Σάββατο, 7 Ιουνίου 2008

Από το "Ένας τρελός"


Guy de Maupassant

(1850 – 1893)


ΠΕΘΑΝΕ ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ Ανώτατου Δικαστηρίου, αδέκαστος δικαστής, που για την άμεμπτη ζωή του μιλούσαν σ’ όλες τις αυλές της Γαλλίας. Οι δικηγόροι, οι νεαροί σύμβουλοι και οι δικαστές υποκλίνονταν βαθιά, σε ένδειξη μεγάλου σεβασμού, μπροστά στην ψηλή, ωχρή και ισχνή φιγούρα του, που φώτιζαν δυο μάτια λαμπερά και διαπεραστικά. […] Πέθανε, λοιπόν, ογδόντα δύο χρόνων, περιβεβλημένος τις σχετικές τιμές, ακολουθούμενος από το πένθος ενός ολόκληρου λαού. Στρατιώτες με κόκκινες κυλόττες τον συνόδευσαν μέχρι τον τάφο του, ενώ άντρες με λευκές γραβάτες σκόρπισαν πάνω απ’ το φέρετρό του άφθονα λόγια περίλυπα και δάκρυα που έμοιαζαν αληθινά.

Κι όμως, ιδού το παράξενο έγγραφο που ο συμβολαιογράφος, σαστισμένος, ανακάλυψε στο γραφείο όπου συνήθιζε να κλειδώνει τους φακέλους των πιο διαβόητων εγκληματιών.

Έφερε τον τίτλο:

ΓΙΑΤΙ;

20 Ιουνίου 1851. – Βγαίνω από τη συνεδρίαση. Καταδίκασα τον Μπλοντέλ σε θάνατο! Γιατί, λοιπόν, αυτός ο άντρας σκότωσε τα πέντε του παιδιά; Γιατί; Συναντάμε συχνά τέτοιους ανθρώπους, για τους οποίους το ν’ αφανίσεις μια ζωή είναι ηδονή. Ναι, ναι, πρέπει να είναι μια ηδονή, η μεγαλύτερη απ’ όλες ίσως· αφού το να σκοτώνεις δεν είναι εκείνο που μοιάζει πιο πολύ με το να δημιουργείς; Φτιάχνεις και καταστρέφεις! Τούτες οι δύο λέξεις κλείνουν μέσα τους την ιστορία του σύμπαντος, ολόκληρη την ιστορία του κόσμου, όλα όσα υπάρχουν, όλα! Γιατί είναι μεθυστικός ο φόνος;

26 Ιουνίου. – Γιατί, λοιπόν, είναι έγκλημα το να σκοτώσεις; Ναι, γιατί; Είναι, αντιθέτως, ο νόμος της φύσης. Κάθε ον είναι προορισμένο να σκοτώσει: σκοτώνει για να ζήσει και σκοτώνει για να σκοτώσει.

– Ο φόνος είναι στη φύση μας· οφείλουμε να σκοτώσουμε! Το ζώο σκοτώνει ακατάπαυτα, ολημερίς, κάθε στιγμή της ύπαρξής του. Ο άνθρωπος σκοτώνει ακατάπαυτα για να τραφεί, μα καθώς έχει ανάγκη να σκοτώσει κιόλας από ηδονή, εφηύρε το κυνήγι! Το παιδί σκοτώνει τα έντομα που βρίσκει, τα μικρά πουλιά, κάθε ζωάκι που πέφτει στα χέρια του. Πώς να χορτάσει, όμως, έτσι η ακατανίκητη ανάγκη για σφαγή που υπάρχει μέσα μας; Δεν είναι διόλου αρκετό να σκοτώσεις ζώο· έχουμε, επίσης, ανάγκη να σκοτώσουμε άνθρωπο. Άλλοτε, ικανοποιούσαμε αυτήν την ανάγκη με τις ανθρωποθυσίες. Σήμερα, η αναγκαιότητα να ζούμε σε κοινωνίες μετέτρεψε τον φόνο σε έγκλημα. Καταδικάζουμε και τιμωρούμε τον δολοφόνο! Κι αφού δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς να παραδοθούμε σ’ εκείνο το φυσικό και επιτακτικό ένστικτο του θανάτου, ανακουφιζόμαστε κάπου κάπου με πολέμους, όπου ένας λαός ολόκληρος σφάζει έναν άλλον. Είναι, λοιπόν, μια ασωτία αίματος! Μια ασωτία που μέσα της οι στρατοί τρελαίνονται για αυτήν· μεθούν ακόμα κι οι αστοί, οι γυναίκες και τα παιδιά που διαβάζουν το βράδυ, κάτω από τη λάμπα, την οργιώδη εξιστόρηση των σφαγών. Και θα περίμενε κανείς να περιφρονούμε εκείνους που το πεπρωμένο τους ήταν να φέρουν σε πέρας αυτά τα χασάπικα ανθρώπων! Όχι. Τους φορτώνουμε με τιμές! Τους ντύνουμε με χρυσάφι και λαμπερά λάβαρα· φορούν στο κεφάλι φτερά, στο στήθος στολίδια και τους δίνουμε σταυρούς, αμοιβές, τίτλους κάθε είδους. Είναι περήφανοι, αξιοσέβαστοι· οι γυναίκες τούς αγαπούν και το πλήθος τούς επευφημεί μόνο και μόνο γιατί αποστολή τους είναι να χύσουν το ανθρώπινο αίμα! Σέρνουν στους δρόμους του θανάτου τα όργανά τους, που ο μαυροντυμένος περαστικός κοιτάζει με λαχτάρα. Αφού, το να σκοτώνεις είναι ο μέγας νόμος που η φύση έριξε στην καρδιά του όντος! Δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο και πιο έντιμο από το να σκοτώνεις!

30 Ιουνίου. – Ο φόνος είναι νόμος· γιατί η φύση αγαπά την αιώνια νιότη. Μέσα απ’ όλες τις ασύνειδες ενέργειές της, φαίνεται να φωνάζει: «Γρήγορα! Γρήγορα! Γρήγορα!» Όσο πιο πολύ καταστρέφει τόσο πιο πολύ ανανεώνεται.

3 Ιουλίου. – Πρέπει να είναι αλλόκοτη και μεθυστική απόλαυση το να σκοτώνεις, το να έχεις εδώ, απέναντί σου, το ζωντανό, σκεπτόμενο ον· να κάνεις εδώ μπροστά μια μικρή τρύπα, μονάχα μια τρυπούλα, να βλέπεις να κυλάει αυτό το κόκκινο πράγμα που είναι το αίμα που δίνει τη ζωή, και να μην έχεις πλέον απέναντί σου παρά μια σάρκινη σωρό, μαλακή, κρύα, αδρανή, άδεια από σκέψη!

5 Αυγούστου. – Εγώ, που όλη μου τη ζωή την πέρασα με το να κρίνω, να καταδικάζω, να σκοτώνω με τα λόγια που πρόφερα, να σκοτώνω με τη γκιλοτίνα εκείνους που σκότωσαν με το μαχαίρι, εγώ! Εγώ! Αν έκανα όπως όλοι οι δολοφόνοι που εκτέλεσα, εγώ! Εγώ! Ποιος θα το ήξερε;

15 Αυγούστου. – Ο πειρασμός! Ο πειρασμός μπήκε μέσα μου σαν ένα σκουλήκι που έρπει. Σέρνεται, προχωράει, πηγαινοέρχεται σε όλο μου το σώμα, στο μυαλό μου, που δεν σκέφτεται πλέον παρά τούτο: να σκοτώσει […]

22 Αυγούστου. – Δεν μπορούσα άλλο ν’ αντισταθώ. Σκότωσα ένα μικρό ζώο για να δοκιμάσω, για αρχή.

Ο Ζαν, ο υπηρέτης μου, είχε μια καρδερίνα σ’ ένα κλουβί που κρεμόταν στο παράθυρο του γραφείου. Τον έστειλα να ψωνίσει κάτι και πήρα το πουλάκι μες στο χέρι μου, στο χέρι όπου ένιωθα την καρδιά του να χτυπά. Ήταν ζεστό. Ανέβηκα στο δωμάτιό μου. Στιγμές στιγμές, το έσφιγγα πιο δυνατά· η καρδιά του χτυπούσε πιο γρήγορα· πράξη ειδεχθής, αλλά και απολαυστική. Κόντεψα να το πνίξω. Μα δεν θα έβλεπα το αίμα.

Πήρα λοιπόν ένα ψαλίδι, ένα μικρό ψαλιδάκι για τα νύχια και του έκοψα τον λαιμό με τρεις κοψιές, γλυκά. Άνοιγε το ράμφος, προσπαθούσε να μου ξεφύγει, μα το κρατούσα, ω! Το κρατούσα –μέχρι και λυσσασμένο σκύλο θα μπορούσα να κρατήσω– και είδα το αίμα να κυλά. Τι ωραίο που είναι, κόκκινο, λαμπερό, καθαρό, αίμα! Ήθελα να το πιω. Έβρεξα την άκρη της γλώσσας μου! Είναι καλό. Μα είχε τόσο λίγο εκείνο το φτωχό πουλάκι! Δεν είχα τον χρόνο ν’ απολαύσω αυτό το θέαμα όπως είχα θελήσει. Πρέπει να είναι υπέροχο να δεις να αιμορραγεί ένας ταύρος.

Κι ύστερα έκανα ό,τι κι οι δολοφόνοι, οι αληθινοί δολοφόνοι. Έπλυνα το ψαλίδι, έπλυνα τα χέρια μου, πέταξα το νερό και μετέφερα το σώμα του, το κουφάρι, στον κήπο για να το θάψω. Το έθαψα κάτω από μια φραουλιά. Δεν θα το βρουν ποτέ. Θα τρώω κάθε μέρα μια φράουλα από κείνο το φυτό. Πράγματι, πόσο μπορούμε ν’ απολαύσουμε τη ζωή, όταν ξέρουμε!

Ο υπηρέτης μου έκλαψε· πίστεψε ότι το πουλί είχε φύγει. Πώς να με υποψιαστεί; Αχ! Αχ!

25 Αυγούστου. – Πρέπει να σκοτώσω άνθρωπο! Πρέπει.

30 Αυγούστου. – Έγινε. Σιγά το πράγμα!

Είχα πάει να περπατήσω στο δάσος της Βερν. Δεν σκεφτόμουν τίποτα, όχι, τίποτα. Και να ένα παιδί στο μονοπάτι, ένα μικρό αγόρι που έτρωγε μια φρυγανιά με βούτυρο.

Σταμάτησε για να περάσω και μου είπε:

―Καλημέρα, κύριε πρόεδρε.

Κι η ιδέα μου μπαίνει στο μυαλό: «Αν το σκότωνα;»

Απάντησα: ―Είσαι μόνος αγόρι μου;

―Μάλιστα, κύριε.

―Ολομόναχος στο δάσος;

―Ναι, κύριε.

Η επιθυμία να το σκοτώσω με μεθούσε, όπως το οινόπνευμα. Πλησίασα μαλακά, πεπεισμένος ότι θα προσπαθούσε να ξεφύγει. Και να σου που το αρπάζω απ’ τον λαιμό... Το σφίγγω, το σφίγγω μ’ όλη μου τη δύναμη! Με κοίταξε με μάτια τρομαχτικά! Τι μάτια! Ολοστρόγγυλα, διαπεραστικά, διαυγή, φριχτά! Ποτέ δεν είχα ξανανιώσει τόσο άγρια συγκίνηση... μα τόσο σύντομη! Κρατούσε τους καρπούς μου στα χεράκια του και το κορμί του διπλωνόταν σαν φτερό στη φωτιά. Ύστερα δεν ξανακουνήθηκε.

Η καρδιά μου χτυπούσε, αχ! Η καρδιά του πουλιού! Έριξα το σώμα στη χαράδρα κι έπειτα το κάλυψα με χορτάρι.

Επέστρεψα, δείπνησα καλά. Σιγά το πράγμα! Το βράδυ ήμουν πολύ χαρούμενος, ελαφρύς, αναζωογονημένος· πέρασα τη βραδιά στο σπίτι του νομάρχη. Με βρήκαν πνευματώδη.

Μα δεν είδα το αίμα! Είμαι ήρεμος.

30 Αυγούστου. – Ανακάλυψαν το πτώμα. Ψάχνουν τον δολοφόνο. Αχ! Αχ!

1η Σεπτεμβρίου. – Έπιασαν δυο αλήτες. Λείπουν αποδείξεις.

10 Οκτωβρίου. – Η επιθυμία να σκοτώσω τρέχει μες στο μεδούλι μου. Μοιάζει με τις ερωτικές ορμές που σε ταλαιπωρούν στα είκοσι.

20 Οκτωβρίου. – Ακόμα ένας. Περπατούσα κατά μήκος του ποταμού, μετά το γεύμα. Πήρε το μάτι μου έναν ψαρά αποκοιμισμένο. Ήταν μεσημέρι. Μια τσάπα έμοιαζε επίτηδες χωμένη σ’ ένα γειτονικό χωράφι με πατάτες.

Την πήρα, επέστρεψα· τη σήκωσα σαν ρόπαλο και, μ’ ένα μόνο χτύπημα, κομματιάζοντάς το, έκοψα το κεφάλι του ψαρά. Ω! Εκείνος αιμορραγούσε! Αίμα ροζ, γεμάτο μυαλά! Κυλούσε απαλά μες στο νερό. Έφυγα με βήμα βαρύ. Αχ! Αν μ’ έβλεπαν! Ήμουν ένας εξαιρετικός δολοφόνος.

25 Οκτωβρίου. – Η υπόθεση του ψαρά έκανε μεγάλο ντόρο. Κατηγορούν τον ανιψιό του –που ψάρευε μαζί του– για το έγκλημα.

26 Οκτωβρίου. – Ο ανακριτής ισχυρίζεται ότι ο ανιψιός είναι ένοχος. Όλος ο κόσμος το πιστεύει στην πόλη. Αχ! Αχ!

28 Οκτωβρίου. – Ο ανιψιός κόντεψε να ομολογήσει, λίγο έλειψε να χάσει το κεφάλι του! Αχ! Αχ! Η δικαιοσύνη!

15 Νοεμβρίου. – Έχουμε αδιάσειστες αποδείξεις εναντίον του ανιψιού, που θα κληρονομούσε τον θείο του. Θα προεδρεύσω στο κακουργιοδικείο.

15 Ιανουαρίου. – Εις θάνατον! Εις θάνατον! Εις θάνατον! Τον καταδίκασα σε θάνατο! Ω! Ο εισαγγελέας μίλησε σαν άγγελος! Αχ! Αχ! Ακόμα ένας. Θα παρακολουθήσω την εκτέλεσή του.

10 Μαρτίου. – Τέλειωσε. Σήμερα το πρωί αποκεφαλίστηκε στη γκιλοτίνα. Είναι υπέροχα νεκρός! Υπέροχα! Πόσο μ’ ευχαρίστησε! Τι ωραίο που είναι να βλέπεις να κόβουν το κεφάλι ενός ανθρώπου! Το αίμα ξεπήδησε σαν πίδακας, σαν πίδακας! Ω! Αν μπορούσα, θα ήθελα να βουτήξω μέσα του. Τι μέθη να ξάπλωνα εκεί κάτω, να το ένιωθα να πέφτει στα μαλλιά και στο πρόσωπό μου και να σηκωνόμουν κατακόκκινος, κατακόκκινος! Αχ! Αν ξέραμε!

Τώρα θα περιμένω, μπορώ να περιμένω. Πλέον ελάχιστα πράγματα θα με άφηναν έκπληκτο.



Guy de Maupassant: Ένας τρελός (Mτφρ.: Αγγελική Σιγούρου): Aπό το βιβλίο Tο Hμερολόγιο ενός Tρελού [Eκδ. Hλέκτρα, 2008] που περιλαμβάνει επίσης το διήγημα Tο ημερολόγιο ενός τρελού Nικολάι Γκόγκολ και Tο ημερολόγιο ενός τρελού του Λου Xσουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: