Κυριακή, 27 Απριλίου 2008

Καλό Πάσχα!

Barracuda Club



Fazil Hûsnû Daglarca (b. 1914)

Ο Fazil Hûsnû Daglarca γεννήθηκε στην Istanbul στις 26 Αυγούστου 1914. Σπούδασε στην στρατιωτική σχολή του Kuleli. Μετά από δεκαπενταετή υπηρεσία αποσύρθηκε από το στρατό για να αφοσιωθεί στην ποίηση. Το έργο του χαρακτηρίζεται από μια σπάνια πρωτοτυπία. Η ποίηση του είναι συχνά ερμητική. Ο λόγος του μοντέρνος και συχνά ιδιαίτερα δύσκολος, μας σταματά κάποτε με τις έντονα απροσδόκητες εικόνες του. Φαινομενικά δεν εντάσσεται σε καμιά λογοτεχνική σχολή, αν και προσωπικά μου θυμίζει ενίοτε, ίσως εξαιτίας της ‘καθαρολογικής’ χρήσης της γλώσσας, την «καθαρή ποίηση» και τον Paul Valéry. Ίσως, βέβαια, γι αυτό να είναι υπεύθυνη η γαλλική μετάφραση που χρησιμοποίησα…


Η εποχή του λίθου


Οι κόρες των ματιών του

Γυαλίζανε στο σκοτάδι,

Και δεν φοβότανε τίποτα.


Εμείς οι άλλοι λιμοκτονούσαμε.

Στην είσοδο της σπηλιάς,

Κάποτε καιροφυλακτήσαμε

Και όπως περνούσε

Σπρώξαμε κείνο το βράχο:

Κι έπειτα μια μεγάλη κραυγή

Κι ύστερα τίποτα

Κι ο σύντροφος των νυχτών

Και των δασών σώπασε.


Δεν πίνει πια, δεν θα πιει,

Δεν κινείται πια, δεν θα κινηθεί,

Δεν κοιμάται πια, δεν θα κοιμηθεί,

Πια δεν θα κάνει εκείνα που έκανε.


Εμείς οι άλλοι φτιάξαμε φυλακτά

Απ’ τ’ απομεινάρια της ομορφιάς του,

Απλά φυλακτά και παράξενα

Που θα είναι τόσο φωτεινά,

Τόσο τυφλά όσο το τρίχωμα του.


Το τσιμπούσι της νίκης

Στην οικειότητα των πραγμάτων:

Ότι τα χέρια μας, τα κεφάλια μας, οι καρδιές μας, άπληστα τώρα

Επιτέλους χορταίνανε.

***

Ο Ασού


Το έγκλημα του μεγάλο όσο κι ο ουρανός,

Έβαλε το λίθο του ενάντια στο Θεό-Ήλιο,

Άδοντας κάποιαν άγνωστη άρια

Βγαλμένη από τα βάθη του χρόνου…


Ήταν που ήτανε άρρωστος, άγρυπνος, πεινασμένος,

Ήτανε που τα μαύρα πνεύματα είχαν αγγίξει το δέρμα του.

Πάνω στον ουρανό τώρα η μέρα στεκότανε σκυθρωπή

Ζαρωμένα τα δέντρα…


Και τα στομάχια θρεμμένα καθώς κι αυτά των προγόνων

Τη σάρκα του σερπετού, κι εκείνη του αετού,

Κι ακόμα τον άνεμο της φωτιάς και τ’ αστέρια,

Κι εκείνα καυτά.


Η ελαφρότητα του είναι εγχάρακτη επάνω στα μέτωπα,

(Ότι τα πονηρά πνεύματα βυθίζονται σ’ έναν πολύχρωμο ύπνο…)

Ότι τα παράξενα τούτα στολίδια πάνω σ’ όλα τα στόματα

Μοιάζουνε τόσο μ’ εκείνα των παραμυθιών!


Από το βάθος του δάσους αντηχούν τα ταμ-ταμ:

Ασού, Ασού!

Το πράσινο, το κόκκινο, το κίτρινο ουρλιάζουν παράφρονα:

Ασού, Ασού!


Και ο φόβος τυλίγεται

Σε πανάρχαιους πόνους,

Η μιζέρια της σάρκας σιωπά

Σε πέτρες σκαλισμένες στις άκριες.


Το μαύρο αίμα της μαγείας αναπνέει

Μέσα στα κέρατα και τις ρίζες

Μέσα στη μέθη διαυγή κάποιου διαυγούς λήθαργου,

Και η φυγή των θηραμάτων που δραπετεύουν.


Η ένταση του πλάσματος αντηχεί:

Ασού, Ασού!

Στην ισχύ των θεών:

Ασού, Ασού!


Δεν ειν’ ορατό παρά το ασπράδι των ματιών του,

Το στήθος του εκρήγνυται ο τρόμος

Όλη η φυλή στη γυμνότητα

Δεν είναι παρά φωτιά, δεν είναι παρά θάνατος!


Δεν έχει ύπνο, πεινάει ακόμα,

Τα μπράτσα του πέφτουν αδύναμα,

Το σώμα του ζωντανό ήτανε τόσο άτονο,

Το κορμί του νεκρό είναι τόσο λαμπρό!


Κι από τη μοναξιά της γης ο ήλιος να αποσύρεται:

Ασού, Ασού!

Κι η μοναξιά σου μόνη σε ξενυχτά:

Ασού, Ασού!

***

Ο γιος του Ασού


Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μακρύ,

Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μαύρο,

Εκείνο που έκαψε, ήταν σαν ήλιος…

Και γω, ο γιος του Ασού, βαθιά μέσα στο βάθος της σκιάς,

Μόνος, λησμονημένος.


Τώρα όλοι πιάνονται

Κάτω από τα ιερά μπαμπού…

Δεν ακούγονται παρά μόνο λυγμοί…

Πονάω παντού τόσο πολύ κι είμαι τόσο πολύ κουρασμένος

Που θα ξεριζώσω το μαύρο από το δέρμα μου…


Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μακρύ,

Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μαύρο,

Εκείνο που έκαψε, ήταν σαν ήλιος…

Πίστεψα που θα παίζαμε

Όταν τον δέσανε, και βάλθηκαν

Όλοι γυμνοί να χορεύουν!...

Τ’ αστέρια κι η νύχτα, όλα γι αυτούς ήταν ένα…

Η οσμή της σάρκας βαριά,

Και πτηνά με μεγάλα φτερά να πλανώνται ολόγυρα,

Έβρεχε ένας πόνος στα χέρια μου, στον ουρανό

Στην πεδιάδα!


Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μακρύ,

Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μαύρο,

Εκείνο που έκαψε, ήταν σαν ήλιος…

Και τα πονηρά πνεύματα στριφογυρίζανε στον καπνό

Κι η σελήνη σηκωνότανε τη πείνα των νέων κτηνών.


Και το χορτάρι αιματοβαμμένο δεν σταματούσε ν’ απλώνεται

Και τ’ ακούγαμε από μακριά που δίναμε το θήραμα

Στους γιους των Djinns χωρίς κεφάλι…

Κι η φωτιά έκαψε τη ζεστασιά του πατέρα μου

Κι η σιγή κίτρινη κατακάθεται καθώς που οι αετοί.


Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μακρύ,

Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μαύρο,

Εκείνο που έκαψε, ήταν σαν ήλιος…

Και το ξέρεις, Θεέ-Ήλιε, εσύ, λαξεμένε στο ξύλο,

Το ξέρεις τι θα σου κάνω;…

Θα σκίσω τη νύχτα καθώς που πτώμα ζωγραφισμένο,

Κρατώντας τα μάτια κλειστά

Ότι κανείς να μη δει αυτό που έχω μες το κεφάλι μου…

Και θα σε κάψω, Θεέ-Ήλιε,

Και του πατέρα μου θα ξαναγεννηθεί η πνοή…


Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μακρύ,

Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μαύρο,

Εκείνο που έκαψε, ήταν σαν ήλιος…

Και θα γλιστρήσω στον τρόμο τυφλό,

Βραδύς καθώς το πνεύμα-ερπετό

Σε μια γη ο πόνος μου γεμάτη ρωγμές,

Νιώθοντας τα νύχια μου μαύρα να σπρώχνουνε στη σιωπή

Και το κόκκινο πράμα στην άκρη του που θυμόμαστε

Και θα καείς, Θεέ-Ήλιε, και θα καείς.



Από τη συλλογή Asû (1955)

Σάββατο, 19 Απριλίου 2008

Μάριος Χάκκας (1931 – 1972)


Το τρίτο νεφρό


Τώρα που ξέρω πως δεν κερδίζονται οι άνθρωποι ή έστω κι ένα κορίτσι με σκέτες λέξεις, παρά μόνο με αίμα· τώρα που καταλαβαίνω πως δεν γίνεται να φτάσεις στο ποίημα από διαβάσματα και μόνο, σ’ ένα κάποιο επίτευγμα με χαμομήλια· ασ’ τους να νομίζουν αυτοί που μάτωσαν στις παρανυχίδες μονάχα και βγάζουν κραυγές: « Οχ, οχ! Αιμορραγώ σ’ όλο το σώμα». «Κάλπες, αφού πρόκειται για το δείκτη του αριστερού σας χεριού. Ποιο όλο το σώμα σας;» Γι αυτό και γράφουν νερόβραστα ποιήματα, πιπιλίζουν ονόματα με θαυμασμό και προσπαθούν να μοιάσουν κάποια πρότυπα τους χωρίς να περάσουν μέσα απ’ τη φωτιά και την κόλαση που προϋποθέτει το ποίημα. Εμ, δε γίνεται.

Κάποτε είδα ανθρώπους που τρώγανε αποβραδίς μια χαρά έχοντας την καραβάνα στα γόνατα, χρόνια τρώγανε σε τούτη τη στάση χωρίς κανένα παράπονο, και το πρωί παίρνανε μεταγωγή για το τρελοκομείο, γιατί ξαφνικά νιώσαν να σπάει η πλάτη και να πετάγεται η καρδιά προς τα έξω. «Η πλάτη μου», όλο λέγαν, «η πλάτη μου», κι έπεφτε η καραβάνα απ’ τα γόνατα αφήνοντας δυο κόμπους λάδι ανεξίτηλο λεκέ στο τσιμέντο. Μαύρισε η ψυχή κι έκανε τούτο το ρήγμα κι έφερε τούτη την πτώση, παρά την επίμονη θέληση των ανθρώπων να κρατήσουν την καραβάνα στα γόνατα.

«Να μιλήσω για ήρωες, να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης.» Οπωσδήποτε όχι. Πάει καιρός που δε βρίσκομαι σ’ αυτήν τη γραμμή. Δε σημαίνει δηλαδή ότι όποιος κράτησε αυτή τη θεόρατη καραβάνα στα γόνατα φτάνει στο ποίημα. Αλλ’ οπωσδήποτε απ’ αυτούς κάποιος. Μ’ άλλα λόγια, αν έχεις ξοδέψει γι αυτήν την υπόθεση έστω και μια τρίχα απ’ τους όρχεις σου.

Γι αυτό: σε τάιζε η μαμά σου το αυγουλάκι σου και μάλιστα φρέσκο; Καθόσουνα στα πρώτα θρανία, ήσουνα σπαζοδιαβάστρα, καλό παιδί, έκανες ό,τι σου έλεγε ο δάσκαλος; Είχες την Κυριακή χαρτζιλίκι, πήρες γυναίκα με προίκα και όμορφη; (Μερικές από τις ερωτήσεις για τη σύνταξη βιογραφικού σημειώματος μπροστά στο ποιητοδικείο). Άντε, παιδάκι μου, μην ταλαιπωρείς τα γραφτά. Δε σε θέλει το ποίημα. Οι λέξεις σου είναι κούφιες. Ναι, ξέρω, πέρασες κι ένα κοκίτη και τώρα έχεις στρυφνό προϊστάμενο που σε επιπλήττει άμα κάνεις κανένα λαθάκι. Καλά. Καλά. Κάνε μια εντριβή με οινόπνευμα και το πρωί θα είσαι περδίκι. Κοίταξε, μην κρατάς τα αέρια μέσα σου, άσε να φεύγουν προβληματισμοί κι ανησυχίες.

Τώρα που έκανα τα πνευμόνια μου μαύρα καπνίζοντας παλιοτσίγαρα το ‘να πάνω στο άλλο. Με την ίδια φωτιά, τη νεανική, πήγα κρεσέντο. Τώρα που ωρίμασα μαζί με το νεφρό μου που έσκασε καρπούζι στον ήλιο. Τώρα που το είδα χωρίς καμιά φρίκη ν’ ανοίγει τριαντάφυλλο, ούτε αίμα, ούτε τίποτα, μόνο τρακ και φάνηκε ζαχαρωμένη ντομάτα. Κοβαλτιώθηκα, μπούχτισα, τσουρουφλίστηκα ολόκληρος. Μόλις τώρα φτάνω των δασκάλων την κόλαση. Όχι εξωτερικά, λέγοντας Ρίλκε και Μπέκετ, μιμούμενος φράσεις τους, όχι. Ξεκινώντας απ’ τη δική μου ζωή, λαχαίνω τις σκέψεις μου μες τα γραφτά τους κι αυτή ας πούμε η σύμπτωση με κάνει να χαίρομαι και να σκυλιάζω ταυτόχρονα. Χαίρομαι γιατί ο δρόμος που τράβηξα, που μόνος μου διάλεξα αν θέλετε, που η ίδια η ζωή μου καθόρισε, δεν είναι άγονος, αφού κι άλλοι, και μάλιστα δάσκαλοι φτάσαν στο ίδιο επίτευγμα, κι είναι μια απόδειξη, όπως όταν μετά σκληρό διαγώνισμα βγαίνεις και τρέχεις στις λύσεις κι είναι όλα σωστά. Απ’ την άλλη μεριά σκυλιάζω γιατί πρόλαβαν αυτοί και κατέγραψαν τον ανθρώπινο πόνο κι εγώ τώρα πρέπει να πάω πιο πέρα δίνοντας ίσως και τ’ άλλο νεφρό.

Στέκομαι συλλογισμένος κι ανοίγω φανταστικό διάλογο με τον Ρίλκε, τον Μπέκετ, τον Μίλερ Χένρι και άλλους, πεισμωμένος και τους φωνάζω, ό,τι γράψατε σεις σ’ ένα βιβλίο εγώ θα το περάσω σε μια μόνο σελίδα, σε μια μόνο φράση. Γιατί να μην έχω κι ένα τρίτο νεφρό; Τότε, αυτήν την απέραντη απελπισία που φτάσαν οι δάσκαλοι, ίσως μπορούσα να την μετατρέψω σε κάποια ελπίδα και πίστη. Να πάρω πηλό και να πλάσω απ’ την αρχή έναν άνθρωπο, κι αυτό το παγερό στερέωμα που φέρνει σβούρα από πάνω μας τυχαία και άσκοπα να μετατρέψω σε λούνα πάρκ. Να στήσω πυγολαμπίδες πάνω στην άσφαλτο. Να κάνω τους ανθρώπους να δουν τη μεταμεσονύκτια ομορφιά των ηλεκτρικών στύλων καθώς υποκλίνονται ευγενικά στις λεωφόρους. Ίσως μπορέσω να φτάσω ξανά στις πρώτες αφέλειες συγκροτώντας μια πίστη που θα διαλύεται μόλις χάνει κανείς το νεφρό του.

Δε θέλω χρόνο. Ζωή θέλω, μ’ όλο που το δεύτερο προϋποθέτει το πρώτο, ζωή να τη σπαταλήσω πίσω από τις φράσεις, ζωή να χτίσω παραγράφους, να οικοδομήσω ένα έργο δίνοντας στο λόγο μια τρίτη διάσταση, γιατί τη δεύτερη τη βρήκαν οι άλλοι, την καταγράψαν οι δάσκαλοι κι εγώ πρέπει να πάω παραπέρα.

Μ’ άλλα λόγια, είναι στην κυριολεξία πρόβλημα τρίτου νεφρού. Αν ήταν πρόβλημα χρόνου μονάχα, δεν είχα παρά να καταφύγω στο τεχνητό. Παίρνουν το αίμα από τη φλέβα και το διοχετεύουν στη μηχανή. Εκεί το χτυπάνε όπως το γάλα που του αφαιρούνε το βούτυρο, για να το ξαναφέρουνε καθαρότερο στην αρτηρία. Οχτώ ολόκληρες ώρες συνεχίζεται το ίδιο βιολί, δυο και τρεις φορές την εβδομάδα. Ένα μηχάνημα μέλος του σώματος σου έξω από το σώμα σου επιμηκύνει το χρόνο σου, σου δίνει παράταση για τρία, ίσως και τέσσερα χρόνια, κερδίζεις μ’ αυτό κάτι, δε λέω, μα τι να ξοδέψεις, πλαστικά σωληνάκια και φίλτρα; Βίδες, παξιμάδια και ρεύμα;

Παίρνεις μια κάποια παράταση, ίσα ίσα που προλαβαίνεις να πετάξεις ένα βιβλίο γεμάτο ούρα, ένα μπουκάλι με σκέψεις για το πώς έγινε το ναυάγιο, τον ύπουλο ύφαλο, τις απεγνωσμένες προσπάθειες να κρατηθείς σε μια σαθρή σχεδία δίχως σχέδια, για το μεγάλο σαρωτικό κύμα που έρχεται. Κάποτε πλησιάζει το τέλος, γιατί κάθε φορά και περισσότερα ούρα κυκλοφορούνε στο αίμα σου. Τόσο ήτανε, λες, ρίχνεις μια τελευταία ματιά στα γραφτά σου και βάζεις τον τίτλο: Το τελευταίο μπουκάλι. Ιστορίες που μιλάνε για φλέβες και ούρα, ζαλάδες, πόνους, μιζέριες, μια επιχείρηση που κερδίζει όσο για να πληρώνει το λογιστή. Μόνο φύρα, κανένα περίσσευμα.

Αλλά εγώ που ήθελα να εκσφενδονίσω βεγγαλικά τις φράσεις, καταυγάζοντας έστω και για μια μόνη στιγμή αυτή την αιώνια νύχτα; Πώς να ηλεκτροφωτίσω το στερέωμα με μπλε, μοβ και κόκκινα αστέρια χωρίς να ξοδεύω ζωή; Μ’ αυτό το τραπέζι νεφρό;

Μιλάω για μια ποίηση από τη ζωή, όχι καλά και σώνει για τη ζωή, πολύ περισσότερο με κάποιο σκοπό. Έτσι βρίσκω την ποίηση για την ποίηση του Mallarmé, mal armé. Θα ‘θελα αυτούς που έχουν αυτό το μεράκι να ‘χουν αγγίξει έστω με το μικρό δακτυλάκι την καραβάνα της απελπισιάς, να ‘ναι, μ’ άλλα λόγια, bon armé και alarmé. Γι αυτό αναφέρθηκα στην αρχή σε κάτι φιόγκους (το αυγουλάκι τους και μάλιστα φρέσκο) που γράφουνε ανούσια ποιήματα, χάνονται μέσα στις λέξεις, γιατί δε δώσανε γι αυτή την υπόθεση σταγόνα αίμα. Δε γίνεται. Δε γίνεται.


Από τη συλλογή Ο Μπιντές και άλλες ιστορίες, 1970.

Σάββατο, 12 Απριλίου 2008

Seraphim falls, η ιστορία μιας εκδίκησης που δεν σέβεται το εαυτό της ....

... από τους άγριους πιστολέρο των western στην υπαρξιακή ταυτότητα του σύγχρονου ατόμου ....


Αγνή, παρθένα εξέλιξη δεν υπάρχει. Η γέννηση είναι αποτέλεσμα μιας αναγκαίας
βίας

Asger Jorn




Το western ανέκαθεν αποτελούσε ένα λαϊκό είδος, στα πρότυπα του χολιγουντιανού θεάματος· ένα βιομηχανικό προϊόν προς κατανάλωση των μαζών. Πάμπολλες ταινίες πέρασαν από το άσπρο πανί, εκ των οποίων κάποιες συγκαταλέχτηκαν ανάμεσα στα αριστουργήματα της έβδομης τέχνης και αποτέλεσαν αναφορές του είδους για ολόκληρο το κινηματογραφικό φάσμα. Μεγάλοι σκηνοθέτες κι αστέρες συνδέθηκαν με το είδος και δοκιμάστηκαν σε αυτό. Ακόμη κι ο εξπρεσιονιστής Fritz Lang κατά την χολιγουντιανή του καριέρα. Εν έτη 2008 τι θέση μπορεί να έχει στο σύγχρονο κινηματογραφικό στερέωμα ένα αναμφίβολα ξεπερασμένο είδος; Τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται, όχι ακριβώς μια αναβίωση, αλλά κάποιες μεμονωμένες περισσότερο προσπάθειες να δοθούν σύγχρονα western, από το αριστουργηματικό Dead Man του Jim Jarmusch (μια πλήρης αποδόμηση του είδους, γκονταρικων προθέσεων), μέχρι το οσκαρικό Brokeback mountain του Ang Lee κι η λίστα συνεχίζεται. Πριν ένα εξάμηνο βγήκε στις αίθουσες το Seraphim Falls του David Von Ancken, ο οποίος είχε πετυχημένη προϋπηρεσία στα τηλεοπτικά πλατό (σίγουρα το γεγονός αυτό δεν είναι υπέρ του). Το άρθρο θα ασχοληθεί με την ταινία ως εφαλτήριο κι όχι ως κριτική.

Η ταινία χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος παρακολουθούμε την καταιγιστική καταδίωξη του ενός από τους δυο πρωταγωνιστές (θα τον ονομάσουμε κυνηγημένο), από τον δεύτερο (αντίστοιχα κυνηγό), με μια ομάδα από μισθοφόρους. Η καταδίωξη λαμβάνει χώρα στα χιονισμένα βουνά, με κάδρα που ασφυκτικά κλείνουν τους πρωταγωνιστές δημιουργώντας ένα κλειστοφοβικό τοπίο χωρίς ορίζοντα. Το αδιέξοδο ενυπάρχει σε κάθε σημείο του κάδρου. Ο γρήγορος ρυθμός καταδίωξης και η πάλη, είναι τα δύο στοιχεία που κυριαρχούν. Ο κυνηγός-πρωταγωνιστής από την αρχή έχει το πλεονέκτημα, από το πρώτο κιόλας πλάνο. Ας σταθούμε λίγο στην πρώτη σκηνή η οποία και μας παρέχει το βασικό μοτίβο επάνω στο οποίο και θα κινηθεί ολόκληρη η ταινία. Στα πρώτα πλάνα βλέπουμε τον κυνηγημένο να ψήνει ένα θήραμα και να κοιτάει γύρω του χωρίς να φανερώνει κάποια ιδιαίτερη ανησυχία. Την επόμενη στιγμή κάποιος τον πυροβολεί κι ο ίδιος μετατρέπεται στο εξής σε θήραμα. Αυτό είναι και το βασικό δίπολο, θύτης - θύμα, στο οποίο και θα κινηθεί όλη η ταινία μέχρι την τελική εξίσωση θύτη και θύματος στο φινάλε. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ωστόσο, τόσο η θέση των δυο ηρώων όσο και η θέση του θεατή απέναντι στα δρώμενα είναι σαφής, μέχρι τα μισά της ταινίας (ταύτιση του με τον κυνηγημένο, ταύτιση με τον αδύνατο). Ωστόσο, στα δεύτερο μισό του πρώτου μέρους η καταδίωξη κάπως χαλαρώνει κι αφήνει χώρο στους χαρακτήρες να αναδειχτούν και την ιστορία να ξετυλιχτεί. Ήδη τα ερωτήματα είναι σημαντικά κι ο θεατής ‘ρουφάει’ κάθε πληροφορία για τους ήρωες του. Ο κυνηγημένος - πρωταγωνιστής καταφέρνει να ξεγλιστρήσει από του διώκτες του αφού βρίσκει άλογο σε ένα σπίτι, για να το χάσει λίγο αργότερα και να γλιτώσει μόλις την τελευταία στιγμή από τον κυνηγό. Το παιχνίδι βρίσκεται ξεκάθαρα στα χέρια του σκηνοθέτη .

Το δεύτερο μέρος αρχίζει με τις αχανείς εκτάσεις της αγρίας Δύσης. Τα πλάνα πλέον είναι ανοιχτά κι ο ορίζοντας μας χαρίζεται απλόχερα. Η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα είναι παρελθόν. Μια σειρά από γεγονότα συμβαίνουν κατά την διάρκεια της συνεχιζόμενης καταδίωξης, εναλλάσσοντας συνεχώς τους ρόλους θύτη και θύματος για τους πρωταγωνιστές. Πάντα όμως αποκαθιστάται η τάξη κι οι πρωταγωνιστές διατηρούν την θέση τους όπως κι ο θεατής απέναντι στα δρώμενα (η ταύτιση του με τον κυνηγημένο παραμένει αναλλοίωτη, καλος - κακος, κληροδοτημένη από τα παλιά western και το γενικότερο μανιχαϊστικό στυλ του Ηollywood ). Στο δεύτερο μισό του δεύτερου μέρους την ώρα που κοιμούνται οι δυο πρωταγωνιστές οι σκηνοθετικές νύξεις, πλέον γίνονται δηλώσεις. Με την σκηνή του κοινού ονείρου και του ταυτόχρονου ξυπνήματος, πέρα από τις σημαντικές πληροφορίες για το γεγονός καθεαυτό που πυροδότησε το κυνηγητό (κλασικό μοτίβο, στην σύγχρονη εκδοχή του βέβαια), ο σκηνοθέτης φροντίζει να ταυτίσει, δίχως να αφήνει ποια καμιά αμφιβολία, τους δυο πρωταγωνιστές. Αποκορύφωμα αυτής της ταύτισης η μετέπειτα κι τελευταία σκηνή του δεύτερου μέρους που έρχεται σε αντίθεση με την ίδια την αφηγούμενη ιστορία. Η διασάλευση της τάξης έχει αρχίσει. Σίγουρα η θέση του θεατή ακόμη δεν έχει ‘γκρεμιστεί’, αλλά έχει δεχτεί τα πρώτα σημαντικά ρήγματα. Σε επίπεδο αίσθησης τα πράγματα έχουν πάρει το δρόμο τους για τον θεατή (μην ξεχνάμε ότι στον κινηματογράφο ο θεατής δεν προλαβαίνει να σκεφτεί· από κει προέρχεται κι η μεγάλη δύναμη υποβολής του κινηματογράφου).

Μοιραία, οι δυο αντίπαλοι συναντιούνται, κι αφού πεθαίνει κι ο τελευταίος των λακέδων, είναι πλέον αντιμέτωποι ίσος προς ίσο. Ο κυνηγός έχει ένα πιστόλι χωρίς σφαίρες - το πλεονέκτημα του λοιπόν, είναι μόνο πλασματικό. Σ’ αυτήν λοιπόν την δεύτερη face to face σκηνή μαθαίνουμε αναδρομικά το παρελθόν. Ο ήρωας με τον οποίον είχε μέχρι εκείνην τη στιγμή ταυτιστεί ο θεατής είναι υπεύθυνος για τον θάνατο της οικογένειας του ταγματάρχη - κυνηγού, πράξη προφανώς καταδικαστέα στην συνείδηση του θεατή. Στην μάχη που ακολουθεί όμως, ο αντίπαλος του, ο κυνηγημένος χαρίζει την ζωή του και του προσφέρει νερό για να καταφέρει να πάει στην επόμενη πόλη και να τελειώσει εδώ η ιστορία εκδίκησης (και να ξεκινήσει μια νέα που αρχίζει με το μοτίβο του νερού - το νερό εξισώνεται με την ζωή). Η σκηνή αφήνει μετέωρο το θεατή. Δεν υπάρχει ούτε καλός ούτε κακός. Η ταύτιση έχει καταρρεύσει πλήρως. Το κλασικό ερώτημα, με ποιον τρόπο ο καλός θα καταφέρει να σκοτώσει τον κακό ή το πως θα αποκατασταθεί η διασαλευθείσα τάξη του κόσμου (κλασικός ήρωας του western και κλασική κατάληξη του είδους ειδικά στην πρώτη του περίοδο) δεν υφίσταται πλέον. Ποιος θα νικήσει σ’ αυτόν τον αγώνα ζωής και θανάτου; Ποιος θα δικαιωθεί μπρος τα μάτια του θεατή, ο μετανοημένος και φιλεύσπλαχνος κυνηγημένος ή ο αμετανόητος για δικαιοσύνη - εκδίκηση κυνηγός; Οι δυο ταυτίζονται πλέον και σε συνειδητό επίπεδο (δεν υπάρχει αθώος, καλός ή κακός). Το μόνο που μας απομένει είναι η λύση.

Το τρίτο μέρος αρχίζει με την διαδοχική συνάντηση των δυο με τον Ινδιάνο, (μια αναφορά στο Dead Man, ο Ινδιάνος ως μύστης ενός διαφορετικού τύπου ύπαρξης) και το άνοιγμα της ιστορίας σε ένα νέο επίπεδο. Η εμφάνιση του, η συνδιαλλαγή, τα λόγια του, προετοιμάζουν το ιδιαίτερο «τοπίο» της τελικής μάχης και μας προοικονομεί την μορφή της λύσης που θα ακολουθήσει. Ο Ινδιάνος από μια περίεργη πλεονεκτική θέση φέρνει και την οριστική ισορροπία στους δυο πρωταγωνιστές για την τελική τους αναμέτρηση. Η είσοδος στην έρημο γίνεται επί ίσοις όροις πλέον. Μπροστά τους τώρα η απέραντη έρημος, άχρονη κι αμείλικτη. Στην έρημο φανερώνεται στον καθένα ξεχωριστά η περίεργη αυτή περιπλανώμενη εμπόρισσα. Εμπορικές συμφωνίες και λόγια επισφράγισης ακολουθούν τις περίεργες δοσοληψίες των πρωταγωνιστών μαζί της. Ο τρόπος εμφάνισης της είναι και το επισφράγισμα της μεταφοράς της ταινίας σε ένα μεταφυσικό επίπεδο ή καλύτερα σε υπαρξιακό επίπεδο όπου ο χώρος, η ατμόσφαιρα και οι προοπτικές γίνονται ο καθρέφτης των ηρώων. Είναι η τελευταία νησίδα του πολιτισμού τους πριν τους αφήσει μόνους στην άνυδρη έρημο χωρίς νερό κι ελπίδα (το νερό είναι ζωή λέει ο Ινδιάνος). Η τελική μάχη πλέον παύει να έχει το οποιοδήποτε νόημα, πραγματοποιείται καθαρά και μόνο από κεκτημένη ταχύτητα. Ο πόλεμος, προσωπικός ή συλλογικός, με ό,τι εκφράζει, όχι μόνο έχει τελειώσει αλλά και τους έχει τελειώσει. Η πορεία προς τη λήθη έχει αρχίσει και μαζί της θα πάρει τα τελευταία απομεινάρια του παρελθόντος, προϊόντα αυτής της εποχής που αποχωρεί από το προσκήνιο της ιστορίας. Η έρημος είναι οι ίδιοι οι ήρωες, κι οι δυο θύματα των περιστάσεων, δυο φαντάσματα. Η αποχώρηση τους σε ένα ψεύτικο φόντο υποσκάπτει και τις όποιες τυχόν αισιόδοξες ερμηνείες που θα μπορούσαν να ξεπηδήσουν από το τέλος. Σβήνουν - εξατμίζονται μες στο τοπίο σαν το νερό, θύματα κι οι δυο των περιστάσεων.

Αυτή, λοιπόν, η ενδιαφέρουσα ταινία δομήθηκε σαν ένα κλασικό western. Σε πρώτο επίπεδο είναι μια τυπική ιστορία εκδίκησης με ένα αναπάντεχα φιλειρηνικό φινάλε. Συμφιλιωμένοι παίρνει ο καθένας το δρόμο του. Μια ταινία η οποία βλέπεται από τον καθένα αφού οι κώδικες και το σύμπαν ενός western είναι γνωστό σε όλους. Ο σκηνοθέτης όμως δανειζόμενος την μορφή του συγκεκριμένου είδους κάνει μια πολυεπίπεδη ταινία. Είτε θέλει να διερευνήσει την λογική της οφθαλμού αντί οφθαλμού εκδίκησης, είτε τη λογική ύπαρξης του ανθρώπου στην σύγχρονη κοινωνία (μια «άγρια Δύση», όπου όλες οι σχέσεις είναι σχέσεις εμπορικής συνδιαλλαγής, όπου οι τυχόν προσωπικές διάφορες δεν παύουν να είναι ένα αποτέλεσμα ενός πολύ συγκεκριμένου τρόπου συνύπαρξης μέσα στην κοινωνία και που οδηγεί τελικά στην προσωπική χρεοκοπία), η ταινία ‘λειτουργεί’ για κάθε θεατή κι ο καθένας μπορεί να τοποθετηθεί ανάλογα και με βάση τις προσωπικές αντιλήψεις του και τους προσωπικούς του προβληματισμούς. Ο καθένας μπορεί να συμπεριφερθεί απέναντι στην ταινία με τον τρόπο που αυτός αντιλαμβάνεται και θέλει. Το παιχνίδι όμως δεν παίζεται ερήμην του θεατή (ένας από τους κυρίως λόγους αποτυχίας του ΝΕΚ, που καταντούσαν οι συνεντεύξεις και τα κείμενα που αφορούσαν τις ταινίες τους, να είναι στο τέλος πιο ενδιαφέροντα από τις ίδιες τις ταινίες).

Στον 21ο αιώνα, στο επίπεδο των τεχνών κι όχι μόνο, ο άνθρωπος – δημιουργός δείχνει μετέωρος κι αμήχανος, αδύναμος μπροστά στην σύγχρονη πραγματικότητα που δείχνει να τον υπερβαίνει. Θεατής παθητικός ακόμα κι όταν έχει τάσεις δημιουργίας και δράσης. Η απροσδιοριστία του κι η συναίσθηση του αδιέξοδου τον έχουν καταβάλει. Οι τρόποι αντίδρασης του δείχνουν επικίνδυνα παροπλισμένοι. Η ανακύκλωση και το αναπόφευκτο ‘βάλτωμα’ είναι σημείο των καιρών και μας καλούν στην ανυπαρξία. Οι πρωτοπορίες δείχνουν μακρινές κι ανύπαρκτες. Παρόλα αυτά η θέληση (ή η τύχη ενδεχομένως) για απεγκλωβισμό ορισμένων δημιουργών είναι εκείνες ακριβώς οι μεμονωμένες εκλάμψεις που οφείλουμε να πάρουμε υποψιν μας και να τις αξιοποιήσουμε.

Η σημερινή εποχή είναι το σταυροδρόμι (ας ελπίσουμε ότι δεν είναι η αρχή μιας ολοκληρωτικής εποχής), και η ρήξη μοιάζει να μεταφέρεται σε ένα (αβέβαιο) μέλλον. Το αφηγηματικό μοντέλο κλασικών ειδών, όπως το western, όπου μαζί με τον τρόπο αφήγησης μας δανείζει κι ένα ολόκληρο σύμπαν, παρουσιάζεται ως ένα πρόσφορο έδαφος για να πατήσει ο δημιουργός και να ξεκλειδώσει την εποχή. Ο κορμός είναι έτοιμος, ο σκελετός κι οι κώδικες γνωστοί από το παρελθόν. Εκεί πάνω μπορεί να βασιστεί για να υπερβεί - εξυψωθεί στο παρόν, στην σημερινή υπέρ-άφθονη κενή εποχή. Πρέπει να πάψει η προσπάθεια να διερευνήσουμε την εποχή με τους όρους προηγούμενων αιώνων.


Για να μπορέσει μια μορφή ν’ αποκτήσει βαρύνουσα συλλογική σημασία, πρέπει να μετασχηματιστεί από φαινόμενο μοναδικό σε φαινόμενο τυπικό. Η διαμόρφωση ενός τύπου γίνεται με άλμα λέει ο Άσγκερ Γιορν. Οφείλουμε, ως γενιά, πιστεύω, να προετοιμάσουμε το έδαφος, να γίνουμε οι πρόδρομοι. Η καλλιτεχνική αμφιβολία εκφράζεται με δράση κι αυτή την βαρύνουσα συλλογική σημασία πρέπει να εκμεταλλευτούμε. Ο παροπλισμός δεν αντέχεται πλέον. Τα μέσα του παρελθόντος μας καλούν για μια εκ νέου επανανοηματοδότηση κι επαναπροσδιορισμό. Να βρούμε τη θέση τους στο σήμερα για να μπορέσουμε να περάσουμε στο αύριο με εκρήξεις. Τα στρατηγήματα του σήμερα να γίνουν οι πυροδοτικοί μηχανισμοί του περάσματος στην επόμενη εποχή ρήξης και επανάστασης. Για την ελευθερία… για μιαν άλλη ζωή…


G. Jesus

Κυριακή, 6 Απριλίου 2008

Ακολουθεί Διαφημιστικό Μήνυμα







Την εκδήλωση προλογίζει ο δημοσιογράφος Νέστορας Ι. Πουλάκος.


Παρασκευή, 4 Απριλίου 2008

Χρυσή Καρπαθιωτάκη, από τις Ιστορίες Μιας Εβδομάδας


Egon Schiele (1890 – 1918), The Embrace (1917)


Προσδοκίες

Συντηρούμαι από την τρυφερότητα των αδέσποτων σκύλων· αυτοί, ανυποψίαστοι μέσα στην τόση ελευθερία τους, με νιώθουν. Κατά τ’ άλλα η παρουσία μου είναι καθ’ όλα αμφισβητούμενη – κι όταν ο κόσμος δείχνει έτσι απροκάλυπτα πως δεν σ’ έχει ανάγκη, ακόμα και μια τρύπα στο έδαφος φαντάζει φιλικότερη. Είναι, βλέπετε, φορές που κάθε φιλοδοξία σ εγκαταλείπει· μια συναισθηματική κατάσταση που προσβάλλει πρωτίστως το ευαίσθητο είδος των ιδεολόγων ή, τέλος πάντων, τη μερίδα εκείνη των ανθρώπων που εξακολουθεί, με πείσμα θαρρείς παιδιάστικο, να προσδοκεί καλύτερες μέρες και τα συναφή. Εγώ ομολογώ πως ποτέ δεν ξεκαθάρισα μέσα μου την έννοια της «καλύτερης μέρας», τυγχάνω ωστόσο λάτρις συνειδητοποιημένη της προσδοκίας κι έτσι, καταχρηστικά έστω, θα μπορούσε κανείς να με κατατάξει στην ανωτέρω κατηγορία. Κι όσο κι αν είναι ανόητο να θεωρώ «προσδοκία» την τρεμάμενη ελπίδα γι’ ανταπόκριση σ’ αισθήματα εντελώς ιδιόρυθμα κι αμφίβολα, σαν τα δικά μου, εγώ επιμένω, μαζοχιστικά ίσως προσβλέποντας στην επόμενη, λόγω διάψευσης, συντριβή μου. Κάπως έτσι συμβαίνει με το μελαχρινό αγόρι του πρωινού λεωφορείου· τίποτα άλλο γι αυτόν δεν γνωρίζω παρά πως φορά συνήθως ένα πράσινο πουλόβερ και συνταξιδεύουμε κάθε Δευτέρα. Αυτά τα λίγα λεπτά, βδομάδα τη βδομάδα, ο ελάχιστος χρόνος που τα δρομολόγια μας συμπίπτουν, είναι ένας από τους λόγους που συνεχίζω να υπάρχω, περιμένοντας τον ερχομό της εξαιρετικής εκείνης Δευτέρας που θα στρέψει το κεφάλι και θα μ’ ανακαλύψει, μισοκρυμμένη πίσω από τους ώμους των επιβατών, με ηδονή ν’ αναπνέω τον ίδιο αέρα μαζί του. Τότε βεβαίως, μια ταραχή πρωτόγνωρη θα τον κυριέψει, και παραβλέποντας τον προορισμό του θ’ αποβιβαστεί μαζί μου (αφήνοντας, όπως μ’ αρέσει να φαντάζομαι, τη νεαρή καθηγήτρια του πιάνου άπρακτη να περιμένει μπροστά στα πλήκτρα, ανησυχώντας για την αργοπορία του αγαπημένου μαθητή)· τα σενάρια της συνέχειας; ω, αυτά σαφώς ποικίλλουν. Τώρα, το πιθανότερο είναι πως όλα τούτα ποτέ δεν θα συμβούν, άλλωστε καθόλου δεν είμαι σίγουρη πως το αγόρι παίζει πράγματι πιάνο. Εξάλλου, θα ήταν τόσο απίθανο να με προσέξει, όταν ο ίδιος ο ελεγκτής παραλείπει να μου ζητήσει το εισιτήριο, κι η σπιτονοικοκυρά μου κρέμασε – πάει ένας μήνας τώρα – στο μπαλκόνι μου ένα χρωματιστό ενοικιάζεται. Η μάνα πάλι, όταν χτυπάω το κουδούνι της, μονολογεί πως παραλογίζεται. Και μόνο εγώ, ως φαίνεται, δεν μπορώ ν’ απαλλαγώ από την προσδοκία.

Το ραντεβού της Κυριακής

Οι Κυριακές είναι συνήθως ημέρες μαγικές. Κι εγώ, από μικρή έχοντας υποψιαστεί τις τρομακτικές τους αυτές ιδιότητες, έπαιρνα πάντοτε τα μέτρα μου: πατζούρια και τζάμια ερμητικά κλειστά, αθόρυβες κινήσεις, και το τηλέφωνο καλού-κακού κατεβασμένο. Έτρεμα, βλέπεις, μη μ’ ανακαλύψει το θαύμα – δεν ήμουν για κάτι τέτοιο προορισμένη, κι οι προσδοκίες μου άλλωστε ήταν τόσο μα τόσο ευτελείς. Όπως και να ‘χει, μέσα στο σπίτι ένιωθα προστατευμένη, τρύπωνα κάτω απ’ το κρεβάτι και με τ’ αυτί κολλημένο στο ξύλινο πάτωμα άκουγα τις σανίδες να τρίζουν, μέχρι που βράδιαζε. Από το σούρουπο και μέχρι να ξημερώσει τ’ άλλο πρωί, σταματούσα και ν’ αναπνέω: τώρα, σκεφτόμουν, τώρα θα προσπαθήσουν να με πιάσουν απροετοίμαστη. Έτσι περίπου την έβγαζα καθαρή χρόνια και χρόνια, την μια Κυριακή μετά την άλλη, κι είχα αρχίσει σχεδόν να αισθάνομαι μια κάποιαν ασφάλεια, ίσως τελικά να τα παράτησαν με την πάρτη μου, έλεγα, τόσο ανεπίδεκτη αφού αποδείχτηκα οποιασδήποτε σωτηρίας. Η παγίδα, ωστόσο, ήταν καλοστημένη· από μιαν ελάχιστη τρυπούλα στον τοίχο σερνόταν, βδομάδα τη βδομάδα, μικρά μικρά κομματάκια το θαύμα καταλαμβάνοντας όλο και περισσότερο ζωτικό χώρο. Αφελής όντας, δεν μπόρεσα αρχικά να εξηγήσω την αιτία της ανησυχίας μου – κι ας είχε γεμίσει το πάτωμα χαραγματιές. Όταν επιτέλους κατάλαβα, την τελευταία εκείνη Κυριακή, ήταν πια πολύ αργά· μάταια εντελώς κάρφωσα σανίδες στα παράθυρα, το θαύμα είχε εισχωρήσει θριαμβευτικά στο διαμέρισμα κι εγώ, απροστάτευτη όσο κι απελπισμένη, μπορούσα μονάχα να συνθηκολογήσω. Πειθήνια λούστηκα, φόρεσα το κραγιόν μου, το καλό μου λευκό φουστάνι και, με την ήρεμη παραίτηση των οριστικά ηττημένων, κάθισα στη κουζίνα περιμένοντας το τηλεφώνημα. Παράξενο, το πώς αυτές τις τελευταίες στιγμές με είχε εγκαταλείψει ο πανικός· μονάχα μια βαθιά κουρασμένη θλίψη μπορούσα να αισθανθώ, και μιαν αόριστη μελαγχολία στη σκέψη της ζωής που, σύντομα, αμετάκλητα θα έχανα. Δέκα λεπτά περίπου αργότερα, το κουδούνισμα αντήχησε στο χωλ, ανίκανο ακόμη και να μ’ ανατριχιάσει, τόσο προβλέψιμο που ήταν. Και, αλίμονο, η άγνωστη φωνή στο ακουστικό μου ήταν κιόλας τόσο οικεία – όσο για το σύντομο μήνυμα, αυτό πια το γνώριζα από πριν με βεβαιότητα: στις πέντε το απόγευμα θα με περίμενες στην πλατεία, μπροστά ακριβώς απ’ το καινούργιο ζαχαροπλαστείο, για την πρώτη μας συνάντηση.


Η Χρυσή Καρπαθιωτάκη γεννήθηκε το 1983 στην Αθήνα. Οι Ιστορίες μια εβδομάδας δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Πλανόδιον (τ. 38, Ιούνης 2005).

Τρίτη, 1 Απριλίου 2008

Ζ. Δ. Αϊναλής, από τη συλλογή Αστική Γεωγραφία


Käthe Kollwitz (1867 - 1945), Bewaffnung in einem Gewölbe (1906)

Ενύπνιο

Αν μια στιγμή σταματήσεις να κατουρήσεις στην άκρη του δρόμου πίσω από το κατσιασμένο δεντράκι σαν τον κλέφτη γύρω γύρω κοιτάζοντας μέσα στην νύχτα του χειμώνα τότε πρόσεξε τον ήχο που έρχεται το διερχόμενο μηχανάκι πάνω τον άνθρωπο κόκκινη μάσκα στο πρόσωπο μίσχο στα χέρια φέρνει δώρο βίαιο θάνατο μεθυσμένη σιωπή τριγύρω ουρανός και το χιόνι που πέφτει πυκνό να σκεπάζει το πτώμα σου


Πολλές Φορές Μέσα Στη Νύχτα

Πολλές φορές μέσα στη νύχτα ακούς τους ήχους που περιμένεις ν’ ακούσεις αυτή βέβαια είναι μια κατάσταση εντελώς φανταστική σαν τις πληγές στο σώμα των δέντρων όμως από κάπου πρέπει να ξεκινάει κανείς τις νύχτες κραυγές ηδονής γνώριμοι ήχοι οι σούστες που τρίζουν άγνωστων κρεβατιών κάπου στο βάθος ανοίγει μια βρύση κάποιο σώμα με μαθηματική ακρίβεια διεισδύει στο νερό αυτή η πόλη δονείται τις νύχτες οι μόνες στιγμές που θα μπορούσε να ζει εναγκαλισμένα πτώματα ανεκπλήρωτων εραστών μετεωρίζονται στον αέρα στιγμές δανεικές τα φώτα διπλώνουν συζευγμένες αναπνοές όλην νύχτα σαρώνουν τα σκουπιδιάρικα τα σκουπίδια κι εκείνο το ασώματο νυχτικό που κάποτε βρήκα κρεμασμένο σε όμορα σύρματα ηλεκτροφόρα κρυφά το κράτησα γέρας παρηγοριά σιωπηλή συντροφιά να σφουγγίζω τις νύχτες έκνομα δάκρυα θύοντας σε μικρά ματοβαμμένα εδώλια μοναξιάς κάτω απ’ το μειδίαμα περιπαικτικό των αγγέλων


Απόφαση

Κι έτσι όπως δεν μπορούσε κανείς να εξαφανίσει τη θλίψη μου τίποτα είπα κι εγώ να εξαφανίσω για λίγο τον εαυτό μου έτσι τρύπωσα στην πρώτη κηδεία που βρέθηκε μπροστά μου στο πρώτο άδειο φέρετρο αθέατος στην πιο παράμερη γωνιά της πομπής εκατοντάδες άνθρωποι το μεσημέρι ένας ήλιος έκαιγε κατακόρυφα όσο με θάβανε ζωντανοί ζωντανό σε κάποιου άλλου τη θέση τώρα τόσα χρόνια νεκρός περιμένω στο τάφο μου κάποιο σύνθημα εναγώνια ακούγοντας τους χειμώνες μονότονη μουσική το ψίθυρο της βροχής


Ιστορία #1

Ήταν πια καταδικασμένος οι μέρες της χάριτος είχαν πλέον παρέλθει τελειωτικά που γυρεύαμε λίγο φως τους χειμώνες ελπίζοντας ακόμη με τ’ άλλα παιδιά και το κατάλαβε αμέσως με το που σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι του τουρτουρίζοντας απ’ την παγωνιά όχι που είχαν μεσολαβήσει τίποτε δραματικές μεταπτώσεις του κλίματος ή ανακατατάξεις της σύστασης των συστατικών του αιθέρος οι αστερισμοί λάμπαν τέτοια ώρα ξεψυχισμένα λάμπανε πάντως πάντα στην ίδια πανάρχαιη θέση που τους είχαν ορίσει η Άρκτος στην Άρκτο ο Υδροχόος στον Υδροχόο η Βερενίκη στη Βερενίκη διπλή το μόνο σημείο χειροπιαστό ήταν αυτό το πουλάκι που βρέθηκε στο μπαλκόνι του κρεμασμένο με σπασμένα φτερά είναι η πληρωμή μου που εγώ δεν ζητιάνεψα ποτές ήταν η εποχή της μεγάλης Υπερηφάνειας τότε παίρνανε με τα κάρα τα πτώματα σκασμένα και τα καίγανε άρον άρον στις χωματερές με τα πλαστικά μπουκαλάκια του νερού τάφοι ομαδικοί έπειτα ασβεστώματα κι άλλα ασβεστώματα ξανά και ξανά αιώνες ολόκληρους θάψανε τότε πολλούς κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο μια στιγμή να χωνέψει τη μοίρα του δεν μπορώ πλέον να περιφέρομαι μ’ αυτό το τσεκούρι μες την καρδιά το έβγαλε και το απόθεσε προσεκτικά στο γραφείο με τα υπόλοιπα αντικείμενα προσωπικά στυλό μολύβια χαρτιά έβγαλε ένα ένα τα ρούχα του μέχρι το τελευταίο γυμνός άνοιξε την πόρτα και βγήκε ανυπεράσπιστος στο εκτυφλωτικό φως του Δεκέμβρη ψυχρό κανείς μας δεν άκουσε έκτοτε να γίνεται λόγος γι αυτόν μονάχ’ ακουγόταν κάποτε ένα ράμφισμα παράξενο στο παράθυρο από κάποιο αθέατο πουλί κι εκείνο το μακρόσυρτο κλάμα παράπονο να ταράζει απ’ το φωταγωγό τις νύχτες την ησυχία μας


Ιστορία #2

Η γυναίκα γοργόνα είχε μια ελιά στα πλευρά πόσες νύχτες έναστρες πέρασα στη ταράτσα όσο κοιμότανε δίπλα μου το μικρό μαύρο στίγμα κοιτάζοντας σφηνωμένο στη σάρκα της μέσα βαθιά ψηλαφώντας τα καλοκαίρια δειλά με τα δάχτυλα την περιφέρεια μετατοπίζοντας τη γεύση της θάλασσας στάζαν αρμύρα στο φεγγαρόφως τα στήθη της γεμάτα βαριά η γυναίκα γοργόνα είχε φύκια αντί για μαλλιά χανότανε τα χαράματα σ’ άγνωστα μέρη μυστικά όταν επέστρεφε τα μάτια της χαμογελώντας πάντα παιδιάστικα πονηρά δεν φανερώναν ποτέ τα πιο κρυμμένα στο βάθος καλά σκοτεινά μυστικά δυο μάτια θλιμμένα μεγάλα γαλανά πόσες φορές στ’ απύθμενα βάθη τους δεν μέτρησα στα μάτια της τη δυστυχία του κόσμου ότι δεν την κάναν παρέα τ’ άλλα παιδιά πόσες νύχτες παρηγορώντας την της κράτησα ατέλειωτες ώρες τα χέρια μες την παλάμη μου χαϊδεύοντας τρυφερά κλαίγοντας κι οι δυο μια κοινή μοναξιά η γυναίκα γοργόνα είχε μια θάλασσα πάθη μες την καρδιά χάθηκε μια βραδιά δίχως προειδοποίηση ξαφνικά κάποιοι είπαν πως γύρισε πίσω σε υγρά βασίλεια μαγικά κάποιοι άλλοι χαμηλόφωνα στις γωνίες τις νύχτες συνωμοτικά στο φως ισχνό των δημόσιων φαναριών ψιθυρίζανε πως την βιάσαν ομαδικά χθόνια ξωτικά περάσαν τα χρόνια τη γυναίκα γοργόνα δεν θυμάται κανείς πια κάποιοι θα πουν πως δεν υπήρξε ποτέ κι αν ζει μες την ανάμνηση μου μονάχα εξακολουθεί πάντα μια δική της ζωή είναι που δεν μπορώ να συνειδητοποιήσω πως χάθηκε δίχως να μάθει ποτέ πόσο την αγάπησε κάποιος άνδρας πολύ



Ο Ζ. Δ. Αϊναλής γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα.