Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2007

Το τέλος του Δ.Β.

Ένιωσε το χορτάρι ν’ ανατριχιάζει στα δάχτυλα του υγρό. Ξαπλωμένος να κοιτάζει το γκρίζο ουρανό. Χαμένος σε κάποια πόλη του βορρά να μην ξέρει πάντα τι θα ήθελε να κάνει στη ζωή του. Παρατούσε τη μία μετά την άλλη τις σχολές, οι πόλεις φεύγαν μέσα από τα παράθυρα των τρένων και τις κυψέλες των αεροπλάνων. Είχε αρχίσει να ψιχαλίζει. Καιρός ήταν σκέφτηκε ο Δ. Έπρεπε να είχε ξεκινήσει από ώρα. Όμως κάτι παράξενο. Η βροχή ήτανε κόκκινη. Άνοιξε απορημένος τα μάτια του. Και τότε την είδε. Μια γυναικεία μορφή σχηματιζόταν αργά στον ορίζοντα. Δεν… δεν μπορεί! Ήταν η Viconia! Αναγεννημένη από το ίδιο το αίμα της. Ο Δ. ανασηκώθηκε αργά. Δεν μπορούσε να πιστέψει στο θαύμα που συντελούταν μπροστά στα μάτια του. Αυτή που τόσο πόθησε, που τόσο αγάπησε, που χρόνια τώρα νεκρή, να, τώρα γεννιόταν πάλι μπροστά του. Γονάτισε, τα χέρια του τεντωμένα να τον στηρίζουν στη γη, τα δάκρυα του να γίνονται ένα με τη βροχή στο χορτάρι. Αυτή που τόσο την πίστεψε, αυτή που τόσο την λάτρεψε, αυτή που του είχε ορκιστεί να είναι πάντα για μια αιωνιότητα μαζί, τον είχε προδώσει. Τον είχε αφήσει μόνο του να σέρνει το βάρος της μικρής, ασήμαντης, άθλιας ύπαρξης του στο χωροχρόνο. Αυτή που είχε υπάρξει το μόνο νόημα της ζωής του. Την είχε μισήσει. Και να που τώρα τυλιγμένος στο όραμα. Η αιμάτινη βροχή συνεχίζει να πέφτει, να πέφτει μα μετεωρίζεται δεν φτάνει στη γη. Στροβιλίζεται αργά στο στερέωμα δίνοντας σχήμα, μορφή… η Viconia ήταν εκεί… τέλεια πλέον στην αρχέγονη της μορφή… αιωρείται στον ουρανό, ανοίγει τα χέρια λουσμένα στο αίμα. Ανοίγει τα μάτια. Και τότε τον είδε. Τον φτωχό, κακόμοιρο Δ. Τον εραστή της από την άλλη ζωή. Χαμογέλασε απόκοσμα ένα αίνιγμα ολόκληρη στη σιγή… Σκέφτηκε να ξεκινήσει με αυτόν. Θυμήθηκε πόσο την αγαπούσε κι ένιωσε έναν οίκτο γι αυτόν. Θυμήθηκε πόσο την πίεσε με την λατρεία του, με την ανυπόφορη καταπιεστική του αγάπη. Και τον μίσησε. Άρχισε να κατεβαίνει προς το μέρος του ακριβώς πάνω από το κεφάλι του. Προσγειώθηκε δίπλα του. Ο Δ. σήκωσε το βλέμμα δάκρυα γεμάτο. Εκείνη του έτεινε μια παλάμη αίμα. Ο Δ. το άγγιξε ευγνώμονα. Και τότε το αίμα πάγωσε μέσα στις φλέβες του. Αυτή η γυναίκα δεν είχε σάρκα. Δεν ήταν η γυναίκα που τόσο είχε αγαπήσει. Ήταν ολόκληρη αίμα. Μια μάζα αίμα. Δεν είχε κόκαλα, σάρκες. Ένας φόβος κατέλαβε ολόκληρη τη ψυχή του. Ήθελε να τρέξει μακριά της, να φύγει. Κι όμως μια άγνωστη, ανώτερη δύναμη τον κρατούσε καρφωμένο εκεί, δεν μπορούσε να κινηθεί. Εκείνη χαμογέλασε ένα χαμόγελο κακό. Ένιωσε όλο το φόβο που πλημμύριζε τη ψυχή του. Και γέλασε, γέλασε… το γέλιο της κακό, ηχηρό έσκισε τη σιωπή. Σταμάτησε να γελά. Τον κοίταξε σοβαρά. Ήθελες να με έχεις για πάντα, έτσι δεν είναι; Ο Δ. την κοιτούσε άφωνος, αδυνατώντας να αρθρώσει μια λέξη, κάτι να πει. Εκείνη χαμογέλασε πάλι. Μα αυτή τη φορά είχε το χαμόγελο της μια θλιμμένη χροιά. Τώρα πλέον έχεις την ευκαιρία να μείνεις για πάντα μαζί μου, μέσα μου. Κι η ύστατη αυτή συνουσία μας θα μείνει αιώνια. Και δε θα χωρίσουμε πλέον ποτέ. Το τίμημα όμως είναι βαρύ και πρέπει σ’ αντάλαγμα να δώσεις την ίδια σου τη ζωή. Άπλωσε τα χέρια της να τον αγκαλιάσει. Ο Δ. ξέσπασε σε λυγμούς. Τυλίχτηκε ολόκληρος μέσα στο αίμα, μέσα της. Έκλεισε τα μάτια. Τα ξανάνοιξε αστραπή που σκίζει στα δυο το στερέωμα. Και ξάφνου εκεί βλέπω… με τα μέσα μου μάτια είδα… είδα τη γη γυάλινη να σπάει στα χέρια μου το κεφάλι μου.


Le grand écrivain,

Paris, 19/9/2007



1 σχόλιο:

Maria είπε...

Παρα πολύ καλό. Είμαι σίγουρος ότι ο αδελφός του συγγραφέα θα είναι και αυτός αξιολογότατος καλλιτέχνης. Κατα πάσα πιθανότητα ζωγράφος.