Κυριακή, 9 Μαρτίου 2008

Barracuda Club

Joë Bousquet (1897 – 1950)

Υπάρχει μια νύχτα μέσα στη νύχτα.

Joë Bousquet

Ο Joë Bousquet γεννήθηκε στην κωμόπολη Narbonne της Γαλλίας το 1897. Στις 27 Μαΐου 1918, σε ηλικία 21 χρονών, στη μάχη του Vailly, μία από τις τελευταίες μάχες του Α' Παγκοσμίου πολέμου, τραυματίζεται από έναν γερμανικό όλμο. Η σπονδυλική του στήλη καταστρέφεται ολοσχερώς. Θα περάσει την υπόλοιπη ζωή του κατάκοιτος «στο σπίτι με τα σφαλιστά πατζούρια» στην κωμόπολη Carcassonne, όπου και θα πεθάνει το 1950. Κατά τη διάρκεια αυτού του πολυετή, ακίνητου εγκλεισμού του θα αρχίσει να γράφει. Με την εξαίρεση της μιας και μοναδικής ποιητικής του συλλογής (La connaissance du soir, 1947), τα υπόλοιπα κείμενα του δεν συγκαταλέγονται σε καμία γνωστή λογοτεχνική κατηγορία. Πρόκειται για πεζόμορφα κείμενα, χωρίς αρχή και χωρίς τέλος. Ανοίγοντας ένα βιβλίο του Bousquet (τα περισσότερα από τα οποία είναι μεταθανάτιες εκδόσεις των προσωπικών τετραδίων του) έχεις την αίσθηση πως βρίσκεσαι ξαφνικά, ή καλύτερα πως σε ‘πέταξαν’, στο μέσο ενός ήδη αρχινισμένου διαλόγου. Κλείνοντας κάθε βιβλίο του έχεις την αίσθηση πως εγκατέλειψες στη μέση, πως έφυγες πριν αυτός ολοκληρωθεί, ένα διάλογο. Και μιλάω για διάλογο και όχι για μονόλογο γιατί επάνω στις γραμμές των βιβλίων αυτών παλεύουν μεταξύ τους δύο διαφορετικές, ή κάποτε και περισσότερες, φωνές, αποτυπώνοντας ανάγλυφα τον αγώνα και την αγωνία μιας συνείδησης να τιθασεύσει τη φωνή της, να επιβληθεί στον εαυτό της. Ένας σπαραχτικός διχασμός προσωπικότητας που αγωνίζεται να ενοποιήσει τα χωριστά θραύσματα μιας κατακερματισμένης συνείδησης. Μιας συνείδησης που επιμένει να αγωνίζεται εναντίον του ίδιου του εαυτού της ώστε να κατορθώσει να δικαιολογήσει την ύπαρξη της. Κι η γραφή του δύσκολη, ερμητική, κλειστή, εσωστρεφής. Μια γραφή που αποτελεί κυριολεκτικά τον καθρέφτη, στραμμένο προς τα ένδον για να αντανακλά προς τα έξω, μίας συνείδησης. Κατά τη διάρκεια της ζωής του ο Bousquet θα αξιωθεί τον θαυμασμό ενός Éluard και ενός Aragon, ενώ θα συνδεθεί με βαθιά φιλία με τον Max Ernst. Μεταθανάτια το έργο του θα έχει την τιμή να επηρεάσει βαθιά έναν φιλόσοφο του διαμετρήματος του Deleuze. Όλα αυτά βέβαια δεν θα καταφέρουν να απομακρύνουνε την απόγνωση, να απαλύνουν τον πόνο. Έναν πόνο προερχόμενο από την ακύρωση της ύπαρξης εντός της ίδιας της ύπαρξης. Το απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται από το Μεταφράζοντας τη σιωπή (η πιστή απόδοση στα ελληνικά θα ήταν μάλλον «μεταφρασμένο απ’ τη σιωπή», Traduit du silence, 1941). Απ’ όσο γνωρίζω ο Bousquet είναι παντελώς άγνωστος στην Ελλάδα. Εάν αυτό ισχύει, τότε αυτές οι δοκιμές μεταφράσεων θα συνιστούν την πρώτη γνωριμία ενός ελληνικού κοινού με μία από τις πιο ενδιαφέρουσες μορφές των γαλλικών γραμμάτων.

***

Ας προχωρήσουμε αργά μέσα σ’ αυτόν τον σκοτεινό Δεκέμβρη μήνα. Βρέχει. Προσμένω τα ρόδα των Χριστουγέννων.

Η σιωπή της νύχτας καταλήγει να με ξυπνήσει. Στις δέκα η ώρα το βράδυ, μετά από μια μέρα γλυφή, αισθάνομ’ ευδιάθετος, μονομιάς, ζωντανός καθώς να ήταν η σκέψη μου η πηγή της ύπαρξης μου.

Το απόγευμα συχνά αποτελείται από μαύρες σκέψεις. Το δειλινό δεν αλλάζει το χρώμα τους, αλλά μου δίνει καινούργιες. Καταλαβαίνω λοιπόν πως ήμουν για τα καλά φτιαγμένος για τη ζωή που ήμουν προορισμένος. Η μελαγχολία μου με βαραίνει για να μην είναι πια μόνο εγώ. Αλλά είναι τόσο ευρεία και φτιαγμένη για να είναι συμπεριλαμβανομένη. Αποδεικνύει τη μοναξιά μου, μα τη γνωρίζω τόσο καλά που κάνει να εμφανίζεται εντός μου ένα άλλο εγώ για να τη μοιραστεί.

Παρεμβολή… Επιθυμία να επιβάλλω τις αξίες που υπηρετώ. Ας είχανε όσα αγαπώ καθώς εγώ την παιδεία των όσων θαυμάζω! Πόθος να προσδιορίσεις τη σημασία του μέλλοντος;

Έτσι, ένας άνθρωπος πιστεύει που θέλει να μεγαλώσει ενώ όλη η φιλοδοξία του εξαντλείται στην εξασφάλιση της τύχης μιας κάποιας ιδέας.

Η αιτία της σκοτεινότητας μου έγκειται στο γεγονός ότι έχω κάτι να κρύψω. Η διαύγεια μιας φράσης δεν είναι παρά μια πτυχή της εσωτερικής μας γαλήνης.

Ότι αυτό το μυστικό δεν θα ‘πρεπε να είναι ένα. Το συναίσθημα που κρύβω έχει δικαίωμα στη μεγάλη μέρα. Αγαπώ πραγματικά, σαν αδερφή, τη νεαρή σύζυγο ενός φίλου μου. Εκείνη ανταποκρίνεται στη συμπάθεια μου με κάποιο είδος φιλίας πολύ ισχυρής, πιστεύω, που είναι και το περισσότερο που μπορεί να δώσει σ’ έναν άντρα μια γυναίκα ερωτευμένη με το σύζυγο της. Τα λόγια που ανταλλάσσουμε, όλος ο κόσμος θα μπορούσε να τα ακούσει. Κι όμως, τα αισθήματα μου γι αυτήν δεν προχωρούν δίχως ένα κάποιο συναίσθημα φόβου: μου φαίνεται πως η συμπάθεια μας είναι καταδικασμένη. Ίσως εξαιτίας του παρελθόντος μου.

Θέλησα πρώτα να δω καθαρά μέσα μου. Απ’ την άλλη, πρέπει αυτό το συναίσθημα να δώσει το μέτρο όλων όσων θα μπορούσα. Σε αυτήν τη φιλοδοξία υποτάσσω όλες όσες εξέθρεψα μέχρι τώρα. Θα ήθελα ανάμεσα σε κείνη και σε μένα να δημιουργήσω το ισοδύναμο εκείνου του αδιάρρηκτου συνδέσμου που υπάρχει ανάμεσα στον αδερφό και την αδερφή.

Αυτό που περιπλέκει τα πάντα είναι το γεγονός ότι είναι υπερβολικά όμορφη. Αυτό που απλοποιεί τα πάντα είναι το γεγονός ότι είναι υπερβολικά σώφρων. Ό,τι μου αρέσει σ’ εκείνην, πρέπει να είναι εκείνη που αγαπώ για να μου το δώσει. Θέλω να πω: είναι που στρεφόμενη ενάντια στις απαιτήσεις της φύσης μου που η αγάπη μου μου αποκάλυψε πως είναι όμορφη.

Όχι, όχι. Όλα αυτά δεν εξηγούνε καλά τη σκέψη μου. Ο άνθρωπος δεν μπορεί ν’ αγγίξει ποτέ την αλήθεια. Η ειλικρίνεια της λέξης είν’ η σιωπή που την ακολουθεί. Ακόμα ένας τρόπος να μιλάς! όταν ο έρωτας μου γι αυτήν δεν μπορεί να εμφανιστεί παρά σαν ένας τρόπος να ζήσω.

Πρώτα απ’ όλα, να βρεις ένα μέσο να την κάνεις να το καταλάβει. Να της δείξεις τη φύση του δεσίματος μου μαζί της, να της καταστήσεις διαυγή τη γλώσσα της μοναδικής αιώνιας αλήθειας.

Είναι μια γυναίκα. Μου έσωσε τη ζωή. Μ’ έσωσε απ’ τη ζωή μου. Θέλησε να μην υπάρχει μέσα μου παρά μόνο μια σκέψη ώστε να συλλάβω σε όλο της το μέγεθος την αθλιότητα της ύπαρξης και το μεγαλείο της. Δεν θέλησε παρά να γνωρίσει την καρδιά μου. Κι όμως, μ’ έκανε με τα μάτια της άντρα.

Η υπηρέτρια διεισδύει στη κάμαρα όπου ο κύριος της είναι ξαπλωμένος. Η σούπα που του φέρνει είναι υπερβολικά ζεστή. Φυσώντας το καυτό υγρό εκείνος σηκώνει τα μάτια του προς το μέρος της.

Αυτό το βλέμμα την εμψυχώνει. Κάνει ένα βήμα προς το μέρος του, σταυρώνει τα χέρια και παίρνει το λόγο:

– Ο κύριος γράφει στίχους, νομίζω…

– Μα όχι, Μαρία, μα όχι.

– Επιτέλους, αυτό που θέλω να πω είναι ότι ο κύριος έπαψε να είναι ποιητής.

– Αν θέλετε…

– Είναι που είχα να σας κοινοποιήσω κάτι που φαινόταν να σας ταιριάζει.

Το φως των λαμπτήρων βάφει μιαν απόχρωση ροζ το πρόσωπο της ηλικιωμένης γυναίκας. Εκείνος, τείνει με προσοχή το αυτί. Κι όμως, μια εντύπωση μοναδική το διαπερνά. Του φαίνεται πως είναι στη θέση κάποιου άλλου… Πιεσμένος από εκείνο το συναίσθημα να φανεί χίλιες φορές πιο προσεκτικός στα λόγια αυτής της γυναίκας που είναι πιο αληθινή απ’ τον ίδιο:

– Θα θάψουνε αύριο στο Villegly έναν ηλικιωμένο κύριο. Πρόκειται για κάποιον που του πήρε έξι μήνες για να πεθάνει.

– Το φθινόπωρο ήταν τόσο ζεστό που έχει ακόμα κουνούπια μες το δωμάτιο. Δεν έπρεπε, Μαρία, ν’ ανάψετε τα φώτα ενώ ήταν ακόμη ανοιχτά τα παράθυρα. Κι ο ηλικιωμένος, τι λέγατε;…

– Ε, λοιπόν, δεν ξέραμε ποτέ αν έκανε το πεθαμένο ή αν είχε όντως πεθάνει. Ο εφημέριος ήρθε, κλαίγαμε, τα παιδιά του τον ντύσαν. Τα κεριά αναμμένα, φέρναν λουλούδια. Και με το που τον ακουμπήσαμε στο κρεβάτι, ανοίγει τα μάτια: «αα! λέει, δεν είναι τόσο εύκολο όσο πιστεύουνε να πεθάνεις…»

Τέσσερις φορές ξαναξεκίνησε ν’ αναστατώνει τον κόσμο. Αλλά αυτό ήταν, αύριο θα τον θάψουνε.

– Τουλάχιστον πέθανε.

– Βέβαια! Μου το είπανε τα παιδιά του.

Έβρεξε τόσο δυνατά εκείνο το βράδυ που πίστεψε πως δεν θα ερχότανε πια ούτε ο Charles ούτε η Simone. Στις δέκα έφτασε πρώτα εκείνη, μουσκεμένη. Ο Charles είχε λέει πεταχτεί μέχρι το ταχυδρομείο να στείλει ένα γράμμα.

Ποιητής παρόλα αυτά. Υπερβολικά άρρωστος, περιορισμένος να ζει σκεπτόμενος, όλα όσα που κάνει ώστε να διαδηλώσει την ύπαρξη του τον επαναφέρουνε βίαια στους δρόμους της ομιλίας. Κι όπως πεισματάρικα επιμένει να ζει, φαντάζει πολύ εμπνευσμένος. Πρέπει η ζωή του να εξαντλείται ανάμεσα στα μάτια του και τα χείλη του. Είναι όμορφο να το περιγράφεις έτσι αναλυτικά. Υπάρχουνε πολλοί άνθρωποι σαν κι αυτόν. Μονάχα που δεν τους βλέπουμε.

Η αρρώστια του ήτανε προφανώς πιο δυνατή απ’ τον ίδιο. Αλλά αγωνίστηκε δύσκολα την συνείδηση του στην κατάπτωση της. Τα πόδια του μόλις που τον αντέχουν. Ζει ξαπλωμένος. Ανάμεσα σ’ ένα μπουκάλι μεταλλικό νερό κι ένα κουτί γεμάτο παράξενα μαραφέτια ανησυχητικά.

Είμαστε υποχρεωμένοι να περάσουμε ένα κομμάτι της ζωής μας μες τη σιωπή.

– Υπάρχει ένα κομμάτι της ζωής μου, είπε, φτιαγμένο για τη λήθη. Απαρνούμαι ένα ορισμένο κομμάτι των πράξεων μου, επιβεβαιώνει, καθώς εσείς τα όνειρα σας.

– Αυτό είναι αρκετά βολικό, απάντησε ο F. P. που είναι υπερβολικά δίκαιος, υπερβολικά έντιμος για να παραδεχτεί με την πρώτη εκείνη την άποψη στην οποία τελικά θα καταλήξει να δώσει τη συγκατάθεση του.

Είναι αλήθεια βέβαια πως ο άρρωστος θα του έχει προσφέρει ορισμένες επεξηγήσεις αρκετά πειστικές:

– Η ζωή μου δεν έχει παρά ένα πρόσωπο κι όχι δύο όπως των άλλων.

Εν συνεχεία λέει ένα σωρό άχρηστα πράγματα για να επιστρέψει τελικά:

– Η ζωή με παράτησε: δεν υπάρχει παρά η συνείδηση μου για να συγκρατήσει ένα κομμάτι της.

Όχι, όχι, περιμένετε, θα σας το εκφράσω καλύτερα… Ό,τι απομένει από μένα, δεν έχει παρά τη σκέψη μου για να το αντιτάξει στο θάνατο. Αυτό δεν είναι ένα γεγονός χωρίς συνέπειες. Δεν παραδέχομαι ως έγκυρο τίποτα απ’ όσα είμαι υποχρεωμένος να μου αποκρύπτω.

Τελικά είπε:

– Ένα μυστικό είν’ αβάσταχτα βαρύ για μια ζωή τόσο χλωμή και ανάλαφρη όσο και μία ανάσα. Κατέχω τόσο ελάχιστα πράγματα που μια εμμονή μπορεί να μ’ αιχμαλωτίσει, με κλείνει σ’ έναν άγνωστο κόσμο όπου γεννιούνται οι εμμονές. Μια κάποια έγνοια υγιεινής μ’ υποχρεώνει να καθιστώ τούτες τις εμμονές αγνές κι απλές αναμνήσεις.

– Μα, απάντησε ο F. P. τι ζωή σατράπη!

– Ναι. Είναι πάνω σ’ ένα σχέδιο απροσδόκητο που εξάσκησα την προσπάθεια μου για την τελείωση. Θέλησα ν’ αποκτήσω τα πάντα. Απλά.

Είναι η σκοτεινή πλευρά της ζωής μου. Υπάρχουνε πράξεις που τις διαπράττω μόνο και μόνο για να μην έχω πια την επιθυμία να τις διαπράξω. Εξαγνίζω τις σκέψεις μου.

***

2 σχόλια:

Saturnos είπε...

διάβασα το κείμενο αυτό όταν μου το στείλατε αλλά επιφυλάχτικά να απαντήσω καθώς δεν έχω πολύ χρόνο αλλά και δεν έχω ασχοληθεί ούτε με το ergo proxy. Θα θέλατε να γράψετε κάτι για την περίεργη αυτή συσχέτιση που μου αναφέρατε;

Ο ίδιος ο Bousquet φένεται αρκετά ενδιαφέρων και το εισαγωγικό που αφορά την ζωή του νομίζω βοηθά καταλυτικά στην ερμηνεία του λόγου του.

Αρκετά ποιητικός πάντως.

Le grand écrivain είπε...

Φυσικά, αγαπητέ Σατούρνε! Δεν είναι μυστικό! Άλωστε, αν υπάρχει κάτι το ενοχλητικό στο Ergo Proxy, είναι ότι αυτό δεν κρύβει τις πηγές του... Έτσι, σε ένα επεισόδιο, δεν ενθυμούμαι πλέον σε ποιο, γίνεται ταυτόχρονη αναφορά στον Joe Bousquet και στον γάλλο φιλόσοφο Gilles Deleuze. Ή καλύτερα υπάρχουν διαμεσολαβημένες, μέσω του Deleuze, αναφορές στον Bousquet. C'est tout, που λένε και οι γάλλοι...