Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2008

Από την Γλυκιά συμμορία στην άγρια συμμορία του Zero years

… στην σιωπή του 21ου αιώνα οι στειρωμένες κοπέλες μας ψιθυρίζουν…

Ο Νίκος Νικολαΐδης γεννήθηκε στις 25 Οκτωβρίου 1939. Σπούδασε σκηνοθεσία και σκηνογραφία. Οι πρώτες του ταινίες είναι οι μικρού μήκους Lacrimae Rerum (1962) και Άνευ Όρων (1964) τις οποίες και αποκήρυξε χωρίς να ξέρει ούτε να τον ενδιαφέρει που είναι τα αρνητικά. Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του είναι η Ευρυδίκη ΒΑ 2037 με την οποία κάνει ηχηρή την κινηματογραφική παρουσία του και κερδίζει το βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ το 1975. Ακολουθούν τα Κουρέλια τραγουδούν ακόμα (1979), η Γλυκιά συμμορία (1983), και η Πρωινή περίπολος (1987), που κατορθώνουν να δημιουργήσουν ένα πιστό κοινό, ασχέτως από τις έντονες και συχνά αντιφατικές κριτικές και επιθέσεις των ‘ειδικών’ κινηματογραφόφιλων. Με το Singapore Sling (1990) καταφέρνει να διχάσει ακόμη και το κοινό του. Η ταινία απαγορεύτηκε σε πολλές χώρες και γίνεται, σχεδόν αμέσως, cult. Το 1993 θα γυρίσει την τηλεταινία Το κορίτσι με τις βαλίτσες, το λάθος του όπως λέει κι ο ίδιος. Ακολουθώντας την ίδια προβληματική με το Singapore Sling, το βύθισμα δηλαδή σε ένα σκοτεινό υποσυνείδητο, θα γυρίσει το 1999 το Θα σε δω στην κόλαση, αγάπη μου. Ο χαμένος τα παίρνει όλα το 2002 και το Zero years (2006) έρχονται να σφραγίσουν το τέλος της κινηματογραφικής του πορείας.


Η πορεία του Νίκου Νικολαΐδη στον περιβάλλοντα ελληνικό κινηματογραφικό χώρο – κατεστημένο (από τους κριτικούς μέχρι και το ‘σινεφίλ’ κοινό) δεν μπορούσε παρά να γεννά συνεχώς εκρήξεις αντιπαραθέσεων κι αντιφατικών απόψεων, αμφιλεγόμενων κρίσεων κι επιθετικών προσδιορισμών «έκτακτης ανάγκης». Αυτό δεν συνάδει μόνο με την φύση του ίδιου του έργου του αλλά και με την προσωπικότητα του δημιουργού . Με την γέννηση του ΝΕΚ, σε μια περίοδο έντονης πολιτικοποίησης όπου οι νέοι τότε δημιουργοί συστρατεύονταν σε πολιτικά σούπερ μάρκετ, όπως έλέγε ο ίδιος, ο Νίκος Νικολαΐδης συνειδητά επιλέγει να μείνει έξω από όλα αυτά, όπως άλλωστε κι οι ήρωες του, πολιτικοποιημένοι με τον δικό τους τρόπο. Η στάση του όμως δεν περνά αδιάφορη αλλά κεντρίζει αντίθετα τους παντός φύσεως ‘ειδικούς’. Δεν ανήκει πουθενά ούτε στην δεξιά ούτε στην αριστερά (γιατί αυτό ήταν το δίπολο τότε) κι αυτό δεν συγχωρείται εκείνη την εποχή. Η ρετσινιά τον ακολουθεί από τότε, σύμμαχος με κανέναν. Η αμηχανία μπροστά στις ταινίες του είναι ο μοναδικός μοχλός όχι της προσέγγισης αλλά της αποφυγής. Ο ανένταχτος δημιουργός δεν βολεύει κανέναν· οι ανούσιες ταμπέλες κι οι επιφανειακές προσεγγίσεις φαντάζουν ως μοναδική λύση. Οι επιθετικοί προσδιορισμοί, μόνιμοι και θορυβώδεις, καλύπτουν το ίδιο το έργο του. Η σιωπή, λοιπόν, γιατί περί σιωπής πρόκειται, ή κουκούλωμα αν θέλετε, μπροστά στην γύμνια των ίδιων αλλά και του ίδιου του παρακμάζοντος μετά το 80 ΝΕΚ, οδηγεί στην απουσία οποιασδήποτε προσέγγισης του έργου, σοβαρής κι ενδελεχούς. Μια ματιά, λοιπόν, στο πυρήνα του έργου αυτού του δημιουργού δεν θα αποτελέσει κανενός είδους μνημόσυνο αλλά αντίθετα ουσιαστική προσπάθεια για περαιτέρω συζήτηση για την παρακαταθήκη του έργου του Νίκου Νικολαΐδη.


Ο Νίκος Νικολαΐδης κατάφερε να γυρίσει συνολικά 8 ταινίες («Πάντα οι ταινίες μου ήταν σπουδές πάνω στις ταινίες που πραγματικά ήθελα να κάνω»). Τα Κουρέλια τραγουδούν ακόμα, η Γλυκιά συμμορία και Ο Χαμένος τα παίρνει όλα, συνιστούν ένα ξεχωριστό τμήμα μέσα στο σώμα των ταινιών του, αποτελούν την τριλογία των πολιτικών ταινιών. Πρόκειται για τις πιο γνωστές κι αναγνωρισμένες ταινίες του Ν. Νικολαΐδη, ίσως επειδή, υπό μία έννοια, είναι και οι πιο προσιτές για το ευρύ κοινό, καθώς και οι ταινίες που αφήνουν το μεγαλύτερο χώρο στην συναισθηματική εμπλοκή του θεατή, ενώ παράλληλα αποτέλεσαν ‘σημαία’ για ορισμένα τμήματα της νεολαίας (κυρίως τον ευρύτερο χώρο των Εξαρχείων, το underground που εκείνη την εποχή βρίσκεται στην ακμή του). Διαπραγματεύονται τη σχέση του ατόμου με την κοινωνία και το πως αυτό συνθλίβεται κάτω από το βάρος της διαφορετικότητας του έναντι της κυρίαρχης επιλογής που προωθείται από την κοινωνία στο άτομο . Όλοι οι ήρωες των ταινιών λειτουργούν κάτω από την επίδραση μιας χίμαιρας που είτε παίρνει το φανταστικό πρόσωπο μιας γυναίκας που ποτέ δεν έρχεται, είτε το ανύπαρκτο νησί ενός κλειστού τουριστικού γραφείου. Από τα Κουρέλια μέχρι τον Χαμένο, τα άτομα υπερασπίζουν τον προσωπικό τους χώρο, κι όταν λέμε προσωπικό χώρο εννοούμε την προσωπική επιλογή ύπαρξης τους μέσα στο χώρο και στο χρόνο. Είναι το ενοποιητικό στοιχείο που συνδέει όλους τους ήρωες των ταινιών αυτών. Αυτό ακριβώς τους οδηγεί σε μια σύγκρουση μέχρις έσχατων. Μια σύγκρουση που δεν επιτρέπει μεσοβέζικες λύσεις, είτε νικάς είτε χάνεις· μια αυθεντική πράξη μονόπλευρης ελευθέριας.


Μέσα στο πέρασμα του χρόνου που μεσολαβεί από την πρώτη ταινία της τριλογίας μέχρι την δεύτερη, οι ταινίες καταφέρνουν να περιγράψουν ενδελεχώς την λειτουργία του ατόμου μέσα στην κοινωνία της κάθε εποχής, που γεννά διαφορετικού τύπου πλαίσια ύπαρξης κι ένταξης. Τα Κουρέλια είναι το κύκνειο άσμα μιας παρέας, μιας εποχής, που επιλέγει την αυτοκτονία ως ύψιστο βαθμό αυτοδιάθεσης. Η Γλυκιά συμμορία, περιγράφει την βίωση μιας εύθραυστης ουτοπίας, μιας ολόκληρης γενιάς, που πίστεψε πως μπορούσε να επιβιώσει στις παρυφές του συστήματος. Εδώ τελειώνουν οι δυο πρώτες ταινίες περιγραφής του συλλογικού υποσυνείδητου κι αρχίζει το σύνθημα του Χαμένου, το Όχι πια εδώ. Η σκυτάλη δίδεται πλέον σε μια ετερογενή ομάδα ανθρώπων που συνδέονται κάτω από ένα κοινό σκοπό. Ο σκοπός αυτός θα δώσει την ευκαιρία, στον καθένα ξεχωριστά, να προβεί στη δική του προσωπική απόδραση. Η ταινία καταφέρνει να δώσει μια ολοκληρωμένη άποψη του ανθρώπου στο μεταίχμιο του τέλους του 20ου και της αρχής του 21ου αιώνα, ενός ανθρώπου που έχει την συνείδηση του αδιέξοδου αλλά που ακόμα πιστεύει στην καταμόνας διαφυγή.




Η Ευρυδίκη, η Πρωινή περίπολος και το Zero years είναι η τριλογία που αν δεν συμπυκνώνει την ουσία του οράματος του Νικολαΐδη τουλάχιστον χαρακτηρίζει τις προθέσεις και τις προβληματικές του έργου του. Η τριλογία αυτή μας καλεί σε ένα παιχνίδι επαφής του σημερινού κόσμου με τα μάτια ανθρώπων που έρχονται από το παρελθόν. Με αυτό το σχήμα γίνεται φανερή η προσωπική ματιά του σκηνοθέτη πάνω στην κίνηση του κόσμου. Από την Ευρυδίκη, η οποία αποκλεισμένη στο σπίτι περιμένει, περιμένει την μεταφορά της, την κοπέλα στην Πρωινή περίπολο που έχοντας χάσει κάθε ανθρώπινο χαρακτηριστικό κινείται μόνο από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης προς ένα αβέβαιο μέρος, μέχρι τις στειρωμένες κοπέλες του Zero years όπου πλέον τα δεσμά μοιάζουν προτιμότερα από τον «ελεύθερο» έξω κόσμο. Μέσω της ανάκλασης του κόσμου στο άτομο, μας αποκαλύπτεται με κραυγαλέο τρόπο η πραγματικότητα ενός κόσμου που τείνει να χάσει κάθε χαρακτηριστικό ελευθερίας. Οι ήρωες βιώνουν καταστάσεις πλήρους ανελευθερίας, έλεγχου, καταστροφής, η σιωπή κι οι σπασμένες επικοινωνίες δείχνουν ανυπέρβλητες κι ολοκληρωτικές. Το άτομο «αδυνατεί» όμως να λειτουργήσει κάτω από αυτές τις συνθήκες, η προσαρμογή του είναι επιφανειακή. Υπόγεια διεκδικεί το δικό του «προσωπικό χώρο». Είναι ακριβώς το δίχτυ μέσα στο οποίο πιάνεται και μέσα απ’ το οποίο προσπαθεί εντούτοις να βρει διέξοδο. Η αναζήτηση της διεξόδου αποτελεί το σημείο εκκίνησης μιας πορείας αντιμετώπισης του περιβάλλοντα χώρου και χρόνου (ας μην ξεχνάμε την κυριότερη συνισταμένη του κινηματογράφου, μια συνισταμένη που κάνει τον κινηματογράφο να διαφέρει από κάθε άλλη μορφή τέχνης· η διαχείριση του χρόνου αποτελεί το μοναδικό του εκφραστικό μέσο έναντι όλων των υπόλοιπων τεχνών). Στο Zero years ο κόσμος που πλέον έχει εγκαθιδρυθεί κάνει το άτομο συμβιβασμένο με την πραγματικότητα. Η διατήρηση της ανθρώπινης υπόστασης αποτελεί το ύστατο πεδίο μάχης. Οι ηρωίδες δίνουν μάχη με τις ψυχώσεις τους, με την απελπισία τους, με τον ίδιο τους τον εαυτό. Σανίδα σωτήριας, το τελευταίο προπύργιο οι μεταξύ τους σχέσεις κι οι συλλογικές φαντασιώσεις τους. Όλες μαζί στο κρεβάτι ονειρεύονται τη θάλασσα, τι είναι η θάλασσα, τι μπορεί αυτή να τους προσφέρει, μάλλον μια διαφυγή από τον ασφυκτικό τους κόσμο, φυγή για την φυγή προς κάθε κατεύθυνση, αυτό κάτι θυμίζει; Στο ολοκληρωτικό σύμπαν μέσα στο οποίο ζουν, ο φόβος έχει φυτευτεί μέσα τους, δημιουργώντας ψευδαισθήσεις που δίνουν ένα κενό προορισμό, τον οποίο όμως κι έχουν ανάγκη για να επιβιώσουν. Πλέον η ελευθερία δεν έχει νόημα, τα δεσμά μοιάζουν προτιμότερα. Ο προελαύνων ολοκληρωτισμός κι η εκμηδένιση του ατόμου είναι εδώ. Το Zero years δίνει το στίγμα της σύγχρονης πραγματικότητας, αποτελεί ίσως μια μοναδική, παγκοσμίως, οπτική της ουσίας του ατόμου στις απαρχές του 21ου αι., της ισοπέδωσης του και της απροσδιοριστίας του.



Το Singapore Sling και το Θα σε δω στην κόλαση, αγάπη μου, αποτελούν ίσως παρενθέσεις στην φιλμογραφία του Νικολαΐδη. Η καταβύθιση στο υποσυνείδητο, μέσω της επιλογής να εκτυλίσσονται τα πάντα μέσα σε ένα σπίτι (καθόλου τυχαία η επιλογή των ηρώων να δρουν μέσα σε ένα σπίτι ή γύρω από αυτό χωρίς να μπορούν ή να θέλουν να κινηθούν αλλού) όπου οι ήρωες τέλος αλληλοσπαράσσονται. Μοιάζει ίσως το ερμητικότερο μέρος του σύμπαντος του Νικολαΐδη. Η προσωπική ματιά του θεατή είναι η μόνη που μπορεί να σταθεί. Η ματιά του καθενός έναντι όλων τον άλλων και οι άλλες έναντι της μιας. Η κάθε μια ξεχωριστά είναι το μόνο υπαρκτό σχήμα κάτω από το οποίο μπορούν να ειδωθούν οι ταινίες και να υπάρξουν. Ουσιαστικό λοιπόν σε αυτό το πλαίσιο είναι να αλληλλοεπιδράσουν οι θεάσεις και εν τέλει να βιωθούν οι ταινίες με μοναδικό τρόπο κάθε φορά. Εδώ ο θεατής έχει κυρίαρχη θέση, και λόγω ακριβώς της θέσης αυτής ο λόγος του είναι κυρίαρχος πέρα από κάθε συνολική ερμηνεία. Μια βαθιά βιωματική σχέση καθορίζεται σε χώρο κι χρόνο.


Το κινηματογραφικό του κείμενο με τις ιδιαιτερότητες, τα ερμητικά και προσωπικά του στοιχεία, δείχνει καθαρά την προσπάθεια εκπλήρωσης του οράματος του. Να περιγράψει απτά το άτομο στην κάθε εποχή, να δώσει την κατάλληλη θέση στις ομαδοποιήσεις, στις συλλογικότητες που φιμώνονται από την εξουσία, να προοικονομήσει ένα μέλλον που τα σπέρματα υπάρχουν στο παρόν και πρέπει να ειπωθούν με κάθε κόστος. Η τυποποιημένη fast food έκφραση προς κατανάλωση από τον σύγχρονο άνθρωπο, η εκτόνωση και το απλό κύλισμα του χρόνου μέσα από μια ταινία δεν αντιπροσωπεύουν την επιθυμία του δημιουργού, χρέος του αν θέλετε, να εκφράσει την εποχή του ή τον άμεσα μελλοντικό κόσμο μέσα στον οποίον καλείται να ζήσει ο σύγχρονος άνθρωπος.

Ο Νίκος Νικολαΐδης στάθηκε πάντα πιστός στα πιστεύω του, στον τρόπο κινηματογράφησης του κόσμου και στον τρόπο με τον οποίο η ταινία φτάνει στο κοινό, δείγμα κι αυτό πολιτικής σκέψης. Το έργο του, ολοκληρωμένο πλέον, παρακαταθήκη κινηματογραφική κι όχι μόνο, μας καλεί να συνδιαλλαγουμε μαζί του, όπως και με το όραμα του ίδιου του δημιουργού. Και αυτή η παρακαταθήκη δεν μπορεί να αποτελεί κανενός είδους κινηματογραφικό μνημόσυνο κι ευκαιριακής μνήμης εκδήλωση, αλλά ματιά στο παρελθόν, μια μάτια επαναδιατύπωσης, επαναπροσδιορισμού κι εκ νέου νοηματοδότησης ενός έργου ζωντανού και διαχρονικού.


"Οκτώ χρόνια πριν το τέλος του αιώνα, δεν θα 'θελα να επιβαρύνω την ήδη υπάρχουσα σύγχυση με την προσωπική μου θολή μαρτυρία. Eπισημαίνω όμως τον απόλυτο θρίαμβο του κρατικού φασισμού, την οριστική εγκατάσταση του "στερεότυπου" και των μεταλλαγμένων και τέλος την επιτυχή μεταμόσχευση του τηλεοπτικού κοντρόλ-σύστεμ στον κοινωνικό κορμό. Πάγος, σιωπή, σπασμένες επικοινωνίες, "Πρωινή Περίπολος" και οι τελευταίοι κολασμένοι στα υπόγεια... Κι αν αυτά ηχούνε λίγο δυσνόητα ή και κοινότυπα, σημειώστε τότε ότι, έχω την αμυδρή εντύπωση πως πάμε όλοι κατά διαόλου και πως η Pίτα Xαίηγουωρθ αποκλείεται να έρθει στο ραντεβού μας". N.N


G. Jesus

* O Jesus είναι σκηνοθέτης. Γεννήθηκε το 1983 στην Αθήνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: