Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2008

Ακούω φωνές

Κι όμως. Είναι μερικές καταστάσεις που τις αποδέχεσαι επειδή δεν έχεις τίποτα καλύτερο να κάνεις στη ζωή σου. Τις υπομένεις και πορεύεσαι εντός τους δίχως κάποιο ξεκάθαρο λόγο. Ξαφνικά δημιουργείται ένα ρεύμα από το πουθενά κι εσύ καλείσαι να το ακολουθήσεις. Ποιος είναι υπεύθυνος για τούτο το ρεύμα; Το μόνο σίγουρο είναι ότι εσύ δεν το επιθύμησες. Κι όμως. Κάπως βρέθηκες μέσα του. Φταις εσύ; Οι εξωτερικές, αντικειμενικές ούτως ειπείν, συνθήκες της ζωής σου; Και πως αυτές δημιουργούνται; Φταίνε οι άλλοι όλα αυτά τα καινούργια πρόσωπα που ξαφνικά ξεφύτρωσαν στη ζωή σου και παλιώσανε τόσο γρήγορα κι απροσδόκητα όσο εμφανίστηκαν και πάλι εξαφανίστηκαν; Και πως συμβαίνουν τάχα όλα αυτά; Και τι είναι πάλι τούτη η ανάγκη σου να σπας κάθε φορά το ρεύμα ολοένα πιο βίαια; Και πως μπορείς να συνεχίσεις τη ζωή σου σπάζοντας κάθε φορά τα ρεύματα; Όλα τα ρεύματα που δημιουργούνται; Είναι άραγε κι αυτό ζωή; Θέλω να πω όλοι οι σπασμένοι ειρμοί; Όλα τα σπασμένα ρεύματα; Θρυμματισμένη ζωή… Είχε από ώρα ανάψει τα φώτα. Το σαλόνι γεμάτο με πτώματα. Για όλα έφταιγε κείνη η φωνή. Προστακτική και επίμονη ούρλιαζε μες τ’ αυτιά του σκότωσε σκότωσε. Είχαν έρθει στο σπίτι από νωρίς όλοι οι πρόσφατοι ‘φίλοι’ μου να πιουν τα ποτά μου. Από μια κάποια αίσθηση εκδικητικότητας είχα καλέσει κι όλες τις ερωμένες μου πρώην και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Πρόσωπα που προσπάθησα πολύ να ξεχάσω. Πρόσωπα που πολύ θα ήθελα να ξεχάσω. Τώρα τα πόδια μου καθισμένος στον καναπέ βουτηγμένα στο αίμα τους. Οι στάχτες απ’ το τσιγάρο μου επιπλέουν για λίγο κι έπειτα βουλιάζουν αργά μέσα σε τούτη τη παράξενη τεχνητή κόκκινη λίμνη. Είχαν όλοι τους μαζευτεί στο πάρτι για την υποστήριξη της διδακτορικής μου διατριβής. Κι όλοι οι ‘συνάδελφοι’ μου εκεί. Άψογος οικοδεσπότης εγώ. Όλοι γελούσαν περνούσαν καλά πίνανε τις σαμπάνιες μου την κόκα μου μυτιές φλερτάραν χορεύανε με συγχαίρανε υποκριτικά (ενεδρεύοντας στο σκοτάδι παραμονεύοντας να μου φάνε τη θέση). Όλοι να περιμένουνε το αποκορύφωμα της γιορτής το μεγάλο πυροτέχνημα να σκάει στο νυχτερινό ουρανό. Το είχα από καιρό προσεκτικά προετοιμάσει. Σβήσαν τα φώτα ανάψανε τα κεριά. Πήγα στο μέσα δωμάτιο. Άνοιξα την ντουλάπα. Όλα τα μάτια ήταν καρφωμένα επάνω μου όταν ξαναγύρισα στο δωμάτιο. Όλα τα μάτια ήταν καρφωμένα επάνω μου όταν ξεκίνησα το αλυσσοπρίονο. Όλα τα μάτια ήταν καρφωμένα επάνω μου όταν έκοψα πρώτο το κεφάλι ξανθό της Μαριάνθης. Κι έπειτα το χάος και κλειδωμένες οι πόρτες. Εγκλωβισμένες οι φωνές μέσα στην αεροστεγή ηχομόνωση του δωματίου μου να ανεβαίνουν τα ντεσιμπέλ και να λερώνεται το καινούργιο κουστούμι μου επί τούτου αγορασμένο για την περίσταση. Να πιτσιλάει το αίμα στα μάτια στα μάγουλα μου κανίβαλος πρωτόγονος κυνηγός απ’ το χρόνο. Να βλέπω τα μέλη τους να αποχωρίζονται τα κορμιά τους και να επιπλέουν σαν κομμένοι κορμοί μέσα στο κόκκινο ρεύμα που έπαιρνε από παντού να κυλά καταρράκτες. Τώρα κάθομαι στο καναπέ και καπνίζω ένα τσιγάρο. Άδειος. Τα δάκτυλα κάποιου καρπού κομμένου εξακολουθούν να κινούνται μηχανικά μες το αίμα θαρρείς και τα κουνά κάποιος αόρατος μαριονετίστας. Προσπάθησα, μηχανικά περισσότερο, να φανταστώ σε ποιον μπορεί να ανήκε αυτός ο καρπός. Δεν μου θύμιζε τίποτα έτσι αποκομμένος από το σύνολο. Ίσως να ήταν του Τάκη. Πέταξα τη γόπα στο αίμα. Μικρή σημασία είχε. Ούτως ή άλλως τώρα δεν το χρειαζόταν. Θέλω να πω ο Τάκης και ο καρπός του ήταν πλέον δυο οντότητες εντελώς ξεχωριστές. Κοίταξα γύρω μου. Άδειος. Κενός. Η μυρωδιά απ’ τα σβησμένα κεριά με χτυπούσε βαριά στα ρουθούνια. Τι θα τα κάνω τόσα πτώματα που γέμισε η ζωή μου; Τώρα έπρεπε να μάθει να ζει με το αίμα, να ζει απ’ το αίμα. Και πάλι. Είναι μερικές καταστάσεις που τις αποδέχεσαι επειδή δεν έχεις τίποτα καλύτερο να κάνεις στη ζωή σου.

Κυριακή, 6 Ιουλίου 2008

Συνομιλίες IV (Μαύρο του Νοέμβρη Δάσος)

Oskar Kokoschka, Braut der Winde, 1913


Georg Trakl (1887 – 1914)


Μεταμόρφωση του Κακού

(Δεύτερο σχεδίασμα)


Φθινόπωρο· μαύρος βηματισμός στην άκρη του δάσους· στιγμή βουβής καταστροφής· το μέτωπο του λεπρού κρυφακούει κάτω απ’ το γυμνό δέντρο. Βράδυ τώρα περασμένο προ πολλού, πέφτει πάνω απ’ τα βρυώδη σκαλοπάτια· Νοέμβρης. Καμπάνα ηχεί και ο βοσκός ένα κοπάδι μαύρα, κόκκινα άλογα στο χωριό οδηγεί. Κάτω απ’ τις αγριοφουντουκιές ο πράσινος κυνηγός ξεκοιλιάζει ένα αγρίμι. Τα χέρια του αίμα αχνίζουν κι ο ίσκιος του ζώου, σκούρος και σιωπηλός, μες το φύλλωμα στενάζει, πάνω απ’ τα μάτια του ανδρός· το δάσος. Κάργιες σκορπίζουν· τρεις. Το πέταγμα τους μοιάζει με σονάτα, γεμάτη ακόρντα που σβήνουν κι ανδρική μελαγχολία· σιγά σιγά διαλύεται σύννεφο χρυσό. Κοντά στο μύλο αγόρια ανάβουνε φωτιά. Φλόγα: ο αδελφός του κάτωχρου ανθρώπου κι εκείνος γελάει κρυμμένος στα πορφυρά μαλλιά του· ή είναι ο τόπος του εγκλήματος · μέσα του ένας πέτρινος δρόμος περνάει. Οι βερβερίτσες χάθηκαν, εδώ και χρόνια υπάρχει κάτι που ονειρεύεται στον μολυβένιο αέρα κάτω απ’ τα πεύκα· αγωνία, πράσινο σκοτάδι, γουργουρητό ενός που πνίγεται: από την έναστρη λιμνούλα μεγάλο μαύρο ψάρι τραβάει ο ψαράς· όψη γεμάτη ωμότητα και παραφροσύνη. Οι φωνές των καλαμιών· στα νώτα ανδρών που φιλονικούν, πηγαίνει αυτός με κόκκινη βάρκα, στα παγωμένα νερά του φθινοπώρου, ζώντας σε σκοτεινά παραμύθια της γενιάς του· και πέτρινα τα μάτια ανοίγουν πάνω από νύχτες και παρθενικούς τρόμους. Κακό.

Τι σ’ αναγκάζει να σταθείς αμίλητος στη ρημαγμένη σκάλα του πατρικού σου; Μολυβένιο μαύρο. Τι σηκώνεις προς τα μάτια με χέρι ασημένιο και σαν αφιονισμένα τα βλέφαρα χαμηλώνουν; Αλλά μέσα από το πέτρινο τείχος, βλέπεις τον έναστρο ουρανό, το γαλαξία, τον Κρόνο· κόκκινο. Με λύσσα χτυπάει γυμνό το δέντρο στο πέτρινο τείχος. Εσύ στα ρημαγμένα σκαλοπάτια: δέντρο, αστέρι, πέτρα! Εσύ: ζώο γαλάζιο, που ήσυχα τρέμει· εσύ: ο χλωμός ιερέας, που το σφάζει στο μαύρο βωμό. Ω το χαμόγελο σου στο σκοτάδι, θλιμμένο και κακό, ώστε ένα παιδί στον ύπνο χλωμιάζει. Μια κόκκινη φλόγα σηκώθηκε απ’ το χέρι σου· μέσα της κάηκε μια νυχτοπεταλούδα. Ω η φλογέρα του φωτός· ω η φλογέρα του θανάτου. Τι σε ανάγκασε να σταθείς αμίλητος στη ρημαγμένη σκάλα του πατρικού σου; Κάτω ένας άγγελος με δάχτυλο κρυστάλλινο χτυπάει την πύλη.

Ω η κόλαση του ύπνου· δρομάκι σκοτεινό, σκούρος μικρός κήπος. Η μορφή της νεκρής σιγά σιγά ηχεί μες το γαλάζιο βράδυ. Πράσινα λουλουδάκια την ξεγελούν κι η όψη της την έχει εγκαταλείψει. Ή γέρνει χλωμή στο σκοτάδι του διαδρόμου πάνω απ’ το κρύο μέτωπο του δολοφόνου· λατρεία, φλόγα πορφυρή της ηδονής· ξεψυχώντας έπεσε ο αποκοιμισμένος πάνω από μαύρα σκαλοπάτια στο σκοτάδι.

Κάποιος σ’ εγκατέλειψε στο σταυροδρόμι κι ώρα πολλή κοιτάζεις πίσω. Ασημένιο το βήμα στον ίσκιο από μικρές ανάπηρες μηλιές. Πορφυρός λάμπει ο καρπός στο μαύρο κλαδί και στο χορτάρι το φίδι αλλάζει το δέρμα του. Ω το σκοτάδι· ο ιδρώτας που κυλά από το παγωμένο μέτωπο και τα θλιβερά όνειρα του κρασιού, στο καπηλειό του χωριού, κάτω από μαυροκαπνισμένα δοκάρια. Εσύ: ακόμη αγριότοπος, που μαγεύει ρόδινα νησιά από σκούρα σύννεφα καπνού κι από μέσα του βγάζει την άγρια κραυγή του γύπα, όταν, πάνω από μαύρους σκοπέλους, κυνηγά στη θάλασσα, στη θύελλα και στον πάγο. Εσύ: μέταλλο πράσινο κι από μέσα πυρωμένο, που θέλει να φύγει και να τραγουδήσει απ’ τον κοκάλινο λόφο τους ζοφερούς καιρούς και την φλεγόμενη πτώση του αγγέλου. Ω η απόγνωση, που πέφτει στα γόνατα βγάζοντας άλαλη κραυγή.

Ένας νεκρός σ’ επισκέπτεται. Το από μόνο του χυμένο αίμα τρέχει απ’ την καρδιά κι ανείπωτη στιγμή φωλιάζει σε μαύρο φρύδι· συνάντηση σκοτεινή. Εσύ: ένα φεγγάρι πορφυρό, όταν εκείνος φαίνεται στον πράσινο ίσκιο της ελιάς. Αιώνια νύχτα τον ακολουθεί.


Από τη συλλογή Ο Σεβαστιανός στο όνειρο (1915).

Μετάφραση Μιχάλης Παπαντωνόπουλος.

***

Wassily Kandinsky, Der Blaue Reiter, 1903


Ady Endre (1877 – 1919)


Ο χαμένος καβαλάρης


Χαμένος ο αρχαίος καβαλάρης καλπάζει,

Τυφλό τριπόδισμα οι οπλές του αλόγου,

Από τα δάση που ήταν, απ’ τα καλάμια π’ ανέμιζαν,

Σιδηροδέσμια τώρα τα πνεύματα ξεκινούν στον παλμό τους.


Δέντρα του παρελθόντος σιωπηλά

Ακίνητα και μελαγχολικά, ταραγμένη σκιά,

Και να που ξαφνικά μορφές χειμερινού παραμυθιού

Σάρκα κι οστά, στο ξέφωτο, που ν’ αφουγκράζεται προσεκτικά.


Εδώ, απροσπέλαστο το δάσος, σκυθρωπό,

Εδώ, πανάρχαιο το άσμα και λυπητερό,

Άσμα παλιών προγόνων μας πολεμιστών,

Μες της ομίχλης ν’ αντηχεί το άλαλο οχυρό.


Ένα φθινόπωρο στοιχειό και μας κυκλώνει από παντού,

Συντρόφοι λιγοστοί, κι οι αριθμοί τους να μειώνονται δραματικά.

Μες το μανδύα του από καταχνιάς φύκια περιδινούμενα και βρύα

Ο γκρίζος Νοέμβρης την πεδιάδα, με λόφους ζωσμένη, διασχίζει αργά.


Και να που ξαφνικά, παράξενα, η πεδιάδα ξανά

Ρούχα από σπάρτα, και να πρασινίζουνε οι δρυμοί

Τα μέλη του του Νοέμβρη, τα μέλη του της ομίχλης

Και να χάνεται στη καταχνιά πιο βαθιά των αιώνων που πέρασαν.


Μυστήριο μονάχα και το αίμα καυτό να κυλά

Μονοπάτια πανάρχαια, χνάρια προγονικά,

Τα καλάμια μονάχα, μονάχα το δάσος,

Μονάχα οι τρελοί των παλιών ημερών.


Χαμένος ο αρχαίος ταξιδιώτης καλπάζει,

Νιόφυτοι θάμνοι τρυπούν τις οπλές του αλόγου.

Κανένα φως δεν λάμπει μπροστά, κανένας λύχνος δεν καίει,

Κι αθέατα όλα του σήμερα τα χωριά.


Που αναριγώντας, τ’ αθέατα χωριά,

Το παρελθόν ονειρεύονται και κοιμούνται βουβά.

Απ’ την ομίχλη κι από το δάσος, το αρχαίο, το σκοτεινό,

Ξεπροβάλλουνε τώρα ο λύκος κι η άρκτος κι η άλκη η μεγάλη.


Χαμένος ο αρχαίος καβαλάρης καλπάζει,

Τυφλό τριπόδισμα οι οπλές του αλόγου,

Από τα δάση που ήταν, απ’ τα καλάμια π’ ανέμιζαν,

Σιδηροδέσμια τώρα τα πνεύματα ξεκινούν στον παλμό τους.



Από τη συλλογή Οδηγώντας τους νεκρούς (1918).

Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής.

Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2008

Αφιέρωμα: Γαλλόπληκτοι Νεοέλληνες Ποιητές

Robert Delaunay (1885-1941), La Ville de Paris, 1913


Μέρος ΙΙ


Νίκος Εγγονόπουλος

(τα γαλλικά ποιήματα)




LE PAPE AUX ENTONNOIRS


La stupeur trigonométrique rétrograde des fleurs funestes évoque, pour moi seul, les pâleurs latescentes des bottins séraphiques et alpestres. Je m’explique : un cœur, fut-il en or, ne saurait en aucune façon résister aux clameurs guerrières des nègres-blancs mystiques, collectionneurs austères de timbres-poste et de losanges pourris. Ainsi, un marbre et un Arabe, ajoutés à deux téléphones lépreux et à un corollaire aussi absurde que funambulesque, donneraient forcément une somme « X » qui, ajoutée aux soutanes arachno-deltoides de ces messieurs et des mégots sismiques, donnerait, à son tour, les seules portes latérales connues des efflorescences espagnoles anti-masturbatrices. Les déprédations et carences automobiles unijambes ne sont invoquées ici qu’à cette seule fin : préserver les ostensoirs automatiques à venir de la décortication sexuelle des forêts et des astres. Enfin, pour être bref : une magnéto, une Minerve décolleuse de phares, Picasso, voici les seuls résultats de mes recherches africaines et sentimentales. D’ailleurs, je suis poète.


VANITE BLEU

Vers pour être gravés sur

Un verre de lampe

Mon cœur est un couteau

Qu’on étrangle

Comme on descend

à pas de velours

à pas de velours de vache –

un escalier

et qu’au loin sur l’horizon vague

d’automne

dans la campagne attristée par le soir

les corbillards secrets

des vierges nubiles

sous une pluie battante

de vieilles lunes

et d’oiseaux morts

demandent dans des attouchements obscènes

aux (clo)portes molles

l’oubli tiède

de mes baisers

et je descends toujours

-tandis que sur chaque palier les portes claquent –

une main plongée dans le vent du large

avec un sentiment profond

de dégoût

pour moi-même

pour tout ce qui n’est pas

elle pour tout ce qui n’est pas

(ou ne fut pas) fenêtre

désir

cerceau

pluie

sein

ange

mystère

r i e n


(Μην ομιλείτε εις τον οδηγό, 1938)


L’EVASION DE CENTAURES


Sous les signe des taureaux, écarteleurs des nuits,

J’ai surpris les secrets des armoires astrales.

Seuls, les sons des tam-tams, aux angoisses papales,

Ont répandu mes rêves et rivé mes ennuis.

Pourtant, dans les austères régulateurs lyriques,

J’ai sondé, au Mexique, les transes des sauriens :

ma nuit ne fut qu’un tas de cadavres isauriens

Et mon jour un soleil éclairant les boutiques.

Jamais las, épargné les soudures des mornes,

Je porte les fruits obscurs aux cercueils dédiés,

Et mes seuls cris fleurissent kilomètres des bornes.

Cinyres, dont la voix file aux quenouilles des pâtres,

obscénité céleste dans nos sens irradies,

Sortez des pans de murs aux grands gestes idolâtres.


ESPOIRS MEXICAINS

à Mr. André Breton

C’est dans les seules premières décades de la « râpe à écrire »

Vivipare que sont conservés – à froid – les vaporisateurs

sanguinaires autodidactes épars dans les plaines d’Ennui. J’en

ai fait moi-même l’expérience au moyen de deux bâtonnets sternaux,

en forme de fourrure, qu’on introduisait profondément

dans le blanc de l’œil, comme une potence. Encore est-il nécessaire d’ajouter à ce propos que,

n’était le Métro transversal

désorbité du grand paillard sinistre aux documentations mensongères et trompeuses, on se

serait trouvé face à face avec les plus durs problèmes- d’ailleurs irrésolus à l’heure qu’il est- des

incohérences ternaires saxophones et saxophages.

Heureusement- et non seulement pour notre bonheur mais

Aussi pour notre édification- Mr. André Breton veillait, partisan

Héroïque et farouche, aux côtes d’u e révolution permanente

Et d’une « permanente » révolutionnaire. De là, il n’y a

Qu’un pas pour déduire que tous nos espoirs et tous nos désirs

Prenaient peu à peu l’apparence grandiose et glorieuse d’une

tête de taure, symbole de la fécondité et du concept le plus noble

et le plus pur. Notre plus fol espoir semblable à notre plus

fol espoir. Semblable aussi, dis-je, en plus d’un point- pour

ne pas dire en tous- à un sexe doux des femmes les plus aimées,

les plus nues, les plus vues.


(Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής, 1939)


SYLLABAIRE

I

en les cadences sûres

aux parfum roses et

suaves

d’un climat de mort

des statues

jamais érigées

-pourtant métaphysiques-

dans les cités de marbre

j’ai gravé

sur mon front haut

et pur

en lettres de feu

ces mots:

jamais

II

les mots âcres

et subtils

sertis

en les réminiscences abstraites

des îles

partagent en mon

cœur

(qu’ils simulent)

les roses roses de ma vie

des roses roses

de ma

mort


(Η επιστροφή των πουλιών, 1946)


AU CHÂTEAU D’AMBOISE


La rhomhée est un fer qui se prolonge au loin. Si la

Lumière tout entière éveille les fils de la vertu, elle se

Trouve, et reste, dans l’ignorance du ciel qu’elle a capturé.

La salive se couvre la bouche et sert d’humeur

Vitale à la terre aride des deux côtés du fleuve. Il faut

Prendre en considération que l’endurance est une brouette

que l’on jette à terre au réveil. La peinture surpasse

toute œuvre humaine par le retour des hublots

des membres et leur fonctionnement. Cette mélodie, cette

méthode, cette méprise: arbres, prairies, chevaux, barbes,

foyers, se croisent après avoir pénétré dans les soupiraux

de lanternes de grosseurs diverses. Le corps apparaîtrait

alors pour refuser un homme rougi à moitié,

comme nous le prouve un petit trou qui s’est brisé après

une longue course du côté de la bouche en fusion. Tu

peux accélérer un grand et beau fruit: l’imite inflige

un mugissement cruel et sonore dans son propos.

C’est – à – dire au moment où l’animal entendra des instruments

d’une grande douleur.


LA REVOLTE DES JOUR

à E.L.T. Mesens

ils étrennent des étrons

en guise de chapeaux

en guis de chapeaux hauts

de chapeaux melons

de chapeaux – étrons

c’est ainsi qu’il y eut la guerre

la dernière guerre

et l’avant dernière:

les hommes sont si ternes

les hommes sont si bons

laisser - moi l’espoir

laisser - moi chanter

chanter à tue - tête

les guerres les félons

les bateaux - citernes

les bateaux - citrons

les chapeaux – étrons


PICASSO

à Pablo Picasso

le toréador vit à présent à Elassona

installé à longueur de journée sur la place aux gros

pavés sous les platanes

et l’homme du café va vient revient sans cesse et renouvelle

le café dans la tasse et la tabac dans le narghileh du toréador

jusqu’à ce que nostalgiquement passent les heures

et que des myriades d’oiseaux s’assemblent

dans le feuillage touffu des platanes

ce qui veut dire que le soleil se couche

c’est alors que les conspirateurs un à un se glissent

dans l’étroite ruelle

silencieux comme tombe la nuit et les aide

presque invisibles à se rassembler eux aussi

tels les oiseaux

là où ils le doivent

et de grosses larmes coulent de leurs misérables prunelles

et la mère qui veut anéantir les fascistes

dans la chambre assombrie où se concertent à voix basse

les conspirateurs

-du plafond pendent des grappes de piments rouges qui sèchent –

de ses mains caleuses que décorent les rosaires

elle ôte le verre de la lampe et l’allume

et ces mêmes mains caleuses salies maintenant par le pétrole

tranquillement elle les essuie sur son tablier

et comme –ainsi qu’il a été déjà dit – elle ne désire

rien tant que d’anéantir les criminels

la vieille prend la lampe de dessus la table

ouvre avec une certaine hâte la fenêtre

et tend dehors

- dans la nuit –

la main énorme qui tient la lampe

vieille mère ! lui crie – t – on

où portes – tu cette lampe ?

mais à l’instant même dans les champs d’Avila se meuvent

des ombres suspectes aux militraillettes sous l’aisselle

et comme de loin brillait pareille à une étoile

la lumière brandie à la fenêtre

une à une se mirent à résonner les guitares

et les gitanes se mirent à danser

avec leurs beaux culs et leurs larges jupes aux mille couleurs

tandis que de leurs chaudes bouches fardées –comme un cri de douleur –

s’échappait le texte de la chanson:

« je te dirai ma solitude par Soleares »

et les majors s’acharnaient sur les guitares

et la canaille fasciste tirait en plein sur la foule

et elles sous leurs mules de satin

-aux hauts talons –

par terre –sur les gros pavés – elles piétinaient mon cœur

mais c’est alors que ce fut à en perdre la tête

lorsqu’un taureau au poil rouge entra en scène

des flammes lui sortaient des naseaux

et des banderilles lui piquaient douloureusement l’échine

et le garrot

et il se mit de çà de là à cogner de la tête

éventrant

dépeçant les chairs avec ses cornes

jetant haut en l’air

tout ce qu’il touchait

et des monceaux de cadavres s’amoncelaient

cadavres de chevaux d’hommes

dans les rivières du sang qui coulait

(des banderilles lui DECORAIENT douloureusement

l’échine et le garrot)

et les jeunes filles aux seins merveilleux s’étendirent par

terre

et dans leurs yeux radieux se couchaient

et se levaient

des soleils


(Στην κοιλάδα με τους ροδώνες, 1978)

Τρίτη, 1 Ιουλίου 2008

Nippon is back!!!


Το 9ο festival σύγχρονης ιαπωνικής κουλτούρας είναι γεγονός!!!


PARIS 03 - 06/07/2008
Parc d'Expositions





  • JAPAN EXPO 9ème IMPACT
  • Exposition
  • du 03/07/2008 au 06/07/2008.


http://www.japan-expo.com/art-1-festival.html