Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2008

Οι ταξιδιώτες…


Hermann Broch

(18861951)



Όταν επιθυμίες και στόχοι συγχωνεύονται, όταν το όνειρο εξωθείται προς τις μεγάλες καμπές και κρίσεις της ζωής, τότε ο δρόμος στενεύει και οδηγεί σε σκοτεινές σήραγγες και το επιθανάτιο όνειρο τυλίγει αυτόν που ως τώρα περιπλανιόταν υπνοβατώντας: όλα όσα έχουν συμβεί, επιθυμίες και στόχοι, περνούν για άλλη μια φορά μπρος απ’ τα μάτια του ετοιμοθάνατου και μπορείς σχεδόν να θεωρήσεις πως συμπτωματικά και μόνο η κατάληξη του δρόμου δεν είναι ο θάνατος.


Ο άνθρωπος που νοσταλγεί από μακριά τη γυναίκα του ή έστω μόνο το σπίτι της παιδικής του ηλικίας, στέκει στο κατώφλι της υπνοβασίας.

Ίσως πολλά να έχουν ήδη προπαρασκευαστεί κι εκείνος να μην τα πρόσεξε ως τώρα. Όπως όταν λόγου χάρη στο δρόμο για το σταθμό αντιλαμβάνεται ξαφνικά ότι τα σπίτια είναι φτιαγμένα από τούβλα το ένα πάνω στ’ άλλο, οι πόρτες από πριονισμένες σανίδες και τα παράθυρα από παραλληλόγραμμα τζάμια. Ή όταν θυμάται το δημοσιογράφο και το δημαγωγό που παριστάνουν ότι είναι σε θέση να ξεχωρίσουν το αριστερό από το δεξί, ενώ αυτό είναι κάτι που το ξέρουν μόνο οι γυναίκες, και μάλιστα όχι όλες. Επειδή όμως ο άνθρωπος δεν είναι δυνατόν να σκέφτεται συνεχώς τέτοια πράγματα, πίνει ήρεμα ένα ποτήρι μπύρα στο σταθμό.

Καθώς όμως βλέπει το τρένο για το Μύλχαϊμ να πλησιάζει ολοταχώς και ακούει τον πάταγο αυτού του τόσο σίγουρου για το σκοπό του ακάθεκτου, μεγάλου και μακριού σκουληκιού, αρχίζει ξαφνικά να αμφιβάλλει αν μπορεί να εμπιστευτεί το συρμό, που ίσως θα χάσει το δρόμο του, και αρχίζει να φοβάται ότι ο ίδιος, που ως γνωστόν έχει αναλάβει να επιτελέσει σημαντικά καθήκοντα στη γη, ίσως απομακρυνθεί από αυτά τα καθήκοντα και οδηγηθεί στην Αμερική.

Μέσα στην αμφιβολία του πολύ θα ήθελε να πλησιάσει έναν από τους εν στολή υπαλλήλους, όπως συνηθίζουν οι άπειροι ταξιδιώτες, αλλά η αποβάθρα του σταθμού είναι τόσο εκτεταμένη, τόσο απροσμέτρητα μακριά και άδεια, ώστε σχεδόν δεν είναι σε θέση να τη διασχίσει και πρέπει να θεωρεί τον εαυτό του τυχερό αν φτάσει εγκαίρως στο τρένο, κι ας μην έχει συγκεκριμένο σκοπό, τυχερός που το πρόφτασε έστω και με κομμένη την ανάσα. Βεβαίως φροντίζει να κοιτάξει τις πινακίδες του συρμού που σε πληροφορούν για τον προορισμό του, ωστόσο αντιλαμβάνεται πως αυτή η προσπάθεια είναι μάταιη, γιατί αυτά που γράφουν οι πινακίδες δεν είναι ο προορισμός του τρένου, αλλά μόνο λέξεις. Κι έτσι ο ταξιδιώτης μένει κάπως αναποφάσιστος μπρος στα βαγόνια.

Αυτή η αναποφασιστικότητα και το γεγονός ότι έχει λαχανιάσει είναι σίγουρα αρκετά για να κάνουν έναν ευέξαπτο άνθρωπο να αρχίσει τις βλαστήμιες, και ακόμα περισσότερο όταν, ξαφνιασμένος από το σήμα της αναχώρησης, κάνει να σκαρφαλώσει βιαστικός τις άβολες σκάλες του βαγονιού και χτυπάει την κνήμη του σ’ ένα από τα σκαλοπάτια. Βλαστημάει: βλαστημάει τα σκαλοπάτια και τον ηλίθιο τρόπο που είναι κατασκευασμένα, βλαστημάει τη μοίρα του. Ωστόσο πίσω από αυτήν την απολίτιστη συμπεριφορά κρύβεται μια ουσιαστική αν και εξοργιστική επίγνωση, κι αν ο άνθρωπος αυτός ήταν σε θέση να σκεφτεί καθαρά, θα μπορούσε ίσως και να την εκφράσει: όλα αυτά δεν είναι παρά έργα του ανθρώπου, αχ ναι, αυτά τα σκαλιά που είναι προσαρμοσμένα στην κάμψη και την έκταση των ανθρώπινων γονάτων, αυτή η απροσμέτρητα μακριά αποβάθρα, αυτές οι πινακίδες και οι λέξεις που είναι γραμμένες πάνω τους μα και το σφύριγμα της μηχανής και οι αστραφτερές σιδηροτροχιές – πλήθος ανθρώπινα έργα κι όλα γεννήματα της στειρότητας.

Ο ταξιδιώτης γνωρίζει με έναν ασαφή τρόπο ότι μ’ αυτές τις σκέψεις υψώνεται πάνω από την καθημερινότητα και πολύ θα ήθελε να τις εντυπώσει για όλη του τη ζωή. Γιατί παρόλο που αυτές οι σκέψεις μπορεί να θεωρηθούν ως γενικά ανθρώπινες, ωστόσο είναι περισσότερο προσιτές στους ταξιδιώτες, και ιδίως σ’ αυτούς με ευέξαπτο χαρακτήρα, απ’ ότι στους σπιτόγατους που δεν σκέφτονται τίποτα, ακόμη κι όταν ανεβοκατεβαίνουν συχνά κάθε μέρα τις σκάλες του σπιτιού τους. Ο σπιτόγατος δεν παρατηρεί ότι περιστοιχίζεται από ανθρώπινα κατασκευάσματα και πως ακόμα και οι σκέψεις του δεν είναι παρά απλά ανθρώπινα κατασκευάσματα. Στέλνει μακριά τις σκέψεις του όπως στέλνει κανείς έναν έμπιστο και ικανό εμπορικό αντιπρόσωπο σε όλο τον κόσμο, και νομίζει πως μ’ αυτόν τον τρόπο περιορίζει τον κόσμο στα όρια του δωματίου του και των συναλλαγών του. Ο άνθρωπος όμως που δεν ταξιδεύει νοερά αλλά αυτοπροσώπως, έχει ήδη εγκαταλείψει αυτήν την απερίσκεπτη αίσθηση σιγουριάς: ο θυμός του στρέφεται εναντίον όλων των ανθρώπινων κατασκευασμάτων: εναντίον των μηχανικών που σχεδίασαν τις σκάλες με αυτόν και όχι με έναν άλλο τρόπο, εναντίον των δημαγωγών που φλυαρούν διαρκώς για τη δικαιοσύνη, την τάξη και την ελευθερία σαν να ήταν σε θέση να ξαναφτιάξουν τον κόσμο σύμφωνα με τις ιδέες τους. Εναντίον των δογματικών πολύξερων στρέφεται ο θυμός του ταξιδιώτη που έχει αρχίσει να τον φωτίζει η επίγνωση της άγνοιας.

Μια οδυνηρή ελευθερία του αναγγέλλει πως τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Και οι λέξεις, με τις οποίες επικαλύπτονται τα πράγματα, γλιστρούν ανεπαίσθητα στην αβεβαιότητα: οι λέξεις μοιάζουν ορφανεμένες. Ο ταξιδιώτης περπατάει αβέβαιος μέσα από το μακρύ διάδρομο του βαγονιού, απορεί για το γεγονός ότι υπάρχουν και δω τζάμια όπως και στα σπίτια και αγγίζει με το χέρι του την κρύα επιφάνεια τους. Κι έτσι ο άνθρωπος που ταξιδεύει καταλήγει εύκολα σε μια κατάσταση αμέτοχης ανευθυνότητας. Τώρα που ο συρμός τρέχει ολοταχώς με πάταγο, φαινομενικά τραβώντας ακάθεκτα προς τον προορισμό του, φαινομενικά τείνοντας προς την ανευθυνότητα, και η ορμή του δεν μπορεί να ανακοπεί παρά μόνο με τη χρήση του σήματος κινδύνου, τώρα που η γη φεύγει με ταχύτητα κάτω από τα πόδια του ταξιδιώτη, εκείνος που δεν έχει εγκαταλείψει την επίγνωση της άγνοιας ακόμα και μέσα στην οδυνηρή ελευθερία της πάμφωτης μέρας, προσπαθεί να βαδίσει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αλλά δεν φτάνει πουθενά, γιατί εδώ τα πάντα ανήκουν στο μέλλον.

Οι σιδερένιοι τροχοί τον χωρίζουν από την καλή και σταθερή γη, και ο ταξιδιώτης στο διάδρομο σκέφτεται τα πλοία με τους δικούς τους μακριούς διαδρόμους και τις καμπίνες που στέκουν πλάι-πλάι, τα πλοία που επιπλέουν πάνω στον υδάτινο όγκο που τα χωρίζει από τον πυθμένα της θάλασσας: τη γη. Γλυκιά, αιώνια ανεκπλήρωτη επιθυμία! Τι ωφελεί να κρυφτεί στα έγκατα του πλοίου όταν μόνο ο φόνος μπορεί να φέρει την ελευθερία – αχ, ποτέ το πλοίο δεν θα πλευρίσει στον πύργο που ζει η αγαπημένη του. Ο ταξιδιώτης στο διάδρομο παραιτείται από τις περιπλανήσεις του, και ενώ παριστάνει ότι παρατηρεί το τοπίο και τα μακρινά χωριά, κολλάει τη μύτη του στο τζάμι όπως όταν ήταν παιδί. Ελευθερία και φόνος συγγενεύουν όσο και η γέννηση με το θάνατο. Κι όποιος γεννιέται στην ελευθερία, είναι ορφανός σαν το δολοφόνο που βαδίζοντας προς το ικρίωμα φωνάζει τη μητέρα του. Μέσα στο συρμό που τρέχει ακάθεκτα με πάταγο τα πάντα ανήκουν στο μέλλον, γιατί η κάθε στιγμή αντιστοιχεί ήδη σε ένα άλλο μέρος, και οι άνθρωποι στα βαγόνια νιώθουν ευχαριστημένοι σαν να γνωρίζουν ότι έχουν απαλλαγεί από τον εξιλασμό. Εκείνοι που έμειναν στο σταθμό προσπάθησαν κιόλας να αφυπνίσουν τη συνείδηση αυτών που απομακρύνονται και να τους επαναφέρουν στο καθήκον φωνάζοντας και ανεμίζοντας τα μαντήλια τους, οι ταξιδιώτες όμως δεν αποχωρίζονται πια με κανένα τρόπο την ανευθυνότητα: κλείνουν τα παράθυρα με την πρόφαση ότι φοβούνται μήπως το ρεύμα τους φυσήξει στο σβέρκο και πιαστούνε και βγάζουν τα φαγητά που έχουν φέρει μαζί τους και τα οποία τώρα πια δεν είναι υποχρεωμένοι να τα μοιραστούν με κανέναν.

Πολλοί από αυτούς περνάνε το εισιτήριο στην κορδέλα του καπέλου τους ώστε η αθωότητα τους να διακρίνεται από μακριά, οι περισσότεροι όμως ψάχνονται βιαστικά και με φόβο για να βρουν το εισιτήριο τους, μόλις ακουστεί η φωνή της συνείδησης και εμφανιστεί ο εν στολή υπάλληλος. Όποιος σκέφτεται το φόνο γίνεται αντιληπτός αμέσως και μάταια καταβροχθίζει με λαιμαργία σαν παιδί τα διάφορα φαγητά και τις λιχουδιές: αυτό δεν είναι παρά το τελευταίο γεύμα του καταδικασμένου.

Κάθονται σε πάγκους που οι κατασκευαστές τους έχουν φτιάξει με ξεδιάντροπο και σχεδόν απερίσκεπτο τρόπο έτσι ώστε να προσαρμόζονται στην διπλά διακοπτόμενη κυρτότητα του ανθρώπινου σώματος, κάθονται σε οκτάδες ο ένας κολλημένος στον άλλο μέσα στο ξύλινο κλουβί τους κι ακούνε το τρίξιμο των ξύλων και τον ελαφρό κρότο του σκελετού του βαγονιού πάνω από τον θόρυβο των ορμητικά περιστρεφόμενων τροχών. Αυτός που η θέση του είναι στραμμένη προς τη μεριά που κατευθύνεται το τρένο, περιφρονεί τους υπόλοιπους που κοιτούν προς το παρελθόν: φοβούνται τα ρεύματα κι όταν η πόρτα του βαγονιού ανοίγει απότομα φοβούνται αυτόν που μπορεί να έρθει ξαφνικά από πίσω τους και να τους κάνει να στρίψουνε το κεφάλι. Γιατί αυτός που βρίσκεται σε τέτοια θέση, δεν γνωρίζει πλέον πώς να ξεχωρίσει σωστά την ενοχή από τον εξιλασμό: αμφιβάλλει αν δύο και δύο κάνουν τέσσερα, αμφιβάλλει αν είναι παιδί της μητέρας του κι όχι έκτρωμα. Κι ακόμα φροντίζουν τα παπούτσια τους να είναι ίσια στραμμένα προς τα εμπρός ώστε να τους υπενθυμίζουν τις δουλειές που έχουν να κάνουν. Γιατί η κοινωνία τους εξαρτάται από τα επαγγέλματα που ασκούν. Πρόκειται για μια κοινωνία χωρίς καμία ισχύ, όπου επικρατεί η ανασφάλεια και η κακή προαίρεση.

Μόνο η μητέρα μπορεί να καθησυχάσει το παιδί της ότι δεν είναι έκτρωμα. Οι ταξιδιώτες αντιθέτως και τα ορφανά, που έχουν γκρεμίσει τις γέφυρες πίσω τους, δεν γνωρίζουν πια που βρίσκονται. Γεννημένοι στην ελευθερία πρέπει να οικοδομήσουν εκ νέου την τάξη και τη δικαιοσύνη: δεν θέλουν πλέον να παρασύρονται από τις σοφιστείες των μηχανικών και των δημαγωγών, μισούν τα ανθρώπινα κατασκευάσματα, μόνο που δεν τολμούν να ξεσηκωθούν ενάντια στις χιλιόχρονες παρανοήσεις και να επικαλεστούν την τρομερή επανάσταση της γνώσης όπου το δύο και το δύο δεν αθροίζονται πλέον. Γιατί κανείς δεν βρίσκεται εκεί να τους διαβεβαιώσει για την κάποτε χαμένη και τώρα ανακτημένη αθωότητα τους, κανείς για να ακουμπήσουν το κεφάλι τους στα γόνατα του, τώρα που απομακρύνονται καταφεύγοντας στη λησμονιά για να αποφύγουν την ελευθερία της μέρας.

Ο θυμός οξύνει το πνεύμα. Οι ταξιδιώτες τοποθετήσαν προσεκτικά τις αποσκευές τους στο δικτυωτό και τώρα μιλούν θυμωμένα και επικρίνουν τους πολιτικούς θεσμούς του Ράιχ, τη δημόσια τάξη και τους νόμους, κατακρίνουν έντονα τους θεσμούς και την επικρατούσα κατάσταση, έστω και με εκφράσεις στην ορθότητα των οποίων δεν μπορούν πια να πιστέψουν. Και με την ένοχη επίγνωση της ελευθερίας τους φοβούνται το φοβερό πάταγο της σύγκρουσης του τρένου, τρέμουν μήπως καρφωθούν πάνω στις σιδερένιες ράβδους του. Μήπως δεν διαβάζουν κάθε τόσο για τέτοια δυστυχήματα στις εφημερίδες;

Ωστόσο μοιάζουν με ανθρώπους που αφυπνίστηκαν πρόωρα στην ελευθερία, που ξυπνήσαν νωρίς για να φτάσουν εγκαίρως στο τρένο. Κι έτσι τα λόγια τους γίνονται όλο και πιο αβέβαια, όλο και πιο νυσταλέα κι η συζήτηση ξεφτίζει γρήγορα σ’ ένα ακαθόριστο μουρμούρισμα. Ο ένας ή ο άλλος λέει ότι θα προτιμούσε να κλείσει τα μάτια του και να μην βλέπει πια αυτά τα σημάδια της ζωής που περνούν ολοταχώς μπρος από το βλέμμα του, αλλά οι συνταξιδιώτες του έχουν ήδη καταφύγει στο όνειρο και δεν τον ακούνε πια. Λαγοκοιμούνται με τις γροθιές τους σφιγμένες και το γιακά του πανωφοριού τους τραβηγμένο πάνω στο πρόσωπο τους και τα όνειρα τους είναι πλημμυρισμένα από θυμό εναντίον των μηχανικών και των δημαγωγών που με τις ανούσιες γνώσεις τους ονομάζουν τα πράγματα με τα ονόματα τους, που είναι τόσο ψεύτικα, τόσο ξεδιάντροπα εξαιτίας της ψευτιάς τους, ώστε το οργισμένο όνειρο πρέπει να δώσει καινούργια πολύ αμφίβολα ονόματα στα πράγματα, λαχταρώντας όμως η μητέρα να πει τις σωστές λέξεις έτσι που ο κόσμος να ξαναγίνει σίγουρος και σταθερός σαν σπιτικό.

Τα πράγματα είναι πολύ κοντινά και πολύ μακρινά, όπως στην παιδική ηλικία, και ο ταξιδιώτης που ανέβηκε στο τρένο και νοσταλγεί από μακριά τη γυναίκα του ή έστω μόνο το σπίτι και την πατρίδα του, είναι σαν κάποιος που έχει αρχίσει να χάνει το φως του και φοβάται λίγο πως μπορεί να τυφλωθεί. Πολλά πράγματα έχουν γίνει γι αυτόν ακαθόριστα: τουλάχιστον έτσι νομίζει, μόλις σκεπάσει το πρόσωπο του με το πανωφόρι του, κι όμως μέσα του έχει αρχίσει ν’ αναδύεται μια γνώση που ίσως την κατείχε ήδη χωρίς να την έχει ως τώρα προσέξει.

Στέκει στο κατώφλι της υπνοβασίας. Ακολουθεί ακόμα τους δρόμους που χάραξαν οι μηχανικοί, βαδίζει όμως άκρη-άκρη έτσι που φοβάται μήπως γκρεμιστεί. Ακούει ακόμα τις φωνές των δημαγωγών, αλλά αυτά που λένε δεν έχουν πια γι αυτόν καμιά σχέση με τη γλώσσα. Απλώνει τα χέρια του προς τα πλάγια και λίγο προς τα μπρος σαν αξιοθρήνητος σχοινοβάτης, που αιωρούμενος ψηλά πάνω από τη σταθερή γη γνωρίζει πως υπάρχουν καλύτερα στηρίγματα. Απολιθωμένη και καταπιεσμένη αιωρείται η φυλακισμένη ψυχή και αυτός που κοιμάται γλιστράει προς τα ύψη για να αγγίξει με την ανάσα του τις φτερούγες των πολυαγαπημένων, όπως αγγίζουν τα χείλη των νεκρών το πούπουλο που αποθέτουν πάνω τους. Και επιθυμεί να τον ρωτήσει κάποιος, σαν να ήταν παιδί, πως το λένε, έτσι ώστε να βυθιστεί στην αγκαλιά της γυναίκας του και να ανασάνει βαθιά τη μυρουδιά του σπιτιού του χωρίς να ονειρεύεται πια. Δεν έχει υψωθεί ακόμα αρκετά, αλλά ήδη στέκει σε ένα μικρό και πρωτόγνωρο σκαλί της νοσταλγίας. Γιατί δεν ξέρει πια πως τον λένε.


Απόσπασμα από το μυθιστόρημα Οι Υπνοβάτες. ΙΙ · 1903, Ες ή Η Αναρχία (1931-1932).


Μετάφραση Κώστας Κουντούρης.


1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Καλή αν-αρχή της φθινοπωρινής σαιζόν.

Ματθαίος Κ.