Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2008

Γιατί τον είχαμε λησμονήσει…

Γιάννης Ρίτσος (1909-1990)
(Μέρος πρώτο)


Έχω την αίσθηση πως όσο περνά ο καιρός το όνομα και το έργο του Γιάννη Ρίτσου δεν απαγκιστρώνεται από τις αγκυλώσεις του παρελθόντος με αποτέλεσμα να μην καταλαμβάνει την θέση εκείνη που του αξίζει. Ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Εμπειρίκος, και σε έναν ορισμένο βαθμό ο Εγγονόπουλος, έχουν ήδη λάβει τη θέση που τους αναλογεί μέσα στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Εντούτοις δεν ξέρω κατά πόσον ισχύει το ίδιο και για τον Ρίτσο. Ίσως να φταίει που κατά τη διάρκεια της ζωής του ενόχλησε πολύ. Ίσως να φταίει και η εικόνα που ο ίδιος καλλιέργησε για τον εαυτό του. Ίσως να φταίει που σήμερα, είκοσι σχεδόν χρόνια από το θάνατο του, η πολιτική ποίηση ενοχλεί ακόμη περισσότερο. Αν αποφασίζω να παρουσιάσω εδώ τμηματικά μια μικρή επιλογή από το έργο του το κάνω ως έναν ελάχιστο φόρο τιμής και με την δεδηλωμένη επιθυμία να αναδείξω τα περισσότερα από ένα πρόσωπα ενός ποιητή, στου οποίου το έργο συνυπάρχουν τόσο ποιητικές συνθέσεις εβδομήντα – ή και πλέον – σελίδων όσο και ποιήματα αποτελούμενα από έναν και μοναδικό στίχο. Κατ’ αρχάς οφείλω να διευκρινίσω ότι προσωπικά θεωρώ τον Γιάννη Ρίτσο μαζί με το Γιώργο Σεφέρη τους μεγαλύτερους έλληνες ποιητές του 20ου αιώνα. Βεβαία είναι αμφίβολο το κατά πόσον τέτοιου είδους αφορισμοί έχουν την οποιαδήποτε σημασία. Και για να επιχειρηματολογήσω υπέρ μιας τέτοιας άποψης θα χρειαζόμουν περισσότερο χώρο και χρόνο από όσον διαθέτω. Εντούτοις, από ιστορική άποψη και μόνο, έχω την αίσθηση πως είναι το δικό τους έργο, μαζί με αυτό των Κ. Π. Καβάφη και Κ. Γ. Καρυωτάκη, που σφράγισε ανεξίτηλα την ελληνική ποίηση, επηρέασαν και επηρεάζουν τις εξελίξεις της. Δεν υπάρχει περίπτωση ο δυνητικός ποιητής του πρόσφατου παρελθόντος, του παρόντος – και ενδεχομένως του μέλλοντος – να μην αναμετρηθεί με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο με το έργο τους.
Ο Γιάννης Ρίτσος είχε κατά την διάρκεια της ζωής του την καλή τύχη – ή την ατυχία, αν προτιμάτε – να καταστεί δημοφιλής. Όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις η δημοτικότητα εδράζεται σε λόγους άσχετους από το καλλιτεχνικό δημιούργημα ή τουλάχιστον ελάχιστα εφαπτόμενους μαζί του. Το αποτέλεσμα ήταν η δημόσια προβολή μιας μονάχα συνιστώσας της ποίησης του, αυτής που και ο ίδιος εν πλήρη επίγνωση αποκαλούσε "επικαιρική". Το αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος υπήρξε διπλό: αφενός παρέμειναν στη σκιά οι άλλες πτυχές, κατά πολύ σημαντικότερες, του έργου του και αφετέρου το έργο εκείνο για το οποίο στην εποχή του κατέστη διάσημος στερήθηκε τη δυνατότητα μιας νηφάλιας αποτίμησης και, το κυριότερο, νέων αναγνωστών. Διότι όσο καλοπροαίρετος κι αν είναι ένας νέος αναγνώστης σήμερα είναι αδύνατο να διαβάσει ποιήματα όπως "Ο Επιτάφιος" ή "Η Ρωμιοσύνη" για λόγους άλλους από ιστορικού ενδιαφέροντος. Δεν θέλω να παρεξηγηθώ και να θεωρηθεί πως υποτιμώ τα ποιήματα αυτά, που αναμφίβολα είναι από τα σημαντικότερα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Διατυπώνω μονάχα την κοινή αίσθηση όλων: ο κορεσμός που επέφερε η επαναληπτική επαφή μαζί τους, μακροπρόθεσμα, τα έβλαψε ανεπανόρθωτα ώστε να καταστούν πλέον ανυπόφορα τετριμμένα. Ιδίως για τους ανθρώπους της ηλικίας μου και της γενιάς μου, φέρνουν στο νου υποχρεωτικές θεοδωρακικές ακροάσεις, τα ακούσματα της γενιάς των γονέων μας, που αφού επιτέλεσαν το ιστορικό χρέος τους με το Πολυτεχνείο αρκέστηκαν, σαν τον ήρωα στο «Ψαράκι της γυάλας» του Χάκκα, να αναπολούν με νοσταλγία περασμένα μεγαλεία και να απολαμβάνουν τις επαναστατικές δάφνες τους τα σαββατόβραδα στο σαλόνι με ξηρούς καρπούς, ουίσκι και Coca-Cola… αλλοτριωμένοι με τρόπο τραχύ και πρωτοφανή και με ρυθμούς χιονοστιβάδας…
Στην επιλογή που ακολουθεί θα προσπαθήσω να παρουσιάσω, αναγκαστικά εντελώς επιγραμματικά, λόγω έλλειψης χώρου, περισσότερες από μία από αυτές τις πτυχές του "άγνωστου" Ρίτσου, ελπίζοντας να καταστούν ευδιάκριτες και κυρίως να αναδείξουν το πολυδιάστατο, ή το "πολυφωνικό" αν προτιμάτε – ακόμα και σε πολιτικό επίπεδο –, του δημιουργού τους. Για καθαρά πρακτικούς λόγους είμαι υποχρεωμένος να αποκλείσω από αυτήν την υποτυπώδη ανθολογία τις πολυσέλιδες ποιητικές συνθέσεις (ξεκινώντας από την μεθοδολογική αρχή πως μία ποιητική σύνθεση είναι αδιανόητο να φιλοξενείται σε μιαν ανθολογία αποσπασματικά). Αρκούμαι να αναφέρω τους μονολόγους της Τέταρτης Διάστασης (από τους οποίους θα ξεχώριζα πρωτίστως την Σονάτα του Σεληνόφωτος και τον Φιλοκτήτη, καθώς και τον Αγαμέμνονα, το Χρονικό και τον Ορέστη), καθώς επίσης και τις δύο αριστουργηματικές συνθέσεις της εντελώς όψιμης περιόδου του, Γκραγκάντα (παρενθετικά να πω εδώ πως πιστεύω πως θα ήταν ενδιαφέρουσα ενδεχομένως η απόπειρα μιας συστηματικής παραβολής κάποτε του εν λόγω έργου με την φελινική μυθολογία και εικονοπλασία) και Τερατώδες Αριστούργημα.



Το νόημα της απλότητας


Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε·

αν δε με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα,

θ’ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου,

θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας.


Το αυγουστιάτικο φεγγάρι γυαλίζει στην κουζίνα

σα γανωμένο τεντζέρι (γι αυτό που σας λέω γίνεται έτσι)

φωτίζει τ’ άδειο σπίτι και τη γονατισμένη σιωπή του σπιτιού –

πάντα η σιωπή μένει γονατισμένη.


Η κάθε λέξη είναι μια έξοδος

για μια συνάντηση, πολλές φορές ματαιωμένη,

και τότε είναι μια λέξη αληθινή, σαν επιμένει στη συνάντηση.


Ιπποδρόμιο


Νυχτερινό ιπποδρόμιο, τα φώτα, η μουσική,

τ’ αστραφτερά αυτοκίνητα σ’ όλο το μάκρος της λεωφόρου.

Όταν σβήνουν τα φώτα στη συνοικία,

όταν κι η τελευταία νότα πέφτει σαν ξερό φύλλο,

η πρόσοψη του ιπποδρομίου γίνεται

σαν πελώρια βγαλμένη μασέλλα. Τότε

τα χάλκινα όργανα κοιμούνται στις θήκες τους,

πάνω απ’ την πολιτεία ακούγεται η κραυγή των ζώων,

η τίγρις μέσα στο κλουβί της προσηλώνεται στον ίσκιο της,

ο θηριοδαμαστής βγάζει τη στολή του και καπνίζει το τσιγάρο του.


Κι η συνοικία στιγμές - στιγμές φωτίζεται

καθώς αστράφτουν τα μάτια των λιονταριών πίσω απ’ τα κάγκελα.


Μικρογραφία


Η γυναίκα σηκώθηκε μπροστά στο τραπέζι. Τα λυπημένα της

χέρια

κόβουν λεπτές φέτες λεμόνι για το τσάι

σαν κίτρινους τροχούς για ένα πολύ μικρό αμαξάκι

παιδιάστικου παραμυθιού. Ο νεαρός αξιωματικός αντίκρυ της

χωμένος στην παλιά πολυθρόνα. Δεν την κοιτάει.

Ανάβει το τσιγάρο του. Το χέρι του με το σπίρτο τρέμει

φωτίζοντας το τρυφερό πηγούνι του και το χεράκι του φλιτζανιού.

Το ρολόι

κρατάει μια στιγμή το καρδιοχτύπι του. Κάτι έχει αναβληθεί.

Η στιγμή πέρασε. Είναι αργά. Να πιούμε το τσάι μας.

Μπορεί λοιπόν να ‘ρθει ένας θάνατος μ’ ένα τέτοιο αμαξάκι;

Να περάσει και να φύγει; Ν’ απομείνει μονάχα

ετούτο το αμαξάκι με τις κίτρινες ροδίτσες του λεμονιού

σταματημένο τόσα χρόνια σε μια πάροδο με σβηστούς φανοστάτες

κι ύστερα ένα μικρό τραγούδι, λίγος αχνός, κι ύστερα τίποτα;

(Παρενθέσεις, 1946 – 1947)


2 Δεκεμβρίου


Ο ουρανός είναι μια τρύπα.

Δεν χωράμε.


4 Δεκεμβρίου


Πρόβατο, πρόβατο της παγωνιάς

μικρό ποίημα

πιάσε με απ’ το χέρι.

Η αυγή έχει τ’ αγκάθι της

και το σκαμνί της.

Ως το βράδυ ας πιστέψουμε.


15 Ιανουαρίου


Πολιορκώ το μαύρο σημάδι βήμα βήμα

διπλασιάζω το πράσινο ενός φύλλου

πολλαπλασιάζω μιαν αίσθηση ησυχίας

χρησιμοποιώ μεταφορές, μεταφέρω

άλλοτε αλλού πουθενά.

Άξαφνα νιώθω να βρίσκομαι

Πολιορκημένος από το μαύρο σημάδι.

(Ημερολόγια εξορίας, 1948-1949)


Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2008

Barracuda Club

Paul Éluard (1895 – 1952)
(Μέρος πρώτο)



οι μεταφράσεις αυτές, στη Μυρτώ

Πάθος


Μετά από χρόνια ολόκληρα σωφροσύνης

τόσο διάφανος ο κόσμος όσο μία βελόνα

τρυφερά γουργουρίσματα, θα ήτανε κάτι άλλο;

Έχοντας αντιπαλέψει, εκτιμήσει, το θησαυρό διασπαθίσει

Περισσότερα από ένα κόκκινα χείλη μ’ ένα κόκκινο στίγμα

Και περισσότερες από μια γάμπες λευκές μ’ ένα πέλμα λευκό

Για ποιους μας περνάμε λοιπόν;

***

Σουίτα


Κοιμάται, στο ένα μάτι η σελήνη, ο ήλιος στο άλλο,

Ένας έρωτας στο στόμα βαθιά, ένα πουλί όμορφο στα μαλλιά,

Στολισμένη καθώς οι αγροί, τα δάση, οι δρόμοι κι η θάλασσα,

Στολισμένη και όμορφη καθώς ο γύρος του κόσμου.


Φεύγεις διασχίζοντας το τοπίο,

Ανάμεσα στα κλαδιά του καπνού και τους καρπούς όλους του ανέμου,

Πέτρινες γάμπες σε κάλτσες από άμμο,

Πιασμένη στη μέση και σ’ όλους τους μύες του ποταμού

Κι η έσχατη έγνοια σ’ ένα πρόσωπο αλλοιωμένο.

***

Η ισότητα των φύλων


Τα μάτια σου έχουν επιστρέψει από μιαν αυθαίρετη χώρα

Όπου κανείς δεν έμαθε ποτέ τι είναι βλέμμα

Μήτε και γνώρισε την ομορφιά των ματιών, την ομορφιά της πέτρας,

Εκείνη του νερού της σταγόνας, το μαργαριτάρι μες τα ντουλάπια,


Την πέτρα γυμνή και χωρίς σκελετό, άγαλμα μου,

Ο ήλιος εκτυφλωτικός σε κρατάει καθρέφτη,

Κι αν μοιάζει να υπακούει στις δυνάμεις του δειλινού

Είναι που το κεφάλι σου είναι κλειστό, άγαλμα πτοημένο


Απ’ τον έρωτα μου και την πρωτόγονη πανουργία μου.

Ο ακίνητος πόθος μου το τελευταίο σου στήριγμα

Και δίχως μάχη σε μεταφέρω, εικόνα μου,

Τσακισμένη απ’ την αδυναμία μου κι αιχμάλωτη στους δεσμούς μου.

***

Στην καρδιά της αγάπης μου


Ένα πουλί όμορφο μου δείχνει το φως

Εκείνη στέκεται κατάφωρη μες τα μάτια του.

Πάνω σε μια σφαίρα από γκι τραγουδάει

Στον πυρήνα του ήλιου.

*

Τα μάτια των ωδικών κτηνών

Και τα άσματα της οργής ή της ανίας τους

Μου έχουν απαγορεύσει την έξοδο απ’ αυτό το κρεβάτι.

Εδώ θα περάσω τη ζωή μου.


Η χαραυγή σε χώρες δίχως χάρη

Λαμβάνει την εμφάνιση της λήθης.

Και που συγκινημένη μια γυναίκα αποκοιμιέται, την αυγή,

Το κεφάλι πρώτο, η πτώση του το φωτίζει.


Αστερισμοί

Γνωρίζετε το σχήμα του κεφαλιού της

Εδώ, συσκοτίζονται όλα:

Το τοπίο ολοκληρώνεται, αίμα στα μάγουλα,

Με τον ύπνο

Οι όγκοι μειώνονται και κυλούν στην καρδιά μου.

Και ποιος λοιπόν θέλει την καρδιά μου να πάρει;

*

Ποτέ μου δεν ονειρεύτηκα μιαν έτσι όμορφη νύχτα.

Οι γυναίκες του κήπου ζητούνε να μ’ αγκαλιάσουν –

Στηρίγματα τ’ ουρανού, τα δέντρα ακίνητα

Αγκαλιάζουνε τις σκιές που τα στηρίζουν.


Μια γυναίκα με καρδιά χλωμή

Βάζει τη νύχτα στα ρούχα της.

Ο έρωτας ανακάλυψε τη νύχτα

Στ’ αψηλάφητα στήθη της.


Πώς να βρεις στα πάντα την ηδονή;

Καλύτερα, όλα να τα διαγράψεις.

Ο άνδρας όλων των κινήσεων,

Όλων των θυσιών και όλων των κατακτήσεων

Κοιμάται. Κοιμάται, κοιμάται, κοιμάται.

Αθέατη, από τους στεναγμούς του διαγράφεται η νύχτα ελάχιστη.


Δεν νιώθει ούτε κρύο, ούτε ζέστη.

Δραπετεύει αιχμάλωτος για να κοιμηθεί.

Δεν είναι νεκρός, κοιμάται.


Όταν αποκοιμήθηκε

Όλα τον ξάφνιαζαν,

Έπαιζε με πάθος,

Παρατηρούσε,

Άκουγε.

Η τελευταία του λέξη:

« Αν ήταν να ξαναρχίσω, θα σ’ έβρισκα χωρίς να σε ψάξω ».

Κοιμάται, κοιμάται, κοιμάται.

Όσο και να σηκώνει η αυγή το κεφάλι

Εκείνος κοιμάται.

***

Η ερωτευμένη


Στέκεται όρθια στα βλέφαρα μου,

Και τα μαλλιά της μες τα δικά μου,

Έχει των χεριών μου το σχήμα,

Έχει των ματιών μου το χρώμα,

Βυθίζεται στη σκιά μου

Καθώς μια πέτρα στον ουρανό.


Έχει τα μάτια πάντα ανοιχτά

Και δεν μ’ αφήνει να κοιμηθώ.

Τα όνειρα της γεμάτα φως

Κάνουν τους ήλιους να εξατμίζονται

Με κάνουνε να γελώ, να κλαίω και να γελάω

Να μιλώ δίχως να έχω κάτι να πω.

***



Από τη συλλογή Πρωτεύουσα του πόνου (Capitale de la douleur,1926).




Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2008

Park Chan-Wook, I am a cyborg, but that’s ok.

Οι απανταχού κινηματογραφόφιλοι έχουν από καιρό συνειδητοποιήσει ότι η σημαντικότερη τα τελευταία χρόνια κινηματογραφική παραγωγή έρχεται από την Ασία. Πρόκειται για υποκειμενική εκτίμηση βεβαίως αλλά προσωπικά είμαι πεπεισμένος ότι η αδιαμφισβήτητη πολιτιστική άνθηση που παρατηρείται την τελευταία δεκαπενταετία στην Ασία, δεν έχει το αντίστοιχο της πουθενά αλλού στον κόσμο αυτήν την στιγμή. Και ούτε καν λόγος να γίνεται για την αποτελματωμένη πολιτισμικά Ευρώπη. Οι πιο διαδεδομένες ευρέως, σε παγκόσμιο επίπεδο, πτυχές της καλλιτεχνικής δραστηριότητας των ασιατών είναι ο κινηματογράφος (με σφραγίδα κυρίως κορεάτικη) και το Anime (με σφραγίδα ιαπωνική). Προσωπικά μου φαίνεται αδιανόητη μια πολιτιστική άνθηση που αφορά μόνον επιμέρους τέχνες και όχι ολόκληρο το φάσμα των τεχνών, καθώς αυτή προκύπτει αναμφίβολα από ένα συγκεκριμένο κοινωνικό υπόβαθρο καθώς και από τις εσωτερικές – ιδεολογικές διεργασίες που αυτό το τελευταίο προκαλεί. Εντούτοις, η επαφή με τις υπόλοιπες τέχνες, ιδίως αυτές του Λόγου, καθίσταται προβληματική ένεκα της απουσίας ικανοποιητικής και μαζικής γνώσης των ασιατικών γλωσσών από τον ευρωπαϊκό πληθυσμό. Ας επιστρέψουμε εντούτοις στον κινηματογράφο. Οι μεγάλοι ασιάτες σκηνοθέτες έχουν κατορθώσει το αδιανόητο: σχεδόν με κάθε ταινία τους να αλλάζουν την ιστορία του κινηματογράφου. Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 ο κινέζος Wong Kar-wai με τις ταινίες Chungking Express (1994) και Fallen Angels (1995), στα τέλη της ίδιας δεκαετίας ο κορεάτικος μετεωρίτης που ακούει στο όνομα Kim Ki-duk γυρίζει μοναδικές ταινίες όπως οι The Isle (2000), Bad Guy (2001) και κυρίως το ανυπέρβλητο Address Unknown (ελληνικός τίτλος Άγνωστος παραλήπτης, 2001), το οποίο προσωπικά θεωρώ μία από τις σημαντικότερες δημιουργίες όλων των εποχών. Στα βήματα του τελευταίου ο επίσης κορεάτης Park Chan-wook το 2003 θα συνταράξει την κινηματογραφική κοινότητα με το Old boy.

Ο Park Chan-wook γεννήθηκε στις 23 Αυγούστου 1963. Θα μεγαλώσει στην Seoul και θα σπουδάσει φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο Sogang, όπου θα ιδρύσει μια κινηματογραφική λέσχη. Επηρεασμένος, όπως ο ίδιος έχει ρητά δηλώσει σε συνεντεύξεις, από τον Σοφοκλή, τον Shakespeare, τον Kafka, τον Dostoevsky, τον Balzac, τον Hitchcock, τον Aldrich, τον Bergman και τον κορεάτη σκηνοθέτη Kim Ki-young, θα γυρίσει το Sympathy for Mr. Vengeance (ελληνικός τίτλος Τελευταία εκδίκηση), την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, το 2002, ως πρώτος μέρος μιας τριλογίας, της Τριλογίας της εκδίκησης. Θα ακολουθήσουν οι ταινίες Old boy και Sympathy for Lady Vengeance (ελληνικός τίτλος Η εκδίκηση μιας κυρίας, 2005). Από τις τρεις αυτές ταινίες η πιο ολοκληρωμένη αυτοτελώς είναι αναμφίβολα το συγκλονιστικό, από κάθε άποψη, αριστούργημα που ακούει στο όνομα Old boy. Η πρώτη ταινία της τριλογίας το Sympathy for Mr. Vengeance είναι επίσης ένα αρκετά ολοκληρωμένο film και οπωσδήποτε πολύ δυνατή ταινία, αλλά έχω την αίσθηση ότι εκεί ακόμα ο Park δεν έχει βρει το προσωπικό του style (οι επιρροές άλλωστε από τον Kim Ki-duk είναι εμφανείς), ενώ η τελευταία ταινία της τριλογίας το Sympathy for Lady Vengeance είναι η λιγότερο άρτια ως αυτοτελής δημιουργία και η πιο προβληματική, μολονότι πανέμορφη εικαστικά, της τριλογίας. Ωστόσο, αν θα ήθελε κανείς να αντιληφθεί συνολικά το όραμα του Park, οφείλει να δει τις τρεις ταινίες μαζί, και μάλιστα την μία μετά την άλλη, ούτως ώστε να μην απολέσει την υπόγεια συναισθηματική ενότητα που τις διαπερνά, και τότε, μετά από περίπου εφτά ώρες αποκαλύπτεται μονομιάς διάφανο μπροστά στα μάτια του, κατά το καθηλωτικό τελευταίο δεκάλεπτο του Sympathy for Lady Vengeance, το ένα και μοναδικό μήνυμα του όλου εγχειρήματος και κυρίως η επιδιωκόμενη σύνθεση, έχοντας περάσει ήδη από την θέση και την αντίθεση, του δημιουργού περί του νοήματος του βασικού άξονα της τριλογίας του, δηλαδή την εκδίκηση, η οποία εν τέλει κατανοούμε ότι νοείται μακροσκοπικά (με διευρυμένη κοινωνικά και διαχρονική ιστορικά, δηλαδή, σημασία) και όχι μικροσκοπικά (δηλαδή, ατομικά).

Η τελευταία ταινία του Park, το I am a cyborg, but that’s ok (που στην Ν. Κορέα κυκλοφόρησε το 2006), αποτέλεσε οπωσδήποτε μια τεράστια έκπληξη για όσους είχαν προηγουμένως δει τις σκοτεινές και βίαιες ταινίες της τριλογίας. Κακώς βέβαια, διότι ο σκηνοθέτης με το τελευταίο δεκάλεπτο του Sympathy for Lady Vengeance μας είχε προετοιμάσει. Έτσι, εκ των υστέρων νοούμενες, οι ταινίες της τριλογίας συναποτελούν την θέση και την αντίθεση, προετοιμάζοντας μας για την σύνθεση του I am a cyborg, but that’s ok. Από μόνος του ο τρόπος που επικοινωνούν εσωτερικά οι δημιουργίες του Park, συμπληρώνοντας και επεκτείνοντας, ως ένα ενιαίο work in progress, η μία την άλλη, είναι ήδη αρκετά εντυπωσιακός.

Η ταινία λαμβάνει χώρα σε ένα φρενοκομείο και επικεντρώνεται στην σχέση της Young-goon, μιας νεαρής κοπέλας που νομίζει πως είναι cyborg, και του Il-soon, ενός νεαρού που νοσηλεύεται για αντικοινωνική συμπεριφορά και σχιζοφρένεια (εντούτοις ο Park, αφήνει να αιωρείται στο χώρο το ερώτημα αν ο Il-soon είναι πραγματικά σχιζοφρενής ή υποδύεται τον σχιζοφρενή για να αποφύγει την φυλάκιση, παραπέμποντας έτσι εμμέσως και στο One Flew Over the Cuckoo's Nest (1975) του Miloš Forman). Στα αδιαφιλονίκητα πλεονεκτήματα της ταινίας συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνείες των δύο νεαρών, της Su-jeong Lim ( στο ρόλο της Young-goon) και του ινδάλματος στην Κορέα Rain ( πραγματικό όνομα Jeong Ji Hoon, στο ρόλο του Il-soon).

Σε έναν κόσμο όπου κανείς δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τον άλλο, καθώς ο κάθε ένας ζει σε μία αποκλειστικά δική του πραγματικότητα, και κυρίως σε έναν κόσμο όπου οι υποτιθέμενοι αρμόδιοι για την επίβλεψη και την φροντίδα των τροφίμων, με την στενόμυαλη λογική τους, αδυνατούνε να τους κατανοήσουν, οι δύο νεαροί μεταξύ τους θα διαμορφώσουν προσωπικούς, εντελώς δικούς τους κώδικες επικοινωνίας, θα έρθουν ο ένας κοντά στον άλλο, θα ερωτευτούν και μέσω μιας μοναδικής αλληλεγγύης (με το σύνολο των τροφίμων, στοιχείο πολύ σημαντικό), θα βρουν μόνοι τους λύσεις στα προβλήματα τους, λύσεις που οι αρμόδιοι με μιαν χαρακτηριστική έλλειψη κατανόησης αδυνατούνε να τους εξασφαλίσουν. Το εντυπωσιακότερο όμως στην ταινία είναι η ατμόσφαιρα της. Ο Park ισορροπώντας λεπτά ανάμεσα στο ρεαλισμό και το παράλογο, στο όνειρο και στον εφιάλτη, κατορθώνει να μεταφέρει για πρώτη φορά στον κινηματογράφο μίαν αίσθηση μαγική που μέχρι τώρα συναντούσαμε μόνο στις ταινίες anime του μεγάλου Hayao Miyazaki. Επιτυγχάνοντας έτσι να υπερβεί τον διάχυτο μηδενισμό που επέβαλλε στην επιμέρους αλλοτριωμένη ύπαρξη μια κοινωνία που περιθωριοποιεί και ποινικοποιεί το διαφορετικό, ο Park κατορθώνει να κάνει τον θεατή να βγει από την κινηματογραφική αίθουσα με μια διάθεση να επικοινωνήσει, να ερωτευτεί, να δημιουργήσει. Κατανοώντας και εκφράζοντας έτσι μια διάχυτη αγωνία των σύγχρονων καλλιτεχνών για το περιεχόμενο και τη μορφή μιας νέας τέχνης, ο Park συνενώνει το αισθητικό με το ηθικό και το υπαρξιακό, το ατομικό με το συλλογικό, και καλεί, όποιον είναι πρόθυμος να ακούσει το κάλεσμα, για μιαν έξοδο στον κόσμο· μιαν έξοδο από το κλουβί, από τα πεπερασμένα όρια της εγκλωβισμένης ατομικότητας. Θυμίζοντας αρκετά και τους προβληματισμούς του Neon Genesis Evangelion (TV series) προτάσσει την έκθεση στον κόσμο ως αναπόδραστο προαπαιτούμενο της επικοινωνίας, την ίδια την επικοινωνία ως προαπαιτούμενο της ολοκλήρωσης. Και το πιο γοητευτικό, και γι αυτό καθόλου ανώδυνο, μονοπάτι προς μια τέτοια πορεία δεν είναι άλλο από τον έρωτα.

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2008

Ο Χρήστος Βακαλόπουλος και η ονειρική υφή της πραγματικότητας

στην Νότα, που μου τον γνώρισε


Ο Χρήστος Βακαλόπουλος είναι ενδεχομένως η πιο ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία της ελληνικής μεταπολιτευτικής πεζογραφίας. Γεννημένος το 1956 στην Αθήνα θα ασχοληθεί με την λογοτεχνία, την σκηνοθεσία και το ράδιο. Το 1973 αρχίζει τις σπουδές του στην ΑΣΟΕΕ και το 1980 φεύγει για το Παρίσι όπου θα σπουδάσει σκηνοθεσία με δάσκαλο τον Éric Rohmer. Εν τω μεταξύ είχε ήδη εκδοθεί πριν την αναχώρηση του για τη Γαλλία το πρώτο του μυθιστόρημα Υπόθεση μπεστ-σέλερ. Θα ακολουθήσουν το μυθιστόρημα Οι πτυχιούχοι το 1984 και το 1989 η συλλογή διηγημάτων Νέες αθηναϊκές ιστορίες ενώ την ίδια χρονιά ολοκληρώνει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Όλγα Ρόμπαρντς, που κερδίζει το Βραβείο Φωτογραφίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Το 1990 θα δημοσιεύσει το καλύτερο του ίσως μυθιστόρημα Η γραμμή του ορίζοντος. Το 1992 γράφει και σκηνοθετεί μαζί με τον Σταύρο Τσιώλη την ταινία Παρακαλώ, γυναίκες, μην κλαίτε, που παίρνει το Βραβείο Σεναρίου και Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπως και το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας της Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου. Θα πεθάνει στις 29 Ιανουαρίου του 1993, σε ηλικία μόλις 37 χρονών, από καρκίνο πνεύμονα.

***



Πήγαινε στη φυλακή

Ένα κύμα βήχα διαπέρασε απ’ άκρη σ’ άκρη τη λαϊκή αγορά της οδού Καλλιδρομίου.
Τα παζάρια κόπηκαν με το μαχαίρι. Ακουγόταν μόνο ο υποβλητικός θόρυβος των ενοχλημένων σωθικών, των ανήσυχων πνευμόνων. Τη στιγμή του πανικού, μια ομάδα από πορτοκάλια έσπασε τα δεσμά και χύθηκε προς την Ιπποκράτους. Στο πεζοδρόμιο, έξω απ’ το καφενείο Η μουριά, ένας συνταξιούχος πρόλαβε κι ακινητοποίησε ένα πορτοκάλι με το μπαστούνι του. Ύστερα το σήκωσε και γρήγορα το έβαλε στην τσέπη. Κοίταξε με ένοχο ύφος τριγύρω και διαπιστώνοντας ότι όλοι ήταν απασχολημένοι με τον εαυτό τους μπήκε στο καφενείο.
Έξω απ’ το τμήμα ένας αστυφύλακας ξέχασε ποιος ήταν και διπλώθηκε στα δύο. Έχασε την ισορροπία του κι έπεσε πάνω σ’ ένα κοριτσάκι που μόλις είχε βγει από το κατάστημα με τα επιτραπέζια παιγνίδια. Μια Μονόπολη παλαιού τύπου – η τελευταία σ’ ολόκληρο το λεκανοπέδιο – έσκασε στο πεζοδρόμιο κι άνοιξε στα δύο. Κόκκινα ξενοδοχεία και πράσινα σπίτια κύλησαν στην άσφαλτο. Ο αέρας σκόρπισε τις χάρτινες χρωματιστές κάρτες με τις εντολές και τις αποφάσεις.
- Τουλάχιστον το χασμουρητό διαδίδεται αθόρυβα, μονολόγησε ο συνταξιούχος.
Παρακολουθούσε με μισό μάτι μια παρτίδα τάβλι. Οι δυο αντίπαλοι είχαν χαθεί μέσα σ’ ένα όνειρο από ζαριές κι ενώ έβηχαν δεν έλεγαν να σταματήσουν.
- Με συγχωρείτε πρέπει να κλείσω, επενέβη ο καφετζής.
- Σε τρεις ζαριές θα ξεκαθαρίσει το πράγμα, είπε ο συνταξιούχος.
- Είναι αργά πια, άρχισαν να βήχουν και στην Χαριλάου Τρικούπη, είπε ο καφετζής.


- Τότε η δασκάλα μας απαγόρευσε ν’ αναπνέουμε πολύ και μας έδωσε διαταγή να δέσουμε μαντήλια γύρω απ’ το στόμα, είπε ο Άγγελος.
- Είχες μαζί σου μαντήλι; ρώτησε η Μαίρη.
- Όχι, αλλά ένα άλλο παιδί μου έδωσε αυτό το μαύρο.
- Δεν κάνει να φοράς μαύρα πράγματα.
Η Μαίρη μάζεψε τα πιάτα. Αυτή τη φορά ο Άγγελος, παρασυρμένος από τη δράση της μέρας, είχε δείξει μεγάλη όρεξη.
- Εγώ δεν ανέπνεα καθόλου, είπε. Οι άλλοι μου έλεγαν ότι με το μαντήλι έμοιαζα με πειρατή. Να το κρατήσω αυτό το μαντήλι;
- Να το επιστρέψεις, είπε η Μαίρη.
Ακούστηκε το κουδούνισμα του τηλεφώνου, ένα υπόκωφο σφύριγμα που ο Άγγελος θεώρησε ως το τέλος του δείπνου. Πετάχτηκε πάνω παλεύοντας με την πετσέτα που του έσφιγγε το λαιμό.
- Κάθησε κάτω και φάε το σταφύλι σου, ούρλιαξε η Μαίρη και πήγε να σηκώσει το τηλέφωνο.
Ο Άγγελος διάλεξε το πιο μικρό τσαμπί και το σήκωσε σα να ήταν το πιο βαρύ πράγμα στον κόσμο. Από κάτω ήταν μια ροζ χάρτινη κάρτα που έγραφε:


ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ

Πήγαινε κατευθείαν στη φυλακή

χωρίς να περάσεις από την αφετηρία

και χωρίς να πάρεις είκοσι χιλιάδες


- Ευτυχώς σήμερα έφαγε, είπε η Μαίρη στο τηλέφωνο.
Ο Άγγελος έκρυψε την κάρτα στην τσέπη του και με μια αποφασιστική κίνηση πέταξε το τσαμπί από το ανοιχτό παράθυρο της κουζίνας στο φωταγωγό.
Ήταν το μοναδικό παιδί της οδού Καλλιδρομίου που σιχαινόταν τα φρούτα.
Το πιο άτυχο παιδί στον κόσμο γιατί έμενε σ’ ένα δρόμο με μουριές.


Ο συνταξιούχος βγήκε στο μπαλκόνι.
Κανείς δεν κυκλοφορούσε κατά μήκος του δρόμου. Κάτι ελάχιστοι έβγαζαν το κεφάλι από τα στενά και παίρνοντας βαθιά αναπνοή, κρατώντας το χέρι με τη μύτη, διέσχιζαν τρέχοντας τις διαβάσεις. Τα αυτοκίνητα πέρναγαν σαν αστραπές, με κλειστά τζάμια.
Από την Μπενάκη εμφανίσθηκε μια γριά ζαρωμένη. Κρατούσε δυο σακούλες πλαστικές και στάθηκε κάτω από μια μουριά, ακινητοποιήθηκε σα να είχε σκοντάψει σ’ ένα αόρατο τείχος. Άφησε τις σακούλες κι έκανε τρεις φορές το σταυρό της, με τελετουργικές κινήσεις.
« Δεν κοιμήθηκα καθόλου την νύχτα », σκέφτηκε ο συνταξιούχος.
Ξαφνικά, η γριά έστριψε εκατόν ογδόντα μοίρες, αντικρύζοντας τώρα την είσοδο μιας πολυκατοικίας. Ο συνταξιούχος μπήκε γρήγορα στο διαμέρισμα κι επέστρεψε στο μπαλκόνι μ’ ένα ζευγάρι κυάλια. Η γριά βρισκόταν πάντα στην ίδια θέση.
Από την είσοδο της πολυκατοικίας βγήκε ένα παιδάκι με σχολική τσάντα στην πλάτη κι ένα μαύρο μαντήλι δεμένο γύρω από το στόμα. Βλέποντας τη γριά έμεινε άναυδο – μέσα από τα κυάλια ο συνταξιούχος έβλεπε μια σκηνή υποβολής ή υπνωτισμού, τηλεπάθειας ίσως.
- Προσπαθεί να του βάλει ιδέες, φώναξε ο συνταξιούχος.
Του είχε ξεφύγει, κάτι τον είχε αναγκάσει να μιλήσει δυνατά. Τώρα η γριά είχε κατεβάσει το βλέμμα. Το παιδί άρχισε να κινείται σαν κουρδιστό παιγνίδι που πήρε μπροστά κι έστριψε τρέχοντας προς την Μπενάκη.
Η γριά κάθησε στο πεζοδρόμιο. Είχε ζαρώσει όσο δεν έπαιρνε άλλο, έμοιαζε με μικρό μαύρο πακέτο που άφησε κάποιος κάτω από τη μουριά. Πριν κατεβάσει τα κυάλια ο συνταξιούχος έκανε ένα ζουμ στις σακούλες. Ήταν γεμάτες ροζ και καφετιές χρωματιστές κάρτες.


- Θέλω να μου αναφέρετε ένα φυσικό φαινόμενο, είπε η δασκάλα.
- Ο βήχας, ακούστηκε μια φωνή από το βάθος της αίθουσας.
Οι μαθητές ξέσπασαν σε γέλια Το πρόσωπο της δασκάλας έγινε μια παγωμένη επιφάνεια. Περίμεναν την ευκαιρία για να ορμήσουν, καραδοκούσαν να της σπάσουν τα νεύρα.
- Ποιος το είπε αυτό; ρώτησε. Να έρθει αμέσως στην έδρα!
Δεν κινήθηκε κανείς, δεν βγήκε άχνα. Απέναντι της ήταν σαράντα διαβολικά πρόσωπα από τα οποία έτρεχε ποτάμι ο ιδρώτας.
Αυτό ήταν λοιπόν που ακουγόταν μέσα στην ένοχη σιωπή, ο θόρυβος του ιδρώτα. «Δεν πρόκειται να ξαναπιώ», σκέφτηκε η δασκάλα.
- Η βροχή δεν είναι φυσικό φαινόμενο; Ρώτησε.
- Πριν ή μετά το βήχα; Ακούστηκε πάλι η φωνή.
Αυτή τη φορά είχε δει το διάβολο στο βάθος της αίθουσας. Ήταν κακός, φόραγε ένα μαύρο μαντήλι στο στόμα.
- Άγγελε, έλα αμέσως στην έδρα! ούρλιαξε.
Οι μαθητές δεν είχαν ακούσει ούτε τους γονείς τους να φωνάζουν τόσο δυνατά. Από το τελευταίο θρανίο ο Άγγελος προχώρησε αργά προς την έδρα, με το μαντήλι στο στόμα του και το δεξί του χέρι απλωμένο σαν του τυφλού, με την παλάμη ανάποδα και τα δάχτυλα ανοιχτά.
- Χτυπήστε με, είπε.
Η δασκάλα ένιωθε περίεργα. Φόραγε πράγματι μαντήλι αυτός ο μαθητής, βρισκόταν στην τάξη της; « Τους δίνουν ανοιχτόχρωμα μαντήλια στο σπίτι, αποκλείεται να είναι αληθινό», σκέφτηκε.
- Τι είναι αυτά που λες, Άγγελε;
- Δεν ξέρω, είπε το παιδί, δεν τα λέω εγώ. Μόνα τους έρχονται στο στόμα μου, σας λέω αλήθεια.
- Τι σου έρχεται να πεις τώρα;
Ο Άγγελος έβγαλε το μαντήλι, το δίπλωσε και το έβαλε στην τσέπη του.
- Ζεσταίνομαι, είπε.
- Άγγελε, σε παρακαλώ να με προσέξεις, επέμεινε η δασκάλα. Θέλω να αφήσεις ελεύθερο τον εαυτό σου και να μου πεις, χωρίς να φοβάσαι, τι σκέφτεσαι αυτή τη στιγμή.
- Συνελήφθης μεθυσμένος, πρόστιμο δύο χιλιάδες, είπε ο Άγγελος.


Μόλις τράβηξε την πρώτη φλούδα από το πορτοκάλι ο συνταξιούχος ένιωσε σα να είχε φάει μια δυνατή μπουνιά στην κοιλιά. Το φρούτο του έφυγε από τα χέρια κι έπεσε στο φωταγωγό.
- Το είχα κλέψει, δεν ήταν δικό μου, είπε ο συνταξιούχος.
Αισθανόταν πολύ άσχημα, οτιδήποτε του ερχόταν στο μυαλό το φώναζε δυνατά κι αυτή ήταν η κόλαση επί της γης, να ξερνάς τα πάντα χωρίς να φυλάς τίποτα για το μέλλον. Δεν υπήρχε μέλλον, η ομιλία πίεζε κι όλα ήταν παρόν, ένα τώρα που δεν έβαζε γλώσσα μέσα του.
- Δεν έπρεπε να μείνω μόνος, είπε ο συνταξιούχος. Έπρεπε όμως να διώξω την Ευαγγελία, ήταν πολύ άσχημη, πολύ μίζερη, πολύ δουλοπρεπής. Νόμιζα ότι θα με σώσει ένα λαϊκό κορίτσι… Αν σταματήσω να λέω δυνατά αυτά που σκέφτομαι θα τη φωνάξω πίσω, το ορκίζομαι. Θα ψάξω να τη βρω.
- Κι εσείς μιλάτε δυνατά; ακούστηκε μια φωνή από το φωταγωγό.
- Ναι, εγώ πέταξα το πορτοκάλι. Ποια είστε;
-Είμαι πολύ άσχημα, είμαι δυστυχισμένη, ο άντρας μου δεν είναι εδώ, με γέλασε, μου λέει ότι έχει δουλειά, τέτοια ώρα…
- Να πιάσουμε μια κουβέντα, να μη σκεφτόμαστε, εγώ πήρα το πορτοκάλι, φώναξε ο συνταξιούχος.
- Κι εγώ δεν μπορώ άλλο, ακούστηκε μια αντρική φωνή από ψηλά, έχω προϊσταμένη μια παντρεμένη που μου τη δίνει.
- Να πούμε για το βήχα, πως με παράτησε έτσι; είπε η γυναικεία φωνή.
Οι φωνές ερχόντουσαν από παντού. Σε λίγο δεν ξεχώριζε τίποτα, φώναζαν όλο και πιο δυνατά, δεν άκουγαν ούτε τον εαυτό τους.


Ο Άγγελος έστριψε από τη γωνία της Μπενάκη. Ο δρόμος ήταν εντελώς έρημος, μόνο η γριά που είχε συναντήσει το πρωί βρισκόταν στο ίδιο σημείο, όρθια, με τις δύο σακούλες στο χέρι.
Από τις πολυκατοικίες ακουγόταν ένας πνιχτός θόρυβος από ανθρώπινες φωνές.
- Δώσε μου την κάρτα, είπε η γριά.
Ο Άγγελος δε μπορούσε να κουνηθεί, ούτε να στρέψει αλλού το πρόσωπο του. Ήταν αναγκασμένος να κοιτάζει τη γριά στα μάτια.
- Δώσε μου την κάρτα, επανέλαβε η γριά.
- Όχι, είπε ο Άγγελος.
- Αυτός ο δρόμος θα δυστυχήσει εξαιτίας σου, είπε η γριά. Πρέπει να μου δώσεις την κάρτα κι όλα θα γίνουν όπως πριν.
- Θα βήχουν όπως χτες; ρώτησε ο Άγγελος.
- Χάρη στο βήχα βρήκα τις κάρτες, είπε η γριά. Μου λείπει όμως μία. Ακούς τις φωνές; Θα συνεχίσουν να μιλάνε, να λένε δυνατά αυτά που σκέφτονται.
Ο Άγγελος έκανε μια προσπάθεια να το βάλει στα πόδια. Ήταν αδύνατο, τον είχαν καρφώσει στη γωνία Μπενάκη και Καλλιδρομίου.
- Γιατί δεν μπορώ να φύγω; ρώτησε.
- Γιατί δεν θέλεις, απάντησε η γριά.
« Δεν θέλω να φύγω αλλά μ’ ενοχλεί αυτός ο δρόμος », σκέφτηκε ο Άγγελος.
- Ποια είστε; ρώτησε.
- Δώσε μου την κάρτα, επέμεινε η γριά.
- Αν σας τη δώσω, θα κάνετε κάτι που θα σας πω;
- Ό,τι θέλεις, είπε η γριά.
- Θέλω να εξαφανίσετε τις μουριές, είπε ο Άγγελος.
Ο πνιχτός θόρυβος των φωνών έσβησε μονομιάς. Ακουγόντουσαν τώρα οι γνώριμοι ήχοι της πόλης.


Από τη συλλογή Νέες Αθηναϊκές ιστορίες.

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2008

Οι Νεφελίμ


Η αναδιάταξη της ύλης στα χρόνια του Βελισάριου είχε ως αποτέλεσμα μιαν ολική αναστάτωση των χωροχρόνων έτσι τώρα οι κίτρινοι πράκτορες εξαργύρωναν στα λουπαναριά τη λαγνεία τους εκτεθειμένοι στη μέγγενη της ηδονής όπως ήταν αναμενόμενο η κατάσταση αυτή είχε βέβαια ανυπολόγιστες συνέπειες διότι τοιουτοτρόπως συμπαρασυρότανε σύμπασα η λιμπιντική ισορροπία του ευρυτέρου διαστήματος οπότε μέσα στις ταραγμένες συνθήκες της αστεροειδούς ανασφάλειας αναδύθηκαν σιγά σιγά μέσα απ’ τις σκιές της υποάστριας ύλης τα μαύρα άλογα του Ολοφέρνη που ήτανε μισά άλογα μισά άνθρωποι τουτέστιν Κένταυροι και ήτινα εξορμούσαν μετά βδελυγμίας ζοφώδους προς πάσαν κατεύθυνση όπως μεταφέρουνε τα άλογα πάθη τους κήρυκες συμφορών στα Καλάβρυτα τουτέστιν στον Ομφαλό των παραλλήλων συμπάντων και τότε μέσα στο χάος της ταραχώδους εκείνης εποχής ξεπρόβαλλε η αγνή μορφή του Αλτεμπαράν του επικηρυγμένου από την Αυτοκρατορία εκδικητή του σκότους ότι μονάχα εκείνος γνώριζε καλά χάρη σε μια πανάρχαιη και ξεχασμένη σήμερα των Μανιχαίων προφητεία πως μέσα στα χρόνια της φωτιάς που καίει μα δεν φωτίζει που καυλωμένα κλαιν τα νεογνά μέσα σε σκοτεινή σπηλιά ένα μονάχα φως αθώρητο ελπίδα Αλταμίρα και ήταν στ’ αλήθεια Αλταμίρα ότι η πριγκίπισσα της Αστουρίας που είχαν κρυογονικά καταψύξει οι εγκέφαλοι του πρώτου χωροχρονικού πραξικοπήματος που οδήγησε στην κατάλυση της Ομόσπονδης Δημοκρατίας των Παρτιζάνων βρισκόταν εδώ και χρόνια φυλακισμένη μέσα στο παγωμένο και τρομακτικό Δάσος των Ψυχών και μόνον ένας πραγματικά ατρόμητος ήρωας θα διενοούταν ποτέ να διεισδύσει στο Δάσος και την Αλταμίρα να σώσει όμως ο Αλτεμπαράν νιώθοντας καυτές στο σβέρκο του τις ανάσες των Κενταύρων να τον πλησιάζουν επικίνδυνα είχε ήδη πάρει τις αποφάσεις του για να εισέλθει όμως στο παγωμένο Δάσος των Ψυχών χρειαζόταν οπωσδήποτε την βοήθεια των Νεφελίμ και συμβουλή απ’ την Καρλότα τη μαύρη βασίλισσα της Αφρικής όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία που θα την διηγηθούμε μιαν άλλη φορά.

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2008

Ρετρό σελίδες, ρετρό εικόνες

«Ερόικα» του Κοσμά Πολίτη (1938)

Υπερρεαλιστική γραφή, γλώσσα υπονοηματική με ρηγμένες εδώ κι εκεί υποψίες, λογοπαίγνια, υπαινιγμούς στον Όμηρο, στον Καβάφη που δίνουν μια ερωτικό-αινιγματική και ρομαντική υφή στο μυθιστόρημα, όπως κάνει ο Τζόυς, αλλά με περισσότερο νατουραλιστικό, σκληρό τρόπο, ο Κοσμάς Πολίτης στο τέταρτο μυθιστόρημά του και σπουδαιότερο όλων χαρίζει στους Έλληνες αναγνώστες μια αληθινή πεμπτουσία νέο-μοντερνιστικής λογοτεχνίας σε μια επαρχιακή πόλη που μοιάζει με το Ναύπλιο, αλλά πάνω απ’ όλα φέρει μεταξύ Πάτρας και Σμύρνης, όπου έμεινε στα εφηβικά του χρόνια. Η πλοκή διαδραματίζεται κάπου στον 19ο αιώνα και μιλά για τα πάθη των νεολαίων που καταντούν επικίνδυνα σε σημείο τραγικότητας.

Ο Πολίτης (πραγματικό όνομα Πάρις Ταβελούδης) επαγγελματίας τραπεζικός υπάλληλος, διευθυντής της Ιονικής με θητεία στην Μασσαλία, το Λονδίνο, το Παρίσι αναδεικνύεται σε σημαντικότερη πεζογραφική φωνή της γενιάς του ’30 προκαλώντας αίσθηση με το ντεμπούτο του, το «Λεμονοδάσος» το 1931. Έχοντας κάνει σπουδαίες μεταφράσεις που βγήκαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα συγγραφέων όπως Αραγκόν, Μπαρμπίς, Βοκάκιος, Περλ Μπακ, Κρόνιν, Φόκνερ, Τζόυς, Κίπλιγκ, Μομ, Πόε, Ρολάν, Σαγκάν, Στάινμπεκ, Τολστόι κ.ά, με δυο α’ κρατικά βραβεία διηγήματος και μυθιστορήματος (1960 – Κορομηλιά, 1963 – Στου Χατζηφράγκου) το ελλειπτικό, υπαινικτικό, σχεδόν σκόρπιο ύφος του Πολίτη ενθουσίασε το κοινό που τον λάτρεψε και τον αγάπησε. Το άδικο τέλος του (Φεβρουάριος 1974) με τις οικονομικές δυσκολίες, τους θανάτους της γυναίκας και της κόρης του και τις ταλαιπωρίες που υπέστη από τη Χούντα, ως μέλος του Κ.Κ.Ε., άφησαν μια οδύνη στους φίλους και αναγνώστες του, μα πάνω απ’ όλα θα τον θυμούνται όλοι για το ευγενές και κοσμοπολίτικο του χαρακτήρα του.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ύψιλον (1990), Εστία (1995), Γράμματα (2001) με υπέροχα δεσίματα και όμορφες επιμέλειες.

***

«Ερόικα» του Μιχάλη Κακογιάννη (1960)

Από τα ξεχασμένα αριστουργήματα του σπουδαίου Κύπριου σκηνοθέτη Μιχάλη Κακογιάννη, το οποίο, μάλιστα, σηματοδότησε τη στροφή στην καριέρα του τόσο σε επίπεδο θεματολογίας και προσέγγισης όσο και στην πορεία του στο διεθνές προσκήνιο. Μαζί με τον Νίκο Κούνδουρο αποφασίζουν να αφήσουν πίσω τους τον νέο-ρεαλιστικό ελληνικό κινηματογράφο της δεκαετίας του ’50, παρόλο που τους έδωσε διεθνείς διακρίσεις (το «Κυριακάτικο Ξύπνημα» υποψήφιο στις Κάννες, η «Στέλλα» και το «Κορίτσι με τα Μαύρα» απέσπασαν Χρυσές Σφαίρες και υποψηφιότητες στις Κάννες, το «Τελευταίο Ψέμα» υποψηφιότητες BAFTA και Κάννες, ανάλογες διακρίσεις οι ταινίες του Κούνδουρου) και να στραφούν σε δημιουργίες που να βρίθουν μοντερνιστικών στοιχείων και να αποτυπώνουν το ανήσυχο κλίμα της ταραχώδους δεκαετίας του ’60.

Η «μετέωρη» στροφή του Κακογιάννη ήρθε με το «Ερόικα» για να συνεχιστεί την υπόλοιπη δεκαετία με παραγωγές ιταλικές, βρετανικές και αμερικανικές που θα τον κάνουν πασίγνωστο. Με τη βοήθεια της Αγγλίδας σεναριογράφου και ηθοποιού Τζέιν Κομπ μεταφέρει ένα αληθινό διαμάντι της νέο-ελληνικής λογοτεχνίας, το «Ερόικα» του μεγάλου λόγιου του 20ου αιώνα Κοσμά Πολίτη, το οποίο αποτέλεσε κύριο βιβλίο του ελληνικού μοντερνισμού της εποχής. Το σενάριο πιστό στο βιβλίο του Πολίτη, αφηγείται τις κοινωνικό-πολιτικές ζυμώσεις της νεολαίας του Ναυπλίου, πρωτεύουσας της επαναστατικής Ελλάδας στις αρχές του 19ου αιώνα. Μια νεολαίας που ερωτεύεται, μισεί, παθιάζεται, παίζει και πειράζει τους μεγάλους. Παιχνίδια όμως που μερικές φορές γίνονται επικίνδυνα για ανθρώπινες ζωές και περιουσίες. Επίσης μας δείχνει τις σχέσεις των νεαρών Ελλήνων με τους συνομηλίκους τους από την Αγγλία και τη Γαλλία, τις Μεγάλες Δυνάμεις που είναι κυρίαρχες στην περιοχή, την εποχή εκείνη.

Η πρώτη αγγλόφωνη ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη, μια πολιτική που θα εγκαταλείψει ο Κύπριος σκηνοθέτης με το κλείσιμο της τριλογίας για την αρχαία τραγωδία το 1977 με την «Ιφιγένεια», κέρδισε βραβείο στη Θεσσαλονίκη και υποψηφιότητα για Χρυσό Λέοντα στο Βερολίνο. Η μη επιτηδευμένη αγγλική προφορά των πρωταγωνιστών ήταν ηθελημένη από τον ίδιο τον δημιουργό, η οποία μαζί με την υπέροχη φωτογραφία του βραβευμένου βρετανού Ουώλτερ Λάσσαλυ, τη μουσική του Αργύρη Κουνάδη και την επιμέλεια των κουστουμιών από τον ζωγράφο Γιάννη Τσαρούχη συνθέτουν ένα μωσαϊκό θετικών στοιχείων για την ταινία. Δίπλα στους μικρούς Έλληνες και Άγγλους πρωταγωνιστές υπάρχουν μεγάλοι ηθοποιοί όπως η Τασώ Καββαδία, ο Γιάννης Βόγλης, ο Νίκος Πιλάβιος και νεαρός Φαίδων Γεωργίτσης. Την επόμενη χρονιά ο Μιχάλης Κακογιάννης σκηνοθετεί το ιταλικής παραγωγής «Il Relitto», μια τελείως άγνωστη και δυσεύρετη ταινία.


Λίγα λόγια για τον σκηνοθέτη

Ο Μιχάλης Κακογιάννης γεννήθηκε στην Κύπρο το 1922 και σπούδασε θέατρο και κινηματογράφο στο Old Vic Theatre του Λονδίνου. Θεωρείται από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες του 20ου αιώνα και άξιος εκπρόσωπος του ελληνικού κινηματογράφου στο εξωτερικό. Μέλος της Ακαδημίας των Καννών το 1959 προτάθηκε για τρία Όσκαρ(το 1965 για τον «Αλέξη Ζορμπά»), κέρδισε δυο βραβεία στις Κάννες(το 1962 για την «Ηλέκτρα»), αμέτρητα βραβεία στην Θεσσαλονίκη και υποψηφιότητες στα Φεστιβάλ του Βερολίνου, των Καννών, της Βενετίας καθώς επίσης BAFTA και Χρυσές Σφαίρες. Έχει μείνει γνωστός για την σπουδαία τριλογία του για την αρχαία κωμωδία, την «Ηλέκτρα» το 1962, τις «Τρωάδες» το 1971 και την «Ιφιγένεια» το 1977. Μεγάλης αξίας και οι υπόλοιπες ταινίες μυθοπλασίας που έκανε με κυριότερες την «Στέλλα» και τον «Αλέξη Ζορμπά». Ασχολήθηκε επίσης με την τηλεόραση(για το αμερικάνικο δίκτυο τηλεταινία το 1974) και το θέατρο. Αποσύρθηκε το 1999 σκηνοθετώντας τον «Βυσσινόκηπο» του Τσέχωφ.


Νέστορας Ι. Πουλάκος

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2008

Αλέξανδρος Αραμπατζής

Ε. Σακαγιάν, Εραστές του 1998


Αγόρι, Κορίτσι, Μαχαίρι

Ή Εισαγωγή Στο Ερωτικό Παιχνίδι


Διασχίσατε ποτέ τη Ζώνη του Λυκόφωτος, καλοί μου φίλοι, για να βρεθείτε στα μέρη μου; Δεν μπορώ εύκολα να περιγράψω αυτά τα μέρη: φυτεμένα άβολα στα σύνορα της Βουλγαρίας, πίσω από ψηλά βουνά, που τα κρύβουν άλλα ψηλά βουνά, και μυριάδες άγριοι βράχοι που φυτρώνουν ανάμεσα σε άγριους θάμνους, σαν να θέλουν να κρύψουν τα προϊστορικά ερπετά που κοιμούνται στις προκατακλυσμιαίες σπηλιές. Πλην όμως, είναι φανερή η αίσθηση ότι με το πρώτο τρέμουλο της γης θα ξυπνήσουν από ώρα σε ώρα για να μετατρέψουν αυτόν τον τρομακτικό τόπο σε αυτό που προφανώς ήταν κάποτε: ένα καταφύγιο δεινοσαύρων.
Στους πρόποδες των δύο λόφων που αγκαλιάζονται σαν καλοταϊσμένα κουνέλια, στην περιοχή που οι ντόπιοι αποκαλούν «η Χωρίστρα του Διαβόλου», ήταν παρατημένο ένα προχειροφτιαγμένο ερείπιο πέτρας με λάσπη που ο πατέρας μου αποκαλούσε με καμάρι «το σπίτι μας». Δίπλα σε κάθε σπίτι υψωνόταν κι ένας λόφος κοπριάς, που το ύψος και ο όγκος του ήταν το σήμα κατατεθέν του πλούτου που διέθετε η οικογένεια που έμενε σε αυτό. Οι πλούσιοι μένανε στο κέντρο του χωριού, σε καλοχτισμένα και άνετα πέτρινα σπίτια, με ξεχωριστούς στάβλους και αχερώνες, ενώ στα υπόλοιπα φτωχικά σπιτικά σαν το δικό μας, σπίτι, στάβλος κι αχυρώνας ήταν ένα και το αυτό. Η δε τουαλέτα δεν ήταν παρά μια τετράγωνη τρύπα δίπλα στην κοπριά, περιφραγμένη με πρόχειρες λαμαρίνες. Μάλιστα ήταν συνηθισμένο την ώρα που έκανες την ανάγκη σου να ξεφυτρώσουν κάτω από τις λαμαρίνες απρόσκλητα φίδια και να κουλουριαστούν στα πόδια σου. Δεν θα το πιστέψετε αλλά, τότε, όλα αυτά για μας φάνταζαν απόλυτα φυσικά, δεν δίναμε σημασία ούτε στη βρόμα, ούτε στη δυσοσμία, ούτε είχαμε κάποια δραματική αίσθηση έλλειψης ανέσεων, αφού δεν ξέραμε κάποιον καλύτερο τρόπο ζωής.
Έτυχε να είμαι μοναχογιός, αλλά και μοναχικό παιδί, γιατί κανένα από τα άλλα παιδιά της γειτονιάς και του χωριού δεν μου έκανε παρέα. Έτσι, όλη την ώρα έτρεχα στους λόφους σαν αγριοκάτσικο, κυνηγώντας σκαντζόχοιρους, χελώνες και φίδια. Λίγο ψηλότερα από εμάς, ζούσε ένας άλλος φουκαράς, που είχε, ούτε λίγο ούτε πολύ, έξι κόρες της παντρειάς και μια μικρότερη, στην ηλικία μου περίπου. Τις έβλεπα να κατηφορίζουνε στα χωράφια και ήξερα ότι όλες οι κόρες του της παντρειάς ήταν πανάσχημες, σαν καρακάξες. Ψιθυριζόταν μάλιστα ότι, εάν κάποια σπάνια φορά σκάλωνε κάποιος γαμπρός από κάποιο άλλο χωριό και ζητούσε από τον γέρο προίκα, αυτός τον ανέβαζε στο λόφο και κάνοντας μια κυκλική κίνηση με το χέρι του έλεγε: «Όλα αυτά, γιε μου, θα είναι δικά σου», δείχνοντας όλη την πεδιάδα και τα βουνά. Τη μικρότερη κόρη του δεν την ήξερα, ώσπου κάποια μέρα, βλέπω πάνω στο λόφο δυο παιχνιδιάρικα γαλανά ματάκια σε ένα ασπρουλιάρικο προσωπάκι να λαμποκοπούν ανάμεσα σε χυμένα στον ήλιο καστανόξανθα μαλλιά και να με παρατηρούν επίμονα. «Το ξωτικό του δάσους», θαύμασα σαν χαζός, αλλά μετά συγκεντρώθηκα και κατάλαβα ποια ήταν. Την πλησίασα.
«Λοιπόν, σκαντζοχοιρούλα», είπα «για πού το ‘βαλες; Ψάχνεις τη φωλίτσα σου;»
«Είσαι ασκημομούρης», μου είπε, «είσαι πιο άσκημος κι από το σκύλο μας τον Ντικ».
«Εντάξει», είπα, «αυτός όμως δεν είναι λόγος να μην κάνουμε παρέα».
Σιγά-σιγά ξεθάρρεψε και τρέχαμε παρέα στους λόφους σαν αγριοκάτσικα, κυνηγώντας σκαντζόχοιρους, χελώνες και φίδια. Λέγαμε μεταξύ μας φανταστικές ιστορίες, ό,τι είχαμε ακούσει από τους πατεράδες μας και άλλες ιστορίες που στίβαμε το μυαλό μας για να τις σκαρφιστούμε. Κυλιόμασταν στα χώματα και στους θάμνους σαν τ’ αγρίμια και γελούσαμε χαρούμενοι και τρισευτυχισμένοι, μόνοι εμείς, ανάμεσα σε στραβομουτσουνιασμένους και δυστυχισμένους μεγάλους. Μαζί μου κουβαλούσα πάντοτε ένα μαχαίρι, που το λάτρευα, και που μ’ αυτό έκοβα κλαδιά, έξυνα τις φλούδες των δέντρων κι έκανα καραβάκια. Αλλά η μεγαλύτερη μου χαρά ήταν όταν το πετούσα και καρφωνόταν στο ξύλο του δένδρου. Με τον καιρό έβαζα σημάδι και ποτέ δεν ξαστοχούσα. Άρχισα να περηφανεύομαι γι αυτό. Μια μέρα η μικρούλα μου είπε:
«Εντάξει, πολυλογά», είπε, «τώρα θα δείξεις τι αξίζεις. Αν καταφέρεις και δεν με χτυπήσεις τότε θα σε παραδεχθώ».
Πάγωσα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Στήθηκε μπροστά σ’ ένα δένδρο και έβαλε στόχο τον εαυτό της, σαν το κορίτσι του τσίρκου, έτσι ώστε ή θα αποδεχόμουν την πρόκληση με κίνδυνο να την χτυπήσω και να την πληγώσω, ίσως και να την σκοτώσω, ή δεν θα αποδεχόμουν την πρόκληση και θα ντροπιαζόμουν μια ζωή σαν δειλός και φαφλατάς. Τι να έκανα;
«Εντάξει», είπα στο τέλος.
Προσπάθησα να συγκεντρωθώ, αλλά το χέρι μου έτρεμε. Τις προηγούμενες φορές ενεργούσα εντελώς μηχανικά, τώρα όμως; Έκλεισα τα μάτια κι άκουσα το μαχαίρι να σκίζει τον αέρα. Από την τρομάρα μου έπεσα στα γόνατα, περιμένοντας ν’ ακούσω τη μοιραία κραυγή του θανάτου. Σιωπή. Άνοιξα τα μάτια και είδα το μαχαίρι καρφωμένο χιλιοστά πάνω από το κεφάλι της.
«Δεν φοβήθηκες;», ρώτησα.
«Όχι», είπε. «Είσαι βλάκας, και οι βλάκες δεν αστοχούν ποτέ».
Είναι παράλογο, αλλά με το παιδικό μας το μυαλό συνεχίσαμε να παίζουμε αυτό το θανάσιμο παιχνίδι αρκετές φορές. Εγώ, σαν όλους τους βλάκες, είχα τεράστια αυτοπεποίθηση, και η μικρή δεν φοβόταν ποτέ. Μια μέρα, όμως, με κοίταξε με τα διαπεραστικά της μάτια λυπημένα και μου είπε να τρέξω σπίτι μου γιατί κάτι συμβαίνει. Την πίστεψα κι έτρεξα σπίτι λαχανιασμένος. Βρήκα τη μάνα μου να σπαράζει αγκαλιάζοντας τον πατέρα μου καταγής, πεθαμένο.
Όταν επιστρέψαμε από την κηδεία, βρήκαμε το σπίτι μας λεηλατημένο. Οι χωρικοί κλέψανε τα πάντα, κότες, ζωντανά, έπιπλα, κουβέρτες. Η μάνα μου έλυσε την μανδήλα της και είπε: «Αυτό ήταν. Φεύγουμε στην πόλη». Δεν πρόλαβα να χαιρετήσω τη μικρή.

Ε. Σακαγιάν, Μητέρα και παράθυρο

Στην πόλη η μητέρα μου έπιασε δουλειά κι εγώ πήγα σχολείο. Περάσαμε κάποια δύσκολα χρόνια, αλλά στο τέλος όλα πήγαν καλά. Σπούδασα και γρήγορα βρήκα μια καλή δουλειά. Με τις οικονομίες μας αγοράσαμε ένα σπιτάκι. Δεν κατάλαβα πότε μεγάλωσα, έγινα τριάντα χρονών και η μητέρα μου βάλθηκε να με παντρέψει. Με προξένευε με διάφορες κόρες φιλενάδων της αλλά εγώ δεν έδινα καμιά σημασία. Κάτι μου τριβέλιζε το νου. Το καλοκαίρι, όταν πήρα την άδεια μου, είπα στη μάνα μου ότι σκοπεύω να πάω στο χωριό. Η μάνα μου πετάχτηκε ψηλά στο ταβάνι. Το μισούσε το χωριό. Προσπάθησε να μ’ αποτρέψει αλλά δεν τα κατάφερε.
Αφού φρόντισα να μαζέψω από διάφορες πηγές τις πληροφορίες που χρειαζόμουν, ξεκίνησα με το αμάξι για το χωριό. Γρήγορα διαπίστωσα ότι τα πάντα πλέον ήταν διαφορετικά. Οι δρόμοι ασφαλτοστρώθηκαν, χτίστηκαν καινούργια σπίτια που δεν είχαν καμία σχέση με τα παλιά. Η μικρή ήξερα πως ήταν ακόμη ανύπαντρη, και μόλις έφτασα έτρεξα στην καφετέρια που είχε μαζί με μια άλλη αδελφή της.
Μόλις την είδα έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Ήταν το πιο όμορφο πλάσμα που αντίκρυσα ποτέ μου. Ήταν ψηλότερη από εμένα, σχεδόν ένα κεφάλι, και είχε το πιο όμορφο και καλοσχηματισμένο σώμα που είδα στη ζωή μου. Περίμενα υπομονετικά να φύγουν κάποιοι νεαροί και την πλησίασα.
- Με θυμάσαι; τη ρώτησα.
- Τι συμβαίνει ασκημομούρη, είπε. Γιατί γύρισες;
- Γύρισα αποκλειστικά για εσένα. Μόνο για σένα.
- Λοιπόν, και τι θέλεις;
Ξαφνικά δίστασα. Πάγωσα. Δέθηκε η γλώσσα μου και θυμήθηκα τη φάση με το μαχαίρι.
- Θέλω να σε παντρευτώ, κατάφερα να ξεστομίσω. Γύρισα για να σε πάρω να φύγουμε.
Εξακολουθείς να είσαι βλάκας, είπε. Αλλά επιπλέον είσαι και δειλός. Δεν τόλμησες να το πεις γενναία, ντόμπρα, αποφασιστικά, χωρίς να κομπιάζεις, με τη ψυχή σου, με όλη σου την καρδιά. Γιατί λοιπόν να παντρευτώ έναν ασκημομούρη, δειλό και βλάκα;
Τα είχα χαμένα. Είχε δίκιο, από μέσα μου έτρεμα όταν το έλεγα, φοβόμουν τη μάνα μου, πως θα δικαιολογούσα την απόφαση μου. Η μικρή τελικά είχε φοβερή διαίσθηση.
- Ήξερες ότι θα γυρίσω, έτσι; Ρώτησα.
Ασφαλώς το ήξερα, είπε. Σε ξέρω σαν κάλπικη δεκάρα. Μετά έβγαλε από το συρτάρι και μου έδειξε ένα μαχαίρι. Το θυμάσαι αυτό, ρώτησε.
Ένιωσα να ζαλίζομαι. «Ναι, χιμπαντζάκο, είναι το μαχαίρι σου. Όταν έφυγες ξαφνικά εκείνη τη μέρα το ξέχασες. Αλλά εγώ το κράτησα για να στο επιστρέψω όταν κάποτε επέστρεφες. Τώρα όμως θα στο επιστρέψω μόνο με μια συμφωνία», είπε, «να φανείς επιτέλους πραγματικά γενναίος».
Στάθηκα στο δέντρο κι έκλεισα τα μάτια.
Άνοιξε τα μάτια σου, ασκημομούρη, με διέταξε.
Άνοιξα τα μάτια και περίμενα σχεδόν υπνωτισμένος.
Το μαχαίρι έσκισε τον αέρα και καρφώθηκε χιλιοστά πάνω από το κεφάλι μου.
- Εντάξει, είπε, φεύγουμε για την πόλη.
Την άρπαξα και την φίλησα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Και τότε κατάλαβα, Θεέ μου, πόσο ερωτευμένος ήμουν!
Μου έδωσε το μαχαίρι και μου ψιθύρισε: Αν ποτέ με προδώσεις θα το μπήξω κατευθείαν στην καρδιά σου. Έσφιξα τις παλάμες της και οι δυο παλάμες μας μαζί έσφιγγαν το μαγικό μαχαίρι. Κρατούσα στα χέρια μου ότι είχα αγαπήσει περισσότερο στη ζωή μου και ξανάνιωσα το ίδιο ευτυχισμένος όπως τότε που ήμουν παιδί.

Ο Αλέξανδρος Αραμπατζής γεννήθηκε στη Δράμα το 1961. Από τη συλλογή Ο χορός του σφυροδρέπανου (2005).

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2008

Juan Ramón Jimenez (1881 – 1958)

Το αδημιούργητο πλήρες

και το δημιουργημένο


Αυτή η νύχτα είναι στ’ αλήθεια νύχτα. Ο ουρανός

μ’ αστέρια στ’ αλήθεια με κοιμίζει το υψηλό και το

αθάνατο· αυτή τη νύχτα στ’ αλήθεια βρίσκομαι πάνω,

στ’ αλήθεια πιστεύω πως αν τιναχτώ σαν μια φωτιά φτάνω

σ’ ένα στόμα μοναδικό.


Αυτή τη νύχτα στ’ αλήθεια αγαπώ, στ’ αλήθεια

χαμογελώ και στ’ αλήθεια ψάλλω, και στ’ αλήθεια

κραυγάζω και στ’ αλήθεια νιώθω εντός μου τον Θεό, τη μάνα

και τον αδελφό, τον άνθρωπο πλήρη, το ζώο, το πράγμα,

το αδημιούργητο πλήρες και το δημιουργημένο.


Αυτή τη νύχτα, το γλαυκό στ’ αλήθεια μου πνίγει

το παρελθόν, η μέρα-νύχτα, ωσάν νερό απέραντα

χαλαρό, που είναι πλήρης και είναι γνωστό πως είναι

πλήρης.


Προς άλλη γυμνότητα


Μη φεύγεις σ’ εσένα, ρόδο γυμνό, μήπως κι αν δεν

πας προς εσένα, μ’ αφήσεις πάντα μ’ εμένα, εμένα

μ’ εμένα.


Κατάκτησε με, πάρε με, ξαναφέρε με, άσε μου

λιγότερο εγώ, τίποτα εγώ, τίποτε για το άμορφο χώμα.


Ρόδο γυμνό, έσχατο και πρώτο, ρόδο σχηματισμένο

και ακεραιωμένο, ενσάρκωσε με στο είναι σου, με το

έργο ακόμη, με το θάνατο πια.


Σ’ εσέ κληροδοτούμαι, ρόδο. Σε γνωρίζω, γυμνό,

ανάπαυση μου· ας είσαι συ το άθροισμα, για μένα, ρόδο,

σχεδόν γυναίκα πια και έργο πλέον, γυναίκας,

θανάτου και έργου.


Η όαση


Πράσινο αύγασμα πάνω σε σκοτεινό πράσινο. Φωλιά

βαθειά, φύλλων και μουρμουρίσματος, όπου το πουλί

σφύζει, το νερό ζει και ο άντρας με τη γυναίκα σωπαίνουν,

σκεπασμένοι (το χρυσαφένιο κέντρο ανοιχτό

γύρω από την μοναδική γυμνότητα) από το καμπύλο

γλαυκό φωτός μοναχικού όπου η αιωνιότητα ενοικεί.


Πτέρυγα ζωντανή, στέρεη πληρότητα, για φυσικό

αναπαμό της αγωνίας, με όλο αυτό που είναι, υπήρξε

μπορεί να είναι, ανοιχτό σε πυκνό άθροισμα· σύντμηση

του νότιου παράδεισου, καρπός κάπως παραχρονισμένος

(καταφύγιο της μοναδικής γυμνότητας) όπου

ενοικεί η αιωνιότητα.


Χρώμα, χυμός, ψιθυρισμός, καμπύλη, μυρουδιά

πλούσια πληρώνουν με θερμή και δροσερή ευρύτητα,

πλήρωμα δόξας και μοίρας, η τυχαία εισδοχή σ’ ένα

απέραντο εκμαγείο (που βρέθηκε τυχαία σε ώρες κι

αιώνες, για την μοναδική γυμνότητα) ορυχείο ελεύθερο

αιωνίου και μοναδικού φωτός όπου ενοικεί η αιωνιότητα.


Από τη συλλογή Προς άλλη γυμνότητα ( Hacia otra desnudez), 1936.

Μετάφραση Κ. Τσιρόπουλος.



Το παν εσώτερο


Έχω φτάσει σε μια γη αφίξεων.

Με καρτερούσαν οι δικοί σου, επιθυμητέ θεέ·

με καρτερούσαν οι δικοί μου

που, στον πόθο μου τόσων δικών σου χρόνων,

με καρτερούσαν μαζί μ’ εσένα,

μ’ εμένα σε καρτερούσαν.


Και τι φως ανάμεσα τους:

μ’ έναν ήλιο κατακόρυφο απροσδόκητο που

κλαυσιγελούσε

πάνω σε μιαν αυγή με τους πύργους της αντίθεση

κόκκινου

σε μια νύχτα επιθυμίας μαγευτικής

σ’ ένα δειλινό αλαργινού λυκόφωτος,

ανάμεσα σ’ ένα μεσημέρι μολύβδου προστατευτικού

από ένα χάραμα συννεφώδες κι ένα αστέρι!


Τι φως ανάμεσα σε μάτια, χείλη, χέρια·

τι άνοιξη σφύζουσα·

πως εσύ ανάμεσα τους, εσύ εν ημίν·

τι φως, τι προοπτικές

στήθους και μετώπου (νεαρού, ώριμου, παιδιού)·

τι άσμα, τι λόγος,

τι αγκάλιασμα, τι φίλημα·

τι ύψωση εσού εν ημίν

ώσπου να φτάσουμε σε σένα,

σ’ αυτό το εσύ που θέτεις επάνω σου

ώστε όλοι να φτάσουν από την κλίμακα

σάρκας και ψυχής

στη γρηγορούσα συνείδηση που είναι το άστρο

που συγκληρώνει και πληρώνει, ενοποιώντας,

όλα τα άστρα στο αιώνιο παν!


Το αιώνιο παν που είναι το παν εσώτερο.


Είμαι ζώο βάθους


«Σε βάθος αγέρα» (είπα) «βρίσκομαι»,

(είπα) «είμαι ζώο βάθους αγερινού» (επί γης),

τώρα πάνω σε θάλασσα· περασμένος, ως ο αγέρας,

από έναν ήλιο

που είναι κάρβουνο εκεί ψηλά, το εκτός μου, και μου

φωτίζει

με το κάρβουνο του την δεύτερη καθορισμένη μου

περιοχή.


Αλλά εσύ, θεέ, βρίσκεσαι επίσης στο βάθος αυτό

και στο φως αυτό βλέπεις, που έρχεται από άστρο

άλλο·

εσύ βρίσκεσαι και είσαι

το μέγα και το ελάχιστο που είμαι γω,

σε μιαν αναλογία που είναι η δική μου,

άπειρη προς ένα βάθος

που είναι το ιερό πηγάδι του εαυτού μου.


Και στο πηγάδι αυτό βρισκόσουν πριν εσύ

με το άνθος, το χελιδόνι, τον ταύρο

και το νερό· με την αυγή

σε έναν ερχομό πορφυρό ζωής ανανεωμένης·

στον ζέφυρο, σε μια φυγή ένδοξου χρυσού.

Σ’ ετούτο το πηγάδι το καθημερινό ήσουν εσύ μαζί μου,

μαζί μου παιδί, νέος, ώριμος, και γω πνιγόμουν

μη γνωρίζοντας σε, πνιγόμουν χωρίς να σε

σκέφτομαι.

Το πηγάδι αυτό που ήταν, μόνο και τίποτε άλλο,

παρά το κέντρο της γης και της ζωής της.


Και συ ήσουν στο μαγικό πηγάδι το πεπρωμένο

όλων των πεπρωμένων του ωραίου αισθησιασμού

που ξέρει πως η σε πληρότητα απόλαυση

της αγαπητικής συνείδησης

είναι η μέγιστη αρετή που μας υπερβαίνει.


Ήσουν αυτό για να με κάνεις να σκεφτώ πως εσύ

ήσουν εσύ,

για να με κάνεις να νιώσω πως εγώ ήμουν εσύ,

για να με κάνεις να απολαύσω πως εσύ ήμουν εγώ,

για να με κάνεις να κραυγάσω πως εγώ ήμουν εγώ

στο βάθος αγέρα όπου βρίσκομαι,

όπου είμαι ένα ζώο βάθους αγέρα

με φτερά που δεν πετούν στον αγέρα,

που πετούν στο φως της συνείδησης

υπέρτερης από κάθε όνειρο

αιωνιότητας και απείρου

που βρίσκονται πέραν, ακριβώς όπως τώρα εγώ,

του αγέρα.


Από τη συλλογή Θεός που επιθυμείται κι επιθυμεί (Dios desendo y deseante,1949επαυξημένη έκδοση της συλλογής Ζώο βάθους (Animal de fundo), 1947).

Μετάφραση Κ. Τσιρόπουλος.

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2008

Ζ. Δ. Αϊναλής, Τρία Ποιήματα

Egon Schiele, Man and Woman I (Lovers I), 1914



Τυφλωμένος την υδρωπικία του πάθους

που ο χρόνος ανατινάσσοντας

την υστερόβουλη αναμονή

μέχρι ξανά

που μέρες ξοδεύοντας

τις νύχτες αναπολώντας

που μόνος μακριά

η μέσα μου ματιά σκίζει τα στήθια σου σ’ άλλα χείλη

το φύλλο σου

άπληστα χιλιάδες δάχτυλα διατρέχουνε τον ιδρώτα σου

άλλα

κορμιά

του κορμιού σου φωτιά

αίμα ποτάμι με πονάς

***

Τα μαλλιά σου τώρα βουλώνουν τις τρύπες μου

μέσα στο σίδερο που κατατρώει τη σκέψη μου

το μίσος αρωγός της αγάπης μου

η φωτιά που τα χείλη στεγνώνοντας

με τα δόντια να σκίσω τη σάρκα σου

να βαφτίσω τα χέρια μου μέσα της

το κορμί μου ανάπηρο

ανασυγκροτώντας και καταστρέφοντας

ένα βήμα αβέβαιο

οι βολβοί των ματιών μου

κατάσκοποι

μέσα μου τέρατα κατοικούνε

οι εικόνες σου άγριες

οργασμός

που ο πόνος ευχόμενος

ράπισμα στη σιγή

***

Η ανάσα σου υδρατμοί στο λαιμό μου

που υγραίνοντας

στο δέρμα τα δάκρυα

που το βλέμμα μου κρύβοντας στη μασχάλη σου

μια στιγμή συμφιλίωση

που εμπερικλείοντας το ένα στο άλλο

μόνο κορμί

γυμνό στο γυμνό που εφαπτομένη

η διέγερση νύχτα

να κρέμεται ασύστολη πόλεις δωμάτια

αλγεινή η σελήνη διασχίζοντας

λευκό του κόκαλου φως που ασπρίζοντας

το σπέρμα στα χείλια σου που αχνίζοντας

που το ξημέρωμα εξαγνίζοντας

ψυχρό και σφυρήλατο

δικό σου το αίμα μου

που θάνατο προμηνύοντας

ο ρόγχος το τέλος



Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2008

Νίκος Βιολάρης, από τη συλλογή « Πέρα απ’ τη μέρα »


Ότι υπήρξε

οριζόντια

πριν τη μέρα

υιοθετώντας τις παράξενες

συνήθειες ερπετού

κάτω απ’ την πέτρα

ζώντας τον χειμώνα

μέσα στα δέντρα

εικόνες της μικρής ζωής

επαληθεύοντας

την κλειδωμένη άνθηση

επαληθεύοντας

τη ραγισμένη αίσθηση

ό,τι υπήρξε πριν

τον κάθετο ίλιγγο.

***

Δεν είναι μέρα

καρφί τριαντάφυλλο

ο πυρετός της πέτρας

δεν είναι μέρα ούτε βροχή

όνειρο μου εσύ βαθύ

τρικυμισμένο

πληγή φωτός πηγή φωνής

και λέξεις – χάδι ή θάλασσα –

δεν είναι μέρα.

***

Περπατάω πάνω απ’ τη μέρα

περπατάω κάτω απ’ τη μέρα

μέσα στη μέρα

αφήνω

το σώμα μου


Και διασκεδάζω.

***

Κανένα φως

εκτός του φωτός

κανένα φως εντός

καθώς

εκτείνεται παράξενα

το ίδιο τριαντάφυλλο

δίχως όντως να είναι

προέκταση που βέβαια ναι

δεν είναι

μα διαρκεί

σαν ώρα

ώρες δηλαδή

τυλίγοντας τη μέρα.

***

Τρικυμία

τα πράγματα

τα πράγματα σώματα κύματα

κι εντός του φωτός

θρύψαλα

εντός των δέντρων

σύννεφα

και μες στα σύννεφα

άγγελοι τρεμοσβήνοντας.




Ο Νίκος Βιολάρης γεννήθηκε το 1985 στην Αθήνα. Η συλλογή Πέρα απ’ τη μέρα κυκλοφόρησε το 2005.