Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2007

Η ‘αναγέννηση’ του Δ. Β.


Άνοιξε τα μάτια. Αργά. Πολύ αργά. Μια όραση θρυμματισμένη. Ένα άρρωστο φως περνούσε μέσα από τις μισάνοιχτες ακόμα καμπύλες χαραμάδες των βλέφαρων διαλύοντας κάπως το πιο βαθύ σκοτάδι αρχέγονο ένα. Η πρώτη του σκέψη αν ήτανε άραγε ζωντανός. Έκλεισε πάλι τα μάτια. Ένα βαθύ πέπλο το σκοτάδι της λήθης. Να βουλιάζει. Ανυπαρξία. Κι όμως ήτανε αναμφίβολα ζωντανός. Μπορούσε να αισθανθεί την ανάσα του, το αίμα να κυλάει στις φλέβες του, τους παλμούς τις καρδιάς του. Άνοιξε τα μάτια απεγνωσμένος να καταλάβει που βρισκόταν, τι του συνέβη. Τυλιγμένος έναν καφετί ουρανό στολισμένο χρυσοπράσινες αμυχές. Και στο βάθος μία αδύναμη φωτεινή πηγή να διασχίζει κάθετα το σκοτάδι ασθενική. Και τότε ξάφνου κατάλαβε μονομιάς. Σε νερά σκοτεινά βουλιάζοντας βρισκόταν σε βάλτο! Πανικοβλήθηκε. Ένιωσε μονομιάς την ανάσα του να πνίγεται, να τον πνίγει. Προσπάθησε να ηρεμήσει. Ανάπνεε κανονικά! Πως γινότανε να αναπνέει κανονικά στο νερό; Αδυνατούσε να καταλάβει πως βρέθηκε έτσι ανέλπιστα περιστοιχισμένος να υπάρχει το βούρκο. Παρατήρησε καλύτερα γύρω του. Ό,τι με την πρώτη ματιά του είχαν φανεί λαμπυρίζουσες πληγές στο σκοτάδι δεν ήταν παρά γυρίνοι και βδέλλες. Προσπάθησε να κινήσει το χέρι του. Να το φέρει στα μάτια του. Δεν ήταν εκεί. Όσο και να προσπαθούσε ήτανε μάταιο. Δεν υπήρχαν τα μέλη του. Σε μια ύστατη απεγνωσμένη προσπάθεια να κινήσει το σώμα του, ν’ ανασηκωθεί. Η ουσία του να ξεγλιστρά από τις αισθήσεις ένας γυρίνος κι ο ίδιος εκεί λαμπυρίζουσα αμυχή ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες σφηνωμένος σε μιαν άγνωστη σάρκα πληγή. Καταδικασμένος μιαν ατέρμονη, άφωνη μοναξιά φυλακή. Δέχτηκε το γεγονός πιο ψύχραιμα από ότι κι ίδιος θα περίμενε. Σιγά σιγά προσπάθησε να αποδεχτεί τη παράξενη μοίρα του, να κατανοήσει το υπέρτατο ένα γιατί. Βαθιά μέσα του να ματώνει το είναι του η παράξενη αίσθηση πως δεν μοιραζότανε μόνος του τη σιωπή. Πως χιλιάδες και χιλιάδες άλλες ψυχές πριν και ταυτόχρονα με αυτόν. Περνούσαν οι μέρες βουτηγμένες σε μιαν απραξία αιωνιότητα άχρονη δίχως φεγγάρια και ήλιους εναλλαγή η ίδια πάντοτε απ’ την επιφάνεια ασθενική πηγή φωτεινή. Προσπάθησ’ απελπισμένα να παραιτηθεί. Δεν τον αφήνανε μία μία οι μνήμες σπαράγματα μιας άλλης ζωής. Να θυμάται ενστιχτωδώς αποσπάσματα παρά τη θέληση του να κρατηθεί στη ζωή, να ελπίζει, να μπορέσει να συνεχίσει να ζει. Επαναλαμβανόμενοι οι ίδιοι εφιάλτες απαντοχή. Οι ίδιες αντιδράσεις σ’ ένα ξένο κορμί. Το μόνο ενίοτε που τον τσάντιζε, παρά τη θέληση του, πως θα μπορούσε να είχε μεταμορφωθεί βάτραχος, μια πιο ολοκληρωμένη έστω μορφή. Και οι μέρες περνούσαν δίχως λιακάδα, δίχως βροχή. Να περιπλανιέται επιπλέοντας ανάμεσα σε παράξενα σώματα δίχως φωνή αιωρούμενα εκεί. Τώρα ο Δ. περιμένει πάντα στο βάλτο του τη νεράιδα. Ένα απελπισμένο φιλί άδολης αγάπης να τον μεταμορφώσει. Να περίμεναν άραγε όλοι για το ίδιο εκεί; Κάποτε κλαίει. Τα δάκρυα ένα με το είναι περιρρέων απαστράπτοντα να ενώνονται εφήμερα μιαν ουσία υγρή. Πόσοι αιώνες να είχαν περάσει από τότε που για πρώτη φορά είχε ακούσει πως νεράιδες δεν υπάρχουν παρά μόνο στα παραμύθια;





Le grand écrivain,

Paris, 21/09/07

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2007

Το τέλος του Δ.Β.

Ένιωσε το χορτάρι ν’ ανατριχιάζει στα δάχτυλα του υγρό. Ξαπλωμένος να κοιτάζει το γκρίζο ουρανό. Χαμένος σε κάποια πόλη του βορρά να μην ξέρει πάντα τι θα ήθελε να κάνει στη ζωή του. Παρατούσε τη μία μετά την άλλη τις σχολές, οι πόλεις φεύγαν μέσα από τα παράθυρα των τρένων και τις κυψέλες των αεροπλάνων. Είχε αρχίσει να ψιχαλίζει. Καιρός ήταν σκέφτηκε ο Δ. Έπρεπε να είχε ξεκινήσει από ώρα. Όμως κάτι παράξενο. Η βροχή ήτανε κόκκινη. Άνοιξε απορημένος τα μάτια του. Και τότε την είδε. Μια γυναικεία μορφή σχηματιζόταν αργά στον ορίζοντα. Δεν… δεν μπορεί! Ήταν η Viconia! Αναγεννημένη από το ίδιο το αίμα της. Ο Δ. ανασηκώθηκε αργά. Δεν μπορούσε να πιστέψει στο θαύμα που συντελούταν μπροστά στα μάτια του. Αυτή που τόσο πόθησε, που τόσο αγάπησε, που χρόνια τώρα νεκρή, να, τώρα γεννιόταν πάλι μπροστά του. Γονάτισε, τα χέρια του τεντωμένα να τον στηρίζουν στη γη, τα δάκρυα του να γίνονται ένα με τη βροχή στο χορτάρι. Αυτή που τόσο την πίστεψε, αυτή που τόσο την λάτρεψε, αυτή που του είχε ορκιστεί να είναι πάντα για μια αιωνιότητα μαζί, τον είχε προδώσει. Τον είχε αφήσει μόνο του να σέρνει το βάρος της μικρής, ασήμαντης, άθλιας ύπαρξης του στο χωροχρόνο. Αυτή που είχε υπάρξει το μόνο νόημα της ζωής του. Την είχε μισήσει. Και να που τώρα τυλιγμένος στο όραμα. Η αιμάτινη βροχή συνεχίζει να πέφτει, να πέφτει μα μετεωρίζεται δεν φτάνει στη γη. Στροβιλίζεται αργά στο στερέωμα δίνοντας σχήμα, μορφή… η Viconia ήταν εκεί… τέλεια πλέον στην αρχέγονη της μορφή… αιωρείται στον ουρανό, ανοίγει τα χέρια λουσμένα στο αίμα. Ανοίγει τα μάτια. Και τότε τον είδε. Τον φτωχό, κακόμοιρο Δ. Τον εραστή της από την άλλη ζωή. Χαμογέλασε απόκοσμα ένα αίνιγμα ολόκληρη στη σιγή… Σκέφτηκε να ξεκινήσει με αυτόν. Θυμήθηκε πόσο την αγαπούσε κι ένιωσε έναν οίκτο γι αυτόν. Θυμήθηκε πόσο την πίεσε με την λατρεία του, με την ανυπόφορη καταπιεστική του αγάπη. Και τον μίσησε. Άρχισε να κατεβαίνει προς το μέρος του ακριβώς πάνω από το κεφάλι του. Προσγειώθηκε δίπλα του. Ο Δ. σήκωσε το βλέμμα δάκρυα γεμάτο. Εκείνη του έτεινε μια παλάμη αίμα. Ο Δ. το άγγιξε ευγνώμονα. Και τότε το αίμα πάγωσε μέσα στις φλέβες του. Αυτή η γυναίκα δεν είχε σάρκα. Δεν ήταν η γυναίκα που τόσο είχε αγαπήσει. Ήταν ολόκληρη αίμα. Μια μάζα αίμα. Δεν είχε κόκαλα, σάρκες. Ένας φόβος κατέλαβε ολόκληρη τη ψυχή του. Ήθελε να τρέξει μακριά της, να φύγει. Κι όμως μια άγνωστη, ανώτερη δύναμη τον κρατούσε καρφωμένο εκεί, δεν μπορούσε να κινηθεί. Εκείνη χαμογέλασε ένα χαμόγελο κακό. Ένιωσε όλο το φόβο που πλημμύριζε τη ψυχή του. Και γέλασε, γέλασε… το γέλιο της κακό, ηχηρό έσκισε τη σιωπή. Σταμάτησε να γελά. Τον κοίταξε σοβαρά. Ήθελες να με έχεις για πάντα, έτσι δεν είναι; Ο Δ. την κοιτούσε άφωνος, αδυνατώντας να αρθρώσει μια λέξη, κάτι να πει. Εκείνη χαμογέλασε πάλι. Μα αυτή τη φορά είχε το χαμόγελο της μια θλιμμένη χροιά. Τώρα πλέον έχεις την ευκαιρία να μείνεις για πάντα μαζί μου, μέσα μου. Κι η ύστατη αυτή συνουσία μας θα μείνει αιώνια. Και δε θα χωρίσουμε πλέον ποτέ. Το τίμημα όμως είναι βαρύ και πρέπει σ’ αντάλαγμα να δώσεις την ίδια σου τη ζωή. Άπλωσε τα χέρια της να τον αγκαλιάσει. Ο Δ. ξέσπασε σε λυγμούς. Τυλίχτηκε ολόκληρος μέσα στο αίμα, μέσα της. Έκλεισε τα μάτια. Τα ξανάνοιξε αστραπή που σκίζει στα δυο το στερέωμα. Και ξάφνου εκεί βλέπω… με τα μέσα μου μάτια είδα… είδα τη γη γυάλινη να σπάει στα χέρια μου το κεφάλι μου.


Le grand écrivain,

Paris, 19/9/2007



Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2007

--

Ένα σκοτεινό δωμάτιο. Άδειο, μουντό. Σε μία γωνία του δύο σκιές κάθονται αντίκρυ πάνω από ένα τραπέζι. Πάνω σε αυτό μικρά αστραφτερά αντικείμενα γεμίζουν κίνηση τον χώρο. Ένταση, που προκαλείται από την εκκωφαντική σιωπή.


Περισσότερο Βοναπαρτικός από τον ίδιο τον Ναπολέων ο Δημήτρης Β. σχεδιάζει προσεκτικά και υπομονετικά την επόμενή του κίνηση σε μία καλοστημένη παρτίδα σκάκι. Ζυγιάζει την κίνηση του αντιπάλου, σκύβει προσποιούμενος ότι σκέφτεται μόνον για να κρύψει στην πραγματικότητα το μικρό , ύπουλο χαμόγελο που αναπτύσσεται στο πρόσωπό του. Την κίνηση του την έχει ετοιμάσει ώρα τώρα. Ο αντίπαλος ανέκφραστος, κενός, ξύνει τον αγκώνα του. Ο Δημήτρης παίρνει μία βαθιά ανάσα και ορθώνεται πάλι, έτοιμος για το επόμενο βήμα, πιστεύοντας παραπλανημένος πως είναι μέσα στο μυαλό του αντιπάλου του. Η καταστροφή όμως είναι κοντά, πλησιάζει, σαν τον υπόκωφο ήχο που κάνει το παλιρροιακό κύμα όταν πλησιάζει την ανυποψίαστη ακτή, έτοιμο να πάρει χιλιάδες ψυχές μαζί του.


Σύντομα, πολύ σύντομα....