Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2008

Εβδομάδα Μίλτου Σαχτούρη (1919-2005)

Ένας διαδικτυακός διάλογος με τον ιστοχώρο Μετεωρολογικά

http://meteorologika.blogspot.com/2008/09/blog-post_17.html



Edvard Munch (1863-1944), Night In St Cloud

ειδικά αφιερωμένο στο Μιχάλη


Ο συλλέκτης


Μαζεύω πέτρες γραμματόσημα

πώματα από φάρμακα σπασμένα γυαλικά

πτώματα από τον ουρανό

λουλούδια

κι ό,τι καλό

σ’ αυτόν τον άγριο κόσμο

κινδυνεύει


ψηλά κοιτάζω σα χαρταετός

ο Σταυραϊτός να φεύγει


αγγίζω δίχως φόβο ηλεκτροφόρα σύρματα

αυτά δε με αγγίζουν


ο ήλιος μαζεύει τις μέρες μου

γελώντας


μονάχα η ψυχή στ’ αυτί μου

ψιθυρίζει λέγοντας:

σκοτείνιασε σκοτείνιασες

γιατί;

δεν είσαι τρομαγμένος;



(Το σκεύος, 1971)

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2008

Εβδομάδα Μίλτου Σαχτούρη (1919-2005)

Ένας διαδικτυακός διάλογος με τον ιστοχώρο Μετεωρολογικά

http://meteorologika.blogspot.com/2008/09/ping-pong.html



George Grosz (1893 - 1959), Lovesick Man 1916


Το καφενείο


Καθόμουνα στο καφενείο και κοίταζα

από τη βιτρίνα

μια γυναίκα δίχως χέρια προσπαθούσε

να κρύψει ένα τηλέφωνο μέσα στο στόμα της

το χοντρό κόκκινο πουλί που πάντοτε

με καταδιώκει

πέταξε γύρω-γύρω τρεις φορές

ύστερα στάθηκε στην πόρτα του καφενείου

και μου φώναξε:

– Είσαι αφελής, δεν ξέρεις τίποτε,

θα σε σκοτώσω!

εγώ τότε βάλθηκα να τραγουδάω

για την άσπρη ζαχαρένια γυναίκα που πέθανε

με τις καλόγριες


ήτανε όλα τόσο άσχημα, φριχτά

που άρχισα να γελάω

να γελάω

να γελάω


είδα και τον εαυτό μου να περνάει

έξω από τη βιτρίνα


ήταν απέραντα θλιμμένος και σκεφτικός


(Το σκεύος, 1971)

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2008

Εβδομάδα Μίλτου Σαχτούρη (1919-2005)

Ένας διαδικτυακός διάλογος με τον ιστοχώρο Μετεωρολογικά



Η δύσκολη Κυριακή


Απ’ το πρωί κοιτάζω προς τ’ απάνω ένα πουλί καλύτερο

απ’ το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου


Σπασμένα φλυτζάνια στα χαλιά

πορφυρά λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας

όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι

κάτι θα φυτρώσει απ’ αυτή τη χαρά

ένα νέο δέντρο χωρίς ανθούς

ή ένα αγνό νέο βλέφαρο

ή ένας λατρεμένος λόγος

που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά


Έξω αλαλάζουν οι καμπάνες

έξω με περιμένουν αφάνταστοι φίλοι

σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μια χαραυγή

τι κούραση τι κούραση

κίτρινο φόρεμα – κεντημένος ένας αετός –

πράσινος παπαγάλος – κλείνω τα μάτια – κράζει

πάντα πάντα πάντα

η ορχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπούς

τι μάτια παθιασμένα τι γυναίκες

τι έρωτες τι φωνές τι έρωτες

φίλε αγάπη αίμα φίλε

φίλε δωσ’ μου το χέρι σου τι κρύο


Ήτανε παγωνιά

δεν ξέρω πια την ώρα που πεθάναν όλοι

κι έμεινα μ’ έναν ακρωτηριασμένο φίλο

και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά


(Η Λησμονημένη, 1945)



***


Καθώς η ποίηση είναι κάτι το ζωντανό, σκεφτήκαμε να οργανώσουμε με τον ιστοχώρο Μετεωρολογικά μία ανθολογία του Μίλτου Σαχτούρη (αναμφίβολα ενός από τους μεγαλύτερους ποιητές της Μεταπολεμικής ελληνικής ποίησης και οπωσδήποτε κοινή αγάπη με τη Melen) διαφορετική από τις άλλες. Μία ανθολογία που θα στηρίζεται στον άμεσο διάλογο των δεκτών της ποιητικής πράξης και που δεν θα αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στον πομπό της κατ' ανάγκην. Έτσι οι αναρτήσεις στα Μετεωρολογικά θα συνιστούν μια άμεση απάντηση στις αναρτήσεις του Κενού Τίτλου και οι αναρτήσεις του Κενού Τίτλου με της σειρά τους θα συνιστούν μια άμεση απάντηση στις αναρτήσεις των Μετεωρολογικών. Ελπίζουμε το πείραμα να βρει τους αποδέκτες του. Εμείς ούτως ή άλλως θα το διασκεδάσουμε. Καλή ανάγνωση!


Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2008

Novalis, Ύμνοι στη Νύχτα


I


Ποιο πλάσμα ζωντανό, προικισμένο με αισθήσεις, δεν αγαπάει περισσότερο απ’ όλες τις θαυμάσιες λάμψεις του χώρου που απλώνεται τριγύρω του, εκείνο το πασίχαρο φως – με τα χρώματα, με τις ανταύγειες και τις αχτίδες του· την αβρή του παρουσία παντού, καθώς η μέρα που ξυπνάει; Ο κόσμος τέρας των ακατάβλητων αστερισμών, σαν κάτι απ’ την εσώτατη ψυχή της ύπαρξης το ανασαίνει και επιπλέει χορεύοντας μες στον γαλάζιο του κατακλυσμό· κι ακόμη: αιώνες σιωπηλή η ακτινοβόλος πέτρα, το τρυφερό φυτό που θρέφεται ρουφώντας ό,τι χυμός στη γη και το παράφορο θηρίο με πλήθος όψεις το ανασαίνει· μα, πιο πολύ ο εξαίσιος ξένος: με το στοχαστικό το βλέμμα, το ανάερο περπάτημα και τα μελωδικά του χείλη απαλά κλεισμένα. Εκείνο, ως βασιλιάς της επίγειας φύσης, καλεί όλες τις δυνάμεις του σε αναρίθμητες μεταμορφώσεις: συνάπτει και διαλύει ακατάπαυστα συμμαχίες και η ουράνια εικόνα του περιβάλλει κάθε γήινη ουσία. Η παρουσία του και μόνο δείχνει το μέγα θαύμα των βασιλείων του κόσμου.

Κάτω εδώ, εγώ προσφεύγω στη σεπτή, ανείπωτη, μυστήρια νύχτα. Πιο πέρα, ο κόσμος γκρεμισμένος σ’ έναν τάφο βαθύ· ο τόπος του: άγονος και έρημος. Έγκατη θλίψη φυσάει σ’ ένα έγχορδο στήθος. Θα γκρεμιστώ: δροσάτο φως ντυμένο στάχτη. Επιθυμίες νεανικές, όνειρα παιδικά, πρόσκαιρες χαρές ενός μακρότατου βίου και μάταιες ελπίδες έρχονται τις αποστάσεις της μνήμης ντυμένες στα γκρίζα, καθώς η βραδινή ομίχλη μετά τη δύση του ηλίου. Το φως αλλού, σε άλλους τόπους ρίχνει χαρούμενο σκοινιά και τους πασσάλους του. Δεν πρέπει κάποτε να επιστρέψει στα παιδιά του, που προσμένουν με αθώα πίστη να επιστρέψει;

Τι αναβλύζει ξάφνου απ’ την καρδιά τόσο εκδικητικό και κατατρώγει τον απαλό άνεμο της θλίψης; Βρίσκεις κι εσύ χαρά εντός μας, έρεβη νύχτα; Τι είναι αυτό που σκέπει ο μανδύας σου και πλήττει αθέατο με λύσσα την ψυχή μου; Βάλσαμο εξαίσιο κυλάει μέσα απ’ το χέρι σου μια δέσμη παπαρούνες – κι υψώνεις βαριές τις φτερούγες του πνεύματος. Σκοτεινούς κι ανέκφραστους μάς κυριαρχεί το ρίγος – έντρομος από χαρά βλέπω μιαν όψη αυστηρή· γαλήνια, ευλαβική γέρνει προς το μέρος μου και μέσα από ατέλειωτες, απόκρημνες μπούκλες προβάλλει στοργική η νεότητα της μητέρας. Πόσο φτωχό και παιδιάστικο μού φαίνεται τώρα το φως! Πόσο χαρμόσυνος κι ευλογημένος ο αποχωρισμός της μέρας! Γι’ αυτό μόνο λοιπόν, γιατί η νύχτα σού στερεί τους υπηρέτες σου, σπέρνεις εκτυφλωτικές τις σφαίρες σου στα χάσματα του χώρου, για να διαλαλήσεις την παντοδυναμία σου –την επιστροφή– στις ώρες της απουσίας σου. Και τα αμέτρητα μάτια που ανοίγει η νύχτα εντός μας φαίνονται πιο του ουρανού κι απ’ τα περίλαμπρα άστρα· καθώς βλέπουν μακρύτερα από τα κάτωχρα εκείνα πλήθη και δεν χρειάζονται το φως για να περάσουν μέσα απ’ τα έγκατα ενός στοργικού πνεύματος: ό,τι κατακλύζει με απερίγραπτη λαχτάρα έναν τόπο αγέρωχο. Δόξα στη βασίλισσα της Οικουμένης, στη μεγαλοπρεπή επαγγελία των ιερών κόσμων, στην τροφό της μακάριας αγάπης. Εκείνη σε στέλνει σ’ εμένα, τρυφερή αγαπημένη, ήλιο εξαίσιο της νύχτας· τώρα αγρυπνώ, καθώς ανήκω και στους δυο μας. Εσύ μου έταξες τη νύχτα για να ζήσω κι έπλασες έναν άνθρωπο απ’ την ύλη μου – κατασπάραξε, λοιπόν, το σώμα μου με όλη την παραφορά του πνεύματος, ώστε να ενωθώ στον άνεμο μαζί σου· κι ύστερα η γαμήλια νύχτα θα διαρκεί το Αιώνιο.


II


Μα πρέπει πάντα η αυγή να επιστρέφει; Δεν θα τελειώσει ποτέ αυτή η γήινη δυναστεία; Βέβηλη η μέριμνα για τα καθημερινά κατασπαράζει την ουράνια έλευση της νύχτας. Δεν θα αφεθεί ποτέ η μυστική θυσία της αγάπης στην αιώνια φλόγα; Το φως μετρήθηκε στον Χρόνο του· όμως η νύχτα άχωρη και άχρονη εξουσιάζει. Κι ο ύπνος διαρκεί το Αιώνιο. Ω ύπνε ιερέ, μην στέργεις τόσο σπάνια τον αφοσιωμένο Υπηρέτη της νύχτας, μέσα σε αυτό το επίγειο έργο των ημερών. Μόνο οι τρελοί σε παρανοούν και δεν γνωρίζουν τίποτε από σένα, παρά τον ίσκιο, που επάνω μας σπλαχνίζεσαι, σε εκείνο το λυκόφως της αληθινής νύχτας: δεν σε αισθάνονται στον χρυσό κατακλυσμό των σταφυλιών, στο λάδι το θαυμάσιο της αμυγδαλιάς και στον σκούρο χυμό της παπαρούνας· δεν ξέρουν ότι εσύ ανασαίνεις στα τρυφερά στήθη του κοριτσιού και φτιάχνεις από την αγκαλιά του έναν ουρανό – δεν υποπτεύονται καν ότι εσύ αντιβαίνεις, από ιστορίες παλιές, ο άπλετος ουρανός, και φέρεις το κλειδί για τις οικίες των Μακαρίων, άλαλος Αγγελιαφόρος των πιο μεγάλων μυστικών.


III


Κάποτε, όταν ξέσπαγα σε δάκρυα πικρά, και τέλειωνα στον πόνο κι η ελπίδα μου χανόταν μακριά κι έρημος στεκόμουν στο γυμνό ύψωμα, που φύλαγε το Σχήμα της Ζωής μου απλωμένο στη στενή, τη σκοτεινή του επικράτεια, έρημος όσο κανείς Έρημος υπήρξε, από έναν τρόμο ανείπωτο σπρωγμένος – αδύναμος, ένας αξιολύπητος συλλογισμός και μόνο. Κι όπως τριγύρω κοίταζα γυρεύοντας βοήθεια, ανήμπορος να κινηθώ μπροστά ή να στραφώ και πάλι πίσω, κι απ’ τη φευγάτη, εφήμερη ζωή με μιαν απύθμενη λαχτάρα γαντζωμένος: τότε ήλθε απ’ τη γαλάζια έκταση –απ’ τα ψηλά της παλαιάς ευδαιμονίας μου– ένα λυκόφως ρίγος· μεμιάς έσπασαν τα δεσμά της Γέννησης: οι αλυσίδες από φως. Η γήινη λαμπρότητα φτερούγισε μακριά κι ο θρήνος μου μαζί της – κι η θλίψη κύλησε ευθύς στο βάραθρο ενός καινούριου κόσμου. Ω έκσταση της νύχτας, ήλθες από πάνω μου: γαλήνιος ύπνος του ουρανού – κι ο τόπος σηκώθηκε αργά· ψηλά, κρεμόταν ελεύθερο το νεογέννητο πνεύμα μου. Το ύψωμα έγινε ένα σύννεφο σκόνη – κι εντός του είδα καθαρή την όψη της Αγαπημένης. Στα μάτια της ησύχαζε το Αιώνιο – και κράτησα τα χέρια της σφιχτά μες στα δικά μου· τα δάκρυα σπίθισαν άρρηκτα δεσμά. Χιλιάδες χρόνια καταιγίδα σάρωναν χαμηλά, σε απόσταση. Και στον λαιμό της δάκρυζα χαρά τη νέα ζωή. Ήταν το πρώτο και το μοναδικό όνειρο – κι έκτοτε τρέφω ακλόνητη, αιώνια την πίστη μου στον ουρανό της νύχτας και στο φως του: την Αγαπημένη.



Novalis, Ύμνοι στη Νύχτα, μετάφραση Mιχάλης Παπαντωνόπουλος [Eκδ. Hλέκτρα, 2008].

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2008

Ακούγοντας και διαβάζοντας Jacques Brel…


Jacques Brel

(1929 – 1978)



Amsterdam


Dans le port d'Amsterdam
Y a des marins qui chantent
Les rêves qui les hantent
Au large d'Amsterdam
Dans le port d'Amsterdam
Y a des marins qui dorment
Comme des oriflammes
Le long des berges mornes
Dans le port d'Amsterdam
Y a des marins qui meurent
Pleins de bière et de drames
Aux premières lueurs
Mais dans le port d'Amsterdam
Y a des marins qui naissent
Dans la chaleur épaisse
Des langueurs océanes

Dans le port d'Amsterdam
Y a des marins qui mangent
Sur des nappes trop blanches
Des poissons ruisselants
Ils vous montrent des dents
A croquer la fortune
A décroisser la lune
A bouffer des haubans
Et ça sent la morue
Jusque dans le cœur des frites
Que leurs grosses mains invitent
A revenir en plus
Puis se lèvent en riant
Dans un bruit de tempête
Referment leur braguette
Et sortent en rotant

Dans le port d'Amsterdam
Y a des marins qui dansent
En se frottant la panse
Sur la panse des femmes
Et ils tournent et ils dansent
Comme des soleils crachés
Dans le son déchiré
D'un accordéon rance
Ils se tordent le cou
Pour mieux s'entendre rire
Jusqu'à ce que tout à coup
L'accordéon expire
Alors le geste grave
Alors le regard fier
Ils ramènent leur batave
Jusqu'en pleine lumière

Dans le port d'Amsterdam
Y a des marins qui boivent
Et qui boivent et reboivent
Et qui reboivent encore
Ils boivent à la santé
Des putains d'Amsterdam
De Hambourg ou d'ailleurs
Enfin ils boivent aux dames
Qui leur donnent leur joli corps
Qui leur donnent leur vertu
Pour une pièce en or
Et quand ils ont bien bu
Se plantent le nez au ciel
Se mouchent dans les étoiles
Et ils pissent comme je pleure
Sur les femmes infidèles
Dans le port d'Amsterdam
Dans le port d'Amsterdam.


http://uk.youtube.com/watch?v=pk7YxDzjTxA&feature=related


Orly

Ils sont plus de deux mille
Et je ne vois qu'eux deux
La pluie les a soudés
Semble-t-il l'un à l'autre
Ils sont plus de deux mille
Et je ne vois qu'eux deux
Et je les sais qui parlent
Il doit lui dire: je t'aime
Elle doit lui dire: je t'aime
Je crois qu'ils sont en train
De ne rien se promettre
C'est deux-là sont trop maigres
Pour être malhonnêtes

Ils sont plus de deux mille
Et je ne vois qu'eux deux
Et brusquement ils pleurent
Ils pleurent à gros bouillons
Tout entourésqu'ils sont
D'adipeux en sueur
Et de bouffeurs d'espoir
Qui les montrent du nez
Mais ces deux déchirés
Superbes de chagrin
Abandonnent aux chiens
L'exploir de les juger

Mais la vie ne fait pas de cadeau!
Et nom de dieu!
C'est triste Orly le dimanche
Avec ou sans Bécaud

Et maintenant ils pleurent
Je veux dire tous les deux
Tout à l'heure c'était lui
Lorsque je disais il
Tout encastrés qu'ils sont
Ils n'entendent plus rien
Que les sanglots de l'autre
Et puis infiniment
Comme deux corps qui prient
Infiniment lentement ces deux corps
Se séparent et en se séparant
Ces deux corps se déchirent
Et je vous jure qu'ils crient
Et puis ils se reprennent
Redeviennent un seul
Redeviennent le feu
Et puis se redéchirent
Se tiennent par les yeux
Et puis en reculant
Comme la mer se retire
Ils consomment l'adieu
Ils bavent quelques mots
Agitent une vague main
Et brusquement ils fuient
Fuient sans se retourner
Et puis il disparaît
Bouffé par l'escalier

La vie ne fait pas de cadeau!
Et nom de dieu!
C'est triste Orly le dimanche
Avec ou sans Bécaud

Et puis il disparaît
Bouffé par l'escalier
Et elle elle reste là
Cœur en croix bouche ouverte
Sans un cri sans un mot
Elle connaît sa mort
Elle vient de la croiser
Voilà qu'elle se retourne
Et se retourne encore
Ses bras vont jusqu'a terre
Ça y est elle a mille ans
La porte est refermée
La voilà sans lumière
Elle tourne sur elle-même
Et déjà elle sait
Qu'elle tournera toujours
Elle a perdu des hommes
Mais là elle perd l'amour
L'amour le lui a dit
Revoilà l'inutile
Elle vivra ses projets
Qui ne feront qu'attendre
La revoilà fragile
Avant que d'être à vendre
Je suis là je le suis
Je n'ose rien pour elle
Que la foule grignote
Comme un quelconque fruit.


http://uk.youtube.com/watch?v=Lb3dmpLaX1A


Ne me quitte pas

Ne me quitte pas
Il faut oublier
Tout peut s'oublier
Qui s'enfuit deja
Oublier le temps
Des malentendus
Et le temps perdu
A savoir comment
Oublier ces heures
Qui tuaient parfois
A coups de pourquoi
Le coeur du bonheur
Ne me quitte pas (4 fois)

Moi je t'offrirai
Des perles de pluie
Venues de pays
Où il ne pleut pas
Je creuserai la terre
Jusqu'apres ma mort
Pour couvrir ton corps
D'or et de lumière
Je ferai un domaine
Où l'amour sera roi
Où l'amour sera loi
Où tu seras reine
Ne me quitte pas (4 fois)

Ne me quitte pas
Je t'inventerai
Des mots insensés
Que tu comprendras
Je te parlerai
De ces amants là
Qui ont vu deux fois
Leurs coeurs s'embraser
Je te racont'rai
L'histoire de ce roi
Mort de n'avoir pas
Pu te rencontrer
Ne me quitte pas (4 fois)

On a vu souvent
Rejaillir le feu
De l'ancien volcan
Qu'on croyait trop vieux
Il est paraît-il
Des terres brûlées
Donnant plus de blé
Qu'un meilleur avril
Et quand vient le soir
Pour qu'un ciel flamboie
Le rouge et le noir
Ne s'épousent-ils pas
Ne me quitte pas (4 fois)

Ne me quitte pas
Je ne vais plus pleurer
Je ne vais plus parler
Je me cacherai là
À te regarder
Danser et sourire
Et à t'écouter
Chanter et puis rire
Laisse-moi devenir
L'ombre de ton ombre
L'ombre de ta main
L'ombre de ton chien
Ne me quitte pas (4 fois)


http://uk.youtube.com/watch?v=RKMqCqjixyo


Les Bourgeois


Le cœur bien au chaud
Les yeux dans la bière
Chez la grosse Adrienne de Montalant
Avec l'ami Jojo
Et avec l'ami Pierre
On allait boire nos vingt ans
Jojo se prenait pour Voltaire
Et Pierre pour Casanova
Et moi, moi qui étais le plus fier
Moi, moi je me prenais pour moi
Et quand vers minuit passaient les notaires
Qui sortaient de l'hôtel des "Trois Faisans"
On leur montrait notre cul et nos bonnes manières
En leur chantant

Les bourgeois c'est comme les cochons
Plus ça devient vieux plus ça devient bête
Les bourgeois c'est comme les cochons
Plus ça devient vieux plus ça devient c...

Le cœur bien au chaud
Les yeux dans la bière
Chez la grosse Adrienne de Montalant
Avec l'ami Jojo
Et avec l'ami Pierre
On allait brûler nos vingt ans
Voltaire dansait comme un vicaire
Et Casanova n'osait pas
Et moi, moi qui restait le plus fier
Moi j'étais presque aussi saoul que moi
Et quand vers minuit passaient les notaires
Qui sortaient de l'hôtel des "Trois Faisans"
On leur montrait notre cul et nos bonnes manières
En leur chantant

Les bourgeois c'est comme les cochons
Plus ça devient vieux plus ça devient bête
Les bourgeois c'est comme les cochons
Plus ça devient vieux plus ça devient c...

Le cœur au repos
Les yeux bien sur terre
Au bar de l'hôtel des "Trois Faisans"
Avec maître Jojo
Et avec maître Pierre
Entre notaires on passe le temps
Jojo parle de Voltaire
Et Pierre de Casanova
Et moi, moi qui suis resté le plus fier
Moi, moi je parle encore de moi
Et c'est en sortant vers minuit Monsieur le Commissaire
Que tous les soirs de chez la Montalant
De jeunes "peigne-culs" nous montrent leur derrière
En nous chantant

Les bourgeois c'est comme les cochons
Plus ça devient vieux plus ça devient bête
Les bourgeois c'est comme les cochons
Plus ça devient vieux plus ça devient c…


http://uk.youtube.com/watch?v=7u5pefukIdo

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2008

Παρουσίαση νέων ποιητών: Moby Dick

Gerhard Richter


Moby Dick



πρώτη φορά


Δεν έχω να πω κάτι περισσότερο

απ΄
αυτά

που έχουν ήδη ειπωθεί

Δεν έχω να δείξω

κάποιον νέο δρόμο στη σκέψη

ούτε και κάποιο ταλέντο

που θα επενδύσω,

κι εσείς με τη σειρά σας

πάνω του

Η διαρκής επανάληψη

στιγμών και καταστάσεων

έχει μόνο ψήγματα

του διαφορετικού να αναδείξει

τα οποία δεν είναι και σίγουρο

ότι έχουν τη δύναμη

να με κρατήσουν ζωντανό

αν και εφόσον τα εντοπίσω



-Αφού δεν έχεις κάτι να πεις

κάτσε

κάτω στη θέση σου,

λέει ο τύπος στην ακριβώς πίσω σειρά



-Να έρθει κάποιος άλλος να μας πει τί στην ευχή συμβαινει,

ακούγεται

από μια γυναικεία φωνή στο βάθος



-Σταθείτε,

δεν πρόλαβα να σας πω

πως είναι μια ωραία μέρα η σημερινή

είναι η μέρα που άρχισα να μιλώ

*

και τώρα είναι σειρά μου να μιλήσω

έχω το λόγο

μέχρι τώρα άκουγα προσεκτικά

με υπομονή

δίχως ίχνος αυθάδειας

παίρνω το λόγο δικαιωματικά

θα μπορούσα

να το είχα κάνει από πριν

όμως περίμενα

σε περίμενα

να φτάσεις στο τέλος

αλλά εσύ τέλος

μάλλον δε βρήκες

μπροστά στην ακατάπαυστη διαδοχή

σκέψης και πράξης

μπερδεύτηκες και πίστεψες

ότι ο λόγος σου

είναι προνόμιο

δεν ήταν μόνο από αφέλεια

σίγουρα όχι

το είδα σ΄ εκείνο το βλέμμα

(ότι ήξερες και σ΄ άρεσε να έχεις

το προνόμιο της πρώτης κίνησης)

καθώς το τέλος

σε καθιστούσε

παρελθόν


*
 
Ναι, σήμερα

είπα ν΄ ασχοληθώ μ΄ εσένα

με το φόβο σου

στο κάθε σου βλέμμα

ντυμένος στην προκατάληψη

τριγυρνάς από παρέα σε παρέα

ψάχνοντας να βρεις μια

συγκατάβαση

ώστε να την κάνεις αποκούμπι ή

να την ευτελίσεις

μέσα από τα υποτιθέμενα θέλω σου

που δεν είναι τίποτε άλλο

από αυταπάτες και χίμαιρες

που κυνηγάς αιώνια

προσπαθώντας να

καλύψεις τρύπες και κενά

του άδειου χαρακτήρα

επιπροσθέτως θέλω

να σου θυμίσω

τις ευθύνες που ανέλαβες

απέναντι

στα παιδιά

των σκέψεων σου


***
 
Μπαίνεις βγαίνεις κινείσαι μένεις

σταθερός
ακίνητος

φωνάζεις
νομίζεις σκέφτεσαι κρίνεις

αυτούς που έφυγαν, που είναι γύρω

κρυφοκοιτάζεις μέσα από ένα μικρόκοσμο

έναν άλλο

θες διψάς ζητάς απαιτείς και δίνεις

για να έχεις να παίρνεις

συμφέρον ανάγκη πάθος πρωτοβουλία έλλειψη

αυτοεκτίμησης

φτιάχνεις κάνεις δημιουργείς καταστρέφεις αποδομείς

το ένα και αποδέχεσαι το όλο ως ένας

αντίφαση που όμοιά της

στον έρωτα τη συναντάς

ίσως και στο θάνατο

ακούς βλέπεις μυρίζεις αγγίζεις αισθάνεσαι

μόνος

ο μόνος και μοναδικός

μοναδικός και μόνος

 ***

αρρωστημένος έρωτας


σ' αγαπώ κι εσύ το ίδιο

σε θέλω

σε ποθώ κι εσύ όχι

κι αναγκάζομαι

να σκοτώσω τον έρωτα

ακόμα μία φορά

γιατί σε κάθε περίπτωση

μια γυναίκα

είναι μοναδική

πόσο μάλλον εσύ





και βάζω πορνό

και βλέπω

και μαλακίζομαι

γιατί είναι φορές

που είμαι μισογύνης





τελικά οι γυναίκες

είναι πρόβλημα

όταν τις χάνω

καθώς μ' αφήνουν

μαλάκα

χαμένο

να ψάχνομαι

και να ψάχνω

στ' άψαχτα

την επιβεβαίωση

σ' ένα σου βλέμμα

στον πάτο

***
πάλι τα ίδια

μπερδεύω το αντίθετο ρεύμα

με το δικό μου

πέφτω πάνω σε πρόσωπα γερασμένα

σκοντάφτω σε βρέφη

βλέπω καρδιές ματωμένες

από έρωτα

να αιωρούνται σαν σαπουνόφουσκες

σκύβω

χάνω τη γη

χάνομαι

σ' ένα φρέσκο μέρος

με παλιά μυρωδιά

που απλώνεται μπροστά μου

σαν έρημος

ξανά

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2008

Οι ταξιδιώτες…


Hermann Broch

(18861951)



Όταν επιθυμίες και στόχοι συγχωνεύονται, όταν το όνειρο εξωθείται προς τις μεγάλες καμπές και κρίσεις της ζωής, τότε ο δρόμος στενεύει και οδηγεί σε σκοτεινές σήραγγες και το επιθανάτιο όνειρο τυλίγει αυτόν που ως τώρα περιπλανιόταν υπνοβατώντας: όλα όσα έχουν συμβεί, επιθυμίες και στόχοι, περνούν για άλλη μια φορά μπρος απ’ τα μάτια του ετοιμοθάνατου και μπορείς σχεδόν να θεωρήσεις πως συμπτωματικά και μόνο η κατάληξη του δρόμου δεν είναι ο θάνατος.


Ο άνθρωπος που νοσταλγεί από μακριά τη γυναίκα του ή έστω μόνο το σπίτι της παιδικής του ηλικίας, στέκει στο κατώφλι της υπνοβασίας.

Ίσως πολλά να έχουν ήδη προπαρασκευαστεί κι εκείνος να μην τα πρόσεξε ως τώρα. Όπως όταν λόγου χάρη στο δρόμο για το σταθμό αντιλαμβάνεται ξαφνικά ότι τα σπίτια είναι φτιαγμένα από τούβλα το ένα πάνω στ’ άλλο, οι πόρτες από πριονισμένες σανίδες και τα παράθυρα από παραλληλόγραμμα τζάμια. Ή όταν θυμάται το δημοσιογράφο και το δημαγωγό που παριστάνουν ότι είναι σε θέση να ξεχωρίσουν το αριστερό από το δεξί, ενώ αυτό είναι κάτι που το ξέρουν μόνο οι γυναίκες, και μάλιστα όχι όλες. Επειδή όμως ο άνθρωπος δεν είναι δυνατόν να σκέφτεται συνεχώς τέτοια πράγματα, πίνει ήρεμα ένα ποτήρι μπύρα στο σταθμό.

Καθώς όμως βλέπει το τρένο για το Μύλχαϊμ να πλησιάζει ολοταχώς και ακούει τον πάταγο αυτού του τόσο σίγουρου για το σκοπό του ακάθεκτου, μεγάλου και μακριού σκουληκιού, αρχίζει ξαφνικά να αμφιβάλλει αν μπορεί να εμπιστευτεί το συρμό, που ίσως θα χάσει το δρόμο του, και αρχίζει να φοβάται ότι ο ίδιος, που ως γνωστόν έχει αναλάβει να επιτελέσει σημαντικά καθήκοντα στη γη, ίσως απομακρυνθεί από αυτά τα καθήκοντα και οδηγηθεί στην Αμερική.

Μέσα στην αμφιβολία του πολύ θα ήθελε να πλησιάσει έναν από τους εν στολή υπαλλήλους, όπως συνηθίζουν οι άπειροι ταξιδιώτες, αλλά η αποβάθρα του σταθμού είναι τόσο εκτεταμένη, τόσο απροσμέτρητα μακριά και άδεια, ώστε σχεδόν δεν είναι σε θέση να τη διασχίσει και πρέπει να θεωρεί τον εαυτό του τυχερό αν φτάσει εγκαίρως στο τρένο, κι ας μην έχει συγκεκριμένο σκοπό, τυχερός που το πρόφτασε έστω και με κομμένη την ανάσα. Βεβαίως φροντίζει να κοιτάξει τις πινακίδες του συρμού που σε πληροφορούν για τον προορισμό του, ωστόσο αντιλαμβάνεται πως αυτή η προσπάθεια είναι μάταιη, γιατί αυτά που γράφουν οι πινακίδες δεν είναι ο προορισμός του τρένου, αλλά μόνο λέξεις. Κι έτσι ο ταξιδιώτης μένει κάπως αναποφάσιστος μπρος στα βαγόνια.

Αυτή η αναποφασιστικότητα και το γεγονός ότι έχει λαχανιάσει είναι σίγουρα αρκετά για να κάνουν έναν ευέξαπτο άνθρωπο να αρχίσει τις βλαστήμιες, και ακόμα περισσότερο όταν, ξαφνιασμένος από το σήμα της αναχώρησης, κάνει να σκαρφαλώσει βιαστικός τις άβολες σκάλες του βαγονιού και χτυπάει την κνήμη του σ’ ένα από τα σκαλοπάτια. Βλαστημάει: βλαστημάει τα σκαλοπάτια και τον ηλίθιο τρόπο που είναι κατασκευασμένα, βλαστημάει τη μοίρα του. Ωστόσο πίσω από αυτήν την απολίτιστη συμπεριφορά κρύβεται μια ουσιαστική αν και εξοργιστική επίγνωση, κι αν ο άνθρωπος αυτός ήταν σε θέση να σκεφτεί καθαρά, θα μπορούσε ίσως και να την εκφράσει: όλα αυτά δεν είναι παρά έργα του ανθρώπου, αχ ναι, αυτά τα σκαλιά που είναι προσαρμοσμένα στην κάμψη και την έκταση των ανθρώπινων γονάτων, αυτή η απροσμέτρητα μακριά αποβάθρα, αυτές οι πινακίδες και οι λέξεις που είναι γραμμένες πάνω τους μα και το σφύριγμα της μηχανής και οι αστραφτερές σιδηροτροχιές – πλήθος ανθρώπινα έργα κι όλα γεννήματα της στειρότητας.

Ο ταξιδιώτης γνωρίζει με έναν ασαφή τρόπο ότι μ’ αυτές τις σκέψεις υψώνεται πάνω από την καθημερινότητα και πολύ θα ήθελε να τις εντυπώσει για όλη του τη ζωή. Γιατί παρόλο που αυτές οι σκέψεις μπορεί να θεωρηθούν ως γενικά ανθρώπινες, ωστόσο είναι περισσότερο προσιτές στους ταξιδιώτες, και ιδίως σ’ αυτούς με ευέξαπτο χαρακτήρα, απ’ ότι στους σπιτόγατους που δεν σκέφτονται τίποτα, ακόμη κι όταν ανεβοκατεβαίνουν συχνά κάθε μέρα τις σκάλες του σπιτιού τους. Ο σπιτόγατος δεν παρατηρεί ότι περιστοιχίζεται από ανθρώπινα κατασκευάσματα και πως ακόμα και οι σκέψεις του δεν είναι παρά απλά ανθρώπινα κατασκευάσματα. Στέλνει μακριά τις σκέψεις του όπως στέλνει κανείς έναν έμπιστο και ικανό εμπορικό αντιπρόσωπο σε όλο τον κόσμο, και νομίζει πως μ’ αυτόν τον τρόπο περιορίζει τον κόσμο στα όρια του δωματίου του και των συναλλαγών του. Ο άνθρωπος όμως που δεν ταξιδεύει νοερά αλλά αυτοπροσώπως, έχει ήδη εγκαταλείψει αυτήν την απερίσκεπτη αίσθηση σιγουριάς: ο θυμός του στρέφεται εναντίον όλων των ανθρώπινων κατασκευασμάτων: εναντίον των μηχανικών που σχεδίασαν τις σκάλες με αυτόν και όχι με έναν άλλο τρόπο, εναντίον των δημαγωγών που φλυαρούν διαρκώς για τη δικαιοσύνη, την τάξη και την ελευθερία σαν να ήταν σε θέση να ξαναφτιάξουν τον κόσμο σύμφωνα με τις ιδέες τους. Εναντίον των δογματικών πολύξερων στρέφεται ο θυμός του ταξιδιώτη που έχει αρχίσει να τον φωτίζει η επίγνωση της άγνοιας.

Μια οδυνηρή ελευθερία του αναγγέλλει πως τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Και οι λέξεις, με τις οποίες επικαλύπτονται τα πράγματα, γλιστρούν ανεπαίσθητα στην αβεβαιότητα: οι λέξεις μοιάζουν ορφανεμένες. Ο ταξιδιώτης περπατάει αβέβαιος μέσα από το μακρύ διάδρομο του βαγονιού, απορεί για το γεγονός ότι υπάρχουν και δω τζάμια όπως και στα σπίτια και αγγίζει με το χέρι του την κρύα επιφάνεια τους. Κι έτσι ο άνθρωπος που ταξιδεύει καταλήγει εύκολα σε μια κατάσταση αμέτοχης ανευθυνότητας. Τώρα που ο συρμός τρέχει ολοταχώς με πάταγο, φαινομενικά τραβώντας ακάθεκτα προς τον προορισμό του, φαινομενικά τείνοντας προς την ανευθυνότητα, και η ορμή του δεν μπορεί να ανακοπεί παρά μόνο με τη χρήση του σήματος κινδύνου, τώρα που η γη φεύγει με ταχύτητα κάτω από τα πόδια του ταξιδιώτη, εκείνος που δεν έχει εγκαταλείψει την επίγνωση της άγνοιας ακόμα και μέσα στην οδυνηρή ελευθερία της πάμφωτης μέρας, προσπαθεί να βαδίσει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αλλά δεν φτάνει πουθενά, γιατί εδώ τα πάντα ανήκουν στο μέλλον.

Οι σιδερένιοι τροχοί τον χωρίζουν από την καλή και σταθερή γη, και ο ταξιδιώτης στο διάδρομο σκέφτεται τα πλοία με τους δικούς τους μακριούς διαδρόμους και τις καμπίνες που στέκουν πλάι-πλάι, τα πλοία που επιπλέουν πάνω στον υδάτινο όγκο που τα χωρίζει από τον πυθμένα της θάλασσας: τη γη. Γλυκιά, αιώνια ανεκπλήρωτη επιθυμία! Τι ωφελεί να κρυφτεί στα έγκατα του πλοίου όταν μόνο ο φόνος μπορεί να φέρει την ελευθερία – αχ, ποτέ το πλοίο δεν θα πλευρίσει στον πύργο που ζει η αγαπημένη του. Ο ταξιδιώτης στο διάδρομο παραιτείται από τις περιπλανήσεις του, και ενώ παριστάνει ότι παρατηρεί το τοπίο και τα μακρινά χωριά, κολλάει τη μύτη του στο τζάμι όπως όταν ήταν παιδί. Ελευθερία και φόνος συγγενεύουν όσο και η γέννηση με το θάνατο. Κι όποιος γεννιέται στην ελευθερία, είναι ορφανός σαν το δολοφόνο που βαδίζοντας προς το ικρίωμα φωνάζει τη μητέρα του. Μέσα στο συρμό που τρέχει ακάθεκτα με πάταγο τα πάντα ανήκουν στο μέλλον, γιατί η κάθε στιγμή αντιστοιχεί ήδη σε ένα άλλο μέρος, και οι άνθρωποι στα βαγόνια νιώθουν ευχαριστημένοι σαν να γνωρίζουν ότι έχουν απαλλαγεί από τον εξιλασμό. Εκείνοι που έμειναν στο σταθμό προσπάθησαν κιόλας να αφυπνίσουν τη συνείδηση αυτών που απομακρύνονται και να τους επαναφέρουν στο καθήκον φωνάζοντας και ανεμίζοντας τα μαντήλια τους, οι ταξιδιώτες όμως δεν αποχωρίζονται πια με κανένα τρόπο την ανευθυνότητα: κλείνουν τα παράθυρα με την πρόφαση ότι φοβούνται μήπως το ρεύμα τους φυσήξει στο σβέρκο και πιαστούνε και βγάζουν τα φαγητά που έχουν φέρει μαζί τους και τα οποία τώρα πια δεν είναι υποχρεωμένοι να τα μοιραστούν με κανέναν.

Πολλοί από αυτούς περνάνε το εισιτήριο στην κορδέλα του καπέλου τους ώστε η αθωότητα τους να διακρίνεται από μακριά, οι περισσότεροι όμως ψάχνονται βιαστικά και με φόβο για να βρουν το εισιτήριο τους, μόλις ακουστεί η φωνή της συνείδησης και εμφανιστεί ο εν στολή υπάλληλος. Όποιος σκέφτεται το φόνο γίνεται αντιληπτός αμέσως και μάταια καταβροχθίζει με λαιμαργία σαν παιδί τα διάφορα φαγητά και τις λιχουδιές: αυτό δεν είναι παρά το τελευταίο γεύμα του καταδικασμένου.

Κάθονται σε πάγκους που οι κατασκευαστές τους έχουν φτιάξει με ξεδιάντροπο και σχεδόν απερίσκεπτο τρόπο έτσι ώστε να προσαρμόζονται στην διπλά διακοπτόμενη κυρτότητα του ανθρώπινου σώματος, κάθονται σε οκτάδες ο ένας κολλημένος στον άλλο μέσα στο ξύλινο κλουβί τους κι ακούνε το τρίξιμο των ξύλων και τον ελαφρό κρότο του σκελετού του βαγονιού πάνω από τον θόρυβο των ορμητικά περιστρεφόμενων τροχών. Αυτός που η θέση του είναι στραμμένη προς τη μεριά που κατευθύνεται το τρένο, περιφρονεί τους υπόλοιπους που κοιτούν προς το παρελθόν: φοβούνται τα ρεύματα κι όταν η πόρτα του βαγονιού ανοίγει απότομα φοβούνται αυτόν που μπορεί να έρθει ξαφνικά από πίσω τους και να τους κάνει να στρίψουνε το κεφάλι. Γιατί αυτός που βρίσκεται σε τέτοια θέση, δεν γνωρίζει πλέον πώς να ξεχωρίσει σωστά την ενοχή από τον εξιλασμό: αμφιβάλλει αν δύο και δύο κάνουν τέσσερα, αμφιβάλλει αν είναι παιδί της μητέρας του κι όχι έκτρωμα. Κι ακόμα φροντίζουν τα παπούτσια τους να είναι ίσια στραμμένα προς τα εμπρός ώστε να τους υπενθυμίζουν τις δουλειές που έχουν να κάνουν. Γιατί η κοινωνία τους εξαρτάται από τα επαγγέλματα που ασκούν. Πρόκειται για μια κοινωνία χωρίς καμία ισχύ, όπου επικρατεί η ανασφάλεια και η κακή προαίρεση.

Μόνο η μητέρα μπορεί να καθησυχάσει το παιδί της ότι δεν είναι έκτρωμα. Οι ταξιδιώτες αντιθέτως και τα ορφανά, που έχουν γκρεμίσει τις γέφυρες πίσω τους, δεν γνωρίζουν πια που βρίσκονται. Γεννημένοι στην ελευθερία πρέπει να οικοδομήσουν εκ νέου την τάξη και τη δικαιοσύνη: δεν θέλουν πλέον να παρασύρονται από τις σοφιστείες των μηχανικών και των δημαγωγών, μισούν τα ανθρώπινα κατασκευάσματα, μόνο που δεν τολμούν να ξεσηκωθούν ενάντια στις χιλιόχρονες παρανοήσεις και να επικαλεστούν την τρομερή επανάσταση της γνώσης όπου το δύο και το δύο δεν αθροίζονται πλέον. Γιατί κανείς δεν βρίσκεται εκεί να τους διαβεβαιώσει για την κάποτε χαμένη και τώρα ανακτημένη αθωότητα τους, κανείς για να ακουμπήσουν το κεφάλι τους στα γόνατα του, τώρα που απομακρύνονται καταφεύγοντας στη λησμονιά για να αποφύγουν την ελευθερία της μέρας.

Ο θυμός οξύνει το πνεύμα. Οι ταξιδιώτες τοποθετήσαν προσεκτικά τις αποσκευές τους στο δικτυωτό και τώρα μιλούν θυμωμένα και επικρίνουν τους πολιτικούς θεσμούς του Ράιχ, τη δημόσια τάξη και τους νόμους, κατακρίνουν έντονα τους θεσμούς και την επικρατούσα κατάσταση, έστω και με εκφράσεις στην ορθότητα των οποίων δεν μπορούν πια να πιστέψουν. Και με την ένοχη επίγνωση της ελευθερίας τους φοβούνται το φοβερό πάταγο της σύγκρουσης του τρένου, τρέμουν μήπως καρφωθούν πάνω στις σιδερένιες ράβδους του. Μήπως δεν διαβάζουν κάθε τόσο για τέτοια δυστυχήματα στις εφημερίδες;

Ωστόσο μοιάζουν με ανθρώπους που αφυπνίστηκαν πρόωρα στην ελευθερία, που ξυπνήσαν νωρίς για να φτάσουν εγκαίρως στο τρένο. Κι έτσι τα λόγια τους γίνονται όλο και πιο αβέβαια, όλο και πιο νυσταλέα κι η συζήτηση ξεφτίζει γρήγορα σ’ ένα ακαθόριστο μουρμούρισμα. Ο ένας ή ο άλλος λέει ότι θα προτιμούσε να κλείσει τα μάτια του και να μην βλέπει πια αυτά τα σημάδια της ζωής που περνούν ολοταχώς μπρος από το βλέμμα του, αλλά οι συνταξιδιώτες του έχουν ήδη καταφύγει στο όνειρο και δεν τον ακούνε πια. Λαγοκοιμούνται με τις γροθιές τους σφιγμένες και το γιακά του πανωφοριού τους τραβηγμένο πάνω στο πρόσωπο τους και τα όνειρα τους είναι πλημμυρισμένα από θυμό εναντίον των μηχανικών και των δημαγωγών που με τις ανούσιες γνώσεις τους ονομάζουν τα πράγματα με τα ονόματα τους, που είναι τόσο ψεύτικα, τόσο ξεδιάντροπα εξαιτίας της ψευτιάς τους, ώστε το οργισμένο όνειρο πρέπει να δώσει καινούργια πολύ αμφίβολα ονόματα στα πράγματα, λαχταρώντας όμως η μητέρα να πει τις σωστές λέξεις έτσι που ο κόσμος να ξαναγίνει σίγουρος και σταθερός σαν σπιτικό.

Τα πράγματα είναι πολύ κοντινά και πολύ μακρινά, όπως στην παιδική ηλικία, και ο ταξιδιώτης που ανέβηκε στο τρένο και νοσταλγεί από μακριά τη γυναίκα του ή έστω μόνο το σπίτι και την πατρίδα του, είναι σαν κάποιος που έχει αρχίσει να χάνει το φως του και φοβάται λίγο πως μπορεί να τυφλωθεί. Πολλά πράγματα έχουν γίνει γι αυτόν ακαθόριστα: τουλάχιστον έτσι νομίζει, μόλις σκεπάσει το πρόσωπο του με το πανωφόρι του, κι όμως μέσα του έχει αρχίσει ν’ αναδύεται μια γνώση που ίσως την κατείχε ήδη χωρίς να την έχει ως τώρα προσέξει.

Στέκει στο κατώφλι της υπνοβασίας. Ακολουθεί ακόμα τους δρόμους που χάραξαν οι μηχανικοί, βαδίζει όμως άκρη-άκρη έτσι που φοβάται μήπως γκρεμιστεί. Ακούει ακόμα τις φωνές των δημαγωγών, αλλά αυτά που λένε δεν έχουν πια γι αυτόν καμιά σχέση με τη γλώσσα. Απλώνει τα χέρια του προς τα πλάγια και λίγο προς τα μπρος σαν αξιοθρήνητος σχοινοβάτης, που αιωρούμενος ψηλά πάνω από τη σταθερή γη γνωρίζει πως υπάρχουν καλύτερα στηρίγματα. Απολιθωμένη και καταπιεσμένη αιωρείται η φυλακισμένη ψυχή και αυτός που κοιμάται γλιστράει προς τα ύψη για να αγγίξει με την ανάσα του τις φτερούγες των πολυαγαπημένων, όπως αγγίζουν τα χείλη των νεκρών το πούπουλο που αποθέτουν πάνω τους. Και επιθυμεί να τον ρωτήσει κάποιος, σαν να ήταν παιδί, πως το λένε, έτσι ώστε να βυθιστεί στην αγκαλιά της γυναίκας του και να ανασάνει βαθιά τη μυρουδιά του σπιτιού του χωρίς να ονειρεύεται πια. Δεν έχει υψωθεί ακόμα αρκετά, αλλά ήδη στέκει σε ένα μικρό και πρωτόγνωρο σκαλί της νοσταλγίας. Γιατί δεν ξέρει πια πως τον λένε.


Απόσπασμα από το μυθιστόρημα Οι Υπνοβάτες. ΙΙ · 1903, Ες ή Η Αναρχία (1931-1932).


Μετάφραση Κώστας Κουντούρης.