Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2008

Barracuda Club

Paul Éluard (1895 – 1952)
(Μέρος πρώτο)



οι μεταφράσεις αυτές, στη Μυρτώ

Πάθος


Μετά από χρόνια ολόκληρα σωφροσύνης

τόσο διάφανος ο κόσμος όσο μία βελόνα

τρυφερά γουργουρίσματα, θα ήτανε κάτι άλλο;

Έχοντας αντιπαλέψει, εκτιμήσει, το θησαυρό διασπαθίσει

Περισσότερα από ένα κόκκινα χείλη μ’ ένα κόκκινο στίγμα

Και περισσότερες από μια γάμπες λευκές μ’ ένα πέλμα λευκό

Για ποιους μας περνάμε λοιπόν;

***

Σουίτα


Κοιμάται, στο ένα μάτι η σελήνη, ο ήλιος στο άλλο,

Ένας έρωτας στο στόμα βαθιά, ένα πουλί όμορφο στα μαλλιά,

Στολισμένη καθώς οι αγροί, τα δάση, οι δρόμοι κι η θάλασσα,

Στολισμένη και όμορφη καθώς ο γύρος του κόσμου.


Φεύγεις διασχίζοντας το τοπίο,

Ανάμεσα στα κλαδιά του καπνού και τους καρπούς όλους του ανέμου,

Πέτρινες γάμπες σε κάλτσες από άμμο,

Πιασμένη στη μέση και σ’ όλους τους μύες του ποταμού

Κι η έσχατη έγνοια σ’ ένα πρόσωπο αλλοιωμένο.

***

Η ισότητα των φύλων


Τα μάτια σου έχουν επιστρέψει από μιαν αυθαίρετη χώρα

Όπου κανείς δεν έμαθε ποτέ τι είναι βλέμμα

Μήτε και γνώρισε την ομορφιά των ματιών, την ομορφιά της πέτρας,

Εκείνη του νερού της σταγόνας, το μαργαριτάρι μες τα ντουλάπια,


Την πέτρα γυμνή και χωρίς σκελετό, άγαλμα μου,

Ο ήλιος εκτυφλωτικός σε κρατάει καθρέφτη,

Κι αν μοιάζει να υπακούει στις δυνάμεις του δειλινού

Είναι που το κεφάλι σου είναι κλειστό, άγαλμα πτοημένο


Απ’ τον έρωτα μου και την πρωτόγονη πανουργία μου.

Ο ακίνητος πόθος μου το τελευταίο σου στήριγμα

Και δίχως μάχη σε μεταφέρω, εικόνα μου,

Τσακισμένη απ’ την αδυναμία μου κι αιχμάλωτη στους δεσμούς μου.

***

Στην καρδιά της αγάπης μου


Ένα πουλί όμορφο μου δείχνει το φως

Εκείνη στέκεται κατάφωρη μες τα μάτια του.

Πάνω σε μια σφαίρα από γκι τραγουδάει

Στον πυρήνα του ήλιου.

*

Τα μάτια των ωδικών κτηνών

Και τα άσματα της οργής ή της ανίας τους

Μου έχουν απαγορεύσει την έξοδο απ’ αυτό το κρεβάτι.

Εδώ θα περάσω τη ζωή μου.


Η χαραυγή σε χώρες δίχως χάρη

Λαμβάνει την εμφάνιση της λήθης.

Και που συγκινημένη μια γυναίκα αποκοιμιέται, την αυγή,

Το κεφάλι πρώτο, η πτώση του το φωτίζει.


Αστερισμοί

Γνωρίζετε το σχήμα του κεφαλιού της

Εδώ, συσκοτίζονται όλα:

Το τοπίο ολοκληρώνεται, αίμα στα μάγουλα,

Με τον ύπνο

Οι όγκοι μειώνονται και κυλούν στην καρδιά μου.

Και ποιος λοιπόν θέλει την καρδιά μου να πάρει;

*

Ποτέ μου δεν ονειρεύτηκα μιαν έτσι όμορφη νύχτα.

Οι γυναίκες του κήπου ζητούνε να μ’ αγκαλιάσουν –

Στηρίγματα τ’ ουρανού, τα δέντρα ακίνητα

Αγκαλιάζουνε τις σκιές που τα στηρίζουν.


Μια γυναίκα με καρδιά χλωμή

Βάζει τη νύχτα στα ρούχα της.

Ο έρωτας ανακάλυψε τη νύχτα

Στ’ αψηλάφητα στήθη της.


Πώς να βρεις στα πάντα την ηδονή;

Καλύτερα, όλα να τα διαγράψεις.

Ο άνδρας όλων των κινήσεων,

Όλων των θυσιών και όλων των κατακτήσεων

Κοιμάται. Κοιμάται, κοιμάται, κοιμάται.

Αθέατη, από τους στεναγμούς του διαγράφεται η νύχτα ελάχιστη.


Δεν νιώθει ούτε κρύο, ούτε ζέστη.

Δραπετεύει αιχμάλωτος για να κοιμηθεί.

Δεν είναι νεκρός, κοιμάται.


Όταν αποκοιμήθηκε

Όλα τον ξάφνιαζαν,

Έπαιζε με πάθος,

Παρατηρούσε,

Άκουγε.

Η τελευταία του λέξη:

« Αν ήταν να ξαναρχίσω, θα σ’ έβρισκα χωρίς να σε ψάξω ».

Κοιμάται, κοιμάται, κοιμάται.

Όσο και να σηκώνει η αυγή το κεφάλι

Εκείνος κοιμάται.

***

Η ερωτευμένη


Στέκεται όρθια στα βλέφαρα μου,

Και τα μαλλιά της μες τα δικά μου,

Έχει των χεριών μου το σχήμα,

Έχει των ματιών μου το χρώμα,

Βυθίζεται στη σκιά μου

Καθώς μια πέτρα στον ουρανό.


Έχει τα μάτια πάντα ανοιχτά

Και δεν μ’ αφήνει να κοιμηθώ.

Τα όνειρα της γεμάτα φως

Κάνουν τους ήλιους να εξατμίζονται

Με κάνουνε να γελώ, να κλαίω και να γελάω

Να μιλώ δίχως να έχω κάτι να πω.

***



Από τη συλλογή Πρωτεύουσα του πόνου (Capitale de la douleur,1926).




Δεν υπάρχουν σχόλια: