Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2009

Αφιέρωμα: Ελληνική ποίηση 1952 – 1974

Carlo Carra, I funerali dell' anarchiko Galli



Έκτωρ Κακναβάτος



ΔΙΗΓΗΣΗ

(1974)


Ρήγμα στον κρόταφο


Με τι ακόμα να μετρούσα της γενιάς μου

το εμβαδόν;

Με τι άλλο.

Ο πλανήτης έτριζε από αιμοφιλία

απ’ της γενιάς μου όλα τα έναστρα

τις εννιά στοίβες όνειρα που έδωσα

όλα σπάνιες πέτρες

να φύγει ο κόμπος στο λαιμό.

Ο πλανήτης έτριζε

με τις περήφανες σιωπές μου

τα συνομήλικα μου σχήματα τις φωταψίες

τα μανάλια που

ακόμα φέγγουνε όλα σ’ εκκλησιές κρυφές.

Όμως το ρήγμα στον κρόταφο

απ’ τη ριπή σου πίκρα

εννιά μίλια ρήγμα η διάψευση

στον κρόταφο.


Χάθηκες μέσα σε κάτι άσπρο


Η φλόγα κόρωσε μόλις αγγίξανε δυο σύμφωνα

ο δρόμος στένευε με λέξεις ψόφιες

που μυρίζανε.

Χάθηκες μέσα σε κάτι άσπρο.

Τοίχοι, αφίσες, η πρώτη του μονόπρακτου:

ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΑΝΤΕΠΟΠΤΗΣ

Σκεφτόμουνα πλάι σε ρουμπινέτα

το πρόβλημα του Αίγισθου:

διαβήτες, Κλυταιμνήστρες, τρίγωνα

τα τσιγάρα μου που τελείωσαν

το πρόβλημα της αποχέτευσης

σε διαμερίσματα Ερινύων

το δυσκίνητο λεωφορείο

ΑΝΩ ΛΙΟΣΑ – ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

το κοφτερό τσεκούρι

η μόνη λύση σε Μυκήνες.

Κόφ’ το λοιπόν να τελειώνουμε.


Η φυλή μου εμένα με το ανέφικτο


Ο στόμφος εκούρασε· σύμφωνοι.

Το θάμπος δυνάστεψε, του λόγου,

ως την παραμόρφωση·

και πάλι σύμφωνοι.

Άσχετο που με του αστούς μακάρια πια

παρακμάζει· σωστά.

Λένε σε τόνο χαμηλό εξομολόγησης

– συγγνώμη· ποιος τάχα δεν πρέπει ν’ ακούει τώρα;

Μη διακόπτεις· λοιπόν είπαμε σε τόνο χαμηλό

για τη βαθιά πληγή να λέμε,

αν πρέπει σώνει και καλά να λες για δαύτην,

κι ας είναι άβυσσο

κι ας είναι από σκοτάδι πιο άρρητη.

Χα…

Μα η φυλή μου εμένα

που νύχτα μονομαχεί και μέρα με το ανέφικτο;

και που ανηφορίζει;

Κι ακόμα του κρανίου τόπο ανήφορο κι ακόμα;

Σε τόνο χαμηλό τι θ’ ακουστεί;

Ποιος τάχα δεν πρέπει ν’ ακούει τώρα;

Αφήνω που, αυτό μας έλλειπε,

θ’ ακούγεται ωσάν ευχαριστώ

στον εξοχότατο κανάγια.


Λέγοντας πέτρες


Αλλιώς δε γίνονταν ως φαίνεται.

Αρχή αρχή ακέραιος και βόνασος

ύστερα χίλια κομμάτια με την άρνηση

κλασματικός ακόμα υπήρχες

συνεχίστηκες σημάδι από πουλιά

ή τρία δάχτυλα

σμιχτά του μόσχου χαράζοντας γητειές

κ’ ευθείες κάθετες, ώσπου χαμήλωνες

τσακίδια και μαδάρες καταμεσί των αριθμών

ώσπου μετριόσουνα

μετριόσουνα που δεν έλεε να σωπάσεις…

… χαρτογραφούσες τον πηλό αυτόν το δαίμονα

τη φτερούγα μέσα σου που έτρεμε κ’ εμίλειε

λέγοντας πέτρα περπατώντας θάματα

φωνάζοντας: σώστε το παράλογο

το άλλο σας εντόσθιο που άρπαξε το σκυλί

και χάθηκε προς τα οινόφυτα του γαλαξία…

Όλην τη νύχτα τουφεκούσες ένα φεγγάρι

κόκκινο·

το πρωί σε βρήκανε μες στ’ αποτσίγαρα.


Τροχιά


Τώρα μεσ’ απ’ το στήθος μου περνάς

με ανοίγματα ερημιάς

αφήνοντας χρυσά νομίσματα

σαν ήλιος μεσ’ από κοφίνια

που τα ξεπάτωσε η σιωπή,

αμνημόνευτη αλλιώς σ’ αυτούς τους τόπους.

Για κείνο το άσπρο ανάμεσα του τρία

και του τέσσερα χρεώθηκα βροχές

το αίμα δυο ασβών πίσω από σκοίνα

και μια γονυκλισία μέρες του Ακαθίστου,

να μην είναι θάνατος ούτε ενωμοτία

του Σεπτέμβρη

ούτε η μπόλια του μεσημεριού

απλωμένη ανάμεσα του ύπνου των αλόγων.

Έτσι θα περιμένεις Μάη Ιούλιο

ίσως και Αύγουστο

κάνε δυο δεκαετίες με κολεόπτερα και βάλε

μπορεί και αιώνα

μήγαρις βγω από νερά αλλοιωμένος

και γίνει φως και γίνει σκότος

ημέρα πρώτη της δημιουργίας.


***


Σε συνεργασία με την Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης - Ποιείν:

http://www.poiein.gr/archives/4398/index.html


Δεν υπάρχουν σχόλια: