Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2009

Αφιέρωμα: Ελληνική ποίηση 1952 – 1974

Umberto Boccioni, Stati di animo III



Μάρκος Μέσκος


ΑΛΟΓΑ ΣΤΟΝ ΙΠΠΟΔΡΟΜΟ

(1973)


Όταν είμαστε λυπημένοι

γράφουμε ποιήματα


Φανταστικό ποίημα


Μια παρέα πλάτος ένα πεζοδρόμιο – παλιά προβατίνα

η γλώσσα μου

λόγια παλιά θα πω. Τα καλύτερα τραγούδια είναι τα

χαράματα

ένα μέτρο η κάμαρη κι ο δρόμος μια φτερούγα. Και το νερό.

Που είναι το νερό; Για τελευταία φορά αναφέρομαι στο φεγγάρι

στερνός γανωτής που τρίβει καλάϊ με τα πόδια. Ένα πτώμα

ο ύπνος.

Αχ! Σατέν φορούσε η λεύκα θροΐζοντας – ο καιρός ο καιρός

να περνάει

κι ο τελευταίος καπνός στην ταμπακέρα. Που να κινήσω πάλι;

Πρωί – βράδυ η λαιμητόμος του ασανσέρ, πρωί – βράδυ

η ματαιότητα των παιδιών με τα φρένα χυμένα στο χώμα

εκεί που τα πουλιά ονειρεύονται τύμπανα στον ύπνο:

Διψασμένο βράδυ

Καθώς μοσχάρι πίνει το νερό στη ρεματιά κι ο λαιμός

παντοκράτορας

καθώς χτένι του ήλιου δειλινό, φίλος το παλιό πεύκο κι η

θάλασσα βλέπει.

Η θάλασσα βλέπει κι ο μονόχειρας στους λόφους δακρυσμένος

χειροκροτεί.


Στους δρόμους


Στους δρόμους οι νεκροί δε με γνωρίζουν

αδιάφορα προσπερνούν σημειώνοντας τη χλωμάδα στο πρόσωπο

και το άνυδρο τοπίο με τις μαύρες μύγες

στα νερά της πηγής.

Εκεί στις πέτρινες χαράδρες η μισή ζωή

και το κατεστραμμένο τανκ πρόσχημα της πλαγιάς

παίζοντας όλη μέρα. Τιμόνι και κράνος γνωστά

όπως η τράπεζα με τους νυχτερινούς υπαλλήλους

από μια τρύπα βγαίνοντας στο φως κάθε πρωί.

Εσύ πρέπει να ‘σαι ωραία.


Χριστίνα


Θλιβερό η φωνή να γυρίζει πίσω χωρίς απόκριση

ο στίχος της Ασκληπιού και το φεγγάρι ευτυχώς χαμηλά

και ο ψηλός μονόχειρας στο επιτάφιο αεράκι

κάθε απόγευμα γύρω τριγύρω του Λυκαβηττού.

Ένας άνθρωπος της ηλικίας μου λοιπόν που βαδίζει

στους δρόμους με την ωραία ψευδαίσθηση

τι ωραία

τι ωραία

όλα χαρούμενα όλα φωτεινά και καταπώς

βαθιά τα επιθυμεί η ψυχούλα που μες τη φυλακή

γεννιέται.

Πίσω από τα φύλλα πίσω απ’ τα πουλιά

πάλι φοβάμαι.


Ο αγώνας


Μέσα στο σπίτι ξένα πρόσωπα. Τη νύχτα σκότωσα

τον έναν στη σκάλα κι έβγαλα από το στόμα μου

σκατά. Ας είναι καλά το νερό απ’ τη φωνή του

μικρού που είχαμε πάντα μαζί μας. Μας φώναξε

στο ταβερνάκι πάνω απ’ το ποτάμι. Κι ενώ

παράγγελνα καβγαδίζοντας τους μεζέδες είδα

στα χαμηλά τραπέζια ελιές και ρακί και τέσσερις

πληβείους να με κοιτούν στα μάτια.

– Όχι δεν ήταν ξένα τα πρόσωπα στο σπίτι.


Το σπίτι


Είχεν ορόφους πέντε το σπίτι

βρήκα την εξώπορτα ανοιχτή και ψηλαφούσα

στα σκοτεινά. Δύσκολα ανέβαινα

τα σκαλιά λοξά γλιστρούσαν κι όλο έλεγα να δω

το σημάδι-φυτό που φωσφορίζει τη νύχτα

στη θύρα του γείτονα. Τίποτα. Λίγο ακόμη να πιστέψω

πως σακάτεψα τη μνήμη και η γέφυρα που ενώνει

το παρελθόν γκρεμίστηκε. Τότε πέτυχα τις γυναίκες

που φρόντιζαν την μετακόμιση σιωπηλά: Εδώ το χαλί

εκεί το βάζο εκεί το πιάνο τον καλόγερο στη γωνιά.

Και καθώς ευγενικές η μια με τα βαμμένα κόκκινα χείλη

μου χαμογελούσε εξηγώντας την πλάνη μου

γκαστρωμένη η άλλη μου ‘λεγε να θαυμάσω τη μεγάλη σάλα

για τα μελλοντικά πάρτι με τη μουσική στα πολύφωτα

– πάλι λάθος είπα μέσα μου, πάλι λάθος, ευχαρίστησα τις κυρίες

και καθώς το ρολόι χτυπούσε κάποιαν ώρα της νυχτός και

η δούλα ανέβαζε πάνω τον σκύλο από τον βραδινό του

περίπατο, σκαλί το σκαλί βγήκα απ’ το χτίριο.

Πιο πέρα δυο τρεις ψιθύριζαν ο ένας στο αυτί του άλλου

κάτω από ‘να μικρό μα όχι τυχαίο δεντράκι.


Κυριολεξία


Όπα λοιπόν να ο ήλιος! Τρέχω κι ονοματίζω:

Πράσινα δέντρα το δάσος σύντριμμα το κύμα η θάλασσα

νερό το νερό κρύσταλλο και φωνή δεν πνίγεται

στον ασβεστόλιθο του γκρεμού.

Το πουλί στο κλουβί (ανοιγμένη η θύρα)

τα όνειρα στην πέτρα χρώματα της μέρας

το σοκάκι σοκάκι το σκυλί σκυλί του γυρισμού.

Χαϊδεύω τα μαλλιά σου σε φιλώ – τώρα

όλα θάνατος και παραλογές.


Προαίσθημα


Από τη στέγη περνούσαν πράγματα πολλά

καπνός πνοές ανέμου φύλλα φθινοπωρινά

ο ίσκιος του ήλιου στο γύρισμα

του χελιδονιού η γλώσσα στο ζενίθ

τα ξυπόλητα πόδια των πουλιών δειλινές ώρες

κόκκινη κλώσα η στέγη

μα εκείνο απομένει: η μαύρη κάργα στην καταχνιά

με το φοβερό ράμφος τοκ τοκ, τοκ τοκ

έμβολο θανάτου στο κρανίο.

Και η σιωπή του κρεμασμένου μέσα.


***

Σε συνεργασία με την Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης – Ποιείν:

http://www.poiein.gr/archives/4306/index.html

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ο ποιητής είναι ένας υποκριτής.
Υποκρίνεται τόσο απόλυτα
που φτάνει να υποκρίνεται πως είναι πόνος
ο πόνος που νιώθει αληθινά.πεσοα

Le grand écrivain είπε...

Αγαπητέ φίλε του Πεσόα, επειδή διαπιστώνω πως επιμένετε περί Πεσόα, θα με χαροποιούσε ιδιαίτερα αν μου στέλνατε για να αναρτήσω μια δική σας σύντομη ανθολογία του... άλλωστε εδώ δεν έχω μαζί μου καθόλου ελληνικές μεταφράσεις του, και δεν ξέρω αν έχει κανένα νόημα να αναρτήσω γαλλικές ή αγγλικές...
φιλικά...