Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2007

Ανταποκρίσεις απ’ το Παρίσι



Το φλερτ


Την είδε για πρώτη φορά στην Pont des Arts. Ακουμπισμένος στην κουπαστή να τραβάει μόνος ως συνήθως φωτογραφίες. Εκείνη τη στιγμή βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη ένα event λίγο πολύ ντανταϊστικό. Ένα τσούρμο λυκειόπαιδες μαυροντυμένοι και φωνασκούντες έφτασαν στο μέσο της γέφυρας κουβαλώντας ένα φέρετρο τυλιγμένο σε μαύρο σεντόνι. Αφού το αποθέσαν σεβάσμια ξεβρακώθηκαν κι άρχισαν να χορεύουν τριγύρω του. Ωστόσο μήτε και το θέαμα των ολόγυμνων νεανίδων, των παλλόμενων εφηβικών σφιχτών κορμιών στήθη, μουνιά, κώλοι, καυλιά, σχήματα, χρώματα στάθηκε ικανό να προσελκύσει για πολύ ώρα την προσοχή του. Ξαναγύρισε το βλέμμα του στη μεριά τους. Εκείνοι μοιάζαν απορροφημένοι σε έναν κόσμο δικό τους. Τόσο ερωτευμένοι… Φυσούσε ένα απαλό ανοιξιάτικο αεράκι. Όρθια και τα μαλλιά της ν’ ανεμίζουνε στο ποτάμι. Ο φίλος της προσπαθούσε τόση ώρα να την πείσει να τον αφήσει να την βγάλει φωτογραφίες. Μετά από πολλές προσπάθειες μάταιες και παιχνίδια αισθησιακά ανάμεσα σε αποδοχή κι άρνηση, φιλιά κι αγκαλιάσματα εκείνη τελικά του επέτρεψε. Πήρε να σουρουπώνει. Το αεράκι έπαψε να είναι και τόσο ευχάριστο. Μια τσουχτερή ψύχρα του έδωσε τη θέση της με τη δύση του ήλιου. Ξεκινήσαν να φύγουν. Αποφάσισε να τους ακολουθήσει. Είχαν όρεξη για περπάτημα. Του βγάλανε τη ψυχή. Τα πόδια του είχαν πάρει φωτιά. Κι όλη την ώρα οι αναπόφευκτες στάσεις σε μέρη σκοτεινά για φιλήματα φλογερά κι αμοιβαία χουφτώματα. Που και που περνούσε απ’ τα έρημα στενά κανένα αυτοκίνητο και τους διέκοπτε. Εκείνοι βάζαν τα γέλια και πιασμένοι απ’ το χέρι συνεχίζαν το δρόμο τους. Τους ακολουθούσε έτσι δυο ώρες. Να κάνουν κύκλους γύρω γύρω στα ίδια πάντα μέρη. Πλησίαζε έντεκα όταν αρχίσαν να κατευθύνονται σε πιο πολυσύχναστα μέρη. Τους ακολούθησε στο metro στο St. Michel. Κατεβήκανε τα σκαλιά και κείνος κολλημένος πίσω τους στα τρία βήματα. Και μετά στο κέντρο αγκαλιασμένοι. Ο τελευταίος χαιρετισμός. Όσο να τελειώσει το τελευταίο φιλί εκείνος έκανε πως έδενε τα κορδόνια του. Μετά χωρίσαν. Προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Εκείνος προς Porte dOrléans. Εκείνη προς Porte de Clignancourt. Την πήρε από πίσω. Αλλάξαν δυο τρεις φορές τρένο. Εκείνος πάντα να φροντίζει να μένει κοντά της. Στο ίδιο βαγόνι. Στην Bel Air έκανε να κατέβει. Της άφησε χρόνο. Ίσα που πρόλαβε ν’ αποβιβαστεί πριν ν’ ακουστεί το κουδούνισμα του συρμού και κλείσουν οι πόρτες. Εκείνη προχωρούσε γρήγορα τώρα. Σχεδόν έτρεχε. Σαν να φοβότανε μόνη της στα σκοτάδια. Τάχυνε κι εκείνος το βήμα. Μόλις μπήκαν στην Michel Bizot άλλαξε πεζοδρόμιο. Τώρα την παρακολουθούσε από απέναντι. Σε κάποια στιγμή άνοιξε την τσάντα. Εκείνος κατάλαβε πως είναι κοντά, πως ψάχνει τώρα για τα κλειδιά. Σταμάτησε μπροστά σε κάποια είσοδο. Πληκτρολόγησε τον κωδικό. Άνοιξε την πόρτα και χάθηκε πίσω της. Εκείνος έκανε να τρέξει. Ένα αυτοκίνητο κόρναρε. Όταν κατάφερε να διασχίσει το δρόμο η πόρτα είχε ήδη κλείσει. Ξαναγύρισε στο απέναντι πεζοδρόμιο. Έβγαλε το πακέτο τα τσιγάρα. Ακούμπησε με τον ώμο στην κολώνα. Η φλόγα ψιθυριστά δυο σύμφωνα άηχα αγγίζοντας τον καπνό. Έφερε το τσιγάρο στο στόμα με την ελπίδα να μένει σε κάποιο διαμέρισμα που να βλέπει στο δρόμο. Μετά από τέσσερα δευτερόλεπτα άναψε ένα φως στο δεύτερο όροφο. Μεγάλα παράθυρα. Μετά από λίγο άνοιξε και το φως στο ακριανό δωμάτιο. Και τότε την είδε. Μπροστά στο νεροχύτη με το σουτιέν να βάζει σ’ ένα ποτήρι νερό. Την παρακολούθησε να το καταπίνει αργά χωρίς ήχο. Απομακρύνθηκε. Το φως έσβησε. Τώρα ήταν στο κεντρικό, μεγάλο δωμάτιο. Με την κιλότα και το σουτιέν. Κατευθύνθηκε προς το παράθυρο. Τον είδε. Την είδε που τον είδε. Ερεθίστηκε. Πέταξε το τσιγάρο. Δεν έφευγε. Εκείνη τον περιεργάστηκε μ’ ένα μυστηριώδες χαμόγελο. Τράβηξε τις κουρτίνες. Και έμεινε εκεί μπροστά τους. Ξεκούμπωσε το σουτιέν. Είδε την σκιά της να μένει μόνο με την κιλότα. Να σκύβει. Τα οπίσθια της γυρισμένα στο δρόμο. Να αφαιρεί και το τελευταίο ίχνος ντροπής. Και μετά να σβήνει το φως. Αποφάσισε να περιμένει εκεί…
Το επόμενο πρωί τη βρήκα στο κρεβάτι μου νεκρή… μαρμάρινη, γυμνή μια τρικυμία αίμα.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Σας διαβαζω προσεκτικα κυριε Ζ.Κουραγιο αγαπητε.

Σατουρνε, χτες περασα απο το κατεστραμμενο κτιριο στα Εξαρχεια (θεμιστοκλεους νομιζω)στο οποιο φαινονταν οι εσωτερικες ντουλαπες προστυχα να σας καλουν προς το μερος τους,αν σας θυμιζει κατι
ειχαμε σταματησει μπροστα τους μια φορα. χασκει η σιωπη εκει και φοβαμαι να καθομαι πολυ ωρα μπροστα τους. Ειναι φθονερες οι ντουλαπες αυτες.