Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2007

Ανταποκρίσεις απ’ το Παρίσι


Αναμονή

Σκουπίζει ξυπόλητος το ξύλινο πάτωμα. Μπορεί και να έρθει. Μαζεύει τις τρίχες σ’ ένα φαράσι. Είναι απίστευτο πόσο μαδάει ο άνθρωπος. Αν είναι να 'ρθει περπατάει πάντα ξυπόλητη στο ξύλινο πάτωμα. Ακίδες τρυπούνε τα πέλματα της. Δεν βάζει μυαλό. Θυμάται τα πόδια της. Λατρεύει τα δάκτυλα της. Μπορεί και να έρθει. Δεν χάνει τίποτα καλού κακού να σκουπίσει. Κάθεται στο τραπέζι μπροστά στον υπολογιστή ακούγοντας μουσική. Ανάβει ένα τσιγάρο. Κι άλλη φορά είχε έρθει απροειδοποίητα. Αποφασίζει να περιμένει. Οι ώρες περνάνε αργά, βαριά τα τσιγάρα, άδειο στομάχι κι ένα στόμα σκατά. Πως θα τη φιλήσει αν έρθει με τέτοιο στόμα; Πλένει τα δόντια του. Σιγά μην έρθει! Εγώ είμαι μαλάκας που κάθομαι και την περιμένω. Η μόνη φορά που ήρθε απρόσκλητη ήταν για να μου πει να χωρίσουμε. Άσχετα αν μετά τα βρήκαμε πάλι. Μετά τ’ αμοιβαία κλάματα, γέλια. Καθισμένοι στο κρεβάτι να τρώμε μαλακίες απ’ τα Mac Donalds, να πίνουμε CocaCola, να γελάμε. Να κάνουμε έρωτα, να πίνουμε ένα τσιγάρο, να γελάμε, να κάνουμε έρωτα. Κι όμως περνάμε καλά όταν είμαστε μαζί. Ο τοίχος έχει μαδήσει. Είναι η υγρασία. Σιγά μην μείνω και του χρόνου σ’ αυτό το κωλόσπιτο. Με το που θα μπει το καλοκαίρι αρχίζω το ψάξιμο. Δεν θα 'ρθει. Κι όμως περνάμε καλά μαζί. Λατρεύει να της κάνει έρωτα. Λατρεύει τον τρόπο της. Εκείνος της μιλάει ελληνικά. Εκείνη του μιλά γαλλικά. Του αρέσει ν’ ακούει τη φωνή της όσο είναι μέσα της. Μετά αλλάζουν ρόλους. Εκείνος της μιλά γαλλικά. Εκείνη επαναλαμβάνει στα ελληνικά τις λίγες φράσεις στα ελληνικά που της έμαθε. Του λέει ότι η φωνή του είναι διαφορετική όταν μιλάει τη γλώσσα του. Της λέει πως είναι ιδέα της. Επειδή δεν ξέρει ελληνικά. Όχι, λέει εκείνη κι επιμένει. Της θυμίζει λέει το κυμάτισμα της θάλασσας Αύγουστο. Μια φορά της διάβασε ποιήματα του στα ελληνικά. Όταν τελείωσε σήκωσε τα μάτια και την είδε να κλαίει. Και μέσα στα δάκρυα έμοιαζε ευτυχισμένη. Χαμογέλασε. Πήγε κοντά της την αγκάλιασε τρυφερά και κάνανε έρωτα κλαίγοντας. Μετά καπνίζουνε και γελάνε. Ξανακάνουνε έρωτα κι όταν κουραστούνε κοιμούνται. Συνήθως μέχρι το μεσημέρι. Δεν το μπορεί το φως το πρωί. Αυτό μ’ ενοχλεί κάπως γιατί πρέπει να κατεβάζω μέχρι τέρμα τα στόρια και το πρωί δεν μπορώ να ξυπνήσω. Γίνεσαι αστείος. Ξαναθυμάται το γέλιο της. Κι όμως δεν ζητάω πολλά. Έναν άνθρωπο δίπλα του να μοιράζεται τα τεράστια αποθέματα της αγάπης του. Έναν άνθρωπο δίπλα του να του αφιερώνει τις ώρες του. Αυτό το λίγο. Απλά πράματα, καθημερινά. Η ιντελιγκέντσια στο χώρο τον βρίζει κομφορμιστή. Στ’ αρχίδια μου. Σάμπως καταλαβαίνουνε τίποτα οι υδροκέφαλοι; Επαγγελματίες επαναστάτες. Αν αλλάξει ποτέ με τους όρους τους η κοινωνία, η καινούργια θα είναι και πάλι σκατά. Και στην Επανάσταση, πρώτα ο Θεός με το καλό, ο καθένας το μαγαζάκι του. Τόσα χρόνια ψηθήκαν στην προστασία των όρων που πρώτοι ο καθένας καθιερώσαν. Και δεν τα παρατάς έτσι τα κεκτημένα. Ένα ένα θα τα μαζεύουν τα κουνέλια στη μάντρα. Ίσως τελικά να μην έκανε καθόλου για την πολιτική. Παρόλα αυτά το προσπαθούσε φιλότιμα. Σηκώθηκε κι έκλεισε το παράθυρο. Κάνει ψύχρα σήμερα. Νύχτωσε. Δεν θα 'ρθει.

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2007

Μικρό αναθηματικό για επικείμενη επέτειο

Attila József

Ο Attila József είναι ενδεχομένως ο σημαντικότερος Ούγγρος ποιητής του 20ου αιώνα, ή τουλάχιστον ο πιο αναγνωρισμένος διεθνώς. Γεννήθηκε το 1905 μέσα στη φτώχεια στο προάστιο Ferencváros της Βουδαπέστης. Ο πατέρας του Áron εγκατέλειψε την οικογένεια τρία χρόνια αργότερα δυσχεραίνοντας ακόμη περισσότερο την οικονομική κατάσταση της οικογένειας. Ο Attila τελικά το 1914, στα εννιά του μόλις χρόνια, αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει με δηλητήριο. Αλλά οι κακοτυχίες του δεν πρόκειται να σταματήσουν: στα 18 διώκεται ποινικά για βλασφημία, τον επόμενο χρόνο αποβάλλεται για τον ίδιο λόγο από το πανεπιστήμιο ενώ σιγά σιγά εμφανίζονται τα πρώτα συμπτώματα σχιζοφρένειας. Εντούτοις, παρόλη την διαγνωσμένη του σχιζοφρένια συνεχίζει να γράφει πυρετωδώς ποιήματα, μήνα με το μήνα ολοένα πιο σκοτεινά. Στις 3 Δεκεμβρίου 1937, φρενήρη χτυπήματα θα διακόψουν το γεύμα στο σπίτι της αδερφής του. Κι όταν εκείνη ανοίξει, θ’ αντικρίσει τον τρελό του χωριού να προσπαθεί απελπισμένα να της εξηγήσει, χειρονομώντας σπασμωδικά, ότι ο Attila ξάπλωσε στις ράγες του τρένου, ότι το τρένο διαμέλισε το κορμί του...


You gave me childhood


You gave me childhood. Thirty winters’ ageing

cannot withstand you, freeze gives away to thaw

I can nor move nor sit. All unassuaging,

my own limbs hurl me, drag me to your door.


I hold you in my mouth, a dog her puppy,

and, lest I choke, I struggle to escape.

Each moment heaps upon me those unhappy

years that destroyed my destiny, my hope.


Feed me – I hunger. Cover me – I shiver.

Attend me – I am a clumsy fool.

Your absence blows through me, a draught’s cold river.

Command – and fear shall leave me, as you rule.


You listened, and my words gave up their ranting.

You looked at me: I let everything fall.

Make of me one not quite so unrelenting:

To live and die at my own beck and call!


My mother beat me out of doors – I lay there –

would crawl into myself, it was too late –

stone step down here and emptiness away there.

If I could sleep! I rattle on your gate.


Many men live as I do, dull, unfeeling,

out of whose eyes tears nonetheless can fall.

I love you, for without your power of healing

I’d not have learned to love myself at all.

(May 1936)


Desolation


May insects walk upon your eye. May greenish

velvety mould befuzz your breasts. You flung

me into desolation and I vanish.

Grind up your teeth; devour your human tongue.


May your fair face like sandgrains drift and trickle.

You, who for her lap has empty void,

whose busy fingers can but pet and trickle:

may they be caught in dreary webs of weed.


This hideous desire is all your being.

You wouldn’t flinch if people came to see,

and, dumbly gathered in a ring, were seeing

just who made such an evil out of me.


Whom do you squeeze now? If you have a baby,

may his sole pleasure be to turn, and turn,

you blinking at him, while about you, maybe,

full-gutted alligators flop and churn.


Supine upon this bed I lie quite numbly,

I see my eye: you look at me with it.

Die! This I wish so brutishly, so dumbly,

that I believe that I could die of it.

(November – December 1936)


My eyes jump in and out


My eyes jump in and out, I’m mad again.

When I’m like this, don’t hurt me. Hold me tight.

When all I am goes cross-eyed in my brain,


don’t show your fist to me: my broken sight

would never recognize it anyway.

Don’t jerk me, sweet, off the void edge of the night.


Think: I have nothing left to give away,

no one to have and hold. What I called “me”

is nothing too. I gnaw its crumbs today,


and when this poem is done it will not be…

As space is by searchlight, I am pierced through

by naked sight: what sin is this they see


who answer not, no matter what I do,

they who by law should love, be claimed by me.

Do not believe this sin you can’t construe,


till my grave-mould acquits and sets me free.

(November – December 1936)

Μετάφραση Zsuzsanna Ozsváth & Frederick Turner, Newcastle 1999.

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2007

Ανταποκρίσεις απ’ το Παρίσι



Το φλερτ


Την είδε για πρώτη φορά στην Pont des Arts. Ακουμπισμένος στην κουπαστή να τραβάει μόνος ως συνήθως φωτογραφίες. Εκείνη τη στιγμή βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη ένα event λίγο πολύ ντανταϊστικό. Ένα τσούρμο λυκειόπαιδες μαυροντυμένοι και φωνασκούντες έφτασαν στο μέσο της γέφυρας κουβαλώντας ένα φέρετρο τυλιγμένο σε μαύρο σεντόνι. Αφού το αποθέσαν σεβάσμια ξεβρακώθηκαν κι άρχισαν να χορεύουν τριγύρω του. Ωστόσο μήτε και το θέαμα των ολόγυμνων νεανίδων, των παλλόμενων εφηβικών σφιχτών κορμιών στήθη, μουνιά, κώλοι, καυλιά, σχήματα, χρώματα στάθηκε ικανό να προσελκύσει για πολύ ώρα την προσοχή του. Ξαναγύρισε το βλέμμα του στη μεριά τους. Εκείνοι μοιάζαν απορροφημένοι σε έναν κόσμο δικό τους. Τόσο ερωτευμένοι… Φυσούσε ένα απαλό ανοιξιάτικο αεράκι. Όρθια και τα μαλλιά της ν’ ανεμίζουνε στο ποτάμι. Ο φίλος της προσπαθούσε τόση ώρα να την πείσει να τον αφήσει να την βγάλει φωτογραφίες. Μετά από πολλές προσπάθειες μάταιες και παιχνίδια αισθησιακά ανάμεσα σε αποδοχή κι άρνηση, φιλιά κι αγκαλιάσματα εκείνη τελικά του επέτρεψε. Πήρε να σουρουπώνει. Το αεράκι έπαψε να είναι και τόσο ευχάριστο. Μια τσουχτερή ψύχρα του έδωσε τη θέση της με τη δύση του ήλιου. Ξεκινήσαν να φύγουν. Αποφάσισε να τους ακολουθήσει. Είχαν όρεξη για περπάτημα. Του βγάλανε τη ψυχή. Τα πόδια του είχαν πάρει φωτιά. Κι όλη την ώρα οι αναπόφευκτες στάσεις σε μέρη σκοτεινά για φιλήματα φλογερά κι αμοιβαία χουφτώματα. Που και που περνούσε απ’ τα έρημα στενά κανένα αυτοκίνητο και τους διέκοπτε. Εκείνοι βάζαν τα γέλια και πιασμένοι απ’ το χέρι συνεχίζαν το δρόμο τους. Τους ακολουθούσε έτσι δυο ώρες. Να κάνουν κύκλους γύρω γύρω στα ίδια πάντα μέρη. Πλησίαζε έντεκα όταν αρχίσαν να κατευθύνονται σε πιο πολυσύχναστα μέρη. Τους ακολούθησε στο metro στο St. Michel. Κατεβήκανε τα σκαλιά και κείνος κολλημένος πίσω τους στα τρία βήματα. Και μετά στο κέντρο αγκαλιασμένοι. Ο τελευταίος χαιρετισμός. Όσο να τελειώσει το τελευταίο φιλί εκείνος έκανε πως έδενε τα κορδόνια του. Μετά χωρίσαν. Προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Εκείνος προς Porte dOrléans. Εκείνη προς Porte de Clignancourt. Την πήρε από πίσω. Αλλάξαν δυο τρεις φορές τρένο. Εκείνος πάντα να φροντίζει να μένει κοντά της. Στο ίδιο βαγόνι. Στην Bel Air έκανε να κατέβει. Της άφησε χρόνο. Ίσα που πρόλαβε ν’ αποβιβαστεί πριν ν’ ακουστεί το κουδούνισμα του συρμού και κλείσουν οι πόρτες. Εκείνη προχωρούσε γρήγορα τώρα. Σχεδόν έτρεχε. Σαν να φοβότανε μόνη της στα σκοτάδια. Τάχυνε κι εκείνος το βήμα. Μόλις μπήκαν στην Michel Bizot άλλαξε πεζοδρόμιο. Τώρα την παρακολουθούσε από απέναντι. Σε κάποια στιγμή άνοιξε την τσάντα. Εκείνος κατάλαβε πως είναι κοντά, πως ψάχνει τώρα για τα κλειδιά. Σταμάτησε μπροστά σε κάποια είσοδο. Πληκτρολόγησε τον κωδικό. Άνοιξε την πόρτα και χάθηκε πίσω της. Εκείνος έκανε να τρέξει. Ένα αυτοκίνητο κόρναρε. Όταν κατάφερε να διασχίσει το δρόμο η πόρτα είχε ήδη κλείσει. Ξαναγύρισε στο απέναντι πεζοδρόμιο. Έβγαλε το πακέτο τα τσιγάρα. Ακούμπησε με τον ώμο στην κολώνα. Η φλόγα ψιθυριστά δυο σύμφωνα άηχα αγγίζοντας τον καπνό. Έφερε το τσιγάρο στο στόμα με την ελπίδα να μένει σε κάποιο διαμέρισμα που να βλέπει στο δρόμο. Μετά από τέσσερα δευτερόλεπτα άναψε ένα φως στο δεύτερο όροφο. Μεγάλα παράθυρα. Μετά από λίγο άνοιξε και το φως στο ακριανό δωμάτιο. Και τότε την είδε. Μπροστά στο νεροχύτη με το σουτιέν να βάζει σ’ ένα ποτήρι νερό. Την παρακολούθησε να το καταπίνει αργά χωρίς ήχο. Απομακρύνθηκε. Το φως έσβησε. Τώρα ήταν στο κεντρικό, μεγάλο δωμάτιο. Με την κιλότα και το σουτιέν. Κατευθύνθηκε προς το παράθυρο. Τον είδε. Την είδε που τον είδε. Ερεθίστηκε. Πέταξε το τσιγάρο. Δεν έφευγε. Εκείνη τον περιεργάστηκε μ’ ένα μυστηριώδες χαμόγελο. Τράβηξε τις κουρτίνες. Και έμεινε εκεί μπροστά τους. Ξεκούμπωσε το σουτιέν. Είδε την σκιά της να μένει μόνο με την κιλότα. Να σκύβει. Τα οπίσθια της γυρισμένα στο δρόμο. Να αφαιρεί και το τελευταίο ίχνος ντροπής. Και μετά να σβήνει το φως. Αποφάσισε να περιμένει εκεί…
Το επόμενο πρωί τη βρήκα στο κρεβάτι μου νεκρή… μαρμάρινη, γυμνή μια τρικυμία αίμα.

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2007

Oscar Wilde, Αποφθέγματα και Αφορισμοί

Η δυσαρέσκεια είναι το πρώτο βήμα στην πρόοδο ενός ανθρώπου ή ενός έθνους.

Η ανυπακοή στο βλέμμα κάποιου που έχει διαβάσει ιστορία συνιστά πρωταρχική αρετή. Η πρόοδος επιτυγχάνεται μέσα από την ανυπακοή και την επανάσταση.

Ένας παγκόσμιος χάρτης που δεν περιλαμβάνει την Ουτοπία δεν αξίζει ούτε ματιά, καθώς παραλείπει την μόνη χώρα όπου η Ανθρωπότητα αποβιβάζεται πάντα. Και τότε ατενίζει, και διακρίνοντας μία καλύτερη χώρα, ανοίγει πανιά. Πρόοδος είναι η πραγμάτωση των Ουτοπιών.

Μία Κοινωνία αποκτηνώνεται πολύ περισσότερο από την συνήθη πρακτική της ποινής παρά από το περιστασιακό φαινόμενο του εγκλήματος.

Η εκπαίδευση πρόκειται για κάτι το αξιοθαύμαστο, μα καλό είναι να θυμόμαστε που και που πως τίποτε που αξίζει να μάθουμε δεν μπορεί να διδαχθεί.

Η άγνοια μοιάζει με ένα ευαίσθητο εξωτικό φρούτο· άγγιξε την και το χνούδι της θα χαθεί. Όλη η θεωρία της μοντέρνας εκπαίδευσης είναι εκ βάθρων σαθρή. Ευτυχώς, στην Αγγλία η Εκπαίδευση δεν ασκεί απολύτως καμία επίδραση.

Οι εμβριθείς συζητήσεις συνιστούν είτε ακκισμό των ανίδεων είτε επαγγελματική ενασχόληση των διανοητικά ανέργων. Η καλλιέργεια του διάλογου συνιστά απλώς την ηλίθια μέθοδο του ακόμη πιο ηλίθιου φιλάνθρωπου που υποτονικά πασχίζει να αφοπλίσει το δίκαιο μίσος των εγκληματικών κοινωνικών τάξεων.

Η Αγγλία κατάφερε ένα πράγμα: εφηύρε και εδραίωσε την κοινή γνώμη, την προσπάθεια οργάνωσης της άγνοιας μιας κοινωνίας, και την εξύψωσε σε αξιοπρέπεια της φυσικής δύναμης.

Πολλά λέγονται υπέρ της μοντέρνας δημοσιογραφίας. Μας τροφοδοτεί με τις απόψεις των αμόρφωτων· έτσι, μας κρατάει σε επαφή με την άγνοια της κοινωνίας.

Ο εκλεγμένος οφείλει την ύπαρξή του στην απραξία.

Να καταγράψει με ακρίβεια ό,τι δεν συνέβη ποτέ συνιστά την αναφαίρετη και ενδεδειγμένη ενασχόληση του ιστορικού.

Οι κατάσκοποι είναι εντελώς άχρηστοι στις μέρες μας. Το επάγγελμά τους έχει σβήσει. Οι εφημερίδες έχουν αναλάβει την δουλειά τους.

Η κοινωνία έχει παραδοθεί στα σκυλιά: ένα τσούρμο μηδενικά μιλούν για το τίποτα.

Τα πολιτικά κόμματα είναι οι μόνοι χώροι που μας έχουν απομείνει, όπου οι άνθρωποι δεν συζητούν για πολιτική.

Στον μοντέρνο τρόπο ζωής τίποτε δεν προκαλεί τόση απήχηση όσο μια καλή κοινοτοπία. Κάνει τους πάντες να νοιώθουν οικεία.

Οι νέοι της Αμερικής συνιστούν την παλαιότερη παράδοση αυτής της χώρας. Εμφανίστηκε πριν τριακόσια χρόνια. Αν τους ακούσεις να μιλούν φαντάζεσαι πως βρίσκονται ακόμη στην πρώτη παιδική τους ηλικία. Όσο για τον πολιτισμό, εκεί βρίσκονται στην δεύτερη.

Στην Αμερική ο Πρόεδρος κυβερνάει για τέσσερα χρόνια και η Δημοσιογραφία για πάντα. Ευτυχώς, η δεύτερη έχει εξωθήσει την άσκηση εξουσίας της στα πιο αποκρουστικά και κτηνώδη άκρα και πλέον δεν αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα.

Οι καλοί Αμερικάνοι όταν πεθαίνουν πάνε στο Παρίσι, οι κακοί πάνε στην Αμερική.


Μετάφραση Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2007

Άγιος Αυγουστίνος, Εξομολογήσεις, Ι, 9.14 – 10.15


Botticelli, St. Augustine


Θεέ μου, Θεέ μου, τι βάσανα δεν γνώρισα και τι εξευτελισμούς όταν ήμουν παιδί, και το μόνο που μου πρότειναν σαν κανόνα ενάρετης ζωής ήταν να είμαι υπάκουος σε ανθρώπους που μοναδικό τους ενδιαφέρον ήταν να με διδάξουν ένα πράγμα: πώς να λάμψω εδώ, σ’ αυτό τον κόσμο, και πώς να διαπρέψω στις τέχνες της φλυαρίας για να κερδίσω ανθρώπινες τιμές και πλούτη. Με στείλαν τότε στο σχολείο να μάθω γράμματα. Όμως μου ήταν αδύνατον να καταλάβω ο άμοιρος γιατί είναι τέλος πάντων τόσο χρήσιμα. Και όμως, λίγο να έκανα πως τεμπελιάζω, οι μεγάλοι με έδερναν, και έβρισκαν άριστη αυτήν τη μέθοδο. Και σ’ αυτούς τους δρόμους προχωρούσα, δρόμους γεμάτους αγκάθια που είχαν ανοίξει αμέτρητοι πρόγονοι μας για να περάσουμε κι εμείς, φορτωμένοι με διπλούς κόπους και βάσανα, εμείς οι γιοι του Αδάμ.
Όμως από τότε, Κύριε, γνωρίζαμε ανθρώπους που προσεύχονταν στ’ όνομα σου. Από αυτούς τους ανθρώπους μάθαμε, όσο βέβαια μπορούσαμε, να σε σκεφτόμαστε σαν κάποιον μεγάλο που μπορεί, ακόμα κι αν δεν μας φανερώνεται, να μας ακούει και να μας συντρέχει. Κι έτσι άρχισα, παιδί ακόμη, να προσεύχομαι σε σένα, «στήριγμα και καταφυγή μου», κι έσπασα τα δεσμά της γλώσσας – ήμουν μικρός, μα τι φωνή έβγαλα! – για να σ’ επικαλεστώ και να σε εκλιπαρήσω να μη με δέρνουν στο σχολείο. Και όταν δεν άκουγες τα παρακάλια μου, «για να μην παραδοθώ στην ανοησία», τότε οι μεγάλοι, ακόμη και οι γονείς μου που ήθελαν μόνο το καλό μου, γελούσαν όταν έτρωγα τις ξυλιές, που τότε ήταν για μένα ό,τι χειρότερο και ό,τι πιο προσβλητικό.
Κύριε, έχω τούτη την απορία. Μπορεί άραγε να υπάρξει ένας άνθρωπος με γενναία καρδιά, που να σου έχει δοθεί με μιαν αγάπη άνευ ορίων – όμως αυτό μπορεί επίσης να το κάνει και μια απλοϊκή καρδιά – αναρωτιέμαι λοιπόν, μπορεί άραγε να υπάρξει ένας άνθρωπος με τόσο μεγάλη αγάπη μέσα του, τόσο δεμένος μαζί σου που να μην λογαριάζει πια ούτε τα σουβλιά ούτε τα σιδερένια νύχια και όλα τα άλλα σύνεργα των βασανιστηρίων – δηλαδή όλα αυτά που τα τρέμουν οι άνθρωποι σ’ ολόκληρη την οικουμένη, και σου προσπέφτουν και σε ικετεύουν για να τους γλιτώσεις –, και αυτός ο ίδιος άνθρωπος να γελά με αυτούς που τα φοβούνται; Και όμως αυτό έκαναν οι γονείς μου όταν γελούσαν βλέποντας με να τρώω ξύλο από το δάσκαλο. Γιατί, αληθινά, αυτό το ξύλο το έτρεμα σαν βασανιστήριο, και με την ίδια δύναμη σε ικέτευα να με προφυλάξεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι λιγόστευαν και οι αταξίες μου, αφού δεν έγραφα ούτε διάβαζα και δεν είχα το μυαλό στα γράμματα όσο μου ζητούσαν.
Δεν υστερούσα σε μνήμη ή σε ευφυΐα. Ευδόκησες, Κύριε, να έχω αρκετή για την ηλικία μου. Μου άρεσε όμως να παίζω, και γι αυτό με τιμωρούσαν άνθρωποι που έκαναν τα ίδια και απαράλλαχτα. Όμως οι μεγάλοι τα παιχνίδια τους τα ονομάζουν «σοβαρές υποθέσεις». Δηλαδή οι μεγάλοι τιμωρούν τα παιδιά για πράγματα που κάνουν οι ίδιοι, και κανείς δεν λυπάται ούτε αυτά ούτε εκείνους, ενώ θα έπρεπε να τους λυπάται όλους. Τώρα ένας δίκαιος κριτής ίσως να το έβρισκε σωστό που ως παιδί τιμωρήθηκα, όταν ξεμυαλιζόμουν και αφοσιωνόμουν στην μπάλα και τα παιχνίδια, αντί να μαθαίνω τα μαθήματα που, όταν μεγάλωνα, θα γίνονταν στα χέρια μου ένα άλλο επιζήμιο παιχνίδι. Αυτός όμως που με χτυπούσε δεν έκανε και τίποτε διαφορετικό από εκείνο που κάνει ένας μεγάλος όταν συμβεί να τον νικήσει, ακόμη και στην πιο ασήμαντη συζήτηση, ένας συνάδελφος του. Η οργή και η ζήλια που πνίγουν τους μεγάλους είναι διπλάσια από αυτά που δοκίμαζα εγώ όταν με κέρδιζε στη μπάλα ο συμπαίκτης μου.


Μετάφραση Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Αθήνα 1997.

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2007

Ανταποκρίσεις απ’ το Παρίσι


Σφαγεία

Εγκλωβισμένοι άνθρωποι σε πόλεις σφαγεία. Πηγαινοέρχομαι πάνω κάτω στην αποβάθρα του metro. Οι ράγες, τα τρένα, συναγερμοί. Υπάρχω, λες, κι ύστερα δεν υπάρχεις. Και δίπλα το κοριτσάκι όλο και να σκαλίζει τη μύτη του. Όλο και να σε κοιτάζει με τα μεγάλα μάτια του γουρλωμένα. Γύρισα το κεφάλι αλλού. Δεν μπορούσα να υποφέρω το βλέμμα της. Μου τρυπούσε τα μάτια. Και που να κοιτάξεις; Φοβάμαι να στρέψω πίσω ξανά. Την τελευταία φορά στα καθίσματα καθόνταν μονάχα πτώματα, δίχως κεφάλια, γδαρμένα. Μου θύμισαν κάθε που περνούσα απ’ το χασάπη τα Πάσχα. Κρεμασμένα τα κρέατα να στραγγίζουν το αίμα τους. Στα πλακάκια λευκά νοσοκομείου κόκκινες το αίμα σταγόνες. Να κοιτώ τη πηγή απ’ το στόμα γλώσσα στραβή. Και σταγόνα σταγόνα λίμνη το αίμα. Και συ να βουλιάζεις σε τούτη τη λίμνη σχηματισμένη κάτω απ’ το κεφάλι του κρέμεται από μια τόση δα κλωστή κρέας. Να κοιτάξω μπροστά. Να κοιτάξω μπροστά. Ράγες σύρματα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα. Πέρασα είκοσι μέρες μαστουρωμένος στο κρεβάτι μου κοιτώντας τα σύννεφα. Δίχως σχεδόν καθόλου φαΐ. Δίχως κίνηση. Το παράθυρο μου παλιό ξύλινο, σχηματίζει σταυρό. Ένα σταυρό σφηνωμένο στον ουρανό. Κεραίες. Που και που περνά κανέν’ αεροπλάνο. Μια μικροσκοπική κουκίδα. Διασχίζει τα πενήντα εκατοστά όλα κι όλα που βλέπει το μάτι μου. Όλη η θέα μου. Μέρες και μέρες. Περιμένοντας να χτυπήσει κάποιο κουδούνισμα το τηλέφωνο. Μια ανταπόκριση από τον περιβάλλοντα κόσμο. Τίποτα. Καμιά φορά παίρνει η μάνα μου. Της το κλείνω. Τι να της πω; Και ξανά το κινητό για μέρες βουβό. Ησυχία. Κανείς. Και μες το σπίτι ακόμα. Κανείς. Με τρομάζει η ανάσα μου. Την ξεχνώ. Μερικές φορές συνηθίζω τόσο πολύ αυτή τη σιωπή που ξεχνάω και τον εαυτό μου ακόμα. Όταν με θυμάμαι σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι και πάω και χέζω. Πρέπει να βγαίνω έξω. Εξωτερική τουαλέτα. Τη μοιραζόμαστε δεκατρία δωμάτια τρύπες στον όροφο. Κελιά σκαμμένα σ’ έναν όγκο μπετόν. Σε κάποια απ’ αυτά μένουνε οικογένειες. Εντούτοις ποτέ δεν ακούγεται τίποτα σε τούτη την πολυκατοικία. Λες κι είναι όλοι νεκροί. Γυρνάω στο δωμάτιο μου και πάλι. Πλένω τα χέρια. Κοιτάω το πρόσωπο μου μες τον καθρέφτη προσπαθώντας να το αναγνωρίσω. Κλαίω. Κάθομαι πάλι στο τραπέζι που χρησιμοποιώ για γραφείο. Στρίβω ένα τσιγάρο. Την πέφτω και πάλι. Και πάλι έτσι να κυλάει για μέρες ξανά σ’ οχτώμισι τετραγωνικά. Όταν θυμάμαι τρώω καμιά φρυγανιά. Λίγο νερό. Κυρίως κλαίω. Είναι ίσως η πιο χαρακτηριστικά ανθρώπινη λειτουργία που συνεχίζω να επιτελώ. Την άνοιξη λέω να κρεμαστώ. Το τρένο στο βάθος πλησιάζει. Και φταίω γω που χώρισα πάλι; Το τρένο στο βάθος πλησιάζει. Κι άλλο. Πιο κοντά. Τώρα. Περνάει στο τέλος κι αυτό. Οι επιβάτες ξεχύνονται. Άλλοι που τρέχουν, σπρώχνονται για ν’ ανέβουν. Οι πόρτες κλείνουν. Μένω μόνος και πάλι στην αποβάθρα ξανά. Καμιά φορά σκέφτομαι ότι οι κάμερες ασφαλείας των σταθμών ξέρουν για μένα περισσότερα απ’ οποιονδήποτε άλλον σε τούτη την πόλη. Στο επόμενο μπορεί και ν’ ανέβω. Και συνεχίζω το βημάτισμα άσκοπο πάνω κάτω ξανά στην νεκρή αποβάθρα. Δεν περνάν τα τρένα τακτικά τα βράδια. Και οι συρμοί κτηνάμαξες μεταφέρουν τα κρέατα στις τέσσερις άκριες του απέραντου τούτου υπόγειου λαβυρίνθου. Υπόγειες φλέβες ποτάμια κόκκινα σφαγείου απέραντου. Κι ο μηχανοδηγός νεκρός, χωρίς κεφάλι. Πού μας πηγαίνουν τάχα ;

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2007

Συνομιλίες, I (πίστις, ελπίς, αγάπη...)



















Απόστολος Παύλος, Προς Κορινθίους Α', 13.



Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, κἂν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν ὥστε ὄρη μεθιστάναι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐθέν εἰμι. κἂν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυχήσωμαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι. Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται ἡ ἀγάπη, οὐ ζηλοῖ, οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει. εἴτε δὲ προφητεῖαι, καταργηθήσονται· εἴτε γλῶσσαι, παύσονται· εἴτε γνῶσις, καταργηθήσεται. ἐκ μέρους γὰρ γινώσκομεν καὶ ἐκ μέρους προφητεύομεν· ὅταν δὲ ἔλθῃ τὸ τέλειον, τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται. ὅτε ἤμην νήπιος, ἐλάλουν ὡς νήπιος, ἐφρόνουν ὡς νήπιος, ἐλογιζόμην ὡς νήπιος· ὅτε γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τὰ τοῦ νηπίου. βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον· ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην. νυνὶ δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη.

***




















T. S. Eliot, East Coker, III.



O dark dark dark. They all go into the dark,

The vacant interstellar spaces, the vacant into the vacant,

The captains, merchant bankers, eminent men of letters.

The generous patrons of art, the statesmen and the rulers,

Distinguished civil servants, chairmen of many committees,

Industrial lords and petty contractors, all go into the dark,

And dark the Sun and Moon, and the Almanach the Gotha

And the Stock Exchange Gazette, the Directory of Directors,

And cold the sense and lost the motive of action.

And we all go with them, into the silent funeral,

Nobody’s funeral, for there is no one to bury.

I said to my soul, be still, and let the dark come upon you

Which shall be the darkness of God. As, in a theatre,

The lights are extinguished, for the scene to be changed

With a hollow rumble of wings, with a movement of darkness

on darkness,

And we know that the hills and the trees, the distant panorama

And the bold imposing façade are all being rolled away –

Or as, when an underground train, in the tube, stops too long between

stations

And the conversation rises and slowly fades into silence

And you see behind every face the mental emptiness deepen

Leaving only the growing terror of nothing to think

about;

Or when, under ether, the mind is conscious but conscious

of nothing –

I said to my soul, be still, and wait without hope

For hope would be hope for the wrong thing; wait without love

For love would be love of the wrong thing; there is yet faith

But faith and the love and the hope are all in the waiting.

Wait without thought, for you are not ready for thought:

So the darkness shall be the light, and the stillness the dancing.

Whisper of running streams, and winter lightning.

The thyme unseen and the wild strawberry,

The laughter in the garden, echoed ecstasy

Not lost, but requiring, pointing to the agony

Of death and birth.



You say I am repeating

Something I have said before. I shall say it again.

Shall I say it again? In order to arrive there,

To arrive where you are, to get you from where you are not,

You must go by a way wherein there is no ecstasy.

In order to arrive at what you do not know

You must go by a way which is the way of ignorance.

In order to possess what you do not possess

You must go by the way of dispossession.

In order to arrive at what you are not

You must go through the way in which you are not.

And what you do not know is the only thing you know

And what you own is what you do not own

And where you are is where you are not.


Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2007

Ανταποκρίσεις απ’ το Παρίσι


Ο γιατρός παιδιά

Στην Κάτια,
Είμαστε όλοι μετανάστες...

Αν είσαι μετανάστης θα σου πρότεινα να τρως τουλάχιστον πέντε φρούτα και λαχανικά την ημέρα για το καλό της υγείας σου όπως προειδοποιεί και η γιγαντιαία αφίσα της CocaCola στο metro. Αν είσαι μετανάστης δεν συμφέρει να αρρωστήσεις. Πόσο μάλλον αν δεν έχεις ασφάλιση. Ο γιατρός θα σου φάει το μισό μηνιάτικο και τον υπόλοιπο μήνα θα βρεθείς να την βγάζεις με λαχανάκια Βρυξελλών και κρεμμυδόσουπα. Τα ρούχα σου θα μυρίζουν, το στόμα σου, οι κλανιές σου σα βόθρος κι οι γραβάτες θα σε κοιτάνε με σιχασιά στο metro. Έχω κάνει την ασφάλιση από την πρώτη βδομάδα που ήρθα. Στην αρχή δεν ήθελα, έλεγα έχω γερή κράση, γερός σα βουβάλι, δεν αρρωσταίνω ποτέ. Τελικά αναγκάστηκα, ήταν υποχρεωτικό. Τελικά τα πλήρωσα τα πεντακόσια ευρώ. Τελικά η κάρτα δεν ήρθε ποτέ. Πάνε τα πεντακόσια ευρώ. Και τώρα κάθε φορά που αρρωσταίνω πληρώνω το μισό μου μισθό… Πήγα στον οδοντογιατρό μια Πέμπτη πρωί. Αβιταμίνωση λέει, θα σου πέσουν τα δόντια λέει, φταίει η κακή διατροφή λέει, μαγειρεμένο φαγητό λέει, λαχανικά και φρούτα και τέρμα τσιγάρο και αλκοόλ. Τριακόσια ευρώ η επίσκεψη. Εβδομήντα τα φάρμακα. Σκατά στον τάφο των οδοντογιατρών, των φαρμακοπώλων και των φαρμακευτικών! Και ποιος θα μου πληρώσει γιατρέ το μαγειρεμένο φαΐ; Τον μισό μισθό μου τώρα που τον πήρες εσύ; Και πως θα τη βγάλω χωρίς τσιγάρα κι αλκοόλ που ένα χρόνο τώρα ο μόνος τρόπος που βρήκα για να επιβιώνω αξιοπρεπώς είναι να διάγω βίον οινόσπαρτον; Το τσιγάρο μοναδική συντροφιά, απασχόληση να γεμίζω τις ώρες μου, σ’ έναν κόσμο που μ’ αποστρέφεται σα λεπρό. Αν κόψω το αλκοόλ θ’ αυτοκτονήσω. Αν δεν το κόψω θα πεθάνω. Αξιοζήλευτη πληθώρα εναλλακτικών.


Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2007

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, από τη συλλογή «Δ»


α'

Δεν ήθελα να ξέρω τ’ όνομα της·

χαμογελούσε κ’ έπεφταν

στο πάτωμα τα δόντια

μιλούσε και το στόμα της μάτωνε λάθη.

Ένα κορίτσι στην κόλαση,

κάποτε μου συστήθηκε. Φορούσε

κάτασπρη τη γλώσσα και κρατούσε

το χέρι μου στο χέρι.

Έψαχνα στα τυφλά

το δρόμο για την επομένη.

β'

Λίγο τα πριν μεσάνυχτα

και πίσω απ’ την κουρτίνα

ντυνότανε χοντρό κόκκινο δέρμα,

χτένιζε τα μαλλιά

κι άνοιγε το παράθυρο στο μέσα σπίτι

κ’ έτρεχε νύχτα.

«Τίποτα δεν είναι τυχαίο», μονολογούσα,

«τίποτα» και σηκωνόμουν το πρωί

με πόνους στο σαγόνι.

δ'

Φυσούσε μια πίσω φωνή και ζωντάνευε,

μούδιαζε το χέρι μου. Δεν άκουγα

νέα την απορία και αν αίμα

δικό σου ήταν και μάλιστα

σε φως ημέρας;

Δεν ήταν και ησύχαζα

μια ανάσα ελλείμματα. (Σκεφτόμουν ένα πρόσωπο

μαρτυρικά στο πρόσωπο μου: βιαστικά

βαλμένα αυτιά, κακοραμμένο στόμα

δανεικό μου) και δεν υπήρχαν εγκλήματα: πληγές

υποψία, πάτωμα στρωμένο τη βαριά, την απέριττη

νύχτα.

Και μάζευαν, μάζευαν τα χείλη της: διάβαζα «ρίζα»

και φυσούσε μια πίσω φωνή και διάβολε

δεν ήταν και το χέρι στο χέρι της

επέμενε την άρνηση μου.

στ'

Φαινόταν

η γυναίκα στον ξενώνα κ’ έλεγες μοιραζόταν

δύσκολη μεταμέλεια: καθώς

σε όνειρο τα χέρια της κινούσε·

γύριζε τους δείχτες,

έριχνε κόκκινα σκοινιά στις τέσσερις γωνίες

και μου περνούσε το παλτό

στους ώμους, άσπρα δάχτυλα, μαλλιά·

(πάντα απορούσα εκείνο

ένα άδειο κάθισμα με δύο

πράσινα, στον ίσκιο του, κεφάλια)

- κ’ έδειχνε πάνω τη μισοφαγωμένη λάμπα.

θ'

Κ’ έβγαινε πέτρινος ο λαιμός κ’ έβγαινε

κόκκινα σκοτεινό το στήθος.

Εγώ τη σάρκα σώπαινα σε μόλις μορφασμούς·

έστρεφα βλέμμα στην εικόνα:

κορυδαλλοί μαύρα λευκά φτερά

έπεφταν ένα-γύρο και λογιζόμουν

νέφος το σώμα ηδονών· πυγμαίο φως

- θα με συντρίψει.

ι'

«Βάφτισε δέντρο το κορμί μου», ψιθύριζε, «και δίχως

ενοχή

σκαρφάλωσε και κόψε

με δόντια τα κλαδιά ζωσμένα μίσχους,

λουλούδια και καρπούς.

Κι αν βρεις αγκάθια στα κλαδιά μου,

φωλιές εντόμων, ή και φίδια, να ξέρεις:

αυτά στον έρωτα χαρίζουνε μιαν αίσθηση κινδύνου».

Ποτέ μου δεν την άκουσα κι ας την ποθούσα·


ήθελα νύχτα σαν την αποψινή

- το σώμα της μην έχοντας

πλάι στο δικό μου- να μπορώ

τον ίσκιο της να θυμηθώ.



Ο Μιχάλης Παπαντωνόπουλος γεννήθηκε το 1980 στην Αθήνα. Η συλλογή «Δ» κυκλοφόρησε το 2006.

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2007

Καιάδας

















Όταν γεννήθηκα με κράτησ’ ο ιερέας απ’ τη γάμπα ψαχουλεύοντας ζώο τη σάρκα μου αναμετρώντας με το μάτι του τα κιλά μου. Η μάνα μου δίπλα ένοχη σιωπή. Κι όταν με πέταξε απ’ το γκρεμό να με φαν τα τσακάλια τώρα την άκουγα να ουρλιάζει. Κι όμως δεν μιλώ για τον εαυτό μου. Στον τάφο μου δεν ήμουνα μόνος. Όπου κι αν δω αίμα στρεβλά σώματα διαμελισμένα κορμιά όρνεα οι κραυγές τους κόκαλα γλειμμέν’ από σάρκα. Και τι να το κάνω τώρα το Κράτος σας; Το Κράτος σας που χύνεται αίμα στ’ όνομα του, το Κράτος σας που πίνετε αίμα στ’ όνομα του; Τι να τα κάνω τα σκυλιά του, τους φύλακες του, τα τόσα συρματοπλέγματα του; Στην καρδιά των πιο μεγάλων μητροπόλεων κλειδωμένοι στη σκιά των φυλάκων κτιρίων τεράτων ν’ απανθρακωνόμαστε στα κρεματόρια της υποκρισίας υψηλόβαθμων καθαρμάτων. Και τώρα τι να την κάνω την πουτάνα την Ασφάλεια του Κράτους σας τι να την κάνω; Που με σέρνει στους δρόμους άλαλο την αλυσίδα τεντώνοντας που μου ‘δεσαν στ’ αρχίδια σιδηροδέσμιο έλεγχοι στις πύλες κοντρόλα περίπολοι. Να φωνάζουμε ν’ αλαλάζουμε γυμνοί σκελετωμένοι μάτια βαθιά πηγάδια δεν μας ακούτε. Τι να το κάνω το Κράτος σας και τη Βία σας; Τι να τα κάνω; Εμείς να ψοφάμε κατά χιλιάδες παγωμένοι ποντίκια ξημερώματα στα παγκάκια στις αστικές συγκοινωνίες σας στις υπόγειες σήραγγες σας πιο βαθιά ολοένα στην καρδιά των τιτάνων. Και τώρα τ’ αυτιά μας πέσανε δεν ακούμε δεν ακουγόμαστε τις κραυγές μας. Τα μάτια μας ηλίθια ατροφικά κρυφτήκαν κατεστραμμένα στις κόγχες τους να μην αντέχουν παρά το γαλάζιο τα βράδια της τηλεόρασης στα σκοτάδια. Κι όμως είμαστε εδώ μας τρέχετε στα εργοτάξια τα χαράματα κλέβοντας τις ώρες μας καταναγκαστική εργασία τις μέρες μας τα χρόνια μας τρέχοντας ασθμαίνοντας καλπάζοντας σε ασανσέρ και λεωφορεία με τα μαστίγια να σκίζουν λωρίδες τις σάρκες μας το αίμα μας να πήζει μαύρο στα νύχια σας. Κι όμως είμαστε εδώ πεθαίνουμε λίπασμα τα κορμιά μας σωρεύοντ’ ανώνυμα το ‘να πάνω στ’ άλλο υλικό για τους αρχαιολόγους τους μέλλοντος τάφοι ομαδικοί κτερίσματα οστά χάσκοντα στόματα βρέφη σε στήθη μαραγκιασμένα στεγνά απειλή. Τι να το κάνω αλήθεια το Κράτος σας;

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2007

Κάτι γίνεται!











Από τις αρχές του μήνα τα γαλλικά πανεπιστήμια βρίσκονται σε αναβρασμό. Γενικές συνελεύσεις, καταλήψεις και αποχές. Αιτία η αντίθεση στο νέο νόμο LRU για τα πανεπιστήμια. Ενάμισι χρόνο μετά τις αναταραχές για το CPE, και ενώ η περσινή ακαδημαϊκή χρονιά κύλησε μέσα σε μια εντυπωσιακά δυσάρεστη "ακινησία", εξαιτίας ίσως και της προεκλογικής περιόδου, οπότε το κυβερνών κόμμα "πάγωσε" τις όποιες "μεταρρυθμίσεις" μεταθέτοντας τις για μετά τις εκλογές, η φοιτητική κοινότητα δείχνει σημάδια δυναμικής αφύπνισης. Μία επιπρόσθετη αιτία για αυτήν την δυναμικότητα είναι ενδεχομένως και η προκλητική στάση των πρυτανικών αρχών, πάγια σε όλα τα πανεπιστήμια: οι Γενικές Συνελεύσεις ψηφίζουν καταλήψεις και οι πρυτάνεις δεν δέχονται τα αποτελέσματα των ψηφοφοριών με την αιτιολογία ότι συμμετέχουν σε αυτές "εξωπανεπιστημιακά" στοιχεία και κατ' επέκτασιν αλλοιώνεται το τελικό αποτέλεσμα. Η ίδια αιτιολογία χρησιμοποιείται εν συνεχεία για να επιτρέψουν οι πρυτανικές αρχές στην αστυνομία να εισβάλλει στο πανεπιστήμιο και να διαλύσει την κατάληψη, σε πολλές περιπτώσεις πριν καλά καλά εκδηλωθεί (όπως έγινε στη Sorbonne εχτές 13/11 καθώς και την περασμένη Τρίτη 6/11). Αποτέλεσμα αυτής της πάγιας τακτικής ήταν και η χτεσινή ιδιαιτέρως βίαια διάλυση από τις αστυνομικές δυνάμεις της κατάληψης της Nanterre, κατάληψη που είχε αποφασιστεί από Γενική Συνέλευση 1000 περίπου φοιτητών. Στο site, video από την γαλλική τηλεόραση, που παρ’ όλη την συντηρητικότητα του αδυνατεί να αποκρύψει το κλίμα που επικράτησε.

http://tf1.lci.fr/infos/france/0,,3622578,00-journee-musclee-fac-nanterre-.html


Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2007

Ανταποκρίσεις απ’ το Παρίσι




Για το ξεχού







Το πρόβλημα του ήταν ότι δεν μπορούσε να συγκροτήσει τη σκέψη του. Περνούσε από το ένα θέμα στο άλλο ολότελα άναρχα. Μες το κεφάλι του συνωστίζονταν χιλιάδες φωνές. Το πρόβλημα του γινόταν ακόμα μεγαλύτερο καθώς ο ήρωας μας ήτανε συγγραφέας ή τουλάχιστον το έπαιζε συγγραφέας, ή εν πάσει περιπτώσει για να μην τον κακολογούμε πολύ θα ήθελε πολύ να ήτανε ή έστω να γίνει κάποια ωραία πρωία ως εκ θαύματος συγγραφέας. Καθόταν λοιπόν με τις ώρες μουτζουρώνοντας ανυποψίαστα και για αυτό ωραία αθώα χαρτιά γράφοντας όλο κάτι δακρύβρεχτες μαλακίες για ανεκπλήρωτους έρωτες και πεθαμένες αγάπες, αναμνήσεις κι αδιέξοδα, κι όλο να γυροφέρνουν μες τις γραμμές κάτι ανθρωπάκια μίζερα, δυστυχισμένα, παράλυτα γεμάτα φοβίες και κόμπλεξ. Και που να βάλεις μια τάξη σ’ όλο τούτο το βαθυστόχαστο υλικό. Όλο ξεπεταγόνταν από παντού κάτι ξεκάρφωτα αγάλματα, κάτι γοργόνες, μια εμμονή με κλόουν, θηρία και τσίρκα και όλο κάτι τέτοια βαθιά πράματα, φιλοσοφικά, υποβλητικά συμβολικά. Καρφωμένος απ’ το πρωί μπροστά στον υπολογιστή και να μην έχει βγει μια σελίδα σωστή. Άναψε ένα τσιγάρο μετά κι άλλο ένα. Σήκωσε τα χέρια τσαντισμένος μέσα στον καύσωνα και έβγαλε την φανέλα του. Κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο και είδε μες την κοχλάζουσα παριζιάνικη ζέστη τον ατσάλινο πύργο του Eiffel να λιώνει και να γέρνει. Τι σκαρφίστηκαν πάλι οι πούστηδες για να διασκεδάσουνε τους τουρίστες! ψιθύρισε. Έβαλε τα χέρια πίσω απ’ το κεφάλι. Στο μεταξύ ο ξεχαρβαλωμένος ανεμιστήρας ανέμιζε ιδρωμένες τις τρίχες απ’ τις μασχάλες και το γυμνό στέρνο του. Εκείνη την ώρα ήταν σχεδόν ερωτικός. Η τεχνητή ανεμοθύελλα που σήκωνε ο ανεμιστήρας ξερίζωσε κάποιες τρίχες αδυνατισμένες και τις μετέφερε στα δίχτυα της αράχνης που τόση ώρα προσπαθούσε να σκαρώσει έναν αυτοσχέδιο ιστό κρεμασμένη απ’ το παράθυρο χωρίς μεγάλη επιτυχία καθώς ο μαλάκας ο ανεμιστήρας επέμενε να της την χαλάει. Οι τρίχες προσγειώθηκαν στην αγκαλιά της και φαίνεται της ήρθαν λουκούμι. Με τόσο πρόσθετο υλικό κάτι μπορεί και να γίνει. Ο ήρωας μας έπαψε τις σοβαρές ασχολίες του και αφοσιώθηκε στις δραστηριότητες της αράχνης. Έφτιαχνε ένα πράμα στραπατσαρισμένο που του θύμισε έντονα την μηλόπιτα που έφτιαχν’ η μάνα του. Ποτέ δεν την πήγε αυτήν την μηλόπιτα. Κι όταν ρωτούσε την μάνα του γιατί ρε μάνα την φτιάχνεις αυτήν τη μαλακία; εκείνη του απαντούσε γιατί αρέσει στον αδερφό σου. Στον αδερφό μου πάλι δεν αρέσει το τσιζ κέικ. Κι όταν ρωτούσε τη μάνα μας γιατί ρε μάνα την φτιάχνεις αυτήν τη μαλακία; εκείνη απαντούσε γιατί αρέσει στον αδερφό σου. Συνήθως βέβαια εκείνος που έπαιρνε τον μπούλο ήταν παραδοσιακά ο πατέρας που μισούσε τόσο το τσιζ κέικ όσο και την μηλόπιτα. Κι όταν ρωτούσε τη γυναίκα του γιατί ρε γυναίκα τις φτιάχνεις αυτές τις μαλακίες; εκείνη απαντούσε γιατί αρέσει στα παιδιά. Τελικά επειδή τα παιδιά δεν τρώγαν στο τέλος ούτε τη μηλόπιτα ούτε το τσιζ κέικ κατέληγε να τα μασαμπουκώνει, να μη τα πετάξουμε!, με το ζόρι εκείνος. Κάποια στιγμή όπως ήταν αναμενόμενο την βαρέθηκε τη κωλοαράχνη. Φύσηξε και κατεδαφίστηκε μαζί με τον ιστό στα κεραμίδια. Μια ζωή στα σκουπίδια. Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε απειλητικά στο ψυγείο. Άνοιξε αποφασιστικά την πόρτα και άρπαξε απ’ το λαιμό μια μπουκάλα πορτοκαλάδα ληγμένη. Έχυσε το περιεχόμενο σ’ ένα πλαστικό ποτηράκι, ξέρεις απ’ αυτά τα βολικά που τα χρησιμοποιείς μια φορά και μετά τα πετάς όχι σαν τα άλλα τα μαλακισμένα τα γυάλινα που πρέπει να τα πλένεις μετά κι αν τα παρατήσεις μέρες στον νεροχύτη άπλυτα σκυλοβρωμάνε και σε συνδυασμό με την ποδαρίλα που βρωμάει καλοκαιριάτικα το Παρίσι δεν σ’ αφήνουν την νύχτα να κοιμηθείς. Είναι μάλιστα μια στάση στη Mabillion που κάθε φορά που περνάω από κει με το μετρό βρωμάει την μπόχα που κάνουν τα πόδια μου μόλις βγάζω τις κάλτσες μου. Έτσι κάθε φορά που περνάω από κει δεν μπορώ να συγκρατήσω την ίδια πάντοτε παράξενη σκέψη πως όλο το Παρίσι μαζεύει και πετά τις κάλτσες του εκεί. Σε κάθε περίπτωση το χειρότερο με τα γυάλινα ποτήρια είναι όταν έχεις ξεχάσει μέσα καφέ για πολύ καιρό οπότε φυτρώνουνε μανιτάρια. Δηλαδή στην αρχή, μετά τον πρώτο μήνα, υπάρχουν μόνο κάτι αδιάφοροι μύκητες αλλά άμα τ’ αφήσεις για πολύ πολύ καιρό άπλυτα τότε αρχίζουν και φυτρώνουν κάτι περίεργα φυτά που υποθέτω πως δεν είν’ άλλα απ’ τα περίφημα μανιτάρια και θυμίζουν νούφαρα έτσι που επιπλέουν επάνω στην μαύρη επιφάνεια που πια δεν φαίνεται του χαλασμένου καφέ. Σκατά, ψιθύρισε ο ήρωας μας. Πέταξε τα πιο πρόσφατα αποτσίγαρα στην σακούλα, την έδεσε σφιχτά και πήρε δύσκολα την απόφαση να κατεβεί να πετάξει τα σκουπίδια. Κι ο γαμημένος ανελκυστήρας χαλασμένος και πάλι να κατεβαίνει οχτώ ορόφους μες τον καύσωνα τις σκάλες ιδρώνοντας. Πέταξε τα σκουπίδια και ξεκίνησε μια βόλτα στο τετράγωνο επανδρωμένος κατάλληλα: βερμούδα, σαγιονάρα, φανελάκι αμάνικο στο χέρι τσιγάρο βαρύ Gauloises. Στο πεζοδρόμιο άδειο και μόνο οι κουράδες των σκύλων σκάγαν από τη ζέστη κι ανοίγαν σαν ηφαιστειακοί κρατήρες στην άσφαλτο. Γύρω γύρω στα γνώριμα μέρη: Carrefour, Mac Donalds, στο κινέζο που πουλούσε κινέζικα, στο λιβανέζο που πουλούσε τα λιβανέζικα, στο γωνιακό tabac για το τσιγάρο το επιούσιον, στο presse στάση υποχρεωτική όσο να κάνεις το τσιγάρο να χαζέψεις τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, καμιά τσόντα με καμιά επίχρυση γκόμενα με βυζιά πλαστικά κι άντε πάλι το δρόμο αργά κουρασμένος πια, στο γέρμα της μέρας, τον μακρύ της επιστροφής. Εκεί τότε λίγο έξω απ’ το σπίτι τον κυρίεψε μια αγωνία θανάσιμη. Ύψωσε το βλέμμα ψηλά αριστερά δεξιά αναζητώντας με τρόμο όχι λίγο ουρανό μα τον πύργο, στέρεο σύμβολο σταθερό ευημερίας κι ασφάλειας. Δεν φαινότανε πουθενά. Ανεβαίνοντας τις σκάλες ιδρώνοντας, αγκομαχώντας και βρίζοντας. Λες να ‘πεσε ο μαλάκας ο πύργος; ψιθύρισε. Η αριστερή σαγιονάρα γλίστρησε και κατρακύλησε ιδρωμένη τις σκάλες.

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2007

Δοκιμές Μεταφράσεων



Arthur Rimbaud


Adieu

Φθινόπωρο ήδη! – Μα γιατί να νοσταλγούμε έναν αιώνιο ήλιο, όταν έχουμε επωμιστεί την ανακάλυψη της θεϊκής διαύγειας, – μακριά από ανθρώπους που επιμένουν εποχή την εποχή να πεθαίνουν.
Το φθινόπωρο. Η βάρκα μας υψωμένη μες την ακίνητη ομίχλη επιστρέφει τώρα προς το λιμάνι της μιζέριας, την αχανή πόλη στον ουρανό στιγματισμένη απ΄ τη φωτιά κι απ’ τη λάσπη. Τα κουρέλια τριμμένα, μουσκεμένο απ’ τη βροχή το ψωμί, η μέθη, οι χιλιάδες που με σταυρώσανε έρωτες! Ποτέ δε θα πεθάνει αυτό το βαμπίρ, βασίλισσα χιλιάδων ψυχών και χιλιάδων κορμιών που θε να κριθούνε! Ξαναβλέπω τον εαυτό μου φαγωμένο το δέρμα από τη λάσπη και τη πανούκλα, γεμάτα σκουλήκια τα μαλλιά κι οι μασχάλες και πιο παχιά ακόμα σκουλήκια μες τη καρδιά, ανάμεσα σ’ αγνώστους χωρίς ηλικία, δίχως συναίσθημα… Θα έχω μπορέσει να πεθάνω… Η φρικτή θύμηση! Εξασκώ τη μιζέρια.
Και να τρέμω το χειμώνα, η εποχή της ανάπαυσης!
– Καμιά φορά βλέπω στον ουρανό ακρογιάλια χωρίς τέλος σκεπασμένα με σύννεφα έθνη χαρούμενα λευκά. Ένα μεγάλο καράβι από χρυσό κι από κάτω εγώ, κουνάει τα πολύχρωμα σημαιάκια του στην αύρα του πρωινού. Ανέβασα κάθε παράσταση, κάθε θρίαμβο, κάθε γιορτή. Δοκίμασα να εφεύρω καινούργια άνθη, άστρα καινούργια, καινούργιες σάρκες, καινούργια μιλιά. Πίστεψα που απόκτησα δυνάμεις υπερφυσικές. Αρκετά! Τώρα πρέπει να ενταφιάσω τη φαντασία μου και τις αναμνήσεις μου! Παραμυθά όμορφη δόξα και ποιητή που παρασέρνει!
Εγώ! Εγώ που άγγελο με λέω ή μάγο, από κάθε ηθική απαλλαγμένος, επέστρεψα στο έδαφος, μ’ ένα καθήκον για να ψάξω, και την πραγματικότητα τραχιά για ν’ αγκαλιάσω! Κορόιδο!
Απατήθηκα; Αδερφή θανάτου, για μένα, η αγάπη;
Τέλος πάντων, θα ζητήσω συγγνώμη που τράφηκα με το ψέμα. Και προχωράμε.
Μα ούτε ένα χέρι ρε φίλε! Και πού να ζητήσω βοήθεια;


Une saison en enfer


Paul Éluard


Η καμπύλη των ματιών σου κάνει της καρδιάς μου τον γύρο,

Ένα κύκλο χορού σχηματίζοντας και γλυκύτητας,

Του χρόνου φωτοστέφανο, λίκνο νυχτερινό και σίγουρο,

Κι αν πλέον όλα όσα έζησα δεν ξέρω

Είναι που τα μάτια σου δεν μ’ έχουν ακόμ' αντικρίσει


Φύλλα της μέρας κι αφρός της δροσιάς,

Καλάμια του ανέμου, αρωματισμένα χαμόγελα,

Φτερά να καλύπτουν έναν κόσμο φωτός,

Καράβια φορτωμένα με θάλασσα κι ουρανό,

Κυνηγοί θορύβων και χρωμάτων πηγές,


Αρώματα επωασμένα απ’ την εκκόλαψη μιας αυγής

Κείμενη πάντοτε στα άχυρα πάνω των άστρων,

Καθώς η μέρα εξαρτάται από την αθωότητα

Ο κόσμος ολόκληρος εξαρτάται απ’ τα μάτια σου αγνά

Κι όλο το αίμα μου μέσα στο βλέμμα τους κυλά.


Capitale de la douleur

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2007

Συνοχή

Κίτρινοι άνεμοι που ιππεύοντας το σαρκίο μου αναχωρώντας προς το ένα εσώτερο που άπληστα κατανάλωσα απορροφώντας το φως που κάθε τόσο αμήχανο παραβιάζοντας τα παράθυρα που εκτεινόταν ο χώρος που είχες και που δεν ήταν μέσα στο πιο μόνο θολό κατασκεύασμα μιας γυάλινης ύπαρξης που συσσωρευόταν τα χρόνια ανίκανα κοιτώντας το θόλο που χάνοταν έμμεσα στο τόσο που έβλεπες πότε πότε γλιστρούσε χλωμή η Μαριάνθη σα φάντασμα κι οι κουρτίνες ν’ ανατριχιάζουν ανάλαφρα με την εμφανή κύηση φουσκωμένα τα στήθια της γάλα βαριά κι η ίδια πάντα τόσο ερωτική παρ’ όλα αυτά ζήλευες τη ζωή που κινούσε τα μέλη της μέσα στα σπλάχνα της πάντοτ’ αθόρυβα μη προμηνύοντας το ένα που ήτανε να ‘ρθει γιατί για σένα όσο και να προσπαθούσες ήτανε η Μαριάνθη εκεί γυμνωμένη κάτω από μια πυρετική ανεμόσκαλα όπως σε άφησε στο λυκόφως της άνοιξης να την εξαπολύσεις γυμνή και αλώβητη μέσα στο πλημμυρισμένο φως που διαχεότανε άμωμο υγρό βαρομετρικό διεσταλμένα τα μάτια η κόρη στην ηδονή που για τόσο λίγο τρεμόπαιξ’ ανύποπτα μέσα στο φώσφορο που ανατίναζε τη κίτρινη γυάλα που σ’ έσωσε τοποθετώντας τα κόκαλα σε χρόνο ανύποπτο στο τόσο γνώριμο εκείνο κενό του αέρος που δημιουργούσε το θερμοκήπιο που ακτινοβολούσε μέσα απ’ τη θάλασσα κάτω από τα πόδια σου μαύρα τόσα σταφύλια το θέρος στο ύπαιθρο τα μάτια μου μαύρα που το οινόπνευμα κι οι αναθυμιάσεις θυμάμαι ενίοτε το χοντρό ακροβάτη που σκοτώθηκε πάνω στη στύση του που καβαλίκευε χαρωπή η χορεύτρια του φωτόδασους να ξεπροβάλλει ξαφνικά τα χαράματα που του δάσους τα κλάματα να λαμπυρίζουν στο κορμί της σταλάγματα μέσα στο αίμα πνιγμένη θυσία μυστική συνουσία ξωθιά μουσκεμένος κορμός στις φλέβες βελανιδιά ότι εγώ το κορμί τούτο που τόσο παράφορα έπαψε απλά να υπάρχει που δεν είναι που πέθανε μα έτσι απλά έπαψε ξαφνικά να υπάρχει σαν να μην υπήρξε ποτέ σαν να είχε υπάρξει από πάντα ότι το πέρασμα που εξασφάλιζε το θάνατο στη ζωή ήτανε τόσο δίπλα σου που κάποτε ξέχναγες πως υπάρχει και γλιστρούσες τόσο αυθόρμητα ανεπαίσθητα ανάμεσα στο σαράβαλο αυτοκίνητο που μετακινούσε τα χρέη του υποχρεώνοντας τους ανάπηρους να προσπερνάνε στη διάβαση που το κόκκινο φάσκιωνε την ανάσα μου που τόσο συνήθισα και που τόσο βαρέθηκα που τώρα το μπάνιο που παίρνω στη θάλασσα βύθισε το απρόοπτο που μπουρμπουλήθρες φουσκώνοντας τα βράδια τα Σάββατα παλιμπαιδισμοί και γέλια και κλάματα χοροπηδώ στα συντρίμμια σπασμένα αγάλματα η βροχή στο μυαλό μου μαγεμένα περάσματα.

Le grand écrivain,

Paris, 2/11/07