαχών


Οι ρίζες του είναι

Αυτοκτονίες νέων

Όχι γι αστείες υποθέσεις

Αλλά γιατί

Κάποτε οι Σουλτάνοι αποκοιμήθηκαν πλάι τους


Και μόνο τα φύλλα αυτού του δέντρου

Είναι όπως τα ξέρουν όλοι

Και πιο πολύ οι βοτανολόγοι

Που ξέρουν τη χημεία της χλωροφύλλης.


Το φεγγάρι


Δε σκέφτηκες ότι μια νύχτα κρυφά

Στις μύτες των ποδιών μου

Πήρα όλα τα οστά μας

Και τα βούτηξα – ας μην το μάθουν σε παρακαλώ

Στο φεγγάρι


Τώρα ας τραγουδήσουμε το φεγγάρι

Κανείς δεν θα μας πει ότι το περιέχουμε σαν έμβρυο

Η γνωστή ιστορία ότι τα έμβρυα μεγαλώνουν

Και στο τέλος αποχωρίζονται απ’ τις μητέρες τους

Θα επαναληφθεί κι εδώ

Και τότε μ’ έκπληξη οι συγγενείς οι φίλοι κι εμείς οι ίδιοι ακόμα

Θα πηγαίνουμε το φεγγάρι περίπατο

Θα το τραγουδάμε και θα μας τραγουδάει

Θα το ‘χουμε στα χέρια μας

Στο μυαλό μας στη συνήθεια να ξυπνάμε πρωί

Δεν γίνεται λόγος για τη σκέψη

Αυτή ανέκαθεν είναι το φεγγάρι


Και κάτι άλλο

Αν σε ρωτήσουν να τους πεις το μυστικό

Πες τους ένα ψέμα:

Υπάρχει ένα και μοναδικό φεγγάρι

Αυτό που είναι στον ουρανό.


Νυχτερινά

της Magali, της Τατιάνας


Ι


Ν’ ακούς πάντα

Ν’ ακούς το μεγάλωμα της νύχτας

Ν’ ακούς των χεριών τον ψαλμό το ξεκόλλημα της πέτρας απ’ τον τοίχο

Ν’ ακούς το φυτό που τρίζει το πρωί, το μεγάλωμα της νύχτας στο δέρμα

Ν’ ακούς τον αγέρα στων πουλιών τα κόκαλα

Ν’ ακούς του πουλιού το δρόμο την αγάπη του σπιτιού του νερού το φως

Ν’ ακούς των ματιών τη δόνηση καθώς απ’ τον ορίζοντα γυρίζουν

Και ακινητούν σ’ άλλων ματιών την αιώρα

Ν’ ακούς της φωτιάς τον πανικό, του ζώου το θρήνο

Το άχυρο που καίγεται στον ήλιο

Τον ήλιο ν’ ακούς που δέρνεται απ’ το φέγγος της σταγόνας

Ν’ ακούς του άστρου το χρώμα

Ν’ ακούς του άστρου την ευωδιά που ο κόσμος την ανάσανε κι έγινε περιβόλι

Ν’ ακούς στην ερημιά το χοροπηδητό της ρίζας

Ν’ ακούς μες στους θορύβους το ψιθύρισμα του νου που τον καρφώνουμε στον τοίχο

Ν’ ακούς τα μαλλιά τα φρύδια το μέτωπο και τη θλίψη τους

Όπως όταν ακούμε στο μυαλό μαχαίρια ν’ ακονίζονται

Ν’ ακούς τα χέρια ή τις παρειές που είναι μες στα χέρια ζεστές και τρέμουν

Ν’ ακούς την τουφεκιά που αστοχεί όμως που κόβει στα δυο τα πάντα

Κι ύστερα ο ύπνος πάλι τα ενώνει


Ν’ ακούς της χαραμάδας την οδύνη που ευρύνεται να πεταχτεί ο Θεός

Ν’ ακούς το Θεό μες στο φόνο σαν το φλουρί στη νύχτα

Σαν την αστραπή πάνω στο φλουρί


Την καρδιά ν’ ακούς

Ν’ ακούς τον ουρανό που σαλεύει στου εμβρύου τον ύπνο

Την καρδιά ν’ ακούς που γεμίζει τον κόσμο παιδιά κι άλλα φεγγάρια

Ν’ ακούς στο χώμα το άλογο, στο χώμα το σκάψιμο, την πληγή του νερού

Το τρίψιμο του αλόγου στον αέρα

Ν’ ακούς πάντα.


IV


Από πού έρχεται η νύχτα; πως μπορεί και μπαίνει μες στα δέντρα

Σαν τη βροχή στο χώμα; Εσύ που είσαι δίπλα μου

Και δεν μπορώ να σ’ αφήσω και να φύγω διότι

Η ψυχή μου είναι σκελετός πουλιού που βρέθηκε εντός σου

Κοίτα με. Μήπως δεν μπορείς βλέποντας με να με στεγνώσεις

Σαν να ‘μαι ένα βρεμένο ρούχο κι εσύ το μεσημέρι;


Πώς να φύγεις; η βροχή σε καρφώνει πάνω μου με χιλιάδες καρφιά

Έγινα εκείνο που θυμάσαι σ’ όλη σου τη ζωή

Είμαι κι ο αγέρας όταν είσαι φωτιά.


VI


Αν διψάσεις εγώ θα σου γίνω νερό

Σε μένα θα σκύψει το στόμα σου εμένα θα ευχαριστήσεις

Σε μένα θα δώσεις τη γδύμνια σου

Εσύ η ρίζα από μένα το υγρό χώμα θα περιβληθείς

Κι ο κόσμος θ’ ακούσει τη χαρούμενη κραυγή σου

Εσύ θ’ απλώσεις αποφυάδες στο κορμί μου

Που από μέσα θα με πονούν διασχίζοντας με

Κι ας με πονούν, η χαρούμενη κραυγή σου με φέρνει στη θάλασσα

Με πάει πιο μακριά με ξυπνάει πάνω σε χορτάρια

Οδηγεί τα χέρια μου, τα θρυμματίζει σε άπειρες μικρές φωτιές

Που η φεγγοβολή τους μεγαλύνει την ψυχή του πλησίον


Αν νυστάξεις εγώ θα σου γίνω μαλακό κρεβάτι να κοιμηθείς

Κι από κάθε της καρδιά μου χτύπο θα πετιέται

Κι ένα όνειρο. Το πρωί εγώ θα ‘μαι τα παιδιά

Που θα τους λες τα όνειρα

Εγώ θα ‘μαι η χαρά τους να σ’ ακούν και να σε βλέπουν

Να σ’ αγγίζουν με των ματιών τους το μυστήριο

Και να σ’ αφήνουν ύστερα μ’ έναν τρόπο σαν τα πουλιά


Αν κρυώνεις εγώ θα σου γίνω το ένδυμα

Κι αν ήμουν ως τώρα κρύος αγέρας θα το ξεχάσω

Θα γίνω η γλυκιά φωτιά σ’ όσους κρυώνουν

Αχ τα κρύα χέρια των ανθρώπων κι η φωτιά


Αν πεινάσεις εγώ θα ‘μαι το ψωμί

Το ξεχασμένο στη σκοτεινιά του ντουλαπιού

Θέ μου η ψυχή του πεινασμένου

Φωτίζει πάντα ένα ψωμί.


***

Σε συνεργασία με την Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης – Ποιείν :

http://www.poiein.gr/archives/3424/index.html