Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2009

Σελίδες από το Ημερολόγιο του Ιλχάν


Προσπάθησα τόσο πολύ να γαμήσω το μέλλον μου γιατί φοβόμουν τόσο πολύ το γαμημένο το παρελθόν μου. Το παρελθόν μου που έζησα. Κι εκείνο που κατασκεύασα. Ποιος ήμουν; Τι ήμουν; Έκλεισα τα μάτια μου κι έσφιξα τις γροθιές μου. Όταν τ’ άνοιξα κοιτούσα ξανά το ίδιο τοπίο νεκρό. Πάει καιρός που είχα πάψει να ξέρω τι ήταν αληθινό και τι όχι. Και δεν μπορούσα πια να διακρίνω ξεκάθαρα μέσα από στέρεα περιγράμματα την πραγματικότητα απ’ τον εφιάλτη. Τώρα περνούσα τον καιρό μου προσπαθώντας συνήθως να κατασκευάσω κάποιο παρόν. Κλεισμένος πάντα στον πάτο άδειο μιας άδειας κλεψύδρας και να με πνίγει η άμμος αμείλικτη του παραμορφωμένου χρόνου. Έπινα, μαστούρωνα, μαλακιζόμουν μ’ ανύπαρκτες γκόμενες στο διαδίκτυο κι όταν γαμούσα έφερνα επίμονα στο μυαλό μου τα πρόσωπα γυναικών που ήξερα πως δεν θα μπορούσα ποτέ να γαμήσω. Μες το μυαλό μου έκλαιγ’ ένας γιγάντιος ήλιος κι υπήρχε μέσα μου κάτι σαν μαύρη σπηλιά που δεν κατάφερνα ποτέ να φωτίσω ή πολύ περισσότερο να εξηγήσω την παρουσία της. Και χρόνο το χρόνο όλο μεγάλωνε και κάλυπτε τα πάντα σταδιακά και αδίστακτα αδηφάγα χορεύοντας ακανόνιστα την αδυσώπητη ηδυπάθεια ενός ερεβώδους ιλίγγου. Ήθελα τόσο πολύ να κάνω κάτι στη ζωή μου που στο τέλος κατάντησα άχρηστος. Οι λέξεις. Δεσμώτης των λέξεων ν’ αναφλέγομαι το μυαλό μου. Κι εικόνες να ξεθωριάζοντας αργά σαν τα καμένα αρνητικά φωτογραφίας. Να χορεύω τα βράδια παθητικά slow με κιτρινισμένους ιππόκαμπους τόσο ζωντανούς όσο κι οι γόπες απ’ τα τσιγάρα μου και χύνοντας να φαντασιώνομαι τις γυναίκες που κάποτε ήλπισα ν’ αλλάξουν εκείνες για μένα τον εαυτό μου. Που τις πόθησα πρώτα γυμνώνοντας το κορμί τους τις ερωτεύτηκα έπειτα γνωρίζοντας το κορμί τους και που τόσο πολύ τις αγάπησα ύστερα και που στο τέλος τις μίσησα ότι αγαπήσαν εκείνον που εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ ν’ αγαπήσω. Και δεν ήξερα ποιος έφταιγε τελικά. Εγώ ή εκείνες; Τώρα άφηνα τα φαντάσματα μου να με πολιορκούνε τις νύχτες και νύχτες παραισθησιογόνες με τα μαλλιά της κεφαλής μου σηκωμένα από τον ίδιο πάντα τρόμο βουβό βουλιάζοντας στο ημίφως μέσα σε πολυκαιρισμένες βραχογραφίες με κυνήγια και βίσονες και μάγους σαμάνους με υπερμεγέθη καυλιά και γυναίκες σκουρόχρωμες με μάσκες και χρώματα και μεγάλα βυζιά νύχτα πανσέληνος μες τη φωτιά και προϊστορικούς διαστημάνθρωπους που δεν είχα ιδέα πως βρεθήκαν στον τοίχο μου ή τι στον πούτσο ‘κάναν εκεί. Κι ήξερα από πριν με την υπόρρητη βεβαιότητα των καταδικασμένων πως όπου να ‘ναι άλλο ένα κακό ταξίδι θα ξεκινούσε. Το ίδιο πάντα ταξίδι κακό. Κι όταν αναρωτιόμουν αν ήμουν τρελός είχα ήδη περάσει πέρα απ’ την τρέλα. Κι ήλπιζα μόνο ότι όλα αυτά τα φαντάσματα θα γινόνταν κάποτ’ επιτέλους δικά μου. Αρκεί μόνο να μην είναι αργά. Κι ίσως τότε να δω στην άλλη άκρη του τούνελ εκείνον που τόσο μισούσα να μου γελά ειρωνικά.


2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

ποιος ειναι ο κτητωρ του ημερολογιου,εχει λεκιασει κι αλλες σελιδες;

melen είπε...

..αγαπητέ g.e.,
σας ευχόμαστε να "λεκιάσετε" πολλές ακόμα σελίδες..

Χαιρετώ σας!