Κυριακή, 27 Απριλίου 2008

Καλό Πάσχα!

Barracuda Club



Fazil Hûsnû Daglarca (b. 1914)

Ο Fazil Hûsnû Daglarca γεννήθηκε στην Istanbul στις 26 Αυγούστου 1914. Σπούδασε στην στρατιωτική σχολή του Kuleli. Μετά από δεκαπενταετή υπηρεσία αποσύρθηκε από το στρατό για να αφοσιωθεί στην ποίηση. Το έργο του χαρακτηρίζεται από μια σπάνια πρωτοτυπία. Η ποίηση του είναι συχνά ερμητική. Ο λόγος του μοντέρνος και συχνά ιδιαίτερα δύσκολος, μας σταματά κάποτε με τις έντονα απροσδόκητες εικόνες του. Φαινομενικά δεν εντάσσεται σε καμιά λογοτεχνική σχολή, αν και προσωπικά μου θυμίζει ενίοτε, ίσως εξαιτίας της ‘καθαρολογικής’ χρήσης της γλώσσας, την «καθαρή ποίηση» και τον Paul Valéry. Ίσως, βέβαια, γι αυτό να είναι υπεύθυνη η γαλλική μετάφραση που χρησιμοποίησα…


Η εποχή του λίθου


Οι κόρες των ματιών του

Γυαλίζανε στο σκοτάδι,

Και δεν φοβότανε τίποτα.


Εμείς οι άλλοι λιμοκτονούσαμε.

Στην είσοδο της σπηλιάς,

Κάποτε καιροφυλακτήσαμε

Και όπως περνούσε

Σπρώξαμε κείνο το βράχο:

Κι έπειτα μια μεγάλη κραυγή

Κι ύστερα τίποτα

Κι ο σύντροφος των νυχτών

Και των δασών σώπασε.


Δεν πίνει πια, δεν θα πιει,

Δεν κινείται πια, δεν θα κινηθεί,

Δεν κοιμάται πια, δεν θα κοιμηθεί,

Πια δεν θα κάνει εκείνα που έκανε.


Εμείς οι άλλοι φτιάξαμε φυλακτά

Απ’ τ’ απομεινάρια της ομορφιάς του,

Απλά φυλακτά και παράξενα

Που θα είναι τόσο φωτεινά,

Τόσο τυφλά όσο το τρίχωμα του.


Το τσιμπούσι της νίκης

Στην οικειότητα των πραγμάτων:

Ότι τα χέρια μας, τα κεφάλια μας, οι καρδιές μας, άπληστα τώρα

Επιτέλους χορταίνανε.

***

Ο Ασού


Το έγκλημα του μεγάλο όσο κι ο ουρανός,

Έβαλε το λίθο του ενάντια στο Θεό-Ήλιο,

Άδοντας κάποιαν άγνωστη άρια

Βγαλμένη από τα βάθη του χρόνου…


Ήταν που ήτανε άρρωστος, άγρυπνος, πεινασμένος,

Ήτανε που τα μαύρα πνεύματα είχαν αγγίξει το δέρμα του.

Πάνω στον ουρανό τώρα η μέρα στεκότανε σκυθρωπή

Ζαρωμένα τα δέντρα…


Και τα στομάχια θρεμμένα καθώς κι αυτά των προγόνων

Τη σάρκα του σερπετού, κι εκείνη του αετού,

Κι ακόμα τον άνεμο της φωτιάς και τ’ αστέρια,

Κι εκείνα καυτά.


Η ελαφρότητα του είναι εγχάρακτη επάνω στα μέτωπα,

(Ότι τα πονηρά πνεύματα βυθίζονται σ’ έναν πολύχρωμο ύπνο…)

Ότι τα παράξενα τούτα στολίδια πάνω σ’ όλα τα στόματα

Μοιάζουνε τόσο μ’ εκείνα των παραμυθιών!


Από το βάθος του δάσους αντηχούν τα ταμ-ταμ:

Ασού, Ασού!

Το πράσινο, το κόκκινο, το κίτρινο ουρλιάζουν παράφρονα:

Ασού, Ασού!


Και ο φόβος τυλίγεται

Σε πανάρχαιους πόνους,

Η μιζέρια της σάρκας σιωπά

Σε πέτρες σκαλισμένες στις άκριες.


Το μαύρο αίμα της μαγείας αναπνέει

Μέσα στα κέρατα και τις ρίζες

Μέσα στη μέθη διαυγή κάποιου διαυγούς λήθαργου,

Και η φυγή των θηραμάτων που δραπετεύουν.


Η ένταση του πλάσματος αντηχεί:

Ασού, Ασού!

Στην ισχύ των θεών:

Ασού, Ασού!


Δεν ειν’ ορατό παρά το ασπράδι των ματιών του,

Το στήθος του εκρήγνυται ο τρόμος

Όλη η φυλή στη γυμνότητα

Δεν είναι παρά φωτιά, δεν είναι παρά θάνατος!


Δεν έχει ύπνο, πεινάει ακόμα,

Τα μπράτσα του πέφτουν αδύναμα,

Το σώμα του ζωντανό ήτανε τόσο άτονο,

Το κορμί του νεκρό είναι τόσο λαμπρό!


Κι από τη μοναξιά της γης ο ήλιος να αποσύρεται:

Ασού, Ασού!

Κι η μοναξιά σου μόνη σε ξενυχτά:

Ασού, Ασού!

***

Ο γιος του Ασού


Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μακρύ,

Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μαύρο,

Εκείνο που έκαψε, ήταν σαν ήλιος…

Και γω, ο γιος του Ασού, βαθιά μέσα στο βάθος της σκιάς,

Μόνος, λησμονημένος.


Τώρα όλοι πιάνονται

Κάτω από τα ιερά μπαμπού…

Δεν ακούγονται παρά μόνο λυγμοί…

Πονάω παντού τόσο πολύ κι είμαι τόσο πολύ κουρασμένος

Που θα ξεριζώσω το μαύρο από το δέρμα μου…


Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μακρύ,

Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μαύρο,

Εκείνο που έκαψε, ήταν σαν ήλιος…

Πίστεψα που θα παίζαμε

Όταν τον δέσανε, και βάλθηκαν

Όλοι γυμνοί να χορεύουν!...

Τ’ αστέρια κι η νύχτα, όλα γι αυτούς ήταν ένα…

Η οσμή της σάρκας βαριά,

Και πτηνά με μεγάλα φτερά να πλανώνται ολόγυρα,

Έβρεχε ένας πόνος στα χέρια μου, στον ουρανό

Στην πεδιάδα!


Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μακρύ,

Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μαύρο,

Εκείνο που έκαψε, ήταν σαν ήλιος…

Και τα πονηρά πνεύματα στριφογυρίζανε στον καπνό

Κι η σελήνη σηκωνότανε τη πείνα των νέων κτηνών.


Και το χορτάρι αιματοβαμμένο δεν σταματούσε ν’ απλώνεται

Και τ’ ακούγαμε από μακριά που δίναμε το θήραμα

Στους γιους των Djinns χωρίς κεφάλι…

Κι η φωτιά έκαψε τη ζεστασιά του πατέρα μου

Κι η σιγή κίτρινη κατακάθεται καθώς που οι αετοί.


Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μακρύ,

Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μαύρο,

Εκείνο που έκαψε, ήταν σαν ήλιος…

Και το ξέρεις, Θεέ-Ήλιε, εσύ, λαξεμένε στο ξύλο,

Το ξέρεις τι θα σου κάνω;…

Θα σκίσω τη νύχτα καθώς που πτώμα ζωγραφισμένο,

Κρατώντας τα μάτια κλειστά

Ότι κανείς να μη δει αυτό που έχω μες το κεφάλι μου…

Και θα σε κάψω, Θεέ-Ήλιε,

Και του πατέρα μου θα ξαναγεννηθεί η πνοή…


Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μακρύ,

Εκείνο που έκαψε ήταν… αλλά μαύρο,

Εκείνο που έκαψε, ήταν σαν ήλιος…

Και θα γλιστρήσω στον τρόμο τυφλό,

Βραδύς καθώς το πνεύμα-ερπετό

Σε μια γη ο πόνος μου γεμάτη ρωγμές,

Νιώθοντας τα νύχια μου μαύρα να σπρώχνουνε στη σιωπή

Και το κόκκινο πράμα στην άκρη του που θυμόμαστε

Και θα καείς, Θεέ-Ήλιε, και θα καείς.



Από τη συλλογή Asû (1955)

Δεν υπάρχουν σχόλια: