Σάββατο, 11 Ιουλίου 2009

Metropolis


Είναι φορές που δεν προλαβαίνεις να φτάσεις μέχρι την άκρη του δρόμου και τότε τα πρόσωπα σβήνουν μέσα σε μιαν υγρή υπόμνηση αθανασίας οι σκιές παίρνουν να μεγεθύνονται στους τοίχους εξαϋλωμένες από τ’ αρρωστιάρικο φως των δημόσιων φανών και στο απομακρυσμένο βάθος των υγρασμένων πλακόστρωτων αντηχούν τα βήματα βιαστικά των περαστικών φαντασμάτων κάποιο σκυλί μακριά ουρλιάζει στο σκοτάδι κι εσύ περιπλανιέσαι δεμένος την ίδια πάντα σκιά σου χωρίς όνομα μες την πηχτή ομίχλη κοιτώντας από μακριά όλα τα κλειστά παράθυρα που σε χωρίζουνε απ’ τον κόσμο όλες τις τραβηγμένες κουρτίνες που σαν πεθαμένα γυναικεία νυχτικά σε χωρίζουνε από την αδιάντροπη γύμνια της οικόσιτης νύχτας απομακρυσμένος και έρημος τόσο βαθιά πανικοβλημένος η καρδιά μες το στήθος να σημαίνει ευάλωτη χιλιάδες παλμούς προσπαθώντας να πεταχτεί απ’ το στέρνο καθώς τα ποντίκια που ξεπετάγονται ξαφνικά απ’ τις κόγχες τους αριστερά και δεξιά τσαλαβουτώντας αδέξια στα απόνερα των οδών και διασχίζοντας βιαστικά την έρημη λεωφόρο ότι ο δολοφόνος είναι πάντα ο αμετάκλητα αποκλεισμένος αυτής της ζωής και όλοι αυτοί οι νεκροί που σιγά-σιγά συσσωρεύονται στους ώμους σου ανυποψίαστα επιμένουν αλλόκοτα να βαραίνουν να βαραίνουν να βαραίνουν μιαν επικοινωνία που δεν είναι πια δυνατή γιατί οι νεκροί δεν έχουν φωνή και τα βήματα του δολοφόνου ο μόνος ήχος στη Μητρόπολη μες τη βροχή



οι στάλες μες τη σιωπή


8 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Η μητροπολη με καυλωνει οταν ειναι υγρη, βρωμιαρα και προστυχη. Τις μερες που βρεχει φανταζομαι απο το κρεβατι μου οτι εχω πεος αφρικανικο, ενα ενα πηδω τα σκαλοπατια για να ανεβω στην ταρατσα, βουλιαζω το βλεμμα μου κατω, στο βυθο του νερολακου, με περιμενει, η τσουλα του νερολακου, νιαουριζει τα διαφορα ονοματα μου, ονοματα μελλοντικα και καθολου πλινθινα, πρωκτικα καλεσματα γλιστρω με τα σκουπιδια, φλουδες, καποτες μυξομαντιλα κουτια οικιακων συσκευων προς το μερος της, με τα δοντια μου ξεσκιζω μαυροσακουλες σκουπιδιων τα εσωρουχα της, ικετευει σκεφτομαι και αναψοκοκκινισμενη βυθιζω το παγωμενο μαχαιρι στο μουνι μου.

Ανώνυμος είπε...

Τέλος

Ανώνυμος είπε...

Ειναι πιο ζεστος απ'την κολαση , κυλα τον ιδρωτα του απ'το κουτελο στα δαχτυλα των ποδιων του. Θηλαζει ενα ενα τα κυτταρα του με την παρακμη της σκεψης του, ποτιζει με ουρα αναμενες λυχνιες σε βαθος διαδρομου.Μπροστα στην βλακεια ακομα και οι Θεοι ειναι ανισχυροι.

χ.ζ. είπε...

μερικοί στίχοι μοναδικοί...

Ανώνυμος είπε...

μοναδικος ηταν ο κωλος της......................................................................................................................................................................χαχα τι ψεμα

Le grand écrivain είπε...

Αγαπητέ χ.ζ. που να τους ακούσετε και επενδεδυμένους με μουσική... θα ζηλεύαν ο Schiller κι ο Beethoven...

Ανώνυμος είπε...

[...] και που να τους ακούσετε, αγαπητέ ζ.χ., νύχτα, βαδίζοντας υπό κυανούν κράνος κατά το διακοσιοστό τριακοστό ένατο Σ.Ε., ή φυλώντας τη σκοπιά σας, κάπου στον Βόρειο Έβρο.

χ.ζ. είπε...

δε γράφω ψέματα παιδιά μου.

ΥΓ. Ο βόρειος Έβρος πάντως μπορεί να χαρίσει ωραίους στίχους σε κάποιον «ετοιμοπόλεμο»...