Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Κατερίνα Ηλιοπούλου, Ο κύριος Ταυ

René Magritte, La reproduction interdite


Κατερίνα Ηλιοπούλου


Από τη συλλογή «Ο κύριος Ταυ» (2007)



ΠΡΩΙΝΟ ΞΥΠΝΗΜΑ


Ο κύριος Ταυ ξυπνάει κάθε μέρα μέσα σ’ έναν άλλο άνθρωπο.

Γι αυτό σηκώνεται πολύ νωρίς.

Πριν ξημερώσει.

Ανεβαίνει με κόπο τα σκαλοπάτια των στιγμών και πηγαίνει στο μπάνιο.

Εκεί αρχίζει να αφαιρεί τα λέπια της νύχτας.

Τους παγωμένους δρόμους, τις προκυμαίες και τα παγκάκια, τις φυλλωσιές των δέντρων και των κλαδιών τους βρόχους, τα δυσανάγνωστα κείμενα, τις αιμοβόρες παρθένους,

τα σμήνη των πουλιών.

Όταν μείνει εντελώς γυμνός

αποθέτει το βλέμμα του στον καθρέφτη

όπως κάποιος κρεμάει το παλτό του σ’ ένα γάντζο.

Όμως αντί για μάτια έχει δυο ψάρια.

Επειδή τον διακρίνει άπειρη υπομονή,

αφήνει τα μάτια-ψάρια να κολυμπήσουν στον καθρέφτη

ελεύθερα.

Εκείνες τις στιγμές ζει το πιο καθαρό όνειρο.

Το όνειρο να μην είναι κανένας.

Την πιο αλύτρωτη ερημιά.

Το κατάμαυρο σταυρόλεξο της αβύσσου.

Γεγονός που προσδίδει στα χαρακτηριστικά του αυτό που λέμε βάθος.

Στη συνέχεια τα μάτια επιστρέφουν στη θέση τους.

Αυτά και ο καθρέφτης έχουν αποκτήσει τώρα κάποια συγγένεια.

Έτσι αλληλοαναγνωρίζονται.


***


Ο ΚΥΡΙΟΣ ΤΑΥ ΣΕ ΕΝΑ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΤΟΠΙΟ


Μαζεύει ένα βότσαλο απ’ την ακροθαλασσιά.

Παρατηρεί πως το βότσαλο έχει την αξιοσημείωτη ιδιότητα,

να μην διαθέτει εσωτερικό και εξωτερικό.

Τα δύο ταυτίζονται.

Επειδή δεν μπορεί να σκεφτεί τίποτε άλλο, αποφασίζει πως

το βότσαλο είναι εχθρός του κόσμου και το πετάει μακριά.

Το βότσαλο πέφτοντας δημιουργεί αυτό που λέμε

«τρύπα στο νερό».

Ο κύριος Ταυ αισθάνεται τρομερή έλξη

και ανεξήγητη ζήλια για το βότσαλο.

Παίρνει λοιπόν ένα άλλο και το βάζει στο στόμα του.

Στην αρχή είναι αλμυρό.

Είναι ένα θαλασσινό πράγμα.

Λίγο μετά δεν είναι τίποτα.

Ένας σκληρός όγκος σιωπής μέσα στο στόμα του,

που ρουφάει τη φωνή του.

Με έκπληξη του όμως διαπιστώνει

πως και χωρίς φωνή μπορεί να μιλάει.

Προφανώς οι επικλήσεις του εισακούγονται.

Ένα σμάρι θαλασσοπούλια προσγειώνεται στα πόδια του.

Όταν φεύγουν αφήνουν πίσω τους ένα δυσανάγνωστο

κείμενο.

Ο κύριος Ταυ σκύβει κι αρχίζει ευθύς να το μελετάει.


***


Όταν ο κύριος Ταυ περπατάει στην πόλη,

καμιά φορά οι δρόμοι γίνονται ποτάμια

κι άλλη φορά φίδια

κι άλλη φορά κλαδιά.

Δεν μπορεί παρά με το μυαλό του

ν’ ακολουθεί την άπειρη ανάπτυξη τους.

Έτσι δεν βλέπει καθόλου το τοπίο.

Τα μουσεία, οι καθεδρικοί ναοί, οι μπιραρίες

Διαφεύγουν εντελώς της προσοχής του.

Ωστόσο είναι πολύ συγκεντρωμένος.

Ακούει

τις πλατείες να περιστρέφονται

ιλιγγιωδώς

κάτω από το μαγνητικό μάτι της σελήνης.


***


ΑΠΟΒΡΑΔΟ


Ο κύριος Ταυ από την πολυθρόνα του, στο δωμάτιο που μυρίζει

καπνό και μήλα,

παρακολουθεί το φως να αποσύρεται.

Όλα τα αντικείμενα του σπιτιού, αδελφωμένα με τη σκιά τους,

κοχύλια που μηρυκάζουν το κενό τους.

Δοκιμάζει κι αυτός τη σπειροειδή κατάβαση στο ρόδινο

λείο εσωτερικό προς τα εκεί που λένε πως κρύβεται η σιωπή.

Αυτή η μεγάλη απάτη.

Όμως ο κύριος Ταυ δεν μοιάζει καθόλου με κοχύλι.

Είναι πιο πολύ ένας δρόμος, μια διασταύρωση που τη

διατρέχουν αδιάκοπα οι διαβάτες.

Κι όσο πιο βαθιά κατεβαίνει, τόσο πιο καθαρά ακούει τον

ήχο των βημάτων.

Όμως καθόλου δεν τον νοιάζει. Ξέρει πως αυτό είναι

η δική του σιωπή.


***


ΤΟ ΡΗΓΜΑ


Μέσα στο σπίτι, στο κεντρικό δωμάτιο υπάρχει το ρήγμα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια λεπτή ρωγμή στο πάτωμα σχεδόν αόρατη. Τίποτε το ανησυχητικό. Εκτός από το γεγονός πως η σχισμή δεν είναι αδρανής. Συχνά ένα ρεύμα αέρα εξέρχεται από αυτήν που μυρίζει σκόνη και σκουριά. Και κάτι άλλο απροσδιόριστο. Επίσης πως έχει φωνή. Το πιο πολύ είναι μουγκή. Όμως αραιά και που παράγει έναν ήχο.

Καμιά φορά τρέχει εκεί, γονατίζει και μυρίζει σαν σκύλος. Ύστερα απομακρύνεται αργά μολυσμένος από μια φλέβα χοϊκή, παράνομη.

Φοράει τότε το παλτό του και ανοίγει την πόρτα.

Επικινδυνότερος, αψύς και κοφτερός σαν λεπίδι περπατάει.

Θερίζει τα βλέμματα. Κουρντίζει των δρόμων το τραγούδι.

Ρουφάει το μεδούλι της εσπέρας.

Από το κούφιο κόκαλο της φτιάχνει έναν αυλό και σαν φονιάς τον χώνει βιαστικά στην τσέπη.

Τα δάχτυλα χαϊδεύουν τις οπές.

Μα δεν τολμά να παίξει.

Δεν ήρθε ακόμα ο καιρός της εκπνοής.


***


ΠΟΛΥΘΡΟΝΑ Ι, ΙΙ


Το μεσημέρι ο κύριος Ταυ ανοίγει το παράθυρο και γέρνει εμπρός μες στην αυλή. Το φως πέφτει απότομα επάνω του και τον κόβει στα δυο σαν γκιλοτίνα. (Είναι στη φύση του φωτός να σπάζει τα πράγματα.) Όλα δονούνται μέσα εκεί. Ζουζούνια, φύλλα και χορταράκια ανώνυμα μολύνουν τον κόσμο με το ασφυκτικό κι απαρηγόρητο παρόν τους. Ο κύριος Ταυ στρέφεται ξανά στο δωμάτιο και κάθεται στην πολυθρόνα του. Η πολυθρόνα είναι μια Σφίγγα της Ερήμου. Στην αγκαλιά της πετρώνει. Εκείνη του διδάσκει τι σημαίνει ακινησία. Είναι μια άσκηση κοπιαστική και άγρια σαν τη γυμναστική ενός σαμουράι. Στον μεγάλο λευκό τοίχο απέναντι του προβάλλονται τα κλαδιά της λεμονιά. Καθώς λικνίζονται πυκνώνουν ολοένα. Ανάμεσα τους ζούσε εκείνο το αγρίμι. Το ποθητό αγρίμι, το φοβισμένο αγρίμι, το ερεβώδες. Στάθηκε όμως αδύνατο να εξημερωθεί. Ο κύριος Ταυ το αγαπούσε τόσο πολύ ώστε μια μέρα το καταβρόχθισε. Έκτοτε το έχει μετανιώσει. Η πράξη αυτή, η οποία ήταν προϊόν καθαρής παρόρμησης, δεν προσέδωσε στον κύριο Ταυ κανένα από τα χαρακτηριστικά του αγριμιού. Γι αυτό εξακολουθεί να το καλεί επίμονα απ’ τη σπηλιά του, που τώρα πια είναι ο ίδιος. Σπανίως, εκείνο ανταποκρίνεται και αρχίζει να κινείται μέσα του αργά. Οι μαλακές πατούσες του που καίνε, αγγίζουν τότε ένα ένα τα κοκάλινα πλήκτρα των σπονδύλων του. Το λαχάνιασμα του αγριμιού κάνει το στήθος του να προεκτείνεται. Όταν η ανάβαση ολοκληρωθεί ο κύριος Ταυ γίνεται ακρόπρωρο. Με μάτια ξύλινα, σκαλιστά, βυθίζεται στο βλέμμα του αγριμιού. Το βαθύχαλκο γκονγκ της καρδιάς του χτυπά. Ο τοίχος βγάζει βλαστούς.


Δεν υπάρχουν σχόλια: