Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2009

Το δίχως άλλο θα ξανασυναντηθούμε, Μικρό Αφιέρωμα στη Χρυσή Καρπαθιωτάκη


Χρυσή Καρπαθιωτάκη


Η πόλη των θηρίων


Η πόλη τούτη μ’ έχει ερωτευτεί

Αγκαθωτή στη φούστα μου γαντζώνεται

Όρκους ζητά και σημαδεύει το αύριο

Στα μάτια ανάμεσα με χέρι σταθερό

Άρρωστη πόλη στο κρεβάτι μου πλαγιάζει

Παραμιλά τενεκεδένιους στίχους

Βγάζει το νυχτικό μου μ’ αγαπά με πάθος

Έπειτα την ακούω στις σκάλες που κατρακυλάει

Πως θέλετε λοιπόν να ονειρευτώ

Η πόλη αυτή γρυλίζει μες τις φλέβες μου

Νυχθημερόν η πόλη με παραμονεύει

Γδέρνει τον ύπνο τις ορμές μου κατατρώει

Απ’ τα μαλλιά στο κόκκινο πάνω χαλί με σέρνει

Η πόλη αυτή ζητά τον έρωτα μου

Η πόλη θα προστάξει αργά η γρήγορα

Η πόλη θα νικήσει θα κατέβει

Απ’ τα τακούνια της θα κρεμαστεί στα σύρματα

Φωτιά θ’ ανάψει το βελούδινο φουστάνι της

Με φάλτσο θρήνο θ’ αντηχήσει στους φωταγωγούς

Ανάξιος άγγελος θα λάμψει στα μπαλκόνια

Η πόλη τούτη ξημερώνει

Μισές ημέρες παίζοντας στα πεζοδρόμια

Με ζάρια δανεικά η πόλη αντέχει

Τα νύχια μπήγει κι ανεβαίνει

Θηρίο στα θηρία βασιλεύει.


Νύχτα δέκα στίχων


η νύχτα απόψε με παραμονεύει


παραφυλά τον ύπνο μου τη σκέψη

νύχτα διπρόσωπη τυφλή σακατεμένη

διπλά προδίδει κι αγαπά διπλά δαγκώνει

βρέφος φασκιώνει τ’ όνειρο μου στο σεντόνι


βέρα μου σφίγγοντας στο δάχτυλο ματώνει

έφηβη σέρνει τη ψυχή μου στην αγχόνη

νύχτα διπρόσωπη τυφλή σακατεμένη

παραφυλά τον ύπνο μου τη σκέψη


η νύχτα απόψε που παραμονεύει


Σχολικό ενθύμιο


Συχνά τα βράδια

Κοιτάζει την παλιά φωτογραφία

Ταριχευμένο στιγμιότυπο μαθητικής

Εξόρμησης πρόσωπα μειδιώντα

Τριγύρω άνθη χρωματιστά

Φουστάνια των κοριτσιών προπάντων

Ένα ανεπίληπτο γαλάζιο του ορίζοντα


Κι αναρωτιέται

Πού βρέθηκε αυτή η απελπισία

Πώς διάβολε σε τέτοιες κραυγαλέες

Μέρες ήλιου τρύπωσε στην πόζα

Και ξέστηθη στο βάθος αχνοφαίνεται

Όμοια με τη σημερινή χλευάζοντας

Αναίσχυντα την ημερομηνία


Σημείωμα στο ψυγείο


Έχω ποτίσει τα λουλούδια στο μπαλκόνι.

Μην ψάξεις μες στην τσέπη θα σε κόψουν

Τα θρύψαλα απ’ το τελευταίο χάδι μου.

Κατά τ’ άλλα συνέχισε κανονικά

Να ντύνεσαι ζεστά να μην το παρακάνεις

Με το τσιγάρο να με θυμάσαι όταν

Ερωτεύεσαι και βρέχει.


Ο απών


Όπου ερημώσαμε Όπου αρνηθήκαμε

Στο δρόμο εκείνο που δεν πήραμε

Πριν από μας αιώνιο ένα βήμα


Πάντοτε εκεί που δεν Σ' αυτό

Που να ξεχάσεις πρέπει

Στο εκλιπόν Στο εγκαταλειφθέν

Ή απλώς

Σ' ό,τι ποτέ δεν αποχτήσαμε


Έρωτας αν αυτός

Πάντοτε απών


Εκ των υστέρων β'


Νομίζω εν τέλει

Τώρα καλύτερα μπορώ και σ' αγαπώ

Τώρα που ολόκληρος στη μνήμη μου

Βουβός διατηρητέος

Ένα μοναδικό ενσταντανέ

Άλγους απροσμέτρητου και κάλλους


Η Κυριακή


Θαρρώ μια μέρα θα ξαναβρεθούμε

Μια Κυριακή βεβαίως φθινοπωρινή

κομψά ενδεδυμένοι εν τω μέσω υπαιθρίων

αγγέλων μικροπωλητών λοιπών παρισταμένων

- ή το σενάριο παραλλάσσοντας

φιγούρες ασαφείς ωστόσο επίμονες

στο φόντο μιας μαυρόασπρης φωτογραφίας

Σαφώς σε τέτοιες ή παρεμφερείς συνθήκες

γονυπετείς μ' ακόμα αμετανόητοι

σφιχτά κρατώντας τις παλάμες μες στις τσέπες

και το κομμένο δάκτυλο αποκρύπτοντας

- λησμονημένο στο συρτάρι μεταξύ φακέλων

κι ετέρων αλληλογραφίας υλικών -

ιδανικοί ως υπήρξαμε εραστές ανεπαρκή

έστω δυο τέρατα ν' αγαπηθούμε

τις νύχτες κάτω απ' τα σεντόνια χωριστά

καθένας γλείφοντας του άλλου την αναπηρία

Το δίχως άλλο θα ξανασυναντηθούμε

τα φονικά τύμπανα κρούοντας ρευστά

επικίνδυνα αναβλύζοντας και φθόγγους

καυστικούς στο πλήθος μέσα έρημοι ακούραστοι

φριχτοί

- καθώς μαρμάρινη στιγμή θ' ακινητεί -

θ' αγκαλιαστούμε.

Τέλος εποχής


Παράξενα που υπήρξαμε

στο φευγαλέο βλέμμα των περαστικών

μια ελάχιστη αναγνώριση αξιώνοντας.

Νύχτες πολλές ν’ αποδεχτούμε

μπρος στον καθρέφτη το είδωλο μας

επίμονα πασκίσαμε – λοιπόν;

Μοιραία, η αντανάκλαση μας κάποτε

ταιριάζει στου τοπίου την προοπτική.

Μονάχα το περίγραμμα ελάχιστα

το δράμα παραλλάσσει ως εφιάλτης

απ’ την κορνίζα περισσεύει πολυγωνικός.

Αλλά το πλέον αλγεινό

Στο μέλλον όταν το χέρι με μια κίνηση

κοφτή επιδέξια τη χάρτινη βεντάλια

θα κλείσει την εικόνα τσαλακώνοντας

και θ’ απομείνει θρόισμα της ζωγραφιάς

σφήκα σφιγμένη στην παλάμη η φράση






Κυρίες και κύριοι λοιπόν

δαγκώνοντας έστω τη νύχτα στο λαιμό

αδέσποτοι καν στους δρόμους γαβγίζοντας

με την αγάπη διπλωμένη στα τέσσερα στην κωλότσεπη

με γόνατα μπαλωμένα βαλίτσες άδειες


παράδοξα μοιρασμένοι βαδίζουμε

σερνόμαστε κάποτε νήπια τυφλά μπουσουλάμε

μα πάντα


μια απόσταση νοητή διανύοντας ένα μικρό κομμάτι

της τροχιάς πείσμονες εμπειρίας ανεπίδεκτοι


συνεχίζουμε



Από την – εκτός εμπορίου – συλλογή Η Φυσαρμόνικα (2005)



Σμίκρυνση


Μάζεψα σ’ ένα χαρτόκουτο τα ενδεχόμενα μου

κι έπεσα για ύπνο.

Μικρή που φαίνομαι έτσι νοικοκυρεμένη

Σαν λάθος εξίσωση χάσκω προς όλες τις κατευθύνσεις.

Τι με κοιτάζεις με τόση φρίκη, συμβαίνουν

αυτά – απλώς απόμεινα μόνη

πεισματικά αναφλέχτηκα κόντρα στα μποφόρ.

Ξηλώνω λοιπόν τα μη απαραίτητα

να μην εξέχω απ’ τον κόσμο.

Το νέο μου μέγεθος επικυρώνει την απώλεια

όπως τη συνουσία το τσιγάρο μετά.

Τι με κοιτάζεις – σκέψου

Τώρα χωράω σίγουρα στη μέσα τσέπη

του παλτού σου δεν αποκλείεται και στο πορτοφόλι.

Είναι ένα αδιαφιλονίκητο πλεονέκτημα.


Αχνίζει κόκκινος στο κεφαλόσκαλο


εκεί και η αρχή της διερώτησης

η προπατορική απορία – ποιος

εμείς εκείνοι κάποιος άλλος

τρίτος – ποιος επιτέλους

ποιος


και φιδοσέρνεται τυλιγμένος λευκό σεντόνι

μ’ ανεμοδείχτες τρυπημένους στα πλευρά

στα μπράτσα – ποιος


στη νύχτα μέσα και τρίζει η μεσιανή

ντουλάπα ανέστιος αναίτιος εκείνος

ποιος


να μη ρωτάτε


ενόσω αναβλύζει ο λαιμός κομμένος

μισό το σώμα μέσα μισό έξω

ρέει χοχλακιστός κυλά – τι σημασία

σφαλίστε μόνο πόρτες και παράθυρα


Ζεϊμπέκικο


τα χέρια του απλώνει με την έξαρση

εκείνη του φονιά τη βεβαιότητα

πιλότου που γκρεμίζεται μπουκάλι

άδειο σφηνωμένη αγάπη ανάμεσα


Απρίλη κι άλλου Απρίλη στροβιλίζεται

στο αίμα απάνω που σφυροκοπά βαθαίνει

η μνήμη θάλασσα κι εκείνη αλλού

στον ύπνο της δαγκώνει τα μικρά της χέρια




Τρία από τα Οκτώ ποιήματα που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Ποίηση, τ. 27 (Άνοιξη – Καλοκαίρι 2006)

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Πέτυχες αγαπημένο πίνακα

Ευχαριστώ

melen είπε...

..κι' ένα δεύτερο ευχαριστώ..

Καλημέρα