Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2008

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου (1931 – 1996)


Κι αυτό, για να υμνήσω


Κι αυτό, για να υμνήσω μια σου μπούκλα, Πρίγκηπα

Πάνω στο οδόστρωμα και στις βεράντες των σπιτιών

στις γυάλινες κατασκευές της προκυμαίας, έβλεπα

τη θάλασσα των καστανών μαλλιών να γίνεται ατμός

μέσα σε παραδείσιους κήπους. Όλα για σένα

από μαλακό κερί και τέφρα


Κι όμως, καθώς βυθίζω μέσα τους τα δάκτυλα, δε φτάνω

πουθενά. Σαν το μικρό παιδί που μεγαλώνει

άξαφνα. Χάνει προνόμια και σκληρά παιχνίδια. Αφήνεται

σε δισκοθήκες και σε μπαρ. Πεθαίνοντας

πάνω σε φύλλα φθινοπωρινά τρέφεται αλόγιστα

με παραισθησιογόνα


Ανέραστος Σεπτέμβρης


Ποιος είναι αυτός που περιμένεις πάντοτε σκυφτός

βαδίζοντας ανέμελα στον μελιχρό Σεπτέμβρη

πάντα σε προσπερνούν κι όμως μένει το άρωμα

των χιλιομέτρων μέσα στα φώτα των σταθμών

και οι χλιαρές ανάσες στο μυαλό και η θάλασσα


Δεν θα μπορέσουν πια ποτέ να σε ιδούν

μέσα στα μάτια, καθώς άλλοτε· ούτε παραμερίζοντας

ένα ένα τα κλαδιά της αγροικίας για να ιδείς την πόλη

θα βρεις σημάδια μες στον φθινοπωρινό ουρανό

καθώς ξυπνάς μες την κατάνυξη της παγωμένης γης

της βρώμικης ελπίδας, της χυδαίας μέθης.

Το ξέρουν πια γιατί το πρόσωπο αποστρέφεις

και τους ταΐζεις με ναρκωτικά και στέργεις

να χάσουν την υπόλοιπη ζωή

μα φτάνει

και η μουσική στο αίμα ας πνιγεί γιατί κοχλάζουν

θόρυβοι μιας χειμωνιάτικης ατμόσφαιρας με μηχανές

καπνούς, μια κίνηση αλλιώτικη καθώς θα ταξιδέψεις πάλι


Γι αυτούς


Θα γδέρνουν, Πρίγκηπα. Αυτοί θα γδέρνουν πάντοτε

τα μαλακά μωρά και τριαντάφυλλα στο γαλανό βυθό τους

σε υγρούς στηθόδεσμους σαλεύοντας τα λάβρα χείλη

μαζεύουνε την πεθαμένη γύρη και τους κάλυκες

μιας όψιμης γιορτής. Όλα γι αυτούς.

Για μας το ατέλειωτο πνευματικό σκοτάδι



Από τη συλλογή Ωδές στον Πρίγκηπα

Δεν υπάρχουν σχόλια: