Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2009

Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1952 - 1974 (Επόμετρο ΙΙΙ)

Francisco José de Goya y Lucientes, El perro (1820-23)


Τάσος Λειβαδίτης



Από τη συλλογή


Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΜΕ ΤΟ ΚΗΡΟΠΗΓΙΟ

(1975)



Ε'


ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑ, Κύριε, να μιλώ, στερεωμένος με σύρματα μέσα στην τεφροδόχη, να παραδίνομαι χωρίς να μου το ζητούν. Και μόνο οι νεκροί μπορούν ν’ αντέξουν τόση αφθονία πραγμάτων αφού πια δεν τα χρειάζονται – βήχοντας από φθόνο, με μισό πανωφόρι, καφετί, σαν τα τραίνα της θείας Ελένης, τις νύχτες ακούγαμε τις πυροσβεστικές αντλίες που έτρεχαν δαιμονισμένα, πολλοί είχαν μαγκωθεί ανάμεσα σε τόσα απλά πράγματα και πέθαιναν αβοήθητοι, άλλοι είχαν καρατομηθεί καθώς έσκυβαν να βρούνε τα παπούτσια τους έναν ολόκληρο χρόνο, μάλιστα, ήμουν ανήσυχος για μια φτωχή αλατιέρα, μαύρη απ’ τη λίγδα ή τα κακά προαισθήματα, «τι να κάνουμε, Ιλιούσα», λέω, και ρίχνω ένα σάλι στους ώμους μου, τάχα πως δεν έγινε κανένα έγκλημα εδώ, τόσο μοναχός ώστε ν’ αντισταθώ στον πειρασμό να βγάλω απ’ την τσέπη μου τέσσερις ή δώδεκα άμαξες, τόσο άγνωστος για να με βρουν και να μου τις πάρουν πίσω.


Φορτηγά γεμάτα καταδίκους διάβαιναν τραντάζοντας τη γέφυρα, γεγονότα παλιά ξεχασμένα στέκονταν στις γωνιές, σαν τους μονόφθαλμους έξω απ’ τα φαρμακεία – ποιος πρόδωσε; ποιος μπήκε στο λεωφορείο; ποιος δεν ξέχασε! Όλα συγκεχυμένα, με μόνο τον αλέκτορα να θυμάται κάθε πρωί την καταστροφή που αρχίζει. Κι όταν με φωνάζουν, γυρίζω απλώς από κακία διαιωνίζοντας την ψευδαίσθησή τους.


Θυμάμαι, μια νύχτα, περπατούσα στους έρημους δρόμους – φυσικά, όλα τέλειωσαν στο αστυνομικό τμήμα, παρ’ όλο το κρύο, γιατί στο κακόβουλο εστιατόριο που μπήκα να πιω μια ζεστή σούπα, όταν ήρθε η στιγμή να πληρώσω, έβγαλα απ’ την τσέπη μου την άδεια κουβαρίστρα της μητέρας – ενώ έπρεπε να μου δώσουν και ρέστα οι άθλιοι!


Παλιοί καλοί μου σύντροφοι, θαμμένοι πρόχειρα, σαν να ‘ταν να τη βγάλει κανείς για ένα βράδυ, ο Ηλίας «ο νερόβραστος», ο Θωμάς με την κλεμμένη γούνα κι ο δύστυχος ο «Αμήν», θρησκόληπτος, όταν ξεψύχησε, κάτσαμε πλάι του, το παντελόνι του φούσκωνε απ’ τη βαριά βουβωνοκήλη, ο δύστυχος ο Αμήν είχε να δει γυναίκα απ’ τον καιρό των πρωτοπλάστων – σύντροφοι καλοί μου, φύγατε τόσο απλά, σαν τον αγράμματο χωρικό που λέει ένα ακατάληπτο Πάτερ ημών κι όμως ο καπνός ανεβαίνει.


Η αληθινή ζωή μας, σκέφτομαι καμιά φορά, παίζεται πίσω απ’ τον τοίχο και το έγκλημα ήταν από καιρό προμελετημένο – δεν έλειπε ούτε η υπόσχεση, ούτε ο χλωμός νοικάρης, ούτε ο άφωνος δρόμος με τα κλειστά μαγαζιά, δυστυχισμένος κόσμος, δε θα μάθει ποτέ τι έγραφε αυτή η πανάρχαια χαμένη σφραγίδα και πως μια ομπρέλα είναι κι εκείνη ένα φάντασμα που δε συγχωρεί.


Φίλοι μου, που νύχτες ολάκερες μιλούσαμε για τις τύχες του κόσμου, ανάμεσα στις μικρές παύσεις της συνομιλίας μας ήταν, ίσως, ό,τι κληροδοτήσαμε στους άλλους – ακατόρθωτο για να επιζήσει, και τόσο οικείο ώστε να προσπερνάς χωρίς να το βλέπεις, σχεδόν.


Έτσι πέρασαν πολλά χρόνια. Οι άρρωστοι περίμεναν ν’ ανοίξει το παλιό ξυλουργείο, εγώ προτιμούσα ν’ ανεβαίνω στη σοφίτα, εκεί έμενε ο τυφλός με τους σπάγκους ενώ κάτω οι ένοικοι φαντάζονταν πως ζουν. «Θα σου καθίσω», έλεγε η άσχημη γυναίκα, «αλλά βάλε μου μια πετσέτα στο πρόσωπο», σκοτεινή, αδιαπέραστη, υγρή όλη από πάνω ως κάτω σαν ένα μεγάλο νόημα, κι όταν ο Χρυσόστομος βρόμισε απ’ τη γάγγραινα, εκείνη στάθηκε στην πόρτα κι έδιωχνε τα σκυλιά – μια νύχτα, μάλιστα, αλλά τι να τους απαντήσεις, «ληστές», φώναξα, κόσμος πηγαινόρχονταν, έκλαιγαν ή έβαζαν στοιχήματα αφού υπάρχει πάντα ένα μαύρο άλογο εκεί που δε βλέπεις τίποτα, και το αλκοόλ έχει κι εκείνο την πέτρινη φτερούγα του.


Α, ήταν μεγάλες εκείνες οι μέρες, τα πλήθη τρέχανε στους δρόμους, η εξέγερση έριχνε πάνω απ’ την πόλη μια σκάλα, σαν την προσευχή, μέρες σαν ένας λαός από κεριά σκορπισμένα κάτω στην άσφαλτο κι εμείς που ζήσαμε δεν έχουμε τώρα τα σπίρτα παρά μόνο για τα τσιγάρα μας.


Θυμάμαι εκείνον τον φτωχό ανθρωπάκο στη γωνιά, κρατούσε ένα πτυελοδοχείο πάνω στο πρόσωπό του για να πηγαίνει άδολος κι οι υπνοβάτες περπατούν στην άκρη της στέγης, χωρίς να πέφτουν, αφού άλλος κρατάει το λογαριασμό. Σαν τα πουλιά που είναι εχέμυθα για να μας σκοτώνουν καλύτερα.


Όλα τόσο απίθανα, Θεέ μου: σαν μια πέτρα δίχως μυστήριο ή σαν αυτόν που ξαναβρίσκει το χαμένο νόμισμα μες στον σπαταλημένο καιρό. Οι ταξιδιώτες κρατούν λίγα λουλούδια στις βιαστικές κηδείες των σταθμών, ενώ οι ζητιάνοι τρέχουν, για λίγες δεκάρες, πίσω από ξεχειλισμένα ρούχα. Ω, αν είχα δικό μου ένα μόνο τηλεφωνικό θάλαμο ή μια πιο καθαρή οδοντοστοιχία, ίσως τότε πολλά εγκλήματα θα ‘χαν αποφευχθεί, ή έστω επισημανθεί εγκαίρως. Τ’ άλλα θα μείνουν άγνωστα – σαν ένα άξαφνο κουδούνισμα από κάποιον που ‘χει κιόλας απομακρυνθεί μια μυρωδιά θαμπή που χάθηκε πριν προλάβεις να θυμηθείς, λίγος αχνός απ’ το παιδικό τσάι που τόσες θεομηνίες δεν μπόρεσαν να τον σκορπίσουν ακόμα.


Ω, αν είχα τη δύναμη, θα έφτιαχνα ένα χέρι στο δρόμο για τους τυφλούς ή εύκολα αινίγματα για τους κουρασμένους, θα έφτιαχνα ένα φλύαρο κοιμητήρι που να μας διηγιέται το βράδυ τα παλιά ή θ’ αέριζα τα σεντόνια όπως σ’ ένα ναυάγιο. Είμαι, λοιπόν, ξεγραμμένος σαν το θαύμα που κάνει ακόμα πιο αβέβαιη τη ζωή…


Δεν υπάρχουν σχόλια: