Τετάρτη, 1 Απριλίου 2009

Ο Νέστορας Πουλάκος διαβάζει Γιάννη Τζώρτζη


Γιάννης Τζώρτζης


ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Απ’ το τυφλό σκοτάδι του οράματος υποβρυχώμαι το θάνατο :
είναι μήνας Ιούλιος και το χιόνι της Ιρλανδίας μια
επώδυνη ανάμνηση. Ο ήλιος σπαράζει τα ονόματα, ο άνεμος
τη σιωπή των πεδιάδων και των ήσυχων λόφων. Κι
έρχεται πάλι η ώρα να κατέβουμε στη θάλασσα. Εδώ δεν
υπάρχει ζωντανό πλάσμα να τολμήσει το λόγο. Μα ούτε
κι ο λόγος ανοίγει το τρομαγμένο του κεφάλι του εδώ. Μόνο
κοιτάζοντας τα ψηλωμένα σύννεφα ανεβαίνει ο σκοτεινός
βυθός και σε τραβάει. Μαζί του χορεύουν ως το θάνατο
τα φονικά ταράγματα του ύπνου. Τώρα ο βυθός κανοναρχεί
και λάμπει. Ο χρόνος πλέον δεν είναι τίποτα,
τον υποτάσσει ανοίγοντας το στήθος.

Όπου σταματάς για μια νύχτα, εκεί περνάς ολόκληρη ζωή.


Από τη συλλογή Ο Ύπνος του Κυνηγού, εκδ. Ερατώ (1990).


ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ


Είσαι μια πόλη τη νύχτα. Η ερημιά σου είναι μια μονότονη υγρασία
που κεντάει τα κόκαλα. Τα ονόματα των δρόμων σου παγώνουν στο
πέρασμα του χρόνου. Όλα μέσα μου φωνάζουν να σε γνωρίσω.
Ανηφοριές, μαχαλομάγαζα, άδειες πλατείες. Ρίγη της υγρασίας,
ρίγη της ιστορίας. Κάποτε είχες κι εσύ ένα όνομα. Τώρα ζωντανεύεις
τα παιδικά μου αναγνώσματα κι οι στρατιές της νύχτας πληθαίνουν.

*

Δεν ξέρω τώρα πως να σου το πω : Έρχεσαι καμιά φορά ξαφνικά
στη ζωή μου, τα βράδια όταν ανοίγω γυρίζοντας την πόρτα και δεν έχω πουθενά να σε ζητήσω, βλέπεις τον εύκολο δρόμο που παίρνω πάντα για το δύσκολο τέλος, χτυπάς τις φτερούγες σου κι ο αέρας μικραίνει. Σ’ αυτό το άδειο δωμάτιο μπορώ να σου μιλήσω, να σε κρατήσω. Να παραδοθώ χωρίς να πονέσω. Να κάψω πάνω μου το όραμά σου, να μπω με μάτια μεγάλα σε μια καινούρια φρεναπάτη. Να σου αλλάξω όνομα, να σου αλλάξω σχήμα. Πολλά μπορώ να κάνω μακριά από σένα. Και να τώρα – δεν πρόλαβα καλά καλά να το πω –, ένα πηχτό σύννεφο πέρασε πάνω απ’ το φεγγάρι που σε θύμιζε κι η καρδιά μου σκοτείνιασε τόσο ψηλά που είσαι.

*

Το κορμί σου με βασανίζει πάντα, η μακρινή λευκότητά του. Η σκέψη του σώματός σου με κυκλώνει : τα χέρια σου, που βγαίνουν ξαφνικά από τους τοίχους, τα στήθη σου, ο πανικός του ονείρου.

*

Ένα απόγευμα –θα ‘ναι χειμώνας, η μέρα ξυράφι- θα μπεις σ’ ένα ταξί, θα τρέξεις φωτεινή μέσα στην πόλη, θα έρθεις στο δωμάτιο, θα με συναντήσεις. Θα με βρεις στο παράθυρο να κοιτάζω τα απέναντι σπίτια. Θα καθίσουμε μαζί. Στο τραπέζι, θ’ ανοίξω ένα μπουκάλι κρασί, θα σε σερβίρω. Θα μιλάς μονάχα εσύ : θα λες για όλα αυτά τα χρόνια, τα γράμματα, το τηλέφωνο. Θα πίνω απ’ το κρασί και θα σ’ ακούω, θα σ’ ακούω μέχρι τη μεγάλη νύχτα. Τότε θα ‘χουν τελειώσει και τα λόγια – το κρύο τώρα πιο αισθητό –, θα σηκωθώ αργά, θα ξαπλώσω στο στρωμένο κρεβάτι. Ο αέρας θα δυναμώνει, θα πέφτει μια μικρή βροχή, θ’ ακούω την πόρτα να κλείνει.

*

Όλο το βράδυ γέμιζα το δωμάτιο με το κορμί της – το πρωί δεν είχε αέρα ν’ αναπνεύσω.


ΕΠΙΜΕΤΡΟ


Είπα ως την αγάπη να κατέβω ένα απόγευμα – μη με ρωτάς που πήγα.


Από τη συλλογή Το Κέρασμα του Απογεύματος, εκδ. Ίκαρος (1993)


***

«Είπα ως την αγάπη να κατέβω ένα απόγευμα – μη με ρωτάς που πήγα.»

Τα πιο ωραία, τα πιο γλυκά βιβλία, είναι εκείνα που βρίσκεις τυχαία, σε ανύποπτο χρόνο, ανύποπτο μέρος και με περίεργη διάθεση συνάμα. Ένα παλαιοβιβλιοπωλείο του κέντρου, μια φευγαλέα ματιά αλλά και η χαρά της στιγμιαίας απόφασης μου έδωσαν τροφή για σκέψη, ποιητική θα έλεγα, για αρκετό καιρό.
Κριτική επί της ουσίας δεν πρόκειται να κάνω. Και απεριόριστες γνώσεις ποιητικής τέχνης να είχα πάλι δε θα το έκανα. Άλλωστε, όπως είχα στο παρελθόν τονίσει μέσω του blog, μου αρκεί η λιτή παρουσίαση ενός δυνατού βιβλίου, αγαπημένου, κομματιού του εαυτού του αναγνώστη σε μια εποχή, ένας άλλος τρόπος ώθησης, προτροπής δεν ξέρω, να το διαβάσουν κι άλλοι. Ποιήματα του Γιάννη Τζώρτζη είχα ακούσει κάποια βραδιά στο «ΑΝ» στα Εξάρχεια από τον Ίκαρο Μπαμπασάκη. Μου άρεσε. Τον αναζήτησα, μάταια όμως! Ώσπου ήρθε το τελευταίο –ίσως- βιβλίο του (εν έτη 1993, δεν έχω άλλες πληροφορίες για τον ποιητή, συγχωρήστε με) «Το Κέρασμα του Απογεύματος». Τριανταπέντε σελίδες, εικοσιτέσσερα πεζά ποιήματα, απόλυτα ερωτικά, απόλυτα αισθησιακά, απόλυτα ψυχογραφήματα ενός άνδρα, που παίρνει διάφορα πρόσωπα και καταλήγει, χωρίς να βλέπει ή να ξέρει την κατάληξη, στο αδιέξοδο του έρωτα ή της ίδιας του της ύπαρξης.

«Είσαι μια πόλη μέσα στη νύχτα. Η ερημιά σου είναι μια μονότονη υγρασία που κεντάει τα κόκαλα. Τα ονόματα των δρόμων σου παγώνουν στο πέρασμα του χρόνου. Όλα μέσα μου φωνάζουν να σε γνωρίσω (…)»

Ο Γιάννης Τζώρτζης αφηγείται μικρές ιστορίες μοναξιάς και κατάθλιψης, όπως εκείνες της γυναίκας του μικρού χωριού σε δύο επίπεδα. Μιλάει για ανθρώπους που σκέφτονται, σκέφτονται τα όνειρά τους, τη ζωή τους, τη πορεία της ύπαρξής του. Απευθύνεται στην Γυναίκα! Μια είναι η γυναίκα, και ένας ο έρωτας στα εωθινά λόγια του. Την κοιτάζει, βυθίζεται στα λόγια της, στα μάτια της, την μυρίζει, προσπαθεί να την καταλάβει…

«Ζεις σ’ ένα μόνο δωμάτιο και φέρνεις μέσα του τη θάλασσα και την αγχόνη.»

Πάνω από όλα ο ποιητής, ψυχογραφείται αλλά και ψυχογραφεί τα προσωπεία που παίρνει. Παίρνει τη θέση της γυναίκας προκειμένου να την νιώσει, μιλάει για τον εαυτό του, τον οικτίρει, τον ψέγει, τον κατηγορεί ίσως, μπορεί απλά και να τον μαλώνει. Αυτοκριτικάρεται όμως…

«Αργότερα στον καθρέφτη ένα άγνωστο πρόσωπο κάτι θυμίζει. Πολλά χρόνια έχουν περάσει από τότε.»

Το σημαντικότερο από όλα τα παραπάνω, όμως, είναι ότι ερωτεύεται. Και ερωτεύεται, δεν παίζει. Με όλη τη σημασία της λέξης. Ερωτεύομαι, ερωτεύεσαι, ερωτεύεται, ερωτευόμαστε, ερωτεύεστε, ερωτεύονται. Κάθε φορά που κλίνεις το ρήμα, κάθε φορά νιώθεις ότι αυτά που γράφει ο κυρ-Τζώρτζης είναι υπερχειλισμένα από την απόλυτη ηδονή του απόλυτου πάθους στην απόλυτη στιγμή της αιώνιας ευτυχίας του ανθρώπου.

«Δεν ξέρω πώς να σου το πω. Έρχεσαι καμιά φορά ξαφνικά στη ζωή μου, τα βράδια όταν ανοίγω γυρίζοντας την πόρτα και δεν έχω πουθενά να σε ζητήσω (…) Σ’ αυτό το άδειο δωμάτιο μπορώ να σου μιλήσω, να σε κρατήσω. Να παραδοθώ χωρίς να πονέσω (…)»

Κι ένας στίχος, μα τι στίχος :

«Το κορμί σου με βασανίζει πάντα, η μακρινή λευκότητά του. Η σκέψη του σώματός σου με κυκλώνει : τα χέρια σου, που βγαίνουν ξαφνικά από τους τοίχους, τα στήθη σου, ο πανικός του ονείρου.»

Μιλώντας για την μοναξιά, νομίζεις πως μια ελεγεία είναι έτοιμη για το αδηφάγο ποιητικό κοινό. Μα ο Τζώρτζης παραθέτει λίγες γραμμές, κάποιες λέξεις σκοτώνουν και μοιράζουν ραβασάκια στον μακρινό θάνατο των ωρών που έχουμε ξοδέψει όλοι μόνοι μας.

«Και τότε η νύχτα θα γίνεται βαθιά κι αμίλητη, η μοναξιά θα σφυρίζει στα παγωμένα κόκαλα, τα δωμάτια θα φουσκώνουν ως πάνω αίμα λευκό, και θα ‘ρχεσαι, που χάθηκες τόσο θα μου ψιθυρίζεις, το χέρι σου θα με αγγίζει, θα με σκορπίζει.»

Και ω! η ομορφιά, ύμνος στην θεότητα που σκότωσε ανθρώπους και υπάρξεις κυλίστηκαν στον βούρκο του θανάτου τους, λατρεύοντας τον διάβολο για χάρη της.

«Ας μπορούσα απόψε να σηκώσω τα μάτια μου στην ομορφιά. Θυμάμαι κάποτε ακούμπησα το πόδι σου στον πυρετό του απογεύματος, ήταν ζεστό και σκέφτηκα για μια στιγμή πόσο παρήγορη μπορεί η ανάσα της ζωής να είναι (…)»

Άκου Γιάννη Τζώρτζη, σε μια συζήτηση που είχα στα Εξάρχεια, χαρακτήρισα το «Κέρασμα..» ένα μικρό «Μονόγραμμα», σε τέτοιο βαθμό μου τα έδωσε τα συναισθήματα βαθιά μες στην ψυχή, κι ας γίνω ένας μικρός ιερόσυλος του Ελύτη, τον λατρεύω έτσι κι αλλιώς. Άκου Γιάννη Τζώρτζη θα γράψεις και πάλι για τον έρωτα και τα συν αυτώ πράγματα, για να ερωτευτούν κι άλλοι άνθρωποι - ακούς;

«Όλο το βράδυ γέμιζα το δωμάτιο με το κορμί της – το πρωί δεν είχε αέρα ν’ αναπνεύσω.»

*Ο Γιάννης Τζώρτζης ανήκει στην γενιά του ’80. Πριν το «Κέρασμα..» είχε εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές «18 Ποιήματα»(1985), «Ο Ύπνος του Κυνηγού»(1990), είχε επιδοθεί σε μεταφράσεις αλλά και βιογραφίες όπως εκείνων του Μπομπ Ντύλαν και των Αφων Μαρξ. Ευπρόσδεκτες όποιες πληροφορίες για τον Γιάννη Τζώρτζη.


Νέστορας Πουλάκος

***


Αναδημοσίευση από την Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης – Ποιείν:

http://www.poiein.gr/archives/910/index.html


http://www.poiein.gr/index.php?s=%CD%DD%F3%F4%EF%F1%E1%F2+%D0%EF%F5%EB%DC%EA%EF%F2&submit=%C1%ED%E1%E6%DE%F4%E7%F3%E7



6 σχόλια:

Le grand écrivain είπε...

Η παράνοια της εξουσίας

Θα μπορούσε και να είναι πρωταπριλιάτικη φάρσα, αλλά δεν είναι! Ο ευφάνταστος πρόεδρος της 5ης γαλλικής δημοκρατίας, στην απελπισμένη του αναζήτηση νέων οικονομικών πόρων, είναι διατεθειμένος να δημιουργήσει ένα ειδικό αστυνομικό σώμα, εφοδιασμένο με νεροπίστολα (!!!), και το οποίο θα είναι επιφορτισμένο με το κόψιμο κλήσεων σε όσους καπνίζουν στο δρόμο (ευτυχώς δηλαδή που δεν θα μας συλλαμβάνει... αν και αυτό το σημείο δεν το διευκρίνισα προς ώρας...)... τα σχόλια νομίζω περιττεύουν...



http://www.liberation.fr/vous/0101559533-l-interdiction-de-fumer-dans-la-rue-c-est-pour-bientot

Ανώνυμος είπε...

Καλα τα νεροπιστολα για ποιο λογο χρειαζονται? θα σβηνουν μ αυτα τα τσιγαρα?

Ανώνυμος είπε...

μπλα μπλα, ολο λογια και χειρονομιες. και οι εφημεριδες παντα εκει. τι σθενος...

Ανώνυμος είπε...

οχι οτι εχω κατι με την επικαιροτητα μια χαρα μυρωδια εχει και μαρεσει επισης που αφηνει μια μαυριλα στα χερια μετα τη διυλιση, η ακαθαρσια, τα σκατα μενουν σαν μαυριλα στα σεπτα δαχτυλα. κατα τα αλλα δεν εχω κανενα απολυτως προβλημα με την επικαιροτητα ουτε με εκεινους που ασχολουνται σοβαρα με εκεινη.

Ανώνυμος είπε...

ψεμματα σας λεγω. σιχαινομαι την καθημερινοτητα κ εκεινους που μπορουν να ασχοληθουν με εκεινη, την επικαιροτητα. εχω ενα ειδος παραλυσιας, ανικανοτητας να της πω ενα χαιρετισμο, ενα απλο καλημερα ισως, και ζηλευω, φθονω ολους τους απανθρωπους που μπορουν να μιλησουν απλα μαζι της, σαν να την ανταμωνουν στον απογευματινο περιπατο τους. πολυ θα ηθελα να πιασουν οι καταρες μου. να σας πεσουν τα μαλλια, να σας πεσουν τα πουλια σας, και να σας φυτρωσουν φυκια στο υπολοιπο κορμι σας. o fell frozen anti-bloger και α-γνωστος flamer.
α και κατι αλλο, δεν ειμαι αυτος που νομιζετε.

Le grand écrivain είπε...

Εδώ κανείς δεν ασχολείται σοβαρά με τίποτα... πόσο μάλλον με την καθημερινότητα... και φυσικά έχει χάσει κάθε ικανότητα να νομίζει... τα φύκια τα ξεριζώνω απ' το κορμί μου κάθε μέρα, εκείνα όμως επιμένουνε να φυτρώνουν με μεγαλύτερο θράσος...