Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2008

Jesus Christ Superstar

Heaven on their minds (Judas)

My mind is clearer now
At last
All too well
I can see
Where we all
Soon will be
If you strip away
The myth
From the man
You will see
Where we all
Soon will be

Jesus! You've started to believe
The things they say of you
You really do believe
This talk of God is true

And all the good you've done
Will soon be swept away
You've begun to matter more
Than the things you say

Listen Jesus
I don't like what I see
All I ask is that you listen to me
And remember
I've been your right hand man all along
You have set them all on fire
They think they've found the new Messiah
And they'll hurt you when they find they're wrong

I remember when this whole thing began
No talk of God then, we called you a man
And believe me
My admiration for you hasn't died
But every word you say today
Gets twisted 'round some other way
And they'll hurt you if they think you've lied

Nazareth's most famous son
Should have stayed a great unknown
Like his father carving wood
He'd have made good
Tables, chairs and oaken chests
Would have suited Jesus best
He'd have caused nobody harm
No one alarm

Listen Jesus, do you care for your race?
Don't you see we must keep in our place?
We are occupied
Have you forgotten how put down we are?
I am frightened by the crowd
For we are getting much too loud
And they'll crush us if we go too far
If we go too far

Listen Jesus to the warning I give
Please remember that I want us to live
But it's sad to see our chances weakening with ev'ry hour
All your followers are blind
Too much heaven on their minds
It was beautiful, but now it's sour
Yes it's all gone sour
Ah --- ah ah ah --- ah
God Jesus, it's all gone sour

Listen Jesus to the warning I give
Please remember that I want us to live
So come on, come on, listen to me.
Ah --- ah
Come on, listen, listen to me.
Come on and listen to me.
Ah --- ah


I Only Want To Say (Gethsemane) (Jesus)

I only want to say
If there is a way
Take this cup away from me
For I don't want to taste its poison
Feel it burn me,
I have changed I'm not as sure
As when we started
Then I was inspired
Now I'm sad and tired
Listen surely I've exceeded
Tried for three years
Seems like thirty
Could you ask as much
From any other man?

But if I die
See the saga through
And do the things you ask of me
Let them hate me, hit me, hurt me
Nail me to their tree
I'd want to know
I'd want to know my God
I'd want to know
I'd want to know my God
I'd want to see
I'd want to see my God
I'd want to see
I'd want to see my God
Why I should die
Would I be more noticed
Than I ever was before?
Would the things I've said and done
Matter any more?
I'd have to know
I'd have to know my Lord
I'd have to know
I'd have to know my Lord
I'd have to see
I'd have to see my Lord
I'd have to see
I'd have to see my Lord

If I die what will be my reward?
If I die what will be my reward?
I'd have to know
I'd have to know my Lord
I'd have to know
I'd have to know my Lord

Why, why should I die?
Oh, why should I die?
Can you show me now
That I would not be killed in vain?
Show me just a little
Of your omnipresent brain
Show me there's a reason
For your wanting me to die
You're far too keen on where and how
But not so hot on why
Alright I'll die!
Just watch me die!
See how, see how I die!
Oh, just watch me die!

Then I was inspired
Now I'm sad and tired
After all I've tried for three years
Seems like ninety
Why then am I scared
To finish what I started
What you started
I didn't start it
God thy will is hard
But you hold every card
I will drink your cup of poison
Nail me to your cross and break me
Bleed me, beat me
Kill me, take me now
Before I change my mind


Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2008

Κλασική Ιαπωνική Ποίηση

Miyamoto Musashi on the back of a whale

Μύθοι και Θρύλοι από τα βιβλία του Manyôshû (8ος αι.)


Ο θρύλος του Urashima

Περασμένο φθινόπωρο μέρα βαριά

Ομίχλη τριγύρω παχιά

Κι εγώ κάτω στο Suminoe

Στην ακτή περπατώντας αργά

Τις ψαρόβαρκες που στα κύματα

Κοιτώντας να ταλαντεύονται

Μιαν ιστορία απ’ τα παλιά

Όταν μου ‘ρθε στο μυαλό ξαφνικά.

Ήτανε κάποτε ένας νέος λαμπρός,

Ο Urashima, του Mizunoe ο γιος,

Και για τα δίχτυα του όπού ‘ταν ξακουστός,

Κι όπου στο ψάρεμα του τόνου, της τσιπούρας

Δεν τον παράβγαινε κανείς.

Μα να κάποια που έφυγε βραδιά

Μα να που κιόλα μέρες πέρασαν επτά

Και που στο σπίτι του δε γύρισε ξανά.

Και να που με τη βάρκα του

Τώρα στο χείλος της θάλασσας μπροστά.

Και να που μπροστά του προβάλλει ξαφνικά

Του θεού των θαλασσών χωρίς βιασύνη

Κωπηλατώντας η θυγατέρα αργά.

Κι ώρα θα μιλήσουν οι δυο τους για πολλά

Και θα ερωτευτούν παράφορα πολύ.

Και να που όρκους θ’ ανταλλάξουνε καυτούς

Και να που στη χώρα της αιώνιας ζωής

Στο τέλος θα επιστρέψουνε μαζί.

Έτσι απ’ το χέρι τώρα πιασμένοι τρυφερά

Με καρδιοχτύπι μπαίνουν κι οι δυο διστακτικά

Στη κατοικία τη μελλοντική,

Σαν που ταιριάζει μεγαλόπρεπη και οχυρή.

Κι έτσι ανέμελα καιρός πολλής περνά

Δίχως καθόλου να γερνάν

Μήτε και να πεθαίνουνε ποτέ

Μες στα παλάτια του θεού των θαλασσών θαλασσινά.

Μ’ αυτός ο αλαφρόμυαλος,

Ο γιος του κόσμου αυτού,

Στη σύζυγο του έτσι μιλά κι έτσι της λέει:

Είναι φορές που θα ‘θελα στο σπίτι μου το πατρικό

Σαν βέλος γρήγορο να πεταχτώ

Και νέα να μάθω του γέρου του πατέρα μου

Και της γριάς της μάνας μου ν’ ακούσω τη φωνή,

Κι ευτύς αμέσως πίσω να γυρίσω πλάι σου ξανά.

Κι έτσι αφού μίλησε τα λόγια αυτά

Έτσι τ’ αποκρίθηκ’ η γυναίκα του

Μια πίκρα τρίζει τη φωνή:

Πίσω, σαν το θελήσεις, στον κόσμο τούτο

Της αιώνιας ζωής να γυρίσεις ξανά

Και μαζί μου να ζήσεις σαν και πρώτα και πάλι,

Σ΄ ότι έχεις, να χαρείς, στον κόσμο σ’ ικετεύω, ιερό,

Με τα ψιμύθια πάρε το σεντουκάκι μου τούτο το μικρό

Που μου ‘ναι ακριβό πολύ κι αγαπητό

Και μην τ’ ανοίξεις πλάι μου ίσαμε να γυρίσεις πίσω πάλι εδώ.

Και να που τον βάζει να το επαναλάβει

Και να που τον βάζει να ορκιστεί.

Κι εκείνος το επόμενο πρωί

Στο Suminoe ευτύς αμέσως σα βέλος πετάγεται γοργά

Ψάχνει το σπίτι του

Και πια σπίτι δε βλέπει πουθενά,

Ψάχνει το χωριό του

Και πια χωριό δε βλέπει πουθενά.

Κι αμήχανος στέκεται κει στοχαστικός.

Και μέσα του μιλά και έτσι λέει:

Μέσα στα τρία χρόνια μόνο αυτά

Οπού ‘φυγα από το σπίτι μου μακριά

Είν’ έτσι τάχα δυνατόν να χάθηκαν τα πάντα

Και δίχως το ίχνος το παραμικρό

Και σαν να μην υπήρξανε ποτές

Τα πάντα να εξαφανιστούν;

Κι αν άνοιγα άραγε τούτο το σεντουκάκι

Μια ματιά μονάχα, έτσι για να δω,

Λες άραγε το σπίτι μου σαν άλλοτε και το χωριό

Μπροστά στα μάτια μου να εμφανίζονταν ξανά;

Κι ανοίγει ο άμυαλος

Το σεντουκάκι με τα ψιμύθια της ακριβής του τ’ ακριβό

Κι ευτύς αμέσως ξεχύνεται εν’ άσπρο σύννεφο, καπνός

Και φεύγει και χάνεται πέρα μακριά

Και πίσω στη χώρα της αιώνιας ζωής πετά.

Και που τρεκλίζοντας τα πόδια ξαφνικά,

Ουρλιάζει υποφέροντας φριχτά

Τους πόνους σ’ όλο το κορμί

Γκρεμίζεται και να που τώρα σέρνεται στη γη

Με δίχως δύναμη ξανά να σηκωθεί.

Και κάθε που περνά στιγμή

Το πνεύμα ολοένα πιο αδύναμο στα ξαφνικά

Και να που το δέρμα έτσι οπού ‘ταν νέο

Ίσαμε τώρα σφριγηλό

Γρήγορα πως γερνά

Και οι ρυτίδες έτσι πως το καλύπτουνε παντού

Και τα μαλλιά του οπού ‘ταν έτσι όμορφα

Ολόμαυρα και μακριά

Γρήγορα πως ασπρίζουνε

Κι έτσι πως αραιώνουνε τώρα στο κεφάλι τα μαλλιά!

Και μες το στέρνο ευτύς αρχίζει ναν τον πνίγει η πνοή

Και τον αφήνει τελικά, τον παρατάει η ζωή.

Κι από τον Urashima τώρα,

Του Mizunoe το γιο,

Μονάχα βλέπω τώρα το στερνό

Της κατοικίας του το τόπο τον παντοτινό.


Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2008

Αφιέρωμα: Ελληνική ποίηση 1952 – 1974

Käthe Kollwitz, Aufstand

Μιχάλης Κατσαρός



Κατά Σαδδουκαίων

Πλήθος Σαδδουκαίων

Ρωμαίων υπαλλήλων

μάντεις και αστρονόμοι

(κάποιος Βαλβίλος εξ Εφέσου)

περιστοιχίζουν τον Αυτοκράτορα.

Κραυγές απ’ τον προνάρθηκα του Ναού.

Απ’ τη φατρία των Εβιονιτών κραυγές:

Ο ψευδο-Μάρκελος να παριστάνει το Χριστό.

Διδάσκετε την επανάστασιν κατά του πρίγκηπος

Οι Χριστιανοί να ‘χουνε δούλους Χριστιανούς.

Η αριστοκρατία του Ναού να εκλείψει.

Εγώ απέναντι σας ένας μάρτυρας

η θέληση μου που καταπατήθηκε

τόσους αιώνες.

Τους ύπατους εγώ ανέδειξα στις συνελεύσεις

κι αυτοί κληρονομήσανε τα δικαιώματα

φορέσαν πορφυρούν ατίθασον ένδυμα

σανδάλια μεταξωτά ή πανοπλία

εξακοντίζουν τα βέλη τους εναντίον μου –

η θέληση μου που καταπατήθηκε

τόσους αιώνες.

Τους άλλους απ’ την πέτρα και το τείχος μου

καθώς νερό πηγής τους είχα φέρει

η θρησκεία τους μυστηριώδης δεισιδαιμονία

τ’ άλογα τους απ’ τον κάμπο μου·

δε μου επέτρεψαν να δω τον Αυτοκράτορα

τους υπάτους δεν άφηναν να πλησιάσω

σε μυστικά συμπόσια και ένδοξα

τη θέληση μου που την καταπατήσανε

τόσους αιώνες.

Τώρα κι εγώ υποψιάζομαι

όλο το πλήθος των αυλοκολάκων

όλους τους ταπεινούς γραμματικούς

τους βραβευμένους με χρυσά παράσημα

λεγεωνάριους και στρατηλάτες

υποψιάζομαι τις αυλητρίδες τη γιορτή

όλους τους λόγους και προπόσεις

αυτούς που παριστάνουνε τους εθνικούς

τον πορφυρούν χιτώνα του πρίγκηπος

τους συμβουλάτορες και τους αιρετικούς

υποψιάζομαι συνωμοσία

νύκτα θα ρεύσει πολύ αίμα

νύχτα θα εγκαταστήσουν τη βασιλεία τους

νέοι πρίγκιπες με νέους στέφανους

οι πονηροί ρωμαίοι υπάλληλοι

του Αυτοκράτορος

‘τοιμάζουνε κρυφά να παραδώσουν

να παραδώσουν τα κλειδιά και την

υπόκλιση τους.

Εγώ πάλι μέσα στο πλήθος διακλαδίζομαι

η θέληση μου διακλαδίζεται μέσα στο πλήθος

μαζεύω τους σκόρπιους σπόρους μου

για την καινούργια μακρινή μου ανάσταση



Άξαφνα η πόρτα μας άνοιξε.

πρώτος κατέβαινε ο αυτοκράτορας

με καινούργια στολή

ο νέος αρχιεπίσκοπος

ο υπουργός παιδείας και θρησκευμάτων

(η εργάτρια Ντούμπιοβα παρήγαγε

δεκαπέντε χιλιάδες ποτήρια)

ο στρατάρχης ήρωας της μάχης Σαρώ

πιο πίσω οι αυλοκόλακες

οι υπάλληλοι όλοι με τας συζύγους των

ο πρόεδρος τους ανωτάτου δικαστηρίου

στο τέλος ένα παιδί που ήταν ο γελωτοποιός.

Εγώ αντιπροσώπευα τα στρατεύματα της Κορέας

των Γάλλων πατριωτών

των Ισπανών εξόριστων

την παυμένη εφημερίδα «Ελεύθερη Γνώμη»

την άλλη που έμεινε μόνον ο τίτλος της.

Οι ποιητές κρατώντας τα λάβαρα

έγραφαν ύμνους

κρατούσαν την αναπνοή μπροστά στους


χειροκροτούσαν ακατάπαυστα όλους

τους ρήτορες.

Τώρα το πώς εγίνηκε το απαίσιο πλήθος

να στριμώχνεται πάλι στα κάγκελα

το πώς εγίνηκε

το συνδικάτο των οικοδόμων να στέλνει

ομόφωνα ψηφίσματα

να στρώνει χαλιά γι αυτή την παρέλαση

μην το ρωτήσετε.

Φταίει αυτός που ήτανε δίπλα μου

όπου στην κρίσιμη ώρα σ’ αυτή τη σιωπή


Η μύτη της κυρίας Δημάρχου θυμίζει τη γεωγραφία.

Το τι επακολούθησε δεν περιγράφεται.

Διαδόθηκε μέσα στο αδιάφορο πλήθος η φήμη

οι υπουργοί θορυβήθησαν

ο πυγμάχος που έγινε χωροφύλακας έλαβε θέση

στους διπλανούς διαδρόμους οι πυροσβέστες


ο πρόεδρος χτυπούσε μέσα στην αίθουσα

τον κώδωνα

σβηστήκαν τα κεριά του ναού

και κει στη μεγάλη τους σύγχυση τα κατάφερα

μ’ ένα μικρό βηματάκι άξαφνα να βρεθώ

να θαυμάζω το θέαμα.

Όταν τα φώτα ξανάναψαν

η χάλκινη πόρτα αμίλητη έκλεισε όπως φαίνεται

και δίπλα μου οι γυναίκες ξεφώνιζαν

τραβούσαν τα μαλλιά τους τσιρίζοντας

όχι γιατί δεν πρόλαβαν την παρέλαση

όλων των επισήμων

αλλά που χάσανε μέσα στο σκότος

τους άντρες τους.

Οι πάροδοι που οδηγούσαν προς τις εξέδρες

στις πόρτες των ναών και των φυλάκων

στους διαδρόμους των εξοχών

στα δημόσια πάρκα

στα κρατικά εκπαιδευτήρια

στη δουλειά με το κομμάτι

στην ποινή του θανάτου

παντού παντού παντού

ως και σε μένα τον αδιάφορο

είχανε εισχωρήσει σα μυστικοί χωροφύλακες

οι Βησιγότθοι.

Μη σκεφτείς άσκημα για τους Βησιγότθους

είναι κάτι ακίνητα μαζεμένα υποκείμενα

που παριστάνουν τους επιδρομείς.

Πάντως θα καταλάβατε τον αρχαίο ναό

τι αντιπροσώπευε ο γελωτοποιός

τι αντιπροσώπευα εγώ ο γελοίος

ποιοι οι Βησιγότθοι οι αρχιεπίσκοποι

κι ο ένδοξος αυτοκράτορας.

Υπάρχουνε προϋποθέσεις

για μια καινούργια άνοιξη.


Όταν ακούω να μιλάν για τον καιρό

όταν ακούω να μιλάνε για τον πόλεμο

όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση

να πλημμυρίζει τα σαλόνια

όταν ακούω να υποψιάζονται τις ιδέες μου

να τις ταχτοποιούν σε μια θυρίδα

όταν ακούω σένα να μιλάς

εγώ πάντα σωπαίνω.

Όταν ακούω κάποτε στα βέβαια αυτιά μου

ήχους παράξενους ψίθυρους μακρινούς

όταν ακούω σάλπιγγες και θούρια

λόγους ατέλειωτους ύμνους και κρότους

όταν ακούω να μιλούν για την ελευθερία

για νόμους ευαγγέλια και μια ζωή με τάξη

όταν ακούω να γελούν

όταν ακούω πάλι να μιλούν

εγώ πάντα σωπαίνω.

Μα κάποτε που η κρύα σιωπή θα περιβρέχει τη γη

κάποτε που θα στερέψουν οι άσημες φλυαρίες

κι όλοι τους θα προσμένουνε σίγουρα τη φωνή

θ’ ανοίξω το στόμα μου

θα γεμίσουν οι κήποι με καταρράκτες

στις ίδιες βρώμικες αυλές τα οπλοστάσια

οι νέοι έξαλλοι θ’ ακολουθούν με στίχους χωρίς ύμνους

ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία.

Πάλι σας δίνω όραμα.

Η διαθήκη μου


σ’ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι

και λέει: καλά είμαι εδώ.

Αντισταθείτε σ’ αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι

και λέει: Δόξα σοι ο Θεός.


στον περσικό τάπητα των πολυκατοικιών

στον κοντό άνθρωπο του γραφείου

στην εταιρεία εισαγωγαί – εξαγωγαί

στην κρατική εκπαίδευση

στο φόρο

σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.


σ’ αυτόν που χαιρετάει απ’ την εξέδρα ώρες

ατελείωτες τις παρελάσεις

σ’ αυτή την άγονη κυρία που μοιράζει

έντυπα αγίων λίβανον και σμύρναν

σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε πάλι σ’ όλους αυτούς που λέγονται μεγάλοι

στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε

στις μουσικές τα τούμπανα και τις παράτες

σ’ όλα τ’ ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε

πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι

σ’ όλους που γράφουν λόγους για την εποχή

δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα

στις κολακείες τις ευχές στις τόσες υποκλίσεις

από γραφιάδες και δειλούς για το σοφό αρχηγό τους.

Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών

και διαβατηρίων

στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη διπλωματία

στα εργοστάσια πολεμικών υλών

σ’ αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια

στα θούρια

στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους

στους θεατές

στον άνεμο

σ’ όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς

στους άλλους που κάνουνε το φίλο σας

ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ


Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την



Η διαθήκη μου πριν διαβαστεί

– καθώς διαβάστηκε –

ήταν ένα ζεστό άλογο ακέραιο.

Πριν διαβαστεί

όχι οι κληρονόμοι που περίμεναν

αλλά σφετεριστές καταπατήσαν τα χωράφια.

Η διαθήκη μου για σένα και για σε

χρόνια καταχωνιάστηκε στα χρονοντούλαπα

από γραφιάδες πονηρούς συμβολαιογράφους.

Αλλάξανε φράσεις σημαντικές

ώρες σκυμμένοι πάνω της με τρόμο

εξαφανίσανε τα μέρη με τους ποταμούς

τη νέα βουή στα δάση

τον άνεμο τον σκότωσαν –

τώρα καταλαβαίνω πια τι έχασα

ποιος είναι αυτός που πνίγει.

Και συ λοιπόν

στέκεσαι έτσι βουβός με τόσες παραιτήσεις

από φωνή

από τροφή

από άλογο

από σπίτι

στέκεις απαίσια βουβός σαν πεθαμένος:

Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν.


Σε συνεργασία με την Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης – Ποιείν :


Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2008

Διγενής και Μαξιμού / Digenis et Maximou

Καὶ ἐγὼ ... ἐστάθην εἰς λιθάριν

καὶ ἔμπηξα τὸ κοντάριν μου καὶ ἐστάθηκα καὶ ἐθεώρουν

τὸ πότε νὰ ἔλθουν εἰς ἐμὲν <Κίνναμος> καὶ Γιαννάκης

καὶ σὺν <αὐτοῖς> καὶ <ἡ> Μαξιμοὺ καὶ ἦτον καὶ γαυριασμένη. (1485)

Φαρὶν ἐκαβαλίκευσε, πολλὰ ἦτον ὡραῖον·

ἡ χύτη καὶ τὸ οὐράδιν του μὲ τὴν χινέαν βαμμένα,

τὰ τέσσερά του ὀνύχια ἀσήμιν τσαπωμένα,

τὸ χαλινάριν της πλεκτὸν μὲ τὰ χρυσὰ λιλούδια.

Καὶ ἡ φορεσία της θαυμαστὴ ἦτον, παραλλαγμένη· (1490)

λουρίκιν ἀργυρὸν φορεῖ διὰ λίθων πολυτίμων,

καὶ τὸ κασίδι χυμευτὸν ἦτον, παραλλαγμένον,

μὲ τὰ χρυσὰ μετώπια, μὲ τοὺς χρυσοὺς τοὺς κόμπους·

τουβία ὀξυκάστορα μὲ τὸ μαργαριτάριν

καὶ τὰ ποδηματίτσια της χρυσὰ διακεντισμένα, (1495)

τὰ καύκαλα ἦσαν χυμευτὰ καὶ οἱ πτέρνες μὲ τοὺς λίθους.

Πέντε τὴν ἐπαρέτρεχον ἀπόθεν καὶ ἀπεκεῖθεν

καὶ ἐκ τὰ ἱππάρια ἐγνώρισα καὶ ἐκ τῆς φορεσίας

<ὅτι> ἦτον ὁ Φιλοπαππούς, Κίνναμος καὶ Γιαννάκης

καὶ ὁ θαυμαστὸς ὁ Λίανδρος μετὰ τὸν Μιλιμίτσην. (1500)

Καὶ ὅταν <ὅλοι> ἐσίμωσαν τοῦ ποταμοῦ τὸ χεῖλος,

τότε στραφοῦσα ἡ Μαξιμοὺ τὸν γέρονταν ἐλάλει:

«Ποῦ εἶναι τὰ φουσάτα του τὰ θέλω πολεμήσει

καὶ ποῦ εἶναι οἱ καβαλάροι του, ποῦ ’ναι οἱ ἀνδρειωμένοι

τοὺς θέλω πολεμήσει;

Καὶ ὁ γέρων ὁ Φιλοπαπποὺς τὴν Μαξιμοὺν ἐλάλει:

« Θωρεῖς αὐτὸν τὸν ἄγουρον ποὺ στέκει εἰς τὸ λιθάριν

καὶ ἔστησεν τὸ κοντάριν του καὶ ἀπάνου του ἀκουμπίζει;

Ἐκδέχεται νὰ ὑπάγωμεν ὅλοι ἀπάνου εἰς αὖτον,

κἂν τάχα μοναχὸς ἐστίν, ἐμᾶς οὐδὲν φοβᾶται. (1510)

Ἂν εὕρη τόπον νὰ ἐμπῆ εἰς τὸν λαόν μας μέσα,

ὥσπερ πετρίτης ἄχρωμος, ὅταν ἐμπῆ εἰς κυνήγιν,

καὶ χύση τὸ πτερούγιν του καὶ τὰ ὄρνεα ἀποκτείνη,

οὕτως ἐμᾶς ἂν γυριστῆ, τινὰς νὰ μὴν τὸν δώση.

Ἀλλὰ ἂς προκαρτερέψωμεν καὶ τότε ἂς τὸν ἰδοῦμε (1515)

καὶ νὰ τὸν περιφέρωμε, καὶ οὐ μὴ καβαλικεύση·

εἰ δὲ καθίση εἰς ἄλογον, ἀπιλογίαν μᾶς κάμνει. »

Καὶ τότε ἡ κούρβα ἡ Μαξιμοὺ τὸν γέροντα ἀτιμάζει:

«Ἔβγα ἀπ’ ἐδῶ, λυσσόγερε, υἱὲ τῆς ἀπωλείας·

ὡς καὶ ἀπ’ τὰ γέρα τὰ πολλὰ ὁ κῶλος σου ἐτσιγκρίασε. (1520)

Ἐγὼ ἔλεγα φουσάτα ἔχει καὶ ἀγούρους ἀνδρειωμένους,

καὶ ἐπῆρα τὰ φουσάτα μου καὶ ἦλθα νὰ πολεμήσω.

Ἐγὼ μόνη καὶ μοναχὴ νὰ κατεβῶ εἰς αὖτον,

νὰ κόψω τὸ κεφάλιν του καὶ ἐδῶ νὰ σᾶς τὸ φέρω,

νὰ ἐπάρω τὸ κοράσιον καὶ ἐδῶ νὰ σᾶς τὸ φέρω, (1525)

νὰ ἐπάρω τὴν πεθύμιαν σας καὶ ἐδῶ νὰ σᾶς τὴν φέρω

καὶ ἐσεῖς μὴ κουρασθῆτε.»

Καὶ σύντομα ἐπιλάλησεν τὸν ποταμὸν περάσει

καὶ ἐγὼ δὲ τὴν ἐλάλησα φωνὴν ἀπὸ μακρόθεν:

«Αὐτόθε στέκου, Μαξιμού, ὅθεν μηδὲν περάσης. (1530)

Τοὺς ἄνδρας πρέπει νὰ περνοῦν, ἀμὴ ὄχι τὰς γυναίκας.

Περάσειν ἔχω, Μαξιμού, ὡς διὰ σὲν τὸ ποτάμιν

καὶ νὰ σοῦ ἀντιμέψωμεν, ὡς καὶ τὸ δίκαιον ἔχεις.»

Τὸν γρίβα μου ἐπιλάλησα τὸν ποταμὸν περάσει,

καὶ εἶχεν νερὸν ὁ ποταμὸς πολὺν καὶ βουρκωμένον (1535)

καὶ ἐξέπεσεν ὁ γρίβας μου καὶ ἐχώθην ἕως τραχήλου·

καὶ δένδρον ἔπεψεν ὁ Θεὸς ἀπέσω εἰς τὸ ποτάμιν,

καὶ ἂν εἶχεν λείπειν τὸ δενδρόν, ἐπνίγετον ὁ Ἀκρίτης.

Καὶ ὡς εἶδεν τοῦτο ἡ Μαξιμού, ἀπάνω μου ἐκατέβη·

κοντάριν ἐμαλάκιζεν τὴν κονταρέαν μὲ δώσει (1540)

καὶ ταῦτα τὸ κοντάριν της ἔριψα παρὰ μία

καὶ σύντομα ἔριψα ραβδίν, τὴν Μαξιμοὺν ἐλάλουν:

«Ἐλεῶ τὰ κάλλη σου, κυρά, βλέπε μὴ κινδυνεύσης·

ἀλλὰ ἂς δώσω, <Μαξιμού,> τὴν φάραν σου ραβδέαν

καὶ ἐκ τὴν ραβδέαν, Μαξιμού, νόησε μὲ τίναν ἔχεις.» (1545)

Καὶ ἐγὼ ραβδέαν ἔδωσα τὴν φάραν ’ς τὰς κουτάλας

καὶ ἀνάσκελα ἐξήπλωσεν ἡ θαυμαστὴ ἡ φάρα.

Καὶ τότε πάλι ἡ Μαξιμοὺ οὕτως μὲ παρεκάλει:

«Κύρκα, φοβήσου τὸν Θεὸν καὶ ἀπὲ συμπάθησέ μου

καὶ ἂς φέρουν πάλιν ἄλογον, διὰ νὰ κάτσω ἀπάνω (1550)

καὶ νὰ νοήσης, ἄγουρε, καὶ τὴν ἐμὴν ἀνδρείαν.»

Καὶ ἐγὼ αὐτὴν παραχωρῶ ἵνα καβαλικεύση·

καὶ ἂν ἔνι ἡ γεῦσις ἔμνοστος, πάλιν ἂς δευτερώση.

Τὸν Λίανδρον ἐφώνιαζεν καὶ φέρνει της ἱππάριν,

πηδᾶ κ’ ἐκαβαλίκευσε καὶ παίρνει καὶ κοντάριν (1555)

καὶ ἀπὸ μακρέα μ’ ἐφώναζε: «Ἐδὰ σὲ βλέπω, Ἀκρίτη.»

Καὶ τὸ κοντάρι ἐμάκρυνε τὴν κονταρίαν μὲ δώσει.

Σπαθέαν τῆς φάρας ἔδωκα ἀπάνω εἰς τὸ κεφάλιν·

τὰ δύο μέρη ἐσχίσθησαν καὶ ἔπεσαν παρὰ μίαν·

ἦτον καὶ <ἡ> σέλα πάντερπνος, ὅλη κατεζουλίστην, (1560)

καὶ ἀπέμεινεν ἡ Μαξιμού, πεζή, ἐλεεινὴ εἰς τὸν κάμπον.

Τὸ ὑπόδημά μου ἐφίλησεν καὶ οὕτως μὲ παρεκάλει:

«Κύρκα, φοβήσου τὸν Θεόν, πάλιν συμπάθησέ με

εἰς τὴν μωρίαν τούτην·

παρὰ σαλῶν καὶ ἄτακτων ἀνθρώπων ἐδιδάχθην· (1565)

καὶ ἐσὺ μόνος μὲ κέρδισε καὶ ἄλλος μὴ μὲ κερδίση.»

Καὶ <τότε> ἐγὼ τὴν Μαξιμοὺ οὕτως ἀπιλογήθην:

«Μὰ τὸν Θεόν, ἡ Μαξιμού, οὐκ ἔν’ τὸ ἐνθύμημά σου·

τὴν κόρην τὴν ἐγὼ φιλῶ τῶν εὐγενῶν ὑπάρχει·

ἔχει γὰρ πλοῦτος ἄπειρον καὶ συγγενοὺς ἐνδόξους (1570)

καὶ ἀδέλφια πολυορεκτικὰ καὶ ἀδελφοὺς πλουσίους,

καὶ πάντας ἐξηρνήσατο καὶ μετὰ μέναν ἦλθεν·

καὶ ὁ Θεὸς ὁ πάντων δυνατὸς αὐτὸς νὰ μᾶς χωρίση.

Εἰ δὲ ἂν ὁρμῆς νὰ πορνευθῆς, ἐγὼ νὰ σοῦ τὸ ποίσω.»

Καὶ ἐπέζευσα τὸν μαῦρον μου καὶ λύω τ’ ἄρματά μου, (1575)

καὶ τὸ ἐπεθύμα ἡ Μαξιμοὺ γοργὸν τῆς τὸ ἐποῖκα·

καὶ ἀπείτις τῆς τὸ ἔκαμα τῆς Μαξιμοῦς τῆς κούρβας,

εὐθὺς ἐκαβαλίκευσα καὶ ἐπῆγα εἰς τὸ κοράσιον.

Καὶ τότε τῆς βεργόλικος ἄκο τὸ τί τῆς λέγω:

«Εἶδες, ὀμμάτια μου καλά, τί ἀνδραγαθίας ἐποῖκα;» (1580)

Καὶ τότε τὸ κοράσιον ἄκου τὸ τί μοῦ λέγει:

«Εἶδα σε, ὀμμάτια μου καλά, τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου,

τὸ πῶς ἐμονομάχησες ὅλους τοὺς ἀπελάτας,

καὶ ὅταν ἐμονομάχησες τὴν Μαξιμοὺν τὴν κόρην·

καὶ εἰς τὸ στενὸν τὸ πέραμαν, εἰς τὸ βαθὺν τὸ ρυάκιν, (1585)

πολλὰ πολλὰ μοῦ ἄργησες· πιστεύω νὰ τὴν εἶχες.»

Καὶ τότε τὴν βεργόλικον οὕτως τὴν συντυχαίνω:

«Ὡς ἔδωσα τὸ ἱππάριν της τὴν ὕστεραν ραβδέαν,

ἐξέπεσεν ἡ Μαξιμοὺ ἀπὸ τὸ ἱππάριν κάτω·

ἦτον καὶ <ἡ> σέλα πάντερπνος, ὅλη κατεζουλίστην, (1590)

καὶ πίστευσέ με, λυγερή, ὅτι ἀλήθειαν σὲ λέγω,

ὅτι πολλὰ ἐλυπήθηκα τὰ δύο της τὰ φαρία.»

Καὶ τότε τὸ κοράσιον ἐγέλασε μεγάλως,

στρεφνά, γλυκέα μ’ ἐφίλησε καὶ ἐμὲν ἐσυχνοφίλει.

Καὶ τότε τὸ κοράσιον οὕτως τὸ συντυχαίνω: (1595)

«Μετὰ τὸ φθείρειν Μαξιμοὺν τρία κακὰ τὴν ἐποῖκα·

πρῶτον μὲν ὅτι εἶχα την, δεύτερον ὅτι ἐντράπη,

τρίτον καὶ περισσότερον ἐχάσε τὴν ἀνδρείαν της

καὶ πομπεμένη ἀπόφευγεν ἀπὸ τὸν Μιλιμίτσην.»

Διασκευή του Escorial. Ed., E. JEFFREYS, Digenis Akritis, The Grottaferrata and Escorial versions, Cambridge, 1998.


« Alors Maximou, la putain, couvre d’opprobre le vieux

‘Va-t-en d’ici, vieil enragé, enfant de perdition,

ta queue, tant tu es vieux, est tu pleine de rides !

Je pensais : ‘il a une armée, des valeureux guerriers’,

J’ai donc pris mon armée, je viens livrer bataille.

Moi seule, moi toute seule, j’irai attaquer celui-là,

Et je lui couperai la tête, je l’amènerai ici,

Et je prendrai la jeune fille, je l’amènerai ici,

j’ aurai l’objet de votre désir, je l’amènerai ici,

<…> vous, ne vous fatiguez pas.’

Aussitôt elle lance le cheval pour passer la rivière ;

Je la poursuis de mes cris, je dis ces mots de loin :

‘Ne passe pas de ce côté, arrête là, Maximou !

C’est aux hommes de traverser, sûrement pas aux femmes !

Je traverserai pour toi la rivière, Maximou :

je vais te récompenser d’une façon digne de toi.’

J’ai excité mon moreau à passer la rivière :

la rivière était pleine d’eau et elle était très trouble,

et mon moreau tombe dans l’eau et s’enfonce jusqu’au cou.

Mais Dieu a envoyé un arbre au beau milieu du fleuve :

Akritas se serait noyé s’il n’y avait eu cet arbre.

Lorsqu’elle voit cela, Maximou se précipite contre moi,

et elle brandit la lance pour m’en donner un coup.

Mais à l’instant je fais tombeur sa lance, et, en un coup,

je fais tomber sa massue ; je parle à Maximou :

‘J’ai pitié de ta beauté ; ma dame, gare au danger !

Sur ton cheval, Maximou, j’abattrai ma massue

et par ce coup, Maximou, comprends quel homme je suis !’

Je donne un coup de massue sur les dos du cheval,

et ce merveilleux destrier tombe alors sur le dos.

A ce moment, Maximou me supplie avec ces mots :

‘Accorde-moi ton pardon, et crains Dieu, jeune seigneur ;

accorde qu’ils m’amènent un cheval, que je puisse le monter,

que tu comprennes alors, jeune brave, quelle est aussi ma valeur.’

Alors j’ai consenti qu’elle monte à cheval :

si le goût est savoureux, qu’elle en goûte à nouveau !

Elle lance un ordre à Liandros, qu’il lui amène une monture,

elle monte à cheval, galope et prend son javelot ;

de loin elle dit en criant : ‘je te vois, Akritas !’

Alors elle tend son javelot pour m’en donner un coup,

et je donne un coup d’épée au cheval, sur la tête :

les deux morceaux se séparent, ils tombent à l’instant ;

la selle, qui était fort jolie, en est toute déformée,

et Maximou, reste à pied, misérable dans la plaine.

Elle embrasse donc ma chaussure et me supplie ainsi :

‘Pardonne-moi à nouveau, et crains Dieu, jeune seigneur ;

<…> pour cette bêtise,

car par des hommes idiots, sans règle, j’ai été instruite.

Que personne d’autre ne me prenne, car seul tu m’as gagnée !’

Et là-dessus, à Maximou je réponds en cette guise :

« Ton désir, ô Maximou, est impossible, par Dieu,

car la fille, celle que j’aime, descend d’une noble famille :

elle a une richesse immense et des parents glorieux

et des frères fort plaisants, des frères qui sont très riches :

elle a renoncé à eux tous pour venir avec moi ;

Dieu seul, qui sur tout a pouvoir, pourrait nous séparer.

Si tu désires donner ton corps, je peux te faire l’amour.’

Je descends de mon moreau et enlève mon armure,

ce que Maximou désirait, je lui ai fait en hâte.

Et après que j’eus fait l’amour à Maximou la putain,

je suis vite remonté à cheval pour aller chez ma belle.

A la fille souple comme un jonc, écoute ce que j’ai dit :

‘As-tu vu, mes très beaux yeux, quels exploits j’ai accomplis ?’

Et là-dessus la jeune fille, écoute ce qu’elle m’a dit :

‘Oui, j’ai vu, mes très beaux yeux, lumières de mes prunelles,

comment tu as lutté en duel contre tous les apélates,

lorsque tu as lutté en duel contre Maximou, la fille ;

mais dans le passage étroit, dans le ruisseau profond,

tu as vraiment beaucoup tardé : je pense que tu l’as eue.’

A la fille souple comme un jonc j’ai parlé de cette manière :

‘Lorsque j’ai donné à sa monture le dernier coup de massue,

Maximou est tombée à terre, en bas de sa monture.

La selle, qui était fort jolie, en fut toute déformée,

et crois à mes paroles, svelte fille, car je te dis le vrai,

j’ai eu une grande pitié pour ses deux destriers.’

Mais à ce point la jeune fille éclate d’un grand rire,

elle m’enlace doucement, étroitement et avec fougue m’embrasse.

Et moi, à la jeune fille j’ai parlé de cette sorte :

‘Une fois déflorée, j’ai infligé trois maux à Maximou :

en premier lieu, je l’ai prise ; puis, elle a été humiliée,

et pour finir, le plus grave, elle a perdu sa vaillance :

pleine de honte de Milimitsis elle s’est alors éloignée.’»

La Traduction française : L’Akrite. L’épopée byzantine de Digénis Akritas. Versions grecque et slave, sous la direction de P. ODORICO, Toulouse, 2002.