Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2009

Κλασική Ιαπωνική Ποίηση

Tensho Shubun (1414 – 1463), Reading in a bamboo grove




Matsuo Bashô

(1644 – 1694)


Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής



Πρώτη μέρα του χρόνου

σκέφτομαι τη μοναξιά

των δειλινών του φθινόπωρου.




Το φθινόπωρο πλησιάζει

η δαμασκηνιά κι η σελήνη

τα πάντα αγγέλουν τον ερχομό του.




Σ’ ένα κλαρί νεκρό

κάποιο κοράκι στάθηκε

του φθινοπώρου δείλι.




Δεν καίει λάδι πια στη λάμπα μου,

ξάπλωσα. Νύχτα,

κι απ’ το παράθυρο το φεγγάρι.




Φεγγάρι ολόγιομο.

Τριγύρω απ’ τη λίμνη όλη τη νύχτα

περιπλανήθηκα.




Τα νερά του καταρράκτη διαυγή.

Μέσα στα κύματα άσπιλα

λάμπει η σελήνη καλοκαιρινή.




Μιαν αστραπή:

Μες το σκοτάδι αστράφτει

του ερωδιού η κραυγή.




Μπροστά σε μιαν αστραπή

αξιοθαύμαστος

αυτός που δεν καταλαβαίνει!




Ένα πέπλο βροχή

μια μέρα χωρίς το Fuji να δω

η χαρά




Ξύπνα, ξύπνα, φωνάζω,

φίλη μου εσύ μοναχή,

πεταλούδα, που τώρα κοιμήθηκες.




Τη μοναξιά αυτή

θα ‘ρθεις να τη μοιραστείς μαζί μου

φύλλο παυλόβνιας;




Όταν λείπει ο Θεός

τα πάντα μοιάζουν παρατημένα

και τα φύλλα νεκρά




Έφτασ’ η άνοιξη

στο βουνό χωρίς όνομα

ομίχλη πρωινή




Τ’ άνθη ποιου δέντρου

αδύνατο να πεις

κι όμως τι άρωμα!




Στο άρωμα των δαμασκηνιών

ξάφνου σηκώνετ’ ο ήλιος

μονοπάτι μες τα βουνά.




Των τζιτζικιών το άσμα

ίσαμε την καρδιά των βράχων

γαλήνη.




Όπου να ‘ναι θα πεθάνουνε

τα τζιτζίκια. Όσο τ’ ακούμε

δεν το σκεφτόμαστε.




Ανάκατα ψείρες και ψύλλοι

κι ένα φαρί που κατουρά

στο προσκεφάλι μου πλάι.




Πρώτη του χειμώνα νεροποντή.

Ο πίθηκος μοιάζει κι αυτός

ένα βρόχινο να ζητάει παλτό.




Χειμωνιάτικος ήλιος

εγώ καβαλάρης

και παγωμέν’ η σκιά μου




Αρρώστησα ταξιδεύοντας,

τώρα σ’ ένα λειμώνα πλανώνται

τα όνειρα μου γυμνό.