Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2008

Αφιέρωμα: Ελληνική ποίηση 1952 – 1974

Edvard Munch (1863 - 1944), The Scream (1893)



Μανόλης Αναγνωστάκης


Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ

(1954)


Ήρθες όταν εγώ…


Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Σαν κάθε νύχτα

Καίοντας την ανάμνηση πικρών θανάτων

Ανημποριά των γηρατειών, τρόμος της γέννησης,

Σε τρώγλες σκοτεινές, στην αγκύλη της ηδονής

Πέρα απ’ τους άδειους κάμπους των αποσπασμάτων

Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Α πως θα ζούσες

Εσύ κι εγώ μια τέτοιαν εποχή

Σάπιο φορτίο στ’ αμπάρι ενός

Μεθυσμένου καραβιού που πέθαναν όλοι

Βουλιάζοντας με χίλιες τρύπες στα κορμιά μας

Μάτια θολά που χλεύασαν το φως

Στόματα αδέσποτα στη φλούδα της ζωής

Καίοντας την ανάμνηση – Νεκροί

Σε μια εποχή ανέκκλητου θανάτου

Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Κι ούτε ένα νεύμα

Μια λέξη, όπως η σφαίρα στο στίγμα του λαιμού

Ούτε μι’ ανθρώπινη φωνή γιατί δεν είχε

Ακόμα γεννηθεί καμιά φωνή

Δεν είχε γεννηθεί τ’ άγριο ποτάμι

Που ρέει στις άκρες των δακτύλων και σωπαίνει.

Ανάμνηση ζωής – πότε ν’ αρχίζεις

Αδίστακτος και πράος να βγάζω λόγους

Να εκφωνώ στα κενοτάφια τους θρήνους

Φθαρμένους στων φθόγγων την πολυκαιρία

Και να κλειδώνεις τις μικρές μικρές χαρές

Όχι πατώντας στους νεκρούς σου πάνω στίχους

Γιατί αν είναι κόκκαλα, έρωτες ή χαμόσπιτα

Με την κουβέρτα στην ξώπορτα χωρίζοντας τον κόσμο

Στα δυο, κρύβοντας τον σπασμό και την απόγνωση

Κι έξω να ψάλλουν οι περαστικοί στο πείσμα των πιστών

Στο πείσμα του άρρωστου παιδιού και του χειμώνα

Α πως θα ζούσες μια εποχή. Κι αυτός αδίσταχτος,

Ο χρόνος, θρυμματίζοντας τη σκέψη

Τα στέρεα σχέδια και τις βίαιες αποφάσεις

Τα αιωρούμενα γιατί, τα υγρά χαμόγελα

Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Μη με γελάσεις

Αυτά δεν είναι τα κατώφλια που έχω σκύψει

Αυτές οι κρύπτες που ριγούν τα τρωκτικά

Δεν έχουν τίποτε απ’ τ’ άρωμα της λάσπης

Ούτε απ’ το χάδι των νεκρών στα όνειρα μας

Γιατί έχει μείνει κάτι – αν έχει μείνει –

Πέρα από θάνατο, φθορά, λόγια και πράξη.

Άφθαρτο μες στην τέφρα αυτή που καίω

Σαν κάθε νύχτα την ανάμνηση θανάτων

Πικρών και ανεξήγητων θανάτων

Γράφοντας ποιήματα χωρίς ήχους και λέξεις.


Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι…


Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που γνωρίσαμε

Αλλότριο πλήθος έρπει τώρα στις λεωφόρους

Αλλάξαν και των προαστίων οι ονομασίες

Υψώνονται άσυλα στα γήπεδα και στις πλατείες.

Ποιος περιμένει την επιστροφή σου; Εδώ οι επίγονοι

Λιθοβολούν τους ξένους, θύουν σ’ ομοιώματα

Είσαι ένας άγνωστος μες στο άγνωστο εκκλησίασμα

Κι από τον άμβωνα αφορίζουνε τους ξένους

Ρίχνουνε στους αλλόγλωσσους κατάρες.


Εσύ στους σκοτεινούς διαδρόμους χώσου

Στις δαιδαλώδεις κρύπτες που δεν προσεγγίζει

Ούτε φωνή αγριμιού ή ήχος τυμπάνου·

Εκεί δε θα σε βρουν. Γιατί αν σ’ αφορίσουν

Κάποιοι – αναπόφευκτα – στα χείλη τους θα σε προφέρουν

Οι σκέψεις σου θ’ αλλοιωθούν, θα σου αποδώσουν

Ψιθυριστά προθέσεις, θα σε υμνήσουν.

Με τέτοιες προσιτές επιτυχίες θα ηττηθείς.

Τεντώσου απορρίπτοντας των λόγων σου την πανοπλία

Κάθε εξωτερικό περίβλημα σου περιττό

Και της Σιωπής το μέγα διάστημα, έτσι,

Τεντώσου να πληρώσεις συμπαγής.


Το σκάκι


Έλα να παίξουμε.

Θα σου χαρίσω τη βασίλισσα μου

(Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη

Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη)

Θα σου χαρίσω τους πύργους μου

(Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου

Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)

Κι ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου

Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τι τους θέλω;

(Τραβάνε μπρος, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα)

Όλα, και τ’ άλογα μου θα στα δώσω

Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θα κρατήσω

Που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει

Δρασκελώντας τη μια άκρη ως την άλλη

Γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου

Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά

Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.


Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.


Κάθε πρωί…


Κάθε πρωί

Καταργούμε τα όνειρα

Χτίζουμε με περίσκεψη τα λόγια

Τα ρούχα μας είναι μια φωλιά από σίδερο

Κάθε πρωί

Χαιρετάμε τους χτεσινούς φίλους

Οι νύχτες μεγαλώνουν σαν αρμόνικες

– Ήχοι, καημοί, πεθαμένα φιλιά.


(Ασήμαντες

Απαριθμήσεις

– Τίποτα, λέξεις μόνο για τους άλλους.


Μα που τελειώνει η μοναξιά;)


Κι ήθελε ακόμη…


Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ

Δεν παραδέχτηκα την ήττα. Έβλεπα τώρα

Πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω

Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.

Μιλάτε, δείχνετε πληγές αλλόφρονες στους δρόμους

Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σα σημαία

Καρφώσατε σ’ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα

Η πρόγνωσίς σας ασφαλής: θα πέσει η πόλις.


Εκεί προσεχτικά, σε μια γωνιά, μαζεύω με τάξη,

Φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο

Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω

Με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω

Με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω.



Όρθιος, και μόνος σαν και πρώτα π ε ρ ι μ έ ν ω.


***


Σε συνεργασία με την Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης – Ποιείν :

http://www.poiein.gr/archives/3223/index.html

5 σχόλια:

loukritia είπε...

merci w grand écrivain γι'αυτό το αφιέρωμα!Ο,τι και να πω για τον Αναγνωστάκη θα 'ναι λίγο και παρωχημένο, γι'αυτό βάζω απλά μια διεύθυνση για το μελοποιημένο σκάκι, που είναι επίσης υπέροχο!!

http://www.esnips.com/doc/
2a90ad98-95bf-438f-b76c-dfb0b769fd94/

Le grand écrivain είπε...

Καλώς ήρθες Λουκρητία... (Βοργία?)...

loukritia είπε...

καλώς σας βρήκα!
ω, μα υπάρχουν τόσες... θα μπορούσατε να σκεφτείτε και τη μυθική...και πολύ πιο συνετή Λουκρητία. Αλλά φαντάζομαι η Βοργία σας είναι περισσότερο οικεία...

melen είπε...

..Την ίδια περίπου εποχή, κάτω απ' το χλωμό φως της ίδιας πόλης..


..αφανιζόμαστε, αδέρφια, αφανιζόμαστε,/
βαθμηδόν βουλιάζουμε μες στην ομίχλη/
μας αφομοιώνει η καταχνιά έναν έναν./

Παράξενα αντηχούν οι φωνές μέσα στη σιωπή/
κι ακόμα πιο παράξενοι οι σύντροφοι που βαδίζουν με τυφλά χέρια.

Ανέστης Ευαγγέλου
Απόσπασμα από το ποίημα ομίχλη
Από τη συλλογή Περιγραφή εξώσεως
(1960)

Χαιρετώ αγαπητέ
γι' άλλη μια φορά εξαιρετικές οι επιλογές σου

Le grand écrivain είπε...

Λουκρητία ελπίζω να μην με παρεξηγήσατε... αναφερόμουν απλώς στη σειρά του Milo Manara...

Melen, ευχαριστώ ακόμη μια φορά... ωραίος κι ο Ευαγγέλου... σκεφτόμουν μιαν ανάρτηση έκπληξη μάλιστα στον Ευαγγέλου αλλά έχω σκαλώσει σε εμπόδια πρακτικά...