Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2009

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993

Η λίμνη των Ιωαννίνων παγωμένη (δεκαετία '20)


Μιχάλης Γκανάς

(1944)


Από τη συλλογή Γυάλινα Γιάννενα (1989)


Γυάλινα Γιάννενα


I


Χάραζε ο τόπος με βουνά πολλά

κι ανάτελλε τα ζωντανά του,

καλούς ανθρώπους και κακούς, νυφίτσες,

αλεπούδες, μια λίμνη ως κόρην

οφθαλμού και κάστρα πατημένα.


Θα ‘ναι τα Γιάννενα, ψιθύρισα,

στο χιόνι και στον άγριο καιρό

γυάλινα και μαλαματένια.

Κι όσο πήγαινε η μέρα,

σαν το βαπόρι σε καλά νερά,

είδα και μιναρέδες κι άκουσα

τα μπακίρια να βελάζουν.


II

στον Χρήστο Μπράβο


Μια τέτοια νύχτα, πριν από χρόνια,

κάποιος περπάτησε μόνος, δεν ξέρω πόσα

λασπωμένα χιλιόμετρα.

Νύχτα και συννεφιά χωρίς άστρα.

Ξημερώματα μπήκε στα Γιάννενα.


Στο πρώτο χάνι έφαγε, και κοιμήθηκε

τρία μερόνυχτα. Ξύπνησε απ’ το χιόνι

που έπεφτε μαλακά, στάθηκε στο παράθυρο

κι άκουγε τα κλαρίνα.

Πότε θαμπά και πότε δίπλα του,

όπως τα ‘φερνε ο άνεμος.

Κι άκουσε μετά τη φωνή

πεντακάθαρη, από κάπου κοντά,

σαν αλύχτημα και σαν να την έσφαζαν

τη γυναίκα κι ούτε καβγάς ούτε

τίποτε άλλο, χιόνιζε όλη νύχτα στα Γιάννενα.

Ξημερώματα πλήρωσε τι χρωστούσε

και γύρισε στο χωριό του.


Στα πενήντα του θα ‘τανε

με γκρίζα μαλλιά και τρεις θυγατέρες

ανύπαντρες, χήρος τέσσερα χρόνια,

με τη μαύρη κάπα στις πλάτες,

και τι χιόνι σήκωσαν τούτες οι πλάτες

κανένας δεν το ‘μαθε.


III


Νερόμυλοι αλέθουνε σιτάρι, καλαμπόκι

μαύρο, η μνήμη του χλοΐζει ονόματα

και τόπους, μα δεν ακούει τον άνεμο

κι ας τρέμει, ας κυματίζει το χορτάρι

κι όταν μιλάει τα λόγια χάνονται

σε χαραμάδες και χαλίκια του κορμιού του,

μα να την μια γυναίκα τώρα,

που λέει τ’ όνομά του δυο και τρεις φορές

μ’ ανθρώπινη λαλίτσα.


Θάνατε μη τον κατατρέχεις άλλο

κι εσύ ζωή μη του γεμίζεις άμμο

τις ραφές των ρούχων του και τα ρουθούνια,

κατέβηκε από ψηλά βουνά και νάτος τώρα

πάνω στο δίσκο της αγάπης,

που θα τον κάνει μια μπουκιά,

στη φυλλωσιά της θα τον κρύψει,

πως κρύβει δέντρο το πουλί.


IV

στον Φίλιππο Βλάχο


Θολό ξημέρωμα, σοκάκια και σκυλιά

δεμένα, μα στον αέρα κάτι απ’ τα μαλλιά της,

που τα ‘λουζε το Σάββατο βράδυ μοσχοσάπουνο.

Απέστρεφε τα μάτια ο Παντοκράτορας

απ’ τα πλεούμενα της λίμνης να τη δει

και τότε σήμαιναν οι Χριστιανοί στις εκκλησιές.


Φυσάει το Μιτσικέλι κι οι ντάπιες

πέφτουν μία μία στα χέρια των εχθρών,

μα ποιων εχθρών που νάτος

φάνηκε ο εισπράκτορας με γκρίζο αμπέχωνο,

με βήχα και τσιγάρο,

βρίζει τον οδηγό και τους τουρίστες,

τον Ρόβα πέρα στη Βλαχιά.


V

Σ’ ακούω που περνάς τα μεσημέρια

αλάτι κουβαλώντας νοτισμένο

κι όπως χτυπούν τα πέταλα στις πέτρες,

μυρίζει θειάφι ο πικρός αέρας.


Σ’ ακούω που περνάς τους λαβωμένους

με τις πληγές τους σταυρωτά στο στήθος,

δεμένους με τριχιές κι άλλους με σύρμα,

τον Κωσταντή στο ίδιο του το αίμα.


Σ’ ακούω τον όρθρο που οι παπάδες ψέλνουν,

Κι είναι βουβές στον ύπνο μου οι καμπάνες,

μ’ ένα ραβδί, τυφλός, να ζητιανεύεις

κι αχνίζει απ’ τα μαλλιά σου μαύρο αίμα.


Στους ουρανούς δεν πάει σαν το λιβάνι,

στα σύρματα κουρνιάζει, στις κολόνες,

γκρίζο πουλί με κόκκινα ποδάρια,

που κρυφακούει τα φοβερά μαντάτα.


VI


Παράκτια πολυβολεία να βαρούν τη θάλασσα,

μόνος εγώ με τα μποστάνια πίσω μου

και τα βουνά βραδυφλεγή κι απύθμενα.

Φτέρνα που τα πατεί, βρυσούλα που τα βρέχει

και το ντουφέκι ύπουλο σαν ερπετό

τ’ ακούς εδώ τ’ ακούς πιο πέρα,

κλείνουν σπίτια μαυροφορούν γυναίκες,

κατηφορίζουν τα χωριά για το ποτάμι.

Οι κέδροι ψύχουν τον ορίζοντα,

πέφτει χαλάζι, πέφτει βαρύς

ο ουρανός στους ώμους,

που ξαποσταίνει το γαλάζιο, που μοιράζεται.


Το λίγο στο μυρμήγκι

το πολύ στον τζίτζικα,

οι ρώγες του στα θεοπούλια.


Ας πάει κι άλλο αυτό το τσέρκι,

θα παίξει θα νυστάξει το παιδί,

χωρίς το φύλακα άγγελο

θα τριγυρνά στη νύχτα.

Κι αν θα βρεθεί γυναίκα να του φέγγει.

VII

Τον ξέρω αυτό τον τόπο,

ξαναπέρασα παιδί με το πουλάρι μου.

Έ χουν αλλάξει όλα

κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό.


Ξαπλώνω στο ψηλό χορτάρι,

άνοιξη και βροχή, δεν κλαίω.

Ας ξαναπέσουν όλα

στην πράσινη βουβή αγκαλιά.

Γυρίζω μπρούμυτα κι ακούω

Το καπάκι τ’ ουρανού που κλείνει.


Σ’ αυτή την κιβωτό

Είμαι το είδος δίχως ταίρι.


Χριστουγεννιάτικη ιστορία


Κάθεται μόνος
και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι.
Κανείς δε θά ’ρθει και το ξέρει,
κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι
και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι.
Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα
και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.


Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει.
Στην τηλεόραση χιονίζει,
το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι
και στις παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια των νεκρών,
που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
και μόνο το δικό της βλέμμα
έρχεται από τα περασμένα.


Κοντεύουνε μεσάνυχτα
και καθαρίζει τ’ όπλο του απ’ το πρωί.
Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα»,
ευχές δε φθάνουν ως εδώ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
η σκέψη αρπάζεται απ’ το κλαδί της μνήμης,
μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά
μ’ όλα τα υλικά και δίχως λόγια.


Κοντεύουνε ξημερώματα κι ακόμη
γυαλίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι
με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει.
Μένει στα δάχτυλα το λάδι
αλλά το χάδι χάνεται.
Θυμάται κυνηγετικές σκηνές
με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα,
πριν γίνει θήραμα κι ο ίδιος
στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού,
που τον παραμονεύει αθέατος
αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο
πότε μια λάμψη κάνης,
πότε μια κίνηση στις κουμαριές
κι η μυρωδιά απ’ το βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ότι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο.
Όταν αποφασίσει να του ρίξει
δε θα προλάβει πάλι να τον δει
πίσω απ’ το σύννεφο της ντουφεκιάς του.


Αν σκέφτεται στ’ αλήθεια κάτι τέτοια,
και δεν τον τιμωρώ εγώ μ’ αυτές τις σκέψεις,
πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί.
Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.


Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα…

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα· απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε
σα νά ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο
στις πλάτες του ν’ αχνίζει.


Δώσ’ του κι ένα καλό σκυλί
και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε
πως είναι πεθαμένη.


Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα
ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δούν πως μεγαλώσαμε
να παρηγορηθούνε.



1 σχόλιο:

Le grand écrivain είπε...

Όσο ήμουνα στα Γιάννενα, πέντε ολόκληρα χρόνια και κάτι, τα Γυάλινα Γιάννενα ήτανε το αγαπημένο ποιητικό μου ανάγνωσμα. Και γω δεν ξέρω πόσες φορές τα είχα διαβάσει. Τώρα που ξαναβλέπω αυτά τα ποιήματα μετά από τόσο καιρό μου γεννάνε κατ’ ανάγκην μια νοσταλγία που κατά τ’ άλλα καθόλου δεν νιώθω για την πόλη αυτή. Μου φέρνουν στο μυαλό επίμονα ήχους, εικόνες, μυρουδιές, πρόσωπα, ανθρώπους και συμπεριφορές, ακόμα και χωρίς να το θέλω. Κι αυτό το θεωρώ μεγάλο επίτευγμα ενός έργου. Να κατορθώσει να κάνει τον αποδέκτη του να ταυτιστεί μαζί του σε τέτοιο βαθμό που οι ‘πραγματικές’ αναμνήσεις να συμφύρονται αξεδιάλυτα με τις ‘λογοτεχνικές’. Απ’ την άλλη αυτό είναι και το μεγαλύτερο ίσως μειονέκτημα της συλλογής αυτής. Είναι το δίχως άλλο αριστουργηματική, ιδίως η ομώνυμη ενότητα (συν την συνταρακτική Χριστουγεννιάτικη Ιστορία), και από τις πλέον οριακές στιγμές της ελληνικής ποίησης τα τελευταία χρόνια, αλλά δεν ξέρω κατά πόσον κάποιος που δεν έχει ποτέ ζήσει στην ελληνική επαρχία (και δει την ηπειρωτική και όχι την νησιωτική) μπορεί να νιώσει στο έπακρο τα συναισθήματα που μεταφέρει. Από την άλλη σκέφτομαι ότι και μόνο ίσως αυτό το νοσταλγικά επιχρισμένο αίσθημα της απώλειας ενός κόσμου που χάθηκε ανεπιστρεπτί να είναι ίσως και το σημαντικότερο πλεονέκτημα αυτών των ποιημάτων.

Παρακάτω ένα ωραίο βιδεάκι:
http://www.youtube.com/watch?v=u0JbXVLf2mE&feature=player_embedded