Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2007

Arseni Tarkovsky

Το πιο πιθανό είναι ότι τη γνωριμία με την ποίηση του Arseni Tarkovsky οι πιο πολλοί την οφείλουμε στις ταινίες του γιου του Andrei. Αν μη τι άλλο οι απαγγελίες ποιημάτων του από τον ίδιο τον Arseni στον Καθρέφτη του Andrei δεν μπορούν παρά να εντυπωθούν στην μνήμη κάθε θεατή της ταινίας. Ο Arseni Tarkovsky γεννήθηκε το 1907 στο Elisavetgrad της Ουκρανίας. Η σοβιετική λογοκρισία δεν θα του επιτρέψει για πάρα πολλά χρόνια να εκδώσει κανένα βιβλίο με την αιτιολογία ότι η ποίηση του δεν περιείχε κανένα πολιτικό περιεχόμενο. Έτσι η πρώτη του συλλογή Πριν από το χιόνι θα δημοσιευτεί μόλις το 1962. Κάτι το γεγονός αυτό, κάτι οι ταινίες του Andrei θα μεταμορφώσουν τον Arseni σε θρύλο. Ο ποιητής θα πεθάνει το 1989, τρία χρόνια μετά το γιο του, σε ηλικία ογδόντα δύο χρονών.


Το δάσος του Ιγκνάτιεβο


Λαμπάδιασμα των τελευταίων φύλλων μέσα στο αποτελείωμα τους

Ανεβαίνει ψηλά και στα δικά σου μονοπάτια

Το δάσος ζει σ’ έναν παροξυσμό,

Ίδιον μ’ αυτόν που ζούμε εμείς οι δυο τον τελευταίο χρόνο.


Ο δρόμος φαίνεται μες τα κλαμένα μάτια

Όπως οι θάμνοι καθρεφτίζονται στις σκοτεινές λιμνούλες.

Μην απειλείς, μη φοβερίζεις.

Μη ταράζεις τη σιγαλιά του δάσους.


Μπορείς ν’ ακούσεις την πνοή πανάρχαιας ζωής:

Στο νοτισμένο χώμα μανιτάρια γλιστερά έχουν φυτρώσει,

Τα σαλιγκάρια τρύπωσαν τρώγωντας το μεδούλι

Ενώ το δέρμα τους γαργαλά ρίγος υγρό.


Το παρελθόν μας απειλεί –

Κοίτα: τώρα γυρνώ, κοίτα: τώρα σκοτώνω!

Γεμίζει αγκάθια ο ουρανός μ’ ένα σφεντάμι ίδιο ρόδο –

Είθε να κάψει πιο βαθιά έτσι που κόλλησε σχεδόν στα μάτια.

(1935)

***

Τόσο μακρινή είναι η μέρα που γεννήθηκα,

Που καθώς κείτομαι στου ποταμού τον πάτο,

Ακούω κάθε τόσο

Το κρύο κι ολοκάθαρο νερό

Που από πάνω μου κυλά.

Κι αν τραγουδήσουμε κάποιο σκοπό

Που αρχίζει με χορτάρι, το στόμα μας γεμίζει χώμα

Κι έτσι απομένουμε με χείλια σφαλιστά.


Τόσο μακρινή είναι η μέρα που γεννήθηκα,

Που δεν μπορώ πια να μιλήσω.

Μια πόλη ονειρεύτηκα

Σε όχθη από πέτρα.

Κι εγώ κείτομαι στου ποταμού τον πάτο

Και βλέπω μέσ’ απ’ το νερό

Φως μακρινό, μεγάλα σπίτια

Του άστρου πράσινες ακτίνες.


Τόσο μακρινή είναι η μέρα που γεννήθηκα,

Που αν κάποτε φανείς μπροστά μου

Κι αγγίξεις με το χέρι σου τα μάτια,

Θα ‘ναι ένα ψέμα,

Κι εγώ δεν θα μπορώ να σε κρατήσω,

Κι αν φύγεις

Δεν θα σ’ ακολουθήσω σαν τυφλός

Κι αυτό θα ‘ναι ένα ψέμα.

(1938)

***

Χθες και σήμερα


Σε περίμενα χθες απ’ το πρωί,

Μου είχαν πει πως δεν θα ‘ρχόσουν,

Και ο καιρός – θυμάσαι;

Αληθινή γιορτή! Βγήκα χωρίς παλτό.


Ήρθες σήμερα, τώρα που η μέρα

Είναι τόσο μουντή και πένθιμη.

Τώρα που βρέχει κι η ώρα είναι περασμένη

Τώρα που οι σταγόνες τρέχουνε στα παγερά κλαδιά

Τώρα που ούτε λέξη ούτε μαντίλι

Μπορεί να τις σκουπίσει.

(1941)

***

Πέρασαν είκοσι δύο χρόνια από τότε


Όπου υπάρχει άνθρωπος υπάρχει και θάνατος, όπου υπάρχουν

Ξερά χόρτα υπάρχει και φωτιά, υποχωρούνε τρίζοντας κάτω απ τη σόλα

Όμως εγώ σ’ αυτό το τρίξιμο, σ’ αυτό το στεναγμό

Άλλο θάνατο φέρνω στ’ αυτιά, πιο δυνατό απ’ όλους τους αποχωρισμούς.


Γιατί – βέλος – να μην καώ

Στην πυρκαγιά; Κύκλος γιατί δεν γίνεται

Το ημικύκλιο μου; Γιατί κουρνιάζει η ζωή

Στην ανοιχτή παλάμη σαν πουλί; Που θα βρω


Τον φίλο, τον Θεό, τον άγγελο της οργής

Και της δικαιοσύνης; Αριστερά μου αίμα, αίμα και

Δεξιά. Μα το δικό σου αναίμακτο

Χίλιες φορές πιο θανάσιμο είναι.


Τώρα που το τόξο του πολέμου

Πίσω με στέλνει, δεν πρόκειται τα μάτια σου να κλείσω.

Σε τι έχω φταίξει; Σε τι είμαι ένοχος; Σε τι;

(1941-1963)

***

Από το ποίημα Ζωή, ζωή

3

Διάλεξα έναν αιώνα που να μου ταιριάζει.

Τραβήξαμε νότια μέσα στη σκονισμένη στέπα

Στα σύννεφα της άμμου άχνιζε το χορτάρι

Ο τζίτζικας έξυνε με το μουστάκι του τα πέταλα του αλόγου

Προφητεύοντας κι απειλώντας με με θάνατο σαν μοναχός.

Την μοίρα μου την κάθισα στη σέλα

Σαν έφηβος θα τρέχω συνεχώς και τώρα και στο μέλλον

Όρθιος πάνω στους αναβολείς.


Διαθέτω αθανασία αρκετή

Για να κυλά το αίμα μου ανάμεσα στις εποχές.

Πρόθυμα τη ζωή μου θα ‘δινα

Για μια ζεστή και σίγουρη γωνιά,

Αν μια ιπτάμενη βελόνα δεν με γυρνούσε

Μέσα στον κόσμο σαν κλωστή.

(1965)


Μετάφραση Αλέξανδρος Ίσαρης

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2007

Srečko Kosovel (1904 – 1926)



Ο Srečko Kosovel, που αποκλήθηκε και « Σλοβένος Rimbaud », γεννήθηκε στις 18 Μαΐου του 1904 στην Sežana της Σλοβενίας. Μετά από συνεχείς μετακινήσεις λόγω της εργασίας του πατέρα του, το 1916 μετακομίζει στην Ljubljana με την μεγαλύτερη αδερφή του Anica για να εγγραφεί σε ένα τοπικό Γυμνάσιο. Το 1922 αποφασίζει να ακολουθήσει σλαβικές και ρομανικές σπουδές και να εγγραφεί στο πανεπιστήμιο. Παράλληλα συμμετέχει από το 1921 στο πρωτοποριακό περιοδικό Tri labodi (Οι τρεις κύκνοι) και δημιουργεί μαζί με το φίλο του Ciril Debevec το λογοτεχνικό κύκλο Ivan Cankar. Το 1925 θα ξεκινήσει την έκδοση του περιοδικού Mladina (Νεολαία), του οποίου θα παραμείνει και ο πρωταρχικός εκδότης μέχρι το θάνατο του το 1926.


Ej, Hej

Ej, hej: dežuje na sive ljubljanske hiše,
Da se zagrinjajo v sivo zaveso pred soncem.
V Trstu nam požigajo Edinost.
Krist je prisel v Društvo narodov.
Ne, to ni tisti dobri, tisti lepi,
z glorijo ljubezni obzarjeni.
Psevdokrist je v Ženevi.
Kako, ali tudi v Ženevi dežuje?
Krist je prisel med rjave puntarje,
tam na sivi ulici stoji
in izganja pismarje in farizeje.
Strelja in ubija.
Strelja in ubija.
O, ti ovcji, ti beli narod!
Ali spoznaš zdaj, kaj si?


Έι, εσείς

Έι, εσείς, για δείτε εδώ: βρέχει στις στέγες της Λιουμπλιάνας

και οι νοικοκυραίοι κλείνουν τις γκρίζες κουρτίνες τους και

κρύβουν τον ήλιο.

Καίγεται η Εντινόστ* στην Τεργέστη.

Και ο Χριστός πηγαίνει στην Κοινωνία των Εθνών.

Όχι ο καλός και όμορφός Χριστός∙

όχι αυτός με το ακάνθινο στεφάνι της αγάπης.

Εμφανίστηκε ένας Ψευδοχριστός στη Γενεύη.

Πώς είπατε; Βρέχει και στη Γενεύη;

Ο Χριστός περπάτησε δίπλα στους σκοτεινούς επαναστάτες.

Να ’τος στον γκρίζο δρόμο, στην άκρη!

Διώχνει Γραμματείς και Φαρισαίους.

Πυροβολεί και σκοτώνει.

Πυροβολεί και σκοτώνει.

Ω, εσύ, συνεσταλμένο πρόβατο του λευκού έθνους!

Τολμάς ν’ αντικρίσεις τον εαυτό σου στο τζάμι;


*Η πρώτη σλοβενική καθημερινή εφημερίδα που κυκλοφόρησε στην Τεργέστη, το 1876. Η έκδοση της διακόπηκε βιαίως από το ιταλικό φασιστικό καθεστώς, το 1928. Το 1919, ο Κόσοβελ δημοσίευσε στις σελίδες της τη νεκρολογία του φίλου του ποιητή, Μπράνκο Γέγκλιτς.


Για την ανακάλυψη και τη μετάφραση Μιχάλης Παπαντωνόπουλος.

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2007

Στο διάολο η εργασία! Στο διάολο η ανία!

Ο Guy Debord, οι Situationnistes κι η Επανάσταση στην Υπηρεσία της Τέχνης.


Οι Situationnistes ήταν αρχικά μια ομάδα πρωτοποριακών καλλιτεχνών επηρεασμένων από τα διδάγματα του Σουρεαλισμού, του Dada και του Λετρισμού (Lettrisme). Ο βασικός πυρήνας τους θα συγκεντρωθεί το 1957 γύρω από την έκδοση του περιοδικού Situationiste Internationale. Ιδεολογικά θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε πως κινούνταν στη βάση ενός ελευθεριακού κομουνισμού, απομακρυνόμενοι εξίσου τόσο από τον ορθόδοξο μαρξισμό όσο και από τον αναρχισμό. Άλλωστε η κριτική που ασκεί ο Debord τόσο στον Marx όσο και στον Bakunin φροντίζει να κρατά ίσες αποστάσεις (G. Debord, « IV. Le prolétariat comme sujet et comme représentation », La Société du Spectacle). Αναμφίβολα, η τάση που κυρίως τους επηρέασε και απετέλεσε τον άμεσο ιδεολογικό τους πρόγονο υπήρξε αυτή της ελευθεριακής – σοσιαλιστικής (αν έχει οποιαδήποτε σημασία αυτός ο όρος) οργάνωσης Socialisme ou barbarie που θα ιδρύσει μετέπειτα και το ομώνυμο περιοδικό. Η Socialisme ou barbarie θα ιδρυθεί το 1949 με δεδηλωμένο αντισταλινικό (και γρήγορα και αντιτροτσκιστικό) και αντισοβιετικό προσανατολισμό, αποτελώντας χώρο συνάθροισης πολλών σημαντικών ελευθεριακών στοχαστών (Καστοριάδης, Lefort, Lyotard, Souyri) και, παρόλη την πολυφωνικότητα και πολυτασικότητα που την χαρακτήριζε, θα κατορθώσει, τουλάχιστον μέχρι το 1963, να παρουσιάσει μια ενιαία, και οπωσδήποτε την πιο συγκροτημένη και ριζοσπαστική, εκδοχή του μεταπολεμικού μαρξισμού. Όπως ήταν αναμενόμενο, αφορμώντες κι οι ίδιοι από καλλιτεχνικές αφετηρίες, οι Situationnistes θα προσδώσουν μείζονα σημασία στη σημασία της Τέχνης για την κοινωνική αλλαγή. Το κέντρο της κριτικής τους, όπως αυτό εκφράζεται στην «Κοινωνία του Θεάματος» του Debord, το πιο χαρακτηριστικό έργο αυτής της κίνησης, αποτελεί θέση ότι στην ιστορική κοινωνία (νοούμενη σε αντιδιαστολή προς την κοινωνία του μύθου) η Τέχνη έχει αναπόδραστα αποκοπεί από την κοινωνία, συνιστώντας μια διακριτή ενασχόληση. Από την θέση αυτή απορρέει το αίτημα, κοινό άλλωστε και στους Σουρεαλιστές και τους Ντανταιστές πριν απ’ αυτούς, να αναγεννηθεί η Τέχνη με όρους που θα της επιτρέψει να ξαναγίνει τμήμα της καθημερινής ζωής. Η τέχνη έχει καταστεί διανοητική ενασχόληση του εξατομικευμένου - και αποκομμένου από οποιοδήποτε σύνολο - ατόμου, και έχει αποκοπεί ολοσχερώς από τη ζωή. Στην ιστορική κοινωνία ζωή και τέχνη παραμένουν δυο σφαίρες ασύμβατες. Καθώς όμως η κοινωνική αλλαγή μέσω μιας πολιτικής επανάστασης έχει ως ιστορική πρακτική επανειλημμένως αποτύχει, οφείλει να επιδιωχθεί στο εξής και μέσω της Τέχνης. Και στην ιδανική κοινωνία την εξουσία δεν μπορεί να ασκεί μια ομάδα ανθρώπων αλλά η συλλογική φαντασία και η τέχνη θα παράγεται από όλους εκφράζοντας τους πάντες. Επιτέλους, ο άνθρωπος θα μπορεί να εκφραστεί με πληρότητα μέσα από την ίδια του τη ζωή χωρίς την ανάγκη ατομικών καλλιτεχνικών υποκατάστατων. Η Ζωή θα έχει γίνει Τέχνη κι η Τέχνη Ζωή. Πρόκειται για την υπέρβαση της τέχνης (που ταυτίζεται με μια εναλλακτική κοινωνική πραγματικότητα καθώς κατ’ ανάγκην απορρέει απ’ αυτήν)· υπέρβαση που μπορεί εντούτοις να πραγματωθεί, όσο αντιφατικό κι αν ακούγεται αυτό, μόνο μέσω της τέχνης της ίδιας.

***




Αποσπάσματα από το κεφάλαιο « Η άρνηση και η κατανάλωση στην κουλτούρα » (G. Debord, Η Κοινωνία του Θεάματος).







186

Η κοινωνία, με την απώλεια της κοινότητος της κοινωνίας του μύθου, πρέπει να απωλέσει κάθε αναφορά μιας πραγματικά κοινής γλώσσας, έως τη στιγμή που το σχίσμα της αδρανούς κοινότητος κατορθώσει να ξεπερασθεί με την επίτευξη της πραγματικής ιστορικής κοινότητος. Η τέχνη, που υπήρξε αυτή η κοινή γλώσσα της κοινωνικής αδράνειας, από τη στιγμή που καθίσταται ανεξάρτητη τέχνη με τη σύγχρονη έννοια, αναδυόμενη εκ του πρώτου θρησκευτικού της σύμπαντος, και μετατρεπόμενη σε ατομική παραγωγή διαχωρισμένων έργων, γνωρίζει, ως ιδιαίτερη περίπτωση, το κίνημα που κυριαρχεί στην ιστορία του συνόλου της διαχωρισμένης κουλτούρας. Η επιβεβαίωση της ανεξαρτησίας της είναι η αρχή της διάλυσης της.

187

Το γεγονός ότι η γλώσσα της επικοινωνίας απωλέσθη, ιδού τι εκφράζει θετικά η σύγχρονη κίνηση αποσύνθεσης κάθε τέχνης, ο τυπικός αφανισμός της. Εκείνο που αυτό το κίνημα εκφράζει αρνητικά, είναι το γεγονός ότι πρέπει να επανευρεθεί μια κοινή γλώσσα, - όχι πλέον στη μονομερή έκβαση που για την τέχνη της ιστορικής κοινωνίας, έφθανε πάντα πολύ αργά, μιλώντας σε άλλους για ό,τι αποτέλεσε βίωμα άνευ πραγματικού διαλόγου, και αποδεχόμενη αυτήν την ανεπάρκεια του βίου, αλλά ότι θα έπρεπε να επανευρεθεί εντός της πράξης, που συγκεντρώνει εντός της την άμεση δραστηριότητα και τη γλώσσα της. Πρόκειται για την πραγματική κατοχή της κοινότητος του διαλόγου και του παιγνιδιού με τον χρόνο που αναπαραστάθηκαν από το ποιητικό – καλλιτεχνικό έργο.

188

Όταν η τέχνη που κατέστη ανεξάρτητη αναπαριστά τον κόσμο της με φαντασμαγορικά χρώματα, μια στιγμή της ζωής έχει γεράσει και δεν της επιτρέπεται να ξανανιώσει με τα φαντασμαγορικά χρώματα. Αφήνεται μόνο στην αναπόληση δια της μνήμης. Το μεγαλείο της τέχνης δεν αρχίζει να διαφαίνεται παρά εκεί όπου ο βίος φθίνει.

189

Ο ιστορικός χρόνος που εισέβαλλε στην τέχνη εκφράσθηκε κατ’ αρχήν στην ίδια τη σφαίρα της τέχνης, με αφετηρία το baroque. Το baroque είναι η τέχνη ενός κόσμου που απώλεσε το κέντρο του: η τελευταία μυθική τάξη πραγμάτων που αναγνώρισε ο μεσαίωνας στον κόσμο (cosmos) και την επίγεια διακυβέρνηση – η ενότητα της Χριστιανοσύνης και το φάντασμα μιας Αυτοκρατορίας – κατέρρευσε. Η τέχνη της αλλαγής οφείλει να φέρει εντός της την εφήμερη αρχή που ανακαλύπτει στον κόσμο. Επέλεξε, λέει ο Eugenio d’Ors, «τη ζωή ενάντια στην αιωνιότητα». Το θέατρο και η γιορτή, η θεατρική γιορτή, είναι οι κυρίαρχες στιγμές της δημιουργίας baroque, στην οποία κάθε ιδιαίτερη καλλιτεχνική έκφραση δεν προσλαμβάνει νόημα παρά δια της αναφοράς της στον διάκοσμο ενός κατασκευασμένου τόπου, σε μια κατασκευή που πρέπει να είναι δι’ εαυτήν το κέντρο ενοποίησης· αυτό δε το κέντρο είναι η μετάβαση που καταγράφεται ως μια επισφαλής ισορροπία εντός της δυναμικής αταξίας των πάντων. Η σημασία, ενίοτε υπερβολική, που απέκτησε η έννοια του baroque στη σύγχρονη αισθητική συζήτηση, εκφράζει τη συνειδητοποίηση του ανέφικτου ενός καλλιτεχνικού κλασικισμού: οι απόπειρες υπέρ ενός πρότυπου κλασικισμού ή νεοκλασικισμού, εδώ και τρεις αιώνες, δεν υπήρξαν παρά βραχύβια κατασκευάσματα που μιλούσαν την επιφανειακή γλώσσα του Κράτους, εκείνην της απόλυτης μοναρχίας ή της επαναστατικής αστικής τάξης, ενδεδυμένης με ρωμαϊκό style. Από τον ρομαντισμό έως τον κυβισμό, υφίσταται τελικά μια όλο και περισσότερο εξατομικευμένη τέχνη της άρνησης, διαρκώς ανανεούμενη έως τον ολοκληρωτικό κατακερματισμό και την άρνηση της καλλιτεχνικής σφαίρας, η οποία ακολούθησε το γενικό ρεύμα του baroque. Η εξαφάνιση της ιστορικής τέχνης, που συνεδέετο με την εσωτερική επικοινωνία μιας élite, και είχε την ημιανεξάρτητη κοινωνική της βάση στις εν μέρει παιγνιακές συνθήκες που ακόμη βιώνονταν από τις τελευταίες αριστοκρατίες, εκφράζει επίσης το γεγονός ότι ο καπιταλισμός γνωρίζει την πρώτη ταξική εξουσία που ομολογεί ότι είναι απογυμνωμένη από κάθε οντολογικό προσόν και της οποίας η ρίζα της εξουσίας στην απλή διαχείριση της οικονομίας είναι εξίσου η απώλεια κάθε ανθρώπινης κυριότητος. Η ολότητα του baroque, που για την καλλιτεχνική δημιουργία είναι η ίδια μία προ πολλού απωλεσθείσα ενότητα, επανευρίσκεται, κατά κάποιον τρόπο, εντός της σύγχρονης κατανάλωσης της ολότητας του καλλιτεχνικού παρελθόντος. Η ιστορική γνώση και αναγνώριση της ολότητας της τέχνης του παρελθόντος, που έχει αναδρομικά συσταθεί ως παγκόσμια τέχνη, την ανάγουν σε μια καθολική σύγχυση, που με τη σειρά της συνιστά ένα οικοδόμημα baroque σε ανώτερο επίπεδο, εντός του οποίου θα πρέπει να συγχωνευθούν, τόσο η παραγωγή μιας τέχνης baroque όσο και κάθε αναβίωση της. Οι τέχνες όλων των πολιτισμών και όλων των εποχών, για πρώτη φορά, δύνανται να καταστούν γνωστές και αποδεκτές από κοινού. Είναι ένα ‘απάνθισμα αναμνήσεων’ της ιστορίας της τέχνης, που, από τη στιγμή που καθίσταται εφικτή, είναι και το τέλος του κόσμου της τέχνης. Σε αυτήν την εποχή των μουσείων, όπου ουδεμία καλλιτεχνική επικοινωνία δεν δύναται πλέον να υπάρξει, όλες οι παλαιές στιγμές της τέχνης δύνανται να καταστούν εξίσου αποδεκτές, διότι ουδεμία εξ αυτών πάσχει πλέον από την απώλεια των ιδιαίτερων συνθηκών επικοινωνίας της εντός της υφισταμένης απώλειας των συνθηκών επικοινωνίας εν γένει.

190

Η τέχνη στην εποχή της διάλυσης της, ως αρνητικό κίνημα που επιδιώκει την υπέρβαση της τέχνης σε μια ιστορική κοινωνία όπου η ιστορία δεν έχει αποτελέσει ακόμα βίωμα, είναι μια τέχνη της αλλαγής και, ταυτοχρόνως, σαφής έκφραση του ανέφικτου της αλλαγής. Όσο πιο μεγαλεπήβολο είναι το αίτημα της, τόσο περισσότερο η αληθής πραγμάτωση της βρίσκεται πέραν αυτής. Αυτή η τέχνη είναι αναγκαστικά πρωτοποριακή και δεν είναι. Η πρωτοπορία της είναι η εξαφάνιση της.

191

Ο ντανταϊσμός και ο υπερρεαλισμός είναι τα δύο ρεύματα που σημάδεψαν το τέλος της σύγχρονης τέχνης. Αν και μόνο κατά έναν τρόπο σχετικά συνειδητό, είναι σύγχρονα με την τελευταία μεγάλη έφοδο του προλεταριακού κινήματος· και η αποτυχία αυτού του κινήματος που τα άφησε εγκλωβισμένα στο ίδιο καλλιτεχνικό πεδίο, την παρακμή του οποίου είχαν διακηρύξει, είναι η θεμελιώδης αιτία της αδρανοποίησης τους. Ο ντανταϊσμός και ο υπερρεαλισμός είναι ταυτοχρόνως ιστορικά συνδεδεμένοι και αντιτιθέμενοι. Σε αυτήν την αντίθεση, που συνιστά επίσης για τον καθένα το συνεπέστερο και ριζοσπαστικότερο μέρος της προσφοράς του, διαφαίνεται η εσωτερική ανεπάρκεια της κριτικής τους, που ανεπτύχθη από το ένα όπως και από το άλλο μονόπλευρα. Ο ντανταϊσμός θέλησε να καταργήσει την τέχνη χωρίς να την πραγματώσει· ο υπερρεαλισμός θέλησε να πραγματώσει την τέχνη χωρίς να την καταργήσει. Η κριτική θέση που επεξεργάσθηκαν αργότερα οι Situationnistes κατέδειξε ότι η κατάργηση και η πραγμάτωση της τέχνης είναι οι αδιαχώριστες όψεις μιας και της αυτής υπέρβασης της τέχνης.

Μετάφραση Σύλβια

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2007

Fullmetal alchemist

Η σειρά anime Fullmetal alchemist (πρωτότυπος τίτλος Hagane no renkin jutsushi) στηριγμένη στο ομώνυμο manga της Hiromu Arakawa κυκλοφόρησε το 2003-2004 στην ιαπωνική τηλεόραση και ολοκληρώθηκε σε 51 επεισόδια. Το 2005, για να ολοκληρώσει τη σειρά, κυκλοφόρησε στους ιαπωνικούς κινηματογράφους το film «Fullmetal Alchemist the Movie: Conqueror of Shamballa». Πρόκειται για μία σειρά που μολονότι σέβεται την παράδοση του είδους εισάγει θεματικές και προβληματισμούς που ξεπερνάνε τα στενά όρια του anime, και που επιπροσθέτως επιτυγχάνει ένα υψηλότατο επίπεδο αισθητικής αρτιότητας.

Σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από τον πόλεμο και την αλχημεία, δύο αδέρφια, ο Edward Elric και ο κατά έναν χρόνο μικρότερος του Alphonse, ζούνε στο Resembool, μια απομονωμένη κωμόπολη, με την άρρωστη μητέρα τους και στη σκιά ενός απόντος πατέρα που εγκατέλειψε την οικογένεια για να αφοσιωθεί στην αλχημεία. Τα δύο αδέρφια θα επιδοθούν κι αυτά με τη σειρά τους σε μια μανιώδη ενασχόληση με την αλχημεία και γρήγορα, ιδίως ο μεγάλος αδερφός θα θεωρηθεί ιδιοφυΐα. Μετά το θάνατο της μητέρας τους θα αποπειραθούν να εκτελέσουν, παρόλο που θεωρείται αυστηρά απαγορευμένη ως πρακτική, μιαν « ανθρώπινη μεταστοιχείωση » ( human transmutation ), σε μια απελπισμένη προσπάθεια τους να την αναστήσουν. Η διαδικασία αποτυγχάνει, ο Alphonse χάνεται και ο Edward σε μια τελευταία απελπισμένη προσπάθεια θυσιάζει το δεξί του χέρι και το αριστερό του πόδι με σκοπό να τον επαναφέρει. Δεν μπορείς να κερδίσεις τίποτα αν δεν θυσιάσεις κάτι. Πρόκειται για την βασική αρχή της αλχημείας, την αρχή της ισοδύναμης ανταλλαγής ( Equivalent Trade), και την οποία αρχή τα δύο αδέρφια θα κάνουν εν συνεχεία στάση ζωής. Όταν, τελικά, θα ανακτήσουν τις αισθήσεις τους μετά την αποτυχημένη μεταστοιχείωση, η ψυχή του Alphonse είναι φυλακισμένη σε μια πανοπλία και ο Edward οδύρεται αιμόφυρτος στο πάτωμα. Ο Alphonse μεταφέρει τον αδερφό του σε μια γειτόνισσα, γιαγιά της παιδικής τους φίλης Winry, που κατασκευάζει ένα εξελιγμένο είδος τεχνητών μελών ( Automail ) και η οποία θα του εμφυτεύσει ένα ατσάλινο χέρι και πόδι. Ήδη την επόμενη μέρα τα δύο αδέρφια παίρνουν την απόφαση να γίνουν « Κρατικοί Αλχημιστές » ( State alchemists), μια στρατιωτική κάστα αλχημιστών που καταλαμβάνουν τις υψηλότερες κυβερνητικές θέσεις, και να αναζητήσουν έτσι απρόσκοπτα τη « Φιλοσοφική Λίθο », που θα τους επιτρέψει να γυρίσουν στην φυσιολογική μορφή τους.


Η μεγάλη ιδιαιτερότητα του Fullmetal alchemist δεν έγκειται απλά στο πρωτότυπο σενάριο που ξεφεύγει από τις συνηθισμένες θεματικές του είδους και το οποίο παρουσιάζει κλιμακωτές, άψογα δομημένες κορυφώσεις. Δεν έγκειται απλά στους με πολύ λεπτομέρεια δουλεμένους χαρακτήρες και στις συρταρωτές και διασταυρούμενες οικογενειακές τραγωδίες στις οποίες αναπόφευκτα αυτοί αναμειγνύονται. Δεν έγκειται, τέλος, απλά στην άψογη αισθητική των σχεδίων του ή την ιδανικά επιλεγμένη μουσική, που συνήθως εξυπηρετεί γνήσια λειτουργικούς ρόλους. Η μεγάλη του ιδιαιτερότητα έγκειται στο σύμπαν του, στο βαθιά αντιμιλιταριστικό του μήνυμα καθώς και στο φιλοσοφικό του υπόβαθρο και την φιλοσοφική του στόχευση.

Από το πρώτο κιόλας επεισόδιο μας δημιουργείται η απορία για το ποιος είναι ο κόσμος, το σύμπαν, μέσα στο οποίο διαδραματίζονται τα τεκταινόμενα, και ο οποίος κυριαρχείται από την αλχημεία. Από το πρώτο κιόλας επεισόδιο δημιουργούμε μια ασαφή εντύπωση πως θα μπορούσε ο κόσμος αυτός να είναι το παρελθόν μας ή και το μέλλον μας ταυτοχρόνως. Ή ακόμα μια εναλλακτική εκδοχή της ευρωπαϊκής ιστορίας. Ένας εναλλακτικός κόσμος. Καθώς εξελίσσεται η σειρά διαπιστώνουμε πως πολλές λεπτομέρειες του κόσμου μέσα στον οποίο κινούνται οι ήρωες μας παραπέμπουν στο Δεύτερο Reich και την Αυστρο-ουγγρική αυτοκρατορία πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ή καλύτερα σε μια εναλλακτική εκδοχή αυτής της περιόδου της ευρωπαϊκής ιστορίας. Και θα χρειαστεί να φτάσουμε στο κορύφωμα των τριών τελευταίων επεισοδίων για να κατανοήσουμε επιτέλους, ή καλύτερα να ανασυγκροτήσουμε αναδρομικά, την αλήθεια.

Η επιλογή αυτού του, έστω και συγκεχυμένου, ιστορικού πλαισίου δίνει την δυνατότητα στους δημιουργούς να εκφράσουν το βαθιά αντιμιλιταριστικό τους μήνυμα. Μέσα σε μια στρατοκρατούμενη αυτοκρατορία, που θα μπορούσε να είναι αλλά και να μην είναι το δεύτερο Reich, όπου τα πάντα εξουσιάζει δίχως κανένα απολύτως έλεγχο κάποιος Fuhrer και μια κάστα στρατιωτικών με ξεχωριστές δυνάμεις, οι Κρατικοί Αλχημιστές, ο ελεύθερος χώρος για τον άνθρωπο συρρικνώνεται επικίνδυνα και η ίδια η μοίρα της ανθρωπότητας γίνεται έρμαιο στα χέρια αδίστακτων πολεμοκάπηλων, ιδιωτικών συμφερόντων και μηχανορραφιών. Και οι άνθρωποι μπλέκονται αναπόδραστα στα δίχτυα μιας Ιστορίας που άλλοι δημιούργησαν γι αυτούς. Χωρίς ποτέ να καταφεύγει σε άμεσα σχόλια ή σε έναν φτηνό διδακτισμό, η σειρά, μέσα από την λιτή, ‘αντικειμενική’ – και ενίοτε κυνική – αφήγηση των καταστάσεων επιτυγχάνει στο τέλος να δημιουργήσει μια δικαιολογημένα εδραιωμένη αποστροφή για κάθε είδους στρατοκρατία – για μια οποιαδήποτε, εν τέλει, όπως κι αν αυτή νοείται, ‘στρατιωτική’ οργάνωση της κοινωνίας – και όχι απλά και μόνο για τον στρατό ως στρατό.









Εντελώς ξεχωριστή είναι και η ποιότητα του φιλοσοφικού υπόβαθρου της σειράς με πλήθος προβληματισμών να προκύπτουν αβίαστα και φυσιολογικά από την εξέλιξη της αφήγησης. Η θέση του ανθρώπου στον κόσμο, η μοίρα του. Η αναζήτηση και η πραγμάτωση, το Ιδανικό (που θα συμπυκνωθεί στη φράση που ακούγεται στα μέσα της σειράς: « ένα υλοποιήσιμο όραμα, δεν είναι όραμα»). Η ατομική και συλλογική αυτοσυνειδησία. Η ατομική και συλλογική ευτυχία. Η βασική αρχή της αλχημείας – και αρχή του κόσμου – περί της ισοδύναμης ανταλλαγής. Η σύνδεση της ατομικής με την συλλογική Ιστορία, ο αντίκτυπος των πράξεων του Ατόμου στο ιστορικό γίγνεσθαι και αντίστροφα η διαμόρφωση της ατομικής μοίρας από εξωτερικές – μη υποκείμενες στον έλεγχο του Ατόμου – δυνάμεις, μια αμφίδρομη κίνηση από κάτω προς τα πάνω και από κάτω προς τα πάνω. Η απελπισμένη διαπάλη ανάμεσα στην επιλογή της προσωπικής ή της συλλογικής ευτυχίας. Η Αμαρτία κι η Εξιλέωση. Το νόημα και η αξία της Θυσίας. Όλοι αυτοί είναι μερικοί μόνο από τους προβληματισμούς που αναδύονται σταδιακά, και που ταυτόχρονα διατρέχουν απ’ άκρη σ’ άκρη, τις περιπλανήσεις των αδερφών Elric. Προβληματισμοί, τέλος, που θα συμπυκνωθούν ιδανικά κατά το αινιγματικό finale γύρω από το ερώτημα της Ευθύνης του Ατόμου για τις πράξεις του.

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2007

Fr. Nietzsche, Για το νέο Είδωλο


Κάπου υπάρχουν ακόμη λαοί και κοπάδια, μα όχι στα μέρη μας, αδελφοί μου: εδώ υπάρχουν κράτη.
Κράτος; Τι είναι αυτό; Ελάτε δα! Ανοίξετε τ’ αυτιά σας, λοιπόν, γιατί τώρα θα σας πω το λόγο μου για το θάνατο των λαών.
Κράτος λέγεται το πιο παγερό απ’ όλα τα παγερά τέρατα. Κι επίσης παγερά ψεύδεται. Και τα ψέματα αυτά έρπουν στο στόμα του: « Εγώ, το κράτος, είμαι ο λαός».
Αυτό είναι ψέμα! Δημιουργοί ήσαν αυτοί που δημιούργησαν τους λαούς και κρέμασαν από πάνω τους μια πίστη και μιαν αγάπη: έτσι υπηρέτησαν τη ζωή.
Καταστροφείς είναι αυτοί που στήνουν παγίδες για πολλούς και τις ονομάζουνε κράτος: κρεμούν από πάνω τους μια ρομφαία κι εκατό επιθυμίες.
Όπου υπάρχει ακόμα λαός, εκεί δεν νοείται το κράτος, παρά μισείται σαν κακό μάτι και σαν παράβαση των εθίμων και των νόμων.
Σας δίνω τούτο το σημάδι: κάθε λαός μιλά τη γλώσσα του καλού και του κακού του: ο γείτονας του δεν την καταλαβαίνει. Έπλασε τη γλώσσα του για τον εαυτό του κατά τα έθιμα του και τους νόμους του.
Μα το κράτος ψεύδεται σ’ όλες τις γλώσσες του καλού και του κακού. Κι ότι κι αν πει λέει ψέματα – κι ό,τι κι αν έχει κι αυτό το ‘χει κλεμμένο.
Όλα του είναι κίβδηλα. Με κλεμμένα δόντια μασά. Ψεύτικα είναι και τα σπλάχνα του ακόμα.
Γλωσσική σύγχυση του καλού και του κακού: αυτό το σημάδι σας δίνω σαν σημάδι του κράτους. Αληθινά, τη θέληση για θάνατο σημαίνει αυτό το σημάδι! Αληθινά, τους κήρυκες του θανάτου καλεί.
Γεννιούνται πάρα πολλοί: το κράτος εφευρέθηκε για τους περιττούς!
Μα δείτε, αλήθεια, πως τους τραβά τους περιττούς! Πως τους τυλίγει και τους μασά και πάλι τους μασά!
« Πάνω στη γη δεν υπάρχει τίποτα μεγαλύτερο από μένα: εγώ είμαι το δάχτυλο που βάζει τάξη του Θεού» - έτσι μουγκρίζει το τέρας. Και δεν πέφτουνε στα γόνατα μόνο οι μακραύτηδες κι οι κοντόφθαλμοι.
Αχ, και σε σας ακόμη, μεγάλες ψυχές, μουρμουρίζει τα σκοτεινά ψέματα του! Αχ, τις μαντεύει τις πλούσιες καρδιές που πρόθυμα ασωτεύονται!
Ναι, ακόμη και σας μαντεύει, ω νικητές του παλιού Θεού! Κουραστήκατε στον αγώνα, και τώρα η κούραση σας υπηρετεί το νέο είδωλο!
Ήρωες και σεβαστά πρόσωπα θα ‘θελε να παρατάξει γύρω του το νέο είδωλο! Μ’ ευχαρίστηση λιάζεται στο ηλιόφως της καλής συνείδησης, - το παγερό τέρας!
Όλα θέλει να σας τα δώσει, αν εσείς το λατρέψετε, το νέο είδωλο: έτσι αγοράζει τη λάμψη της αρετής σας και το βλέμμα του περήφανου ματιού σας.
Με σας θέλει να δολώσει τους περιττούς! Ναι, ένα τέχνασμα της κόλασης εφευρέθηκε εδώ, ένα άλογο του θανάτου που χλιμιντρίζει μέσα στη στολή των θεϊκών τιμών!
Ναι, ένας θάνατος για πολλούς εφευρέθηκε εδώ, που καμαρώνει σαν ζωή: αλήθεια, μια δουλεία κατά την καρδιά όλων των κηρύκων του θανάτου!
Κράτος ονομάζω αυτό, όπου όλοι πίνουνε δηλητήριο, καλοί και κακοί: Κράτος, όπου όλοι χάνουνε τον εαυτό τους καλοί και κακοί: Κράτος, όπου η αργή αυτοκτονία όλων ονομάζεται «Ζωή».
Μα δείτε, αλήθεια, αυτούς τους περιττούς! Κλέβουνε τα έργα των εφευρετών και τους θησαυρούς των σοφών: μόρφωση την ονομάζουνε την κλεψιά τους – κι όλα καταντούνε σε αυτούς αρρώστια και δυστυχία!
Μα δείτε, αλήθεια, αυτούς τους περιττούς! Πάντα είναι άρρωστοι, χύνουνε τη χολή τους κι αυτό τ’ ονομάζουν εφημερίδα. Ο ένας τρώει τον άλλο και δεν μπορούν καν να χωνέψουν.
Μα δείτε, αλήθεια, αυτούς τους περιττούς! Αποχτούν πλούτη κι όλο γίνονται φτωχότεροι. Θέλουν δύναμη και πρώτα-πρώτα το μοχλό της δύναμης, πολύ χρήμα, - αυτοί οι ανίκανοι.
Δείτε τους πως σκαρφαλώνουν οι ευκίνητοι πίθηκοι! Σκαρφαλώνουν ο ένας στον άλλο κι έτσι σπρώχνονται στη λάσπη και στο βυθό.
Όλοι τους θέλουνε θρόνο: αυτό είναι η τρέλα τους, - σαν να καθότανε η ευτυχία στο θρόνο! Η λάσπη κάθεται συχνά στον θρόνο – και συχνά επίσης κι ο θρόνος κάθεται πάνω στη λάσπη.
Τρελοί μου φαίνονται όλοι κι αναρριχητικοί πίθηκοι και ακόλαστοι. Ναυτία μου φέρνει το είδωλο σας, το παγερό τέρας: ναυτία μου φέρνουν όλοι μαζί αυτοί οι ειδωλολάτρες.
Αδελφοί μου, θέλετε, λοιπόν, να πάθετε ασφυξία από την αναθυμίαση των μουσουδιών και των ορέξεων τους; Μα καλύτερα, αλήθεια, να σπάσετε τα παράθυρα και να πηδήσετε στον καθαρό αέρα.
Μα παραμερίσετε από την άσκημη μυρουδιά! Μακρυά από την ειδωλολατρεία των περιττών!
Μα παραμερίσετε από την άσκημη μυρουδιά! Μακρυά από τον αχό των ανθρωποθυσιών αυτών!
Η γη είναι ελεύθερη, ακόμη και τώρα, για τις μεγάλες ψυχές. Κενές είναι ακόμη πολλές θέσεις για μοναχικούς και φιλέρημα ζευγάρια, όπου πνέει το άρωμα γαλήνιων θαλασσών.
Ελεύθερη είναι ακόμη, για τις μεγάλες ψυχές μια ελεύθερη ζωή. Αλήθεια, όποιος λίγα κατέχει από λίγα κατέχεται: ευλογημένη να ‘ναι η μικρή φτώχεια!
Εκεί που τελειώνει το κράτος αρχίζει μόνο ο άνθρωπος, που δεν είναι περιττός: εκεί αρχίζει το τραγούδι του απαραίτητου, η μοναδική κι αναντικατάστατη μελωδία.
Εκεί που τελειώνει το κράτος, - μα δείτε, αλήθεια, αδελφοί μου! Δεν βλέπετε το ουράνιο τόξο και το γιοφύρι του υπερανθρώπου;
Έτσι μίλησεν ο Ζαρατούστρα.

Also sprach Zarathustra, μετάφραση Άρης Δικταίος

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2007

Memorial

Sylvia Plath

Η Sylvia Plath γεννήθηκε το 1932 στις Η.Π.Α. Το 1956 παίρνει υποτροφία για να συνεχίσει τις σπουδές της στο Cambridge. Τον ίδιο χρόνο θα γνωρίσει τον άγγλο ποιητή Ted Hughes, τον οποίον θα παντρευτεί λίγους μήνες αργότερα και με τον οποίον θα αποκτήσει δύο παιδιά. Εντούτοις, οι σχέσεις μεταξύ των δύο συζύγων χειροτερεύουν διαρκώς και τελικά θα χωρίσουν στα τέλη του 1962. Εν συνεχεία η Plath με τα παιδιά μετακομίζουν στο Λονδίνο όπου στις 11 Φεβρουαρίου του 1963 θα αυτοκτονήσει τοποθετώντας το κεφάλι της στο φούρνο και ανοίγοντας το γκάζι.




Suicide of Egg Rock


Behind him the hotdogs split and drizzled

On the public grills, and the ochreous salt flats,

Gas tanks, factory stacks – the landscape

Of imperfections his bowels were part of –

Rippled and pulsed in the glassy updraught.

Sun struck the water like a damnation.

No pit of shadow to crawl into,

And his blood beating the old tattoo

I am, I am, I am. Children

Were squealing where combers broke and spindrift

Raveled wind-ripped from the crest of the wave.

A mongrel working his legs to a gallop

Hustled a gull flock to flap off the sandspit.


He smoldered, as if stone-deaf, blindfold,

His body beached with the sea’s garbage,

A machine to breathe and beat forever.

Flies filing in through a dead skate’s eyehole

Buzzed and assailed the vaulted brainchamber.

The words in his book wormed off the pages.

Everything glittered like blank paper.


Everything shrank in the sun’s corrosive

Ray but Egg Rock on the blue wastage.

He heard when he walked into the water.


The forgetful surf creaming on those ledges.


The Stones


This is the city where men are mended.

I lie on a great anvil.

The flat blue sky-circle


Flew off like the hat of a doll

When I fell out of the light. I entered

The stomach of indifference, the wordless cupboard.


The mother of pestles diminished me.

I became a still pebble.

The stones of the belly were peaceable,


The head-stone quiet, jostled by nothing.

Only the mouth-hole piped out,

Importunate cricket


In a quarry of silences.

The people of the city heard it.

They hunted the stones, taciturn and separate,


The mouth-hole crying their locations.

Drunk as a foetus

I suck at the paps of darkness.


The food tubes embrace me. Sponges kiss my lichens away.

The jewelmaster drives his chisel to pry

Open one stone eye.


This is the after-hell: I see the light.

A wind unstoppers the chamber

Of the ear, old worrier.


Water mollifies the flint lip,

And daylight lays its sameness on the wall.

The grafters are cheerful,


Heating the pincers, hoisting the delicate hammers.

A current agitates the wires

Volt upon volt. Catgut stitches my fissures.


A workman walks by carrying a pink torso.

The storerooms are full of hearts.

This is the city of spare parts.


My swaddled legs and arms smell sweet as rubber.

Here they can doctor heads, or any limb.

On Fridays the little children come


To trade their hooks for hands.

Dead me leave eyes for others.

Love is the uniform of my bald nurse.


Love is the bone and sinew of my curse.

The vase, reconstructed, houses

The elusive rose.


Ten fingers shape a bowl for shadows.

My mendings itch. There is nothing to do.

I shall be good as new.


Insomniac


The night sky is only a sort of carbon paper,

Blueblack, with the much-poked periods of stars

Letting in the light, peephole after peephole –

A bonewhite light, like death, behind all things.

Under the eyes of the stars and the moon’s rictus

He suffers his desert pillow, sleeplessness

Stretching its fine, irritating sand in all directions.


Over and over the old, granular movie

Exposes embarrassments – the mizzling days

Of childhood and adolescence, sticky with dreams,

Parental faces on tall stalks, alternately stern and tearful,

A garden of buggy roses that made him cry.

His forehead is bumpy as a sack of rocks.

Memories jostle each other for face-room like obsolete film

stars.


He is immune to pills: red, purple, blue –

How they lit the tedium of the protracted evening!

Those sugary planets whose influence won for him

A life baptized in no-life for a while,

And the sweet, drugged waking of a forgetful baby.

Now the pills are worn-out and silly, like classical gods.

Their poppy-sleepy colors do him no good.


His head is a little interior of gray mirrors.

Each gesture flees immediately down an alley

Of diminishing perspectives, and its significance

Drains like water out the hole at the far end.

He lives without privacy in a lidless room,

The bald slots of his eyes stiffened wide-open

On the incessant heat-lightning flicker of situations.


Nightlong, in the granite yard, invisible cats

Have been howling like women, or damaged instruments.

Already he can feel daylight, his white disease,

Creeping up with her hatful of trivial repetitions.

The city is a map of cheerful twitters now,

And everywhere people, eyes mica-silver and blank,

Are riding to work in rows, as if recently brainwashed.


Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2007

Ελαιογραφία


A. Modigliani, Woman With Red Hair

Στη Μυρτώ

Καθόταν μόνη της στο σκοτάδι. Τα χέρια της εγκαταλειμμένα στα γόνατα. Μόλις είχε γυρίσει στο σπίτι. Ένιωθε σήμερα τόσο μόνη. Θλιμμένη, δυστυχισμένη. Ήθελε τόσο να κλάψει. Χωρίς λόγο. Να ξεχυθούνε μεμιάς όλα τ’ ανέλπιδα δάκρυα μοναξιάς που βάραιναν την καρδιά της. Πόσες νύχτες. Πόσα πρωινά που ευχήθηκε μια φωνή δίπλα εκεί στο κρεβάτι της στοργική τα χαράματα. Να την ξυπνάνε δυο μάτια ζεστά που κοιτώντας την άγρυπνα άγγελος φύλακας. Να μην ήτανε άραγε δυνατό να νιώσει ξανά το συναίσθημα αυτό; Πόσος καιρός… Πόσες μέρες άδειες είχαν κυλήσει από τότε, πως κύλησαν, πότε; Είναι άραγε τόσο δύσκολο ν’ αγαπηθεί ένας άνθρωπος; Και να ήμουν γι αυτό καταδικασμένη όλη μου τη ζωή, δίχως ν’ ακούσω μία φωνή, να κρατήσει τα χέρια μου, να μ’ αγκαλιάσει, να μου πει σ’ αγαπώ; Να περιπλανιέται μόνη στους δρόμους… δίχως έναν σκοπό… πόσο είχε ανάγκη να νιώσει ένα χέρι να κρατάει το χέρι της… να κάνει για λίγο τη μοναξιά να μη φαίνεται… τις μέρες των γιορτών ανάμεσα σε φώτα, βιτρίνες, πόσο μόνη η ευτυχία των άλλων που της ξέσκιζε την καρδιά… Έζησα τη ζωή μου ερωτευμένη και δεν βρέθηκε κανείς να μ’ ερωτευτεί. Να δει μέσα μου καθώς οι πρώτες ηλιαχτίδες που βαραίνουν τη μέρα. Να ζεστάνει με την ύπαρξη του το σκοτάδι που βαραίνει πυκνό την καρδιά μου, ν’ ακούσει τα βουβά δάκρυα μου, να κοιτάξει μέσα μου σαν σε καθρέφτη της ψυχής μου την γύμνια… Γιατί; Κι αν ό,τι αναζητώ τόσα χρόνια γυρίζοντας μες τον άνεμο δεν είν’ εφικτό; Άνθρωποι που αγάπησες πολύ, χαμόγελα, πρόσωπα… Γιατί; Γιατί; Τώρα οι αναμνήσεις φιδοσέρνονται στο κορμί μολύνοντας κάτω απ’ το δέρμα πληγή… Και κάθε σαν σήμερα με συννεφιά με βροχή η παραίτηση να σκίζει με τα νύχια τις σκέψεις μου… Το μόνο που ζήτησα στη ζωή μου, το μόνο που είχε πάντοτε νόημα ό,τι κι αν έκανα, ήταν το μόνο που δεν μπόρεσα παρ’ όλα αυτά όπου κι αν πήγα, όπου και να ταξίδεψα, ποτέ μου να βρω… να μοιραστώ αφιλόκερδα τα τεράστια αποθέματα της αγάπης μου, να μπορέσω ν’ αγαπηθώ… να μοιραστώ… να μοιραστώ… Και τώρα όταν ντύνομαι, στον καθρέφτη που μακιγιάζ… ένα κρύο η παραίτηση να μου παγώνει τα σωθικά… κι η μουσική να φτάνει στ’ αυτιά μου μελαγχολική… Και ποιος ο λόγος να επιμένεις τόσο πεισματικά, να ψάχνεις, να αναζητείς κάτι που δεν μπόρεσες ποτέ σου να βρεις… ο μόνος σου λόγος ύπαρξης… ποιος ο λόγος να ζεις; Είχε νυχτώσει ολότελα πια. Λίγο φως απ’ το δρόμο. Οι λυγμοί συντάραζαν το κορμί. Και τα χέρια πεισματικά εγκαταλειμμένα στα γόνατα. Νιώθω τόσο μόνη μου σήμερα... σε παρακαλώ, ό,τι κι αν γίνει, φοβάμαι… μην αργήσεις αγάπη μου… έλα…

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2007

Το αγόρι και το σκάκι

video


Χαρούλας, Ψαροκασέλα, Ισπανός ή και γω δεν ξέρω πλέον τι άλλο