Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2008

Ρετρό σελίδες, ρετρό εικόνες

«Ερόικα» του Κοσμά Πολίτη (1938)

Υπερρεαλιστική γραφή, γλώσσα υπονοηματική με ρηγμένες εδώ κι εκεί υποψίες, λογοπαίγνια, υπαινιγμούς στον Όμηρο, στον Καβάφη που δίνουν μια ερωτικό-αινιγματική και ρομαντική υφή στο μυθιστόρημα, όπως κάνει ο Τζόυς, αλλά με περισσότερο νατουραλιστικό, σκληρό τρόπο, ο Κοσμάς Πολίτης στο τέταρτο μυθιστόρημά του και σπουδαιότερο όλων χαρίζει στους Έλληνες αναγνώστες μια αληθινή πεμπτουσία νέο-μοντερνιστικής λογοτεχνίας σε μια επαρχιακή πόλη που μοιάζει με το Ναύπλιο, αλλά πάνω απ’ όλα φέρει μεταξύ Πάτρας και Σμύρνης, όπου έμεινε στα εφηβικά του χρόνια. Η πλοκή διαδραματίζεται κάπου στον 19ο αιώνα και μιλά για τα πάθη των νεολαίων που καταντούν επικίνδυνα σε σημείο τραγικότητας.

Ο Πολίτης (πραγματικό όνομα Πάρις Ταβελούδης) επαγγελματίας τραπεζικός υπάλληλος, διευθυντής της Ιονικής με θητεία στην Μασσαλία, το Λονδίνο, το Παρίσι αναδεικνύεται σε σημαντικότερη πεζογραφική φωνή της γενιάς του ’30 προκαλώντας αίσθηση με το ντεμπούτο του, το «Λεμονοδάσος» το 1931. Έχοντας κάνει σπουδαίες μεταφράσεις που βγήκαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα συγγραφέων όπως Αραγκόν, Μπαρμπίς, Βοκάκιος, Περλ Μπακ, Κρόνιν, Φόκνερ, Τζόυς, Κίπλιγκ, Μομ, Πόε, Ρολάν, Σαγκάν, Στάινμπεκ, Τολστόι κ.ά, με δυο α’ κρατικά βραβεία διηγήματος και μυθιστορήματος (1960 – Κορομηλιά, 1963 – Στου Χατζηφράγκου) το ελλειπτικό, υπαινικτικό, σχεδόν σκόρπιο ύφος του Πολίτη ενθουσίασε το κοινό που τον λάτρεψε και τον αγάπησε. Το άδικο τέλος του (Φεβρουάριος 1974) με τις οικονομικές δυσκολίες, τους θανάτους της γυναίκας και της κόρης του και τις ταλαιπωρίες που υπέστη από τη Χούντα, ως μέλος του Κ.Κ.Ε., άφησαν μια οδύνη στους φίλους και αναγνώστες του, μα πάνω απ’ όλα θα τον θυμούνται όλοι για το ευγενές και κοσμοπολίτικο του χαρακτήρα του.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ύψιλον (1990), Εστία (1995), Γράμματα (2001) με υπέροχα δεσίματα και όμορφες επιμέλειες.

***

«Ερόικα» του Μιχάλη Κακογιάννη (1960)

Από τα ξεχασμένα αριστουργήματα του σπουδαίου Κύπριου σκηνοθέτη Μιχάλη Κακογιάννη, το οποίο, μάλιστα, σηματοδότησε τη στροφή στην καριέρα του τόσο σε επίπεδο θεματολογίας και προσέγγισης όσο και στην πορεία του στο διεθνές προσκήνιο. Μαζί με τον Νίκο Κούνδουρο αποφασίζουν να αφήσουν πίσω τους τον νέο-ρεαλιστικό ελληνικό κινηματογράφο της δεκαετίας του ’50, παρόλο που τους έδωσε διεθνείς διακρίσεις (το «Κυριακάτικο Ξύπνημα» υποψήφιο στις Κάννες, η «Στέλλα» και το «Κορίτσι με τα Μαύρα» απέσπασαν Χρυσές Σφαίρες και υποψηφιότητες στις Κάννες, το «Τελευταίο Ψέμα» υποψηφιότητες BAFTA και Κάννες, ανάλογες διακρίσεις οι ταινίες του Κούνδουρου) και να στραφούν σε δημιουργίες που να βρίθουν μοντερνιστικών στοιχείων και να αποτυπώνουν το ανήσυχο κλίμα της ταραχώδους δεκαετίας του ’60.

Η «μετέωρη» στροφή του Κακογιάννη ήρθε με το «Ερόικα» για να συνεχιστεί την υπόλοιπη δεκαετία με παραγωγές ιταλικές, βρετανικές και αμερικανικές που θα τον κάνουν πασίγνωστο. Με τη βοήθεια της Αγγλίδας σεναριογράφου και ηθοποιού Τζέιν Κομπ μεταφέρει ένα αληθινό διαμάντι της νέο-ελληνικής λογοτεχνίας, το «Ερόικα» του μεγάλου λόγιου του 20ου αιώνα Κοσμά Πολίτη, το οποίο αποτέλεσε κύριο βιβλίο του ελληνικού μοντερνισμού της εποχής. Το σενάριο πιστό στο βιβλίο του Πολίτη, αφηγείται τις κοινωνικό-πολιτικές ζυμώσεις της νεολαίας του Ναυπλίου, πρωτεύουσας της επαναστατικής Ελλάδας στις αρχές του 19ου αιώνα. Μια νεολαίας που ερωτεύεται, μισεί, παθιάζεται, παίζει και πειράζει τους μεγάλους. Παιχνίδια όμως που μερικές φορές γίνονται επικίνδυνα για ανθρώπινες ζωές και περιουσίες. Επίσης μας δείχνει τις σχέσεις των νεαρών Ελλήνων με τους συνομηλίκους τους από την Αγγλία και τη Γαλλία, τις Μεγάλες Δυνάμεις που είναι κυρίαρχες στην περιοχή, την εποχή εκείνη.

Η πρώτη αγγλόφωνη ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη, μια πολιτική που θα εγκαταλείψει ο Κύπριος σκηνοθέτης με το κλείσιμο της τριλογίας για την αρχαία τραγωδία το 1977 με την «Ιφιγένεια», κέρδισε βραβείο στη Θεσσαλονίκη και υποψηφιότητα για Χρυσό Λέοντα στο Βερολίνο. Η μη επιτηδευμένη αγγλική προφορά των πρωταγωνιστών ήταν ηθελημένη από τον ίδιο τον δημιουργό, η οποία μαζί με την υπέροχη φωτογραφία του βραβευμένου βρετανού Ουώλτερ Λάσσαλυ, τη μουσική του Αργύρη Κουνάδη και την επιμέλεια των κουστουμιών από τον ζωγράφο Γιάννη Τσαρούχη συνθέτουν ένα μωσαϊκό θετικών στοιχείων για την ταινία. Δίπλα στους μικρούς Έλληνες και Άγγλους πρωταγωνιστές υπάρχουν μεγάλοι ηθοποιοί όπως η Τασώ Καββαδία, ο Γιάννης Βόγλης, ο Νίκος Πιλάβιος και νεαρός Φαίδων Γεωργίτσης. Την επόμενη χρονιά ο Μιχάλης Κακογιάννης σκηνοθετεί το ιταλικής παραγωγής «Il Relitto», μια τελείως άγνωστη και δυσεύρετη ταινία.


Λίγα λόγια για τον σκηνοθέτη

Ο Μιχάλης Κακογιάννης γεννήθηκε στην Κύπρο το 1922 και σπούδασε θέατρο και κινηματογράφο στο Old Vic Theatre του Λονδίνου. Θεωρείται από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες του 20ου αιώνα και άξιος εκπρόσωπος του ελληνικού κινηματογράφου στο εξωτερικό. Μέλος της Ακαδημίας των Καννών το 1959 προτάθηκε για τρία Όσκαρ(το 1965 για τον «Αλέξη Ζορμπά»), κέρδισε δυο βραβεία στις Κάννες(το 1962 για την «Ηλέκτρα»), αμέτρητα βραβεία στην Θεσσαλονίκη και υποψηφιότητες στα Φεστιβάλ του Βερολίνου, των Καννών, της Βενετίας καθώς επίσης BAFTA και Χρυσές Σφαίρες. Έχει μείνει γνωστός για την σπουδαία τριλογία του για την αρχαία κωμωδία, την «Ηλέκτρα» το 1962, τις «Τρωάδες» το 1971 και την «Ιφιγένεια» το 1977. Μεγάλης αξίας και οι υπόλοιπες ταινίες μυθοπλασίας που έκανε με κυριότερες την «Στέλλα» και τον «Αλέξη Ζορμπά». Ασχολήθηκε επίσης με την τηλεόραση(για το αμερικάνικο δίκτυο τηλεταινία το 1974) και το θέατρο. Αποσύρθηκε το 1999 σκηνοθετώντας τον «Βυσσινόκηπο» του Τσέχωφ.


Νέστορας Ι. Πουλάκος

Δεν υπάρχουν σχόλια: